«Στο γάμο δεν έρχομαι» φώναζε η Ρόζα και η μπούκλα που έπεφτε μόνιμα στο κούτελό της, χοροπηδούσε σαν τρελή.
«Ρόζα τι λες;» αναφώνησε έκπληκτη η Ανδριάνα.
«Μητέρα είναι δυνατόν;» ρωτούσε με απορία ο Γρηγόρης.
«Αυτό που σας λέω» απάντησε η γυναίκα και τους γύρισε νευριασμένη την πλάτη, έφυγε από το σαλόνι, άνοιξε την πόρτα και πήγε κι έκατσε κάτω από το πεύκο στο ξύλινο παγκάκι.

Η Ολυμπία είχε λουφάξει στην κουζίνα της. ‘’Προβλήματα που έχουν οι άνθρωποι’’ είπε από μέσα της και κούνησε το κεφάλι της κοροϊδευτικά.

«Τι θα κάνω με αυτή τη γυναίκα;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης απευθύνοντας το λόγο στην Ανδριάνα.
«Θα της μιλήσουμε δεν έχουμε άλλη επιλογή» του απάντησε.
«Κι εσύ φαντάζεσαι ότι θα της βάλουμε μυαλό; Στη μάνα μου, που πέταξε από το σπίτι την Δήμητρα, είσαι με τα καλά σου;»
«Ξέρεις ότι η Ρόζα είναι ξεροκέφαλη αλλά γεμάτη από αγάπη, θα τη φέρουμε βόλτα σου λέω».
«Εγώ καταθέτω τα όπλα …»
«Για μισό λεπτό, τα δικά σας προβλήματα δεν θα τα λύνω εγώ Γρηγόρη, κόψτε όλοι το λαιμό σας και βρείτε την άκρη και με τη μάνα σας και με τις οικογένειές σας» είπε κόβοντας τη φόρα στον ξάδελφό της.

Από το ατύχημα της Ανδριάνας είχαν περάσει μήνες. Όσο κι αν είχε συγκλονιστεί στην αρχή, όσο κι αν όλα αυτά που της είχαν συμβεί έμοιαζαν εξωπραγματικά, ένα πράγμα είχε καταλάβει και είχε αποδεχτεί. Τη σημαντικότητα της στιγμής, της αξία της ανθρώπινης υπόστασής και πως μέσα σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, η ζωή γίνεται μια χούφτα χώμα που την παίρνει ο άνεμος.

Το ‘’χεράκι’’ της το είχε βάλει και η Βέρα με τις συζητήσεις που είχαν κάνει. Ο ζωγραφικός πίνακας της ζωής της, είχε πάρει άλλες αποχρώσεις και οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει σειρά.

Την επόμενη ημέρα νωρίς το πρωί είχε πάει στην εκκλησία μόνη της, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν. Είχε καθίσει ώρα πολύ και προσπαθούσε να καταλάβει κοιτώντας τις εικόνες, πώς είχε σωθεί; και αναρωτιόταν πώς εμφανίστηκε η μικρή ασημένια εικόνα που παραλίγο να πατήσει, κοιτώντας τον τρούλο την εκκλησίας. Τα μέσα της ακόμα έτρεμαν. Είχε ανάψει ένα κερί, με τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια της, ψιθυρίζοντας διαρκώς ‘’ευχαριστώ, ευχαριστώ’’. Σαν έφυγε από το ναό, ορκίστηκε ότι η ημερομηνία του ατυχήματος από εδώ και στο εξής, θα ήταν τα δεύτερα γενέθλια της κι αυτά θα τα γιόρταζε μόνη της και με την κατάνυξη που τους έπρεπε. Πέρασε το πεζοδρόμιο απέναντι και χτύπησε το κουδούνι της Βέρας που την περίμενε.

Τυπικές κουβέντες μεταξύ τους δεν υπήρξαν. Μόλις η ψυχολόγος και φίλη της πλέον την είδε, την πήρε μια τεράστια αγκαλιά. «Μας λαχτάρισες αγάπη μου» της είπε.

Η Βέρα μόλις είχε αφήσει την ‘’ιδιότητά’’ της στην άκρη και κρατώντας την Ανδριάνα αγκαλιά την φιλούσε και την έσφιγγε επάνω της.

«Σωριάσου με την ησυχία σου» της είχε πει και είχαν καθίσει η μια απέναντι στην άλλη πιασμένες χέρι-χέρι. Η Ανδριάνα δεν είχε άλλα δάκρυα, μόνο φόβο και ένα τεράστιο ‘’γιατί’’ βασάνιζε την ψυχή της.

Είχαν μιλήσει ώρα πολύ.

«Γιατί δεν δέχεσαι ότι είσαι ένα αγγελουδένιο πλάσμα;» την είχε ρωτήσει η Βέρα και είχε συνεχίσει λέγοντας, «ο κάθε ένας από εμάς έχει μια αποστολή να φέρει εις πέρας, οφείλεις να ανακαλύψεις τη δικιά σου και να την τιμήσεις».
«Και πως θα το κάνω αυτό μου λες;»
«Μόνη σου, μάθε να ξεχωρίζεις τα χρήσιμα από τα άχρηστα, πέτα από πάνω σου τους ανόητους εγωισμούς, άσε την καρδιά σου να γεμίσει αγάπη χωρίς φόβο, παρά μόνο αγάπη με πίστη στον εαυτό σου και στις αξίες σου και σε αυτό το υπέροχο σύμπαν που ζούμε, που μας φιλοξενεί. Είσαι ένα ευλογημένο πλάσμα και αυτό πρέπει να το αποδεχτείς κι αυτή την ευλογία να μην την κρατήσεις για τον εαυτό σου μεν, αλλά μην ξοδεύεσαι δε».
«Δύσκολα μου τα λες».
«Το καταλαβαίνω, χρειάζεσαι χρόνο να ξεπεράσεις το σοκ και θα δεις ότι μετά όλα θα είναι πιο εύκολα και πιο ξεκάθαρα. Τέτοιο δώρο ζωής δεν γίνεται καθημερινά στον κάθε ένα μας. Αποδέξου το, γιατί είναι η τρίτη φορά που σε ‘’σώζουν’’, ότι κάποιος εκεί πέρα επάνω σε αγαπάει πολύ» είχε πει δείχνοντας με το δάχτυλό της προς τον ουρανό.
«Λες;»
«Για την ακρίβεια είμαι σίγουρη» είχε απαντήσει με πολύ σοβαρό ύφος η Βέρα.

Ο καιρός είχε περάσει και φυσικά μέσα σε όλες αυτές τις ανακατατάξεις του μυαλού και της ψυχής της, είχε να αντιμετωπίσει και την Ρόζα. Μην αντέχοντας να ξαναζήσει τον εφιάλτη της από την αρχή, είχε βρει τη λύση στο αθώο της ψέμα.

«Το αυτοκίνητο έχει πολύ σοβαρή μηχανική βλάβη, το παθαίνω δεύτερη φορά και θα το αλλάξω».
«Δεν σε πιστεύω» είχε απαντήσει η Ρόζα «ξέρω παιδί μου ότι μου λες ψέματα, κλείνω τα μάτια και βλέπω μπροστά μου ότι έχεις τρακάρει».
«Ρόζα μου, το θέμα το έχει αναλάβει ο Σπύρος κι εγώ δεν έχω καθόλου χρόνο για να πασχίζω να σε πείσω, έτσι κι αλλιώς δεν θα τα καταφέρω» της είχε απαντήσει και το θέμα έκλεισε εκεί, ή κάπου εκεί τέλος πάντων με την Ρόζα να το φέρνει κάθε τόσο στην επιφάνεια προσπαθώντας να ‘’τσακώσει’’ το ψέμα της Ανδριάνας. Όμως αυτή τη φορά δεν τα είχε καταφέρει και αυτό για έναν πολύ απλό λόγο, γιατί η ανιψιά της είχε ορκιστεί πως ό,τι μπορούσε να φέρει αντάρα στην ψυχή της θείας της θα το κρατούσε για λογαριασμό της. Έτσι έκανε και με τα χρήματα που πήρε από την ασφαλιστική, αγόρασε ένα μικρό και μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

«Το παλιό ήταν πιο καλό» είχε γκρινιάξει η Ρόζα,
«Και αυτό πιο φθηνό» είχε απαντήσει στη θεία της χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

Αν κάτι είχε μάθει από το ατύχημα η Ανδριάνα, ήταν να ξεμπερδεύει με κάθε τι ανούσιο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ένοιωθε ότι η ζωή κυλούσε με την ταχύτητα του ανέμου και εξαφανιζόταν οι στιγμές πριν προλάβει κανείς να το καταλάβει. Είχε συνειδητοποιήσει ότι χωρίς να το καταλάβει, είχε πάρει μια σημαντική απόφαση. Να ζήσει ευτυχισμένη.

Βαρύ το τίμημα για όσους δεν κατάφεραν να χαρούν το ‘’δώρο’’ της ζωής κι εκείνη είχε καταφέρει να γιορτάζει καθημερινά απολαμβάνοντας τον ήλιο που ξημέρωνε και το φεγγάρι που έλαμπε. Ένοιωθε πολύ μικρή ανάμεσα στο σύμπαν και ταυτόχρονα ευλογημένη. Αυτή την ευλογία την κράτησε μέσα της και κάθε φορά που έστρεφε τα μάτια της στον εσωτερικό της εαυτό, ανακάλυπτε ότι η πίστη της για τη ζωή όλο και δυνάμωνε και μαζί και η χαρά που ένοιωθε.

«Γρηγόρη, πάμε στον κήπο να τελειώνουμε με την Ρόζα» είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση έκατσε στο παγκάκι δίπλα στη θεία της. Ο ξάδελφός της, στήθηκε όρθιος απέναντί τους.

«Ρόζα …»
«Μην αρχίσεις κι εσύ τις αμπελοφιλοσοφίες σου, εγώ στο γάμο δεν έρχομαι» απάντησε θυμωμένη.
«Να μην έρθεις» ακούστηκε πεισματωμένα παιδιάστικη η φωνή του Γρηγόρη «έτσι κι αλλιώς έτσι όπως τα έκανες με τη Δήμητρα να δω πως θα τα μαζέψεις».
«Πήρε ό,τι της άξιζε» ανταπάντησε η μητέρα του.
«Τι θα γίνει τώρα μου λέτε; Θα τσακωνόμαστε μεταξύ μας για βλακείες; Οι λέξεις πικραίνουν, για μαζευτείτε και οι δυο» είπε η Ανδριάνα.

Στον κήπο επικράτησε σιωπή.

«Δεν έχω την εγγόνα μου για πούλημα» είπε με παράπονο η Ρόζα.
«Ωχουυυ» γκρίνιαξε ο Γρηγόρης «και τι θέλεις τώρα να γίνει μάνα; Αυτόν διάλεξε θα κάνεις κουμάντο και στη ζωή των παιδιών;»
«Μα είναι λάθος αυτός ο γάμος δεν το καταλαβαίνετε; Όλα είναι λάθος εδώ, γιατί δεν το βλέπετε επιτέλους;»
«Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις να προσπαθείς να διευθύνεις τη ζωή όλων μας» είπε η Ανδριάνα «και να δεχθείς ότι κάθε ένας από εμάς μπορεί να αποφασίζει μόνος του και όσα λάθη κι αν κάνουμε, εμείς θα τα πληρώσουμε».
«Δεν πάει έτσι ακριβώς εδώ παιδιά μου»
«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Γρηγόρης
«Άκου αγόρι μου, μπορεί να σου είναι δύσκολο να το αποδεχθείς όμως το θέμα μου δεν είναι ο γάμος κι ας κάνω εγώ τα δικά μου νούμερα. Η αλήθεια είναι πιο βαθειά».
«Δηλαδή;»
«Με νοιάζει και με κόφτει το γεγονός ότι η Φαίδρα δεν είναι καλά κι ας έχει ξελογιαστεί τώρα με το γάμο».
«Είσαι υπερβολική» διαμαρτυρήθηκε ο Γρηγόρης και πριν προλάβει να συνεχίσει, η Ρόζα τον διέκοψε.

«Ακούστε με και οι δύο σας προσεκτικά και αγόρι μου όσο και να θυμώσεις στα πόδια μην το βάλεις. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι».
«Η Φαίδρα είναι άρρωστη …»
«Τι λες βρε μάνα;»
«Δεν θα με διακόψεις ξανά, πρώτα θα με ακούσεις» συνέχισε η Ρόζα «κι όταν λέω άρρωστη εννοώ στην ψυχή της κι άλλες λέξεις εγώ δεν ξέρω να χρησιμοποιήσω.

Διαρκώς φοβάται τις αρρώστιες, μονίμως έτρεχε στους γιατρούς, σας ζητούσε να τις κάνετε εξετάσεις, εδώ μέσα στο σπίτι μου έψαχνε πιεσόμετρο μια σταλιά παιδί αντί να κυνηγάει τους ‘σερνικούς πίσω από τα μπατζάκια τους.

Εσύ Γρηγόρη μου τον περισσότερο καιρό έλειπες. Ανάθεμα κι αν έχεις ζήσει έστω και στο ελάχιστο αυτά που εμείς είδαμε. Η σωματική υγεία της κόρης σου είναι άριστη, η ψυχή της όμως τη βασανίζει. Έχει αρρωστοφοβία κι όταν ακόμα οι γιατροί την διαβεβαιώνουν ότι είναι σε περίφημη κατάσταση, η Φαίδρα αρχίζει και αμφισβητεί τους ίδιους τους γιατρούς. Ο κύριος Δεβλέτογλου, ο παθολόγος έφτασε σε σημείο να την βρίσει. Το πιστεύεις;

Ας πούμε τώρα γι’ αυτόν τον ακατανόμαστο …»

«Έχει όνομα μητέρα»
«Βρε δεν με παρατάς, πάνω σε αυτόν τον ακατανόμαστο ξαναλέω, νομίζει ότι βρήκε αυτό που της λείπει, αγάπη και νοιάξιμο».
«Ε όχι δα να μας πει η Φαίδρα ότι δεν την αγαπάμε»
«Για δες το από την δική της πλευρά, ούτε και η ίδια δεν το καταλαβαίνει βέβαια, μα η αλήθεια είναι πικρή.

Μεγάλωσε με μια μάνα που μονίμως την παράταγε, από βρέφος για να τριγυρνάει με τον αγαπητικό της, εσύ με την ανάγκη αλλά και τη δικαιολογία της δουλειάς ήσουν μονίμως απών».
«Και τι ήθελες να κάνω;»
«Άσε τι ήθελα εγώ τότε, τι ζούμε τώρα να κοιτάξεις και να ανοίξεις τα μάτια σου γιατί σε περιμένουν χειρότερα.

Βρήκες που λες αυτό το ‘’πράγμα’’ που κυκλοφορεί ξεβράκωτος, ναι, ναι, έτσι όπως στα λέω είναι κι επειδή της έδωσε σημασία, γιατί είναι και καπάτσος, η Φαίδρα που κουβαλάει το φόβο της εγκατάλειψης μέσα της, κούρνιασε σαν κότα επάνω του.

Μωρέ ποιό παιδί του πληρώνουν σπουδές στο Παρίσι κι αυτό κλαίει γιατί δεν βρίσκει τυρί φέτα να φάει; Αντί να αλωνίσει τον κόσμο όλο, κάθε που γυρνούσε έκλαιγε με μαύρο δάκρυ λες και την είχαμε στείλει στα κάτεργα. Θυμάσαι, τις σπουδές της μόνη της η ίδια τις επέλεξε και μόνη της τα βρόντηξε όλα για να γυρίσει πίσω να τρώει φέτα. Ήμαρτον Παναγίτσα μου!

Σαν πατέρας, έψαξες τι μέρος του λόγου είναι ο ξεβράκωτος ή σε έπιασαν πάλι τα φιλελεύθερα σου γιατί εγώ νομίζω ότι αν τα βάλεις στο ζύγι, ποιο ανοιχτόμυαλη είμαι εγώ παρά του λόγου σου».

«Τι εννοείς;»

«Ο λεγάμενος, ήταν παντρεμένος με μια ραδιοφωνική παραγωγό».
«Παλιά, αυτό το ξέρουμε».
«Ξεράδια, ξέρεις πως τη χώρισε;»
«Όχι, θα έπρεπε; και τι σημασία έχει;»

«Δεν μπορεί να είσαστε παιδιά μου εσείς, θα σας αντάλλαξαν στη γέννα επάνω! Τι βλακείες ρωτάς Γρηγόρη ολόκληρος άντρας πια, τι σημασία έχει πως χώρισε ένας άνθρωπος; Θα σου πω εγώ, να κοιτάς πως φέρονται οι άνθρωποι σε όλους τους υπόλοιπους και να περιμένεις πότε θα έρθει και η δικιά σου η σειρά για να σε πετσοκόψουν. Ένας άνθρωπος που είναι αλήτης στην ψυχή, αργά ή γρήγορα έτσι θα φερθεί και σε εσένα. Κατάλαβες;»

Ο Γρηγόρης δεν απάντησε, μόνο περίμενε να ακούσει που το πήγαινε η μητέρα του.

«Αυτός ο τύπος λοιπόν, είπε στη γυναίκα του ότι πάει για τσιγάρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο σπίτι τους. Το καταλαβαίνεις; κι αυτό δεν είναι ανέκδοτο, είναι πραγματικότητα. Τα πράγματά του πήγαν και τα μάζεψαν οι φίλοι του και ο δικηγόρος του, έστειλε στη γυναίκα του τα χαρτιά του διαζυγίου. Ένας κύριος δεν φέρεται ποτέ έτσι, ακόμα κι αν έχει πιάσει τη γυναίκα του καβάλα με άλλον».

«Ίσως …»

«Τι ίσως παιδί μου; Λες να τον κακοποιούσε; Να του φερόταν άσχημα, να τον χτύπαγε με το τηγάνι στο κεφάλι; Και γιατί έκατσε μαζί της τόσα χρόνια; Από αδυναμία; Από τι;

Ρώτησα δεξιά κι αριστερά και έμαθα και δυστυχώς ακόμα μαθαίνω, πως σαν τελείωσαν τα ‘’λιλιά’’ ο κύριος την κοπάνησε από το σπίτι γιατί όπως είπε ‘’την θεωρούσε καταπιεστική προσωπικότητα την σύζυγό του’’ κι αποφάσισε να την κάνει νύχτα, κι εδώ κυριολεκτώ.

Βλέπεις η γυναίκα του, πήρε χαμπάρι καθ’οδόν ότι το οικονομικό ήταν το κύριο σημείο που τους ένωνε και ξύπνια όπως ήταν, έκλεισε την στρόφιγγα των παροχών. Του είχε ανοίξει τη ‘’φάκα’’ κι αυτός ο μπούφος έπεσε μέσα κι έτσι χωρίς πολλές περιστροφές, η ιστορία τους τελείωσε εδώ. Η πρώην γυναίκα του διαπρέπει, ο ίδιος πάλι όχι. Τυχαίο;

Την πάλεψε δεν λέω, μα δεν τα κατάφερε κι αυτό κακό δεν είναι. Δεν μπορούμε όλοι να μεγαλουργήσουμε και να σου πω, δεν με ενδιαφέρει και καθόλου αυτό. Αν αγαπούσε την Φαίδρα και το βρακί μου θα του έδινα».

«Και πως το ξέρεις εσύ ότι δεν την αγαπάει;»
«Πως με κόβεις; Να μην ξέρω;»
«Χρειάζομαι αποδείξεις για όλα αυτά που λες».
«Η μία κάθετε δίπλα μου ήδη» είπε και κοίταξε την ανιψιά της.
«Τα ξέρει και η Ανδριάνα, τα ξέρεις κι εσύ;» ρώτησε συγχυσμένος.
«Ναι» απάντησε μονολεκτικά η ξαδέλφη του που καθόλου δεν της άρεσε που την ανακάτευε η θεία της. Μετάνιωνε την ώρα που της είπε ότι είχε δει.

«Η Δήμητρα δεν σου ζήτησε να αγοράσετε ένα σπίτι στα Βριλήσσια για τα ‘’παιδιά’’;»
«Ναι, βέβαια».
«Αυτό τέθηκε ως όρος από τον μέλλοντα σύζυγο της κόρης σου. Θέλει προίκα το αγόρι για να την πάρει κι εσύ, λες και σου περισσεύουν, έβαλες το κεφάλι σου στην καρμανιόλα των δανείων και το αγόρασες σωστά;»

Ο Γρηγόρης ξεροκατάπιε μόνο.

«Η Δήμητρα έχει κάνει άλλη μια συμφωνία μαζί του, θα του φτιάξετε ωδείο και μην μου πεις ότι δεν το έχετε κουβεντιάσει γιατί άλλα ξέρω εγώ» είπε παίζοντας νευρικά με τη βέρα της.

«Είπαμε να συστεγάσουμε τις δυο σχολές σε μια» απάντησε ο Γρηγόρης.
«Γιατί, έχει σχολή ο ‘’γαμπρουλιέρος’’ και δεν το ξέρω; Μαθήματα παραδίδει ιδιαίτερα κι αν του τύχει ‘’σολάρει’’ σε αυτά τα μπαράκια που συχνάζουν τα νέα παιδιά.

Γρηγόρη, αν είσαι έξυπνος, θα ανοίξεις την ίδια φάκα με την πρώην σύζυγό του. Θα πεις σε όλους ότι το ρευστό τελείωσε και θα δεις τότε πόσα απίδια χωράει ο σάκος» είπε η Ρόζα ξεφυσώντας, «τα είπα και ησύχασα» συμπλήρωσε, μα αμέσως μετά ανέσυρε από τη μνήμη της κι άλλα. «Αυτά βέβαια που θα σου πω, είναι λεπτομέρειες αλλά σημαντικές.

Η ξαδέλφη σου από εδώ είχε πάει να δει τη Φαίδρα ένα μεσημέρι για να πιούν καφέ. Ανδριάνα αν κάνω κάπου λάθος να με διορθώσεις σε παρακαλώ.

Αφού ήπιαν το καφέ τους, η κόρη σου πήγε να ετοιμάσει το φαγητό του γαμπρού σου και η Ανδριάνα την ακολούθησε στην κουζίνα. Έκοβε σαλάτα μαρούλι και η ξαδέλφη σου άρχισε να κλέβει ψιλοκομμένες μπουκιές μαρουλιού, ως συνήθως.

‘’Σταμάτα Ανδριάνα σε παρακαλώ, αν θέλεις να σου κόψω μια ολόκληρη δική σου σαλάτα’’ της είπε η κόρη σου και για να μην μακρηγορώ, την έπιασαν τα κλάματα κι εξήγησε στην Ανδριάνα πως ‘’αν η σαλάτα δεν είναι κομμένη σε συγκεκριμένο ύψος μέσα στη σαλατιέρα κι αν το φαγητό δεν είναι σερβιρισμένο και ζεστό με το που θα μπει ο αφέντης στο σπίτι, θα τη χώριζε’’ κι αυτός ήταν όρος απαράβατος

Καταλαβαίνεις παιδί μου τι σου λέω; Θα ‘’χωρίσει’’ ο ακατανόμαστος τη Φαίδρα μας γιατί το μαρούλι μας βγήκε κοντό κι εσύ κάθεσαι και με κοιτάς σαν βόδι».

«Τι θέλεις να κάνω μητέρα;» ρώτησε τη Ρόζα με τα μάτια υγρά.

«Να σταματήσεις αυτό το γάμο, μα τι με ρωτάει τα αυτονόητα;» είπε στρέφοντας το κεφάλι της προς την Ανδριάνα.

Ο ήλιος είχε πέσει και ο ίσκιος του πεύκου είχε απλωθεί σε όλη την πίσω αυλή. Ούτε οι ανάσες τους δεν ακουγόταν, ερωτηματικά και πόνοι είχαν απλωθεί σε κάθε άκρη του κήπου.

«Σας έφερα κάτι να τσιμπήσετε» είπε η Ολυμπία που εμφανίστηκε από τη γωνία σαν το αερικό.
«Δεν θέλουμε τίποτα» είπε ο Γρηγόρης «μόνο άσε την κανάτα με το νερό και τα ποτήρια» συμπλήρωσε χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τις δάφνες, που όπως παρατηρούσε είχαν όμορφα ανθίσει.
«Θα αφήσω μερικά παξιμάδια και τυρί γιατί η μητέρα σας πρέπει να πάρει τα φάρμακά της» συμπλήρωσε η κοπέλα, άφησε το δίσκο, έκανε μεταβολή κι έφυγε με τον ίδιο τρόπο που είχε εμφανιστεί.

«Μάνα» ακούστηκε βαριά φωνή του Γρηγόρη «δεν μπορώ να το κάνω, η Φαίδρα τον αγαπάει, δεν την αντέχω να την πληγώσω, δεν το βαστάει η καρδιά μου» είπε χτυπώντας με την παλάμη του το στήθος του.

«Κι αντέχεις να ξέρεις ότι είναι με έναν τρισάθλιο, ξεβράκωτο, εκμεταλλευτή;»
«Κι αν την αγαπάει κι αυτός; Αν έχει αλλάξει;»
«Τα θέλεις και τα λες, ή σου ξεφεύγουν σαν ξεκάρφωτα κεραμίδια; Ποιος άνθρωπος που αγαπάει ζητάει αντάλλαγμα; Ακόμα και η προίκα με νόμο έχει εξαφανιστεί. Ξύπνα Γρηγόρη!»
«Δεν μπορώ να πληγώσω την Φαίδρα».
«Θα την πληγώσει η ίδια η ζωή κι εγώ μπορεί να μην είμαι εδώ ανάμεσά σας για να δω τα ρεζιλίκια τους, αλλά αυτός ο άνθρωπος θα της φάει τη ζωή μέρα με τη μέρα και θα την γκαστρώσει πριν προλάβεις να πάρεις χαμπάρι για να δέσει μια ώρα νωρίτερα το γάιδαρο του, για την ακρίβεια την γαϊδάρα του».

Ο Γρηγόρης δεν απάντησε. Είχε κατεβάσει τα μάτια και επεξεργαζόταν τις μύτες των παπουτσιών του, μα τα μάγουλα και τα αυτιά του είχαν κόκκινα σαν παπαρούνες.

Η Ρόζα παρατηρούσε το παιδί της κι όταν συνειδητοποίησε την αλήθεια έκανε να σηκωθεί από το παγκάκι, μα δεν στηρίχθηκε καλά στο χέρι της κι έκατσε ξανά απότομα.

«Έχετε τρελαθεί; Είναι έγκυος η Φαίδρα;»
«Ναι» απάντησε ο Γρηγόρης και η Ανδριάνα κοιτούσε τα χέρια της.

Η Ρόζα έπιασε το κεφάλι της κι άρχισε να τρίβει τα μηνίγγια της.

«Και να πω ότι καλώς και να ορίσει το καινούργιο μας παιδάκι αλλά γάμος δεν χρειάζεται να γίνει, τσάμπα σάλιο θα χαλάσω υποθέτω;»

«Αυτά που θέλεις να κάνω μάνα εγώ δεν μπορώ και δεν αντέχω να τα κάνω. Στην τελική ανάλυση η Φαίδρα είναι ενήλικη κι ας αποφασίσει η ίδια για τη ζωή της».

«Φυσικά, τώρα μας συμφέρει ότι έχει ενηλικιωθεί, μέχρι τώρα όμως τα έχετε κάνει σαν τα μούτρα σας. Κατά μάνα κατά κύρη κατά γιο και θυγατέρα» είπε φανερά θυμωμένη η Ρόζα. «Και δεν μου λες, σήμερα γιατί ήρθες εδώ; Για να μου ανακοινώσεις το γάμο; Την εγκυμοσύνη ή μήπως θέλεις και κάτι άλλο;» ρώτησε μα την απάντηση την γνώριζε.

«Η Φαίδρα θέλει ο γάμος να γίνει σε κτήμα, να παντρευτούν στο εκκλησάκι κι έχουν υπολογίσει τους καλεσμένους γύρω στα διακόσια πενήντα άτομα».

«Σε ποιο κτήμα;»
«Σε ένα από αυτά, ξέρεις που γίνονται οι γάμοι με τα ξωκλήσια».
«Μάλιστα κι έχετε κανονίσει και την ημερομηνία φαντάζομαι».
«Βέβαια, αυτά τα έχουν κανονίσει μητέρα και κόρη».
«Νυφικό έχει βρει για να χωράει η κοιλίτσα της;»
«Κάτι έλεγαν για πρωτοφόρετο αλλά δεν κατάλαβα τι εννοούσαν».
«Νοικιάρικο δηλαδή, η δικιά μου εγγονή θα παντρευτεί με νυφικό από τα ετοιματζίδικα θέλεις να μου πεις, όταν η Ανδριάνα συνεχίζει την εταιρία μας. Είσαστε όλοι σας βλαμμένοι; Και ποιος θα τα πληρώσει όλα αυτά;»
«Θα χρειαστώ την οικονομική σου ενίσχυση».
«Παρκαδόρους, μουσικούς τους, σερβιτόρους τα έχετε υπολογίσει;»
«Τις γυναίκες ρώτα, εγώ δεν ανακατεύομαι σε αυτά».
«Και δεν μου λες τα διακόσια πενήντα άτομα που τα βρήκαν, έχει η Φαίδρα τέτοιο κύκλο;»
«Είναι και του γαμπρού».
«Έχει η Φαίδρα να ταΐσει εκατόν εικοσιπέντε άτομα; Και που τα βρήκε όλα αυτά; Τόσες οικογένειες γνωρίζει; Αφού ούτε σπουδές τελείωσε, ούτε καμιά δουλειά έχει κάνει, πως έχει τόσο μεγάλο κύκλο η εγγονή μου; Που τον απέκτησε;»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Εσύ τι θέλεις να πεις και για πέρνα στο παρασύνθημα γρήγορα».
«Δεν μου φτάνουν τα λεφτά για τέτοιο γάμο» είπε ντροπιασμένος ο Γρηγόρης.
«Σώπα και δεν το φαντάστηκα. Και στην εκκλησία πως θα πάει η μικρή χωρίς την χρυσή της άμαξα και τα γυάλινα γοβάκια;»
«Δεν κατάλαβα τι εννοείς» είπε ο Γρηγόρης.
«Μια ζωή δεν κατάλαβες τίποτα παιδί μου, θα καταλάβεις τώρα;» είπε η Ρόζα και συνέχισε.

«Γρηγόρη, όλο το βάρος της η Φαίδρα, το έχει ρίξει σε αυτή τη βραδιά του γάμου. Όπως όλοι ξέρουμε, κρατάει μερικές ώρες και όλες αυτές οι παράτες δεν έχουν νόημα. Για την ώρα το κορίτσι μας έχει ξεχαστεί, ζει και αναπνέει μόνο για εκείνη τη στιγμή και σαν τελειώσουν τα γλέντια και οι χοροί θα ξυπνήσει το επόμενο πρωί και δεν θέλω να ξέρω τι θα συνειδητοποιήσει όταν θα έρθει αντιμέτωπη με την αλήθεια.

Να είσαι έτοιμος, ότι με την αρρωστοφοβία της δεν έχουμε τελειώσει όσα παιδιά κι αν φέρει στον κόσμο. Η Φαίδρα μας χρειάζεται βοήθεια κι όλοι κωφεύετε. Άκου λοιπόν να δεις τι θα γίνει, εγώ λεφτά γι’ αυτό το γάμο δεν δίνω».

Ο Γρηγόρης έκανε να φύγει.

«Κάτσε κάτω και μην βγάλεις άχνα, απείλησε η Ρόζα. Όποιος είναι ‘’μάγκας’’ βρίσκει λεφτά να πληρώσει το γάμο μόνος του» συνέχισε η μεγάλη γυναίκα.
«Έχεις εμπάθεια μητέρα με τον Κωνσταντίνο».
«Κωνσταντίνος ο Μέγας, βέβαια» συμπλήρωσε η Ρόζα έχοντας σηκώσει και τα δυο φρύδια. Το πρόσωπό της είχε σχεδόν παραμορφωθεί από τις ρυτίδες. «Αυτόν τον πώς τον λένε, δεν θέλω να τον βλέπω στα μάτια μου αλλά δεν το κάνω γι’ αυτό, το κάνω γιατί είναι πεταμένα λεφτά σε άχρηστα πράγματα και ξέρεις κάτι; Δεν μας περισσεύουν κι αν με τον πατέρα σου αποκτήσαμε και λίγα φράγκα, τα κάναμε με τόσο κόπο που δεν τα χαλάω για ένα βράδυ που θα ξεχαστεί μέσα στην καθημερινότητα της ζωής. Το ξέρεις και το ξέρω Γρηγόρη ότι δυστυχώς έχω δίκιο.

Το μόνο που μπορώ να κάνω για την Φαίδρα, είναι να διαθέσω το κτήμα μας, το σπίτι μας, για να συγκεντρωθεί ο κόσμος εδώ, διακόσια πενήντα άτομα είναι υπερβολή για να καλύψω τις ανάγκες του ‘’γαμπρού’’ σου και τις βλακείες και τα μεγαλοπιάσματα μάνας και κόρης.

Από εσένα και από τον αδελφό σου περίμενα μεγαλύτερο σεβασμό σε όλα αυτά που κανείς δεν χάρισε στην οικογένειά μας. Κι αν δεν το έχεις καταλάβει Γρηγόρη, δεν σας έχω γίνει ‘’φόρτωμα’’ γιατί έμαθα να κρατάω την αξιοπρέπειά μου και να έχω τα χέρια μου μαζεμένα. Το πιο εύκολο είναι να κάνεις κουμάντο με το πορτοφόλι αλλουνού, το πιο δύσκολο να μάθεις να λες ‘’όχι’’ και η δικιά μου απάντηση σήμερα είναι ένα όχι μεγάλο και στρογγυλό και δεν έχει εμπάθεια, έχει σεβασμό στον εαυτό μου, στον κόπο του πατέρα σου και το δικό μου αλλά και στην ελευθερία που έχω σκοπό να σας κάνω δώρο για να μην χρειαστεί ποτέ να με γηροκομήσετε. Να μην το ζήσετε κι αυτό.

Επίσης, αν στα προσκλητήρια γάμου βάλετε από κάτω λίστα δώρων ή τραπεζικό λογαριασμό, εμένα να μην μου στείλετε, ούτε στους συγγενείς μας και να φροντίσετε να μην το μάθω. Τα δικά μου παιδιά ‘’ζήτουλες’’ δεν τα έκανα κι επειδή η Δήμητρα είναι ικανή να κάνει μέχρι και ‘’κρεβάτι’’ για να μαζέψει μερικά φράγκα, ούτε αυτό να αφήσετε να το μάθω, κατάλαβες;»

«Μα γίνονται ‘’κρεβάτια’’ σήμερα;»

«Δεν ξέρω τι γίνεται και τι όχι, ξέρω πως το νόημα του ‘’κρεβατιού’’ ήταν για να αποκτήσει καλούς απογόνους το ζευγάρι, σήμερα όλα έχουν γίνει μπαχτσίσι κι εγώ σε αυτό δεν συμμετέχω.

Οι όροι είναι ξεκάθαροι. Η μοναδική βοήθεια που σας προσφέρω είναι να γίνει το τραπέζι του γάμου εδώ κι αυτό θα είναι το δώρο μου στην εγγόνα μου. Αν θέλετε, αν δεν θέλετε λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο γιατί κι εγώ μάνα είμαι και πάνω απ’ όλα βάζω την ευτυχία και την ψυχική ηρεμία των παιδιών μου, σήμερα αλλά και στο μέλλον. Τα δικά μου χέρια για να βγάλω τα δικά σας μάτια δεν τα βάζω» είπε η Ρόζα και σηκώθηκε αργά-αργά από την θέση της.

«Κουβεντιάστε τα με την ησυχία σας και με ενημερώνετε και πες στην κόρη σου ότι το νυφικό της θα είναι δώρο από τη γιαγιά της αλλά ραμμένο επάνω της για να το έχει μια ζωή. Νοικιάρικους κατιμάδες δεν της αξίζουν πες της» είπε κι έφυγε με το κεφάλι κρατώντας το ψηλά.

 

 

~συνεχίζεται~

 

(photo: https://www.pexels.com/photo/adult-bridal-bride-brunette-341372/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here