Τα νέα έσκαγαν το ένα μετά το άλλο και η Ανδριάνα είχε φτάσει σε σημείο τέτοιο, που το μόνο που ήθελε και είχε ανάγκη, ήταν να κλείσει με τις δύο παλάμες τα αυτιά της και να ουρλιάξει όσο πιο δυνατά μπορούσε ‘’πάψτε’’ και αμέσως μετά να καταφέρει δραπετεύσει από τον κλοιό που ένοιωθε να την σφίγγει.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν την αφορούσε, επωμιζόταν προβλήματα άλλων και ήταν εκείνη που έπρεπε να πάρει αποφάσεις ή μήπως όχι;

Ο Μανώλης είχε φύγει από νωρίς για να πάει στο γραφείο του. Εκείνη δούλευε από το σπίτι. Ήξερε ότι το πρόγραμμά της ήταν γεμάτο μα συνάμα γεμάτο ήταν και το κεφάλι της με πληροφορίες άχρηστες. Σιγά-σιγά είχε αρχίσει να ξεκαθαρίζει ότι αυτό που ήθελε περισσότερο απ’ όλα, ήταν να ζήσει τη ζωή της όπως εκείνη επιθυμούσε και ονειρευόταν. Η εσωτερική της φωνή της έλεγε ‘’εκεί είναι αν θέλεις τράβα και πάρε το’’ και θύμωνε με τον ίδιο της τον εαυτό που είχε αφήσει το χρόνο να κυλήσει αδιάφορα.

‘’Επιτέλους φτάνει’’ φώναξε δυνατά και καταπιάστηκε εκείνη την ημέρα με το να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

Το πιο μικρό της πρόβλημα ήταν ο Πάνος. Το αλατοπίπερο της εβδομάδας που κάτι έπρεπε να κάνει με αυτό.

Στον Μανώλη την αλήθεια δεν είχε τολμήσει να την πει. Γνώριζε πολύ καλά ότι αν ερχόταν η ώρα και η στιγμή που μάθαινε ετεροχρονισμένα για τη μυστική τους συνάντηση, δεν θα τη συγχωρούσε γιατί η ψυχή του δεν θα άντεχε άλλα ψέματα. Τα είχε φάει με την μεγάλη κουτάλα της σούπας και είχε χορτάσει! Το αποτέλεσμα ήταν να διαλυθεί η οικογένειά του, τις επιπτώσεις όμως, τις είχε πληρώσει και τις πλήρωνε ακόμα ο γιος του, ο Αχιλλέας.

Στην Πηνελόπη ο Μανώλης έδινε κι ένα δίκιο. Ούτε εκείνος είχε φερθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η διπλή ζωή που έκανε μέσα στο γάμο του, ήταν αυτό που τον κράτησε στη φωλιά της οικογένειας. Είχε κρυφό του ταλέντο στις παράλληλες σχέσεις, έτσι νόμιζε τότε. Την πραγματική αλήθεια όμως, η Ανδριάνα πίστευε, ότι ο Μανώλης δεν ήθελε να την αντιμετωπίσει κατάματα ‘’και ποιος άντρας θέλει;’’ τη ρωτούσε η εσωτερική φωνή μέσα της. Ζούσε με έναν αρσενικό στρουθοκάμηλο άραγε;

‘’Τα προβλήματα λύνονται ένα-ένα’’ είπε στον εαυτό της και η σκέψη της γύρισε αμέσως στον Πάνο. Θα ξεκινούσε από τα εύκολα.

Είχε κολακευτεί, έπρεπε να το παραδεχθεί και με τον τρόπο του συνέχιζε να την κολακεύει. Τα τηλεφωνήματα που της έκανε κάθε βδομάδα είχαν φτάσει να γίνονται σχεδόν μέρα παρά μέρα.

Για να μην την ανακαλύψει ο Μανώλης, είχε αλλάξει στις καταχωρημένες επαφές του τηλεφώνου της το όνομά του. Για την ακρίβεια ο Πάνος ήταν καταγεγραμμένος με το πατρικό επώνυμο και το όνομα της μητέρας του. ‘’Ντροπή’’ της είπε η εσωτερική της φωνή χρησιμοποιώντας κάτι από το χροιά της Ρόζας.

Στραβομουτσούνιασε. Τι στην ευχή έκανε; Η Βέρα ήταν απολύτως ξεκάθαρη μαζί της. Προσπάθησε να δει τον εαυτό της σαν θεατής της. Λες και παρακολουθούσε μια θεατρική παράσταση κι αυτό που ανακάλυπτε δεν της άρεσε διόλου.

‘’Γιατί είσαι με τον Μανώλη;’’ ρώτησε τον εαυτό της.
‘’Τον αγαπάω’’ απάντησε μόνη της σχεδόν ενοχλημένα και αναστέναξε. Τον αγαπούσε, αλήθεια έλεγε, μόνο που πήγαινε καιρός από τότε που ένοιωσε τελευταία φορά κολακευμένη. Η θηλυκή της πλευρά, ζητούσε λίγο ακόμα από το ‘’παραμύθι της μαγείας’’. Ήθελε να ζήσει ξανά το σκίρτημα της καρδιάς της, το τρέμουλο στα γόνατα, την κομμένη ανάσα και την αχόρταγη αγκαλιά του πάθους. Το κορμί της ζητούσε να ξυπνήσει από την αρχή. Η καθημερινότητα, αυτός ο μεγάλος εχθρός!

‘’Κι εσύ τι κάνεις γι’ αυτό;’’ αναρωτήθηκε και η απάντηση που πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της, την έκανε να κοκαλώσει.

Διακινδύνευε τη σχέση της με τον Μανώλη για ένα ανούσιο φλερτάρισμα με τον Πάνο. Ήρθε η ώρα να παραδεχθεί ότι τώρα πια ούτε αυτό δεν ήταν.

Έφερε στο μυαλό της όλες τις συζητήσεις που είχαν γίνει στα ενδιάμεσα τηλεφωνήματά τους.

‘’Πως είσαι, τι κάνεις, πότε θα σε δω, η Λίνα θα ήθελε πολύ να σε γνωρίσει …’’. Ας ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της. Ο Πάνος ένα πράγμα ζητούσε, το τρίτο άτομο στο κρεβάτι του και ουδόλως τον ενδιέφερε να την κερδίσει πίσω. Αν ήθελε δεν θα την είχε αφήσει να φύγει από την ζωή του τότε. Θα την είχε κυνηγήσει, θα είχε προσπαθήσει αλλά όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχαν συμβεί για έναν και μοναδικό λόγο, είχαν διαφορετικές ανάγκες. Ήξεραν μόνο να διασκεδάζουν τις στιγμές τους και να κάνουν αχόρταγο σεξ. Αυτό όμως από μόνο του, μια σχέση δεν την κρατάει ζωντανή.

Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε τα λόγια της Βέρας. ‘’Αν θέλεις να είσαι το σεξουαλικό τους υποχείριο…, να διαβάσεις την ιστορία του Νάρκισσου από την αρχή…, κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι’’.

Το τηλέφωνο χτύπησε και βγήκε απότομα από το λαβύρινθο των σκέψεών της. Τέντωσε το χέρι της μηχανικά και έφερε το τηλέφωνο στο αυτί της χωρίς να παρατηρήσει ποιος καλούσε.

«Χάθηκες πάλι» είπε με την αυταρχική του φωνή ο Πάνος.
«Για την ακρίβεια όχι» απάντησε ψύχραιμα ξαπλώνοντας στον καναπέ του σαλονιού, περνώντας το μπράτσο της μπροστά από τα μάτια της για να αποφύγει τις ακτίνες του ήλιου.
«Τι θα έλεγες να κανονίζαμε την Πέμπτη να πάμε για ένα ποτό. Η Λίνα θέλει να γνωριστείτε επιτέλους» είπε κάνοντας τη φωνή του να ακούγεται ευχάριστη.
«Θα ήθελα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ευγενική μαζί σου …»
«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε περνώντας εμφανώς στην επίθεση.
Η Ανδριάνα πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε.

«Πάνο, θα ήθελα να μην με παρεξηγήσεις και να καταλάβεις ακριβώς αυτό που θέλω να σου πω».
«Ακούω» είπε ενοχλημένος.
«Υπήρξε μεταξύ μας μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μπορεί ποτέ να μην μπήκε η ‘’τελεία’’ όμως ότι ζήσαμε ανήκει στο παρελθόν.

Θα ήθελα να μπορούμε να βρεθούμε και να πιούμε όσους καφέδες και ποτά τραβάει η ψυχή μας, γιατί πάντα θα σε αγαπώ με τον δικό μου τρόπο, η Λίνα όμως ποσώς με ενδιαφέρει» είπε και ένοιωσε σαν ένα μεγάλο κομμάτι από σίδερο να έφυγε πάνω από το στήθος της.
«Αν ήθελες να είσαι αγενής, πως θα μου το έλεγες δηλαδή» απάντησε θυμωμένα ο Πάνος.

Η Ανδριάνα πετάχτηκε από τον καναπέ.

«Έχεις ανάγκη να παίξουμε με τις λέξεις Πάνο; Δεν με ενδιαφέρει να γνωρίσω την Λίνα όσο δεν ενδιαφέρει κι εσένα να γνωρίσεις τον Μανώλη. Αυτό που θέλετε εσείς οι δυο εγώ δεν σας το δίνω και επαναλαμβάνω, αν θέλεις να βρεθούμε οι δυο μας για καφέ, με πολύ μεγάλη μου χαρά» είπε αν και ήξερε ήδη την απάντηση.

«Άντε γεια» απάντησε ο Πάνος και της έκλεισε το τηλέφωνο σχεδόν κατάμουτρα.

«Άντε γεια» ψιθύρισε κουνώντας το κεφάλι η Ανδριάνα. Ο Πάνος θα έκανε ξανά την εμφάνισή του σαν να μην συμβαίνει τίποτα, μόνο που θα άφηνε να περάσει αρκετός καιρός, μήνες, μπορεί και χρόνο, όχι όμως παραπάνω.

Με ξαλαφρωμένη την καρδιά μπήκε στις επαφές της συσκευής της και αυτή τη φορά έγραψε το κανονικό ονοματεπώνυμο του Πάνου. Τα μηνύματα τα είχε σβήσει. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν ανταλλάξει και πολλά και οπωσδήποτε δεν υπήρχε και κάτι που θα μπορούσε να της προσάψει ο Μανώλης αν τα διάβαζε. Θα τον ενοχλούσε όμως κι αυτό δεν θα το επέτρεπε να συμβεί ποτέ πια.

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

Κοίταξε την ώρα. Βαριόταν αφόρητα να πάει στην αγορά για ψώνια. Άνοιξε το ψυγείο, την τροφοθήκη και είδε ότι αν ήθελε να ευχαριστήσει το άλλο της μισό έπρεπε να στρωθεί στο μαγείρεμα μα κι αυτό της έπεφτε βαρύ.

Μπιφτέκια με πατάτες γιαχνί, πράσινη σαλάτα με ντοματίνια και κουσκούς. Αγαπημένο φαγητό και εύκολο, το έφτιαχνε πάντα όπως της είχε μάθει η μητέρα της και τα αρωματικά από τις γλάστρες της. Οι κινήσεις της ήταν αυτόματες. Ούτε κοίταγε, ούτε μέτραγε. Δοκίμαζε από την άκρη της ξύλινης κουτάλας για να καταλάβει τη γεύση.

Ο νους της έτρεξε στην Όλγα. Αλήθεια πόσο καιρό είχε να μιλήσει μαζί της. Φίλες δεν είχαν υπάρξει ποτέ, μα είχε έναν μεγάλο σεβασμό γι’ αυτή την γυναίκα. Δούλευε στην τράπεζα …
‘’Μα πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα’’ μονολόγησε πιάνοντας το κούτελό της. Ανακάτεψε τις πατάτες και χαμήλωσε το μάτι της κουζίνας. Τα υπόλοιπα θα τα έφτιαχνε αργότερα.

«Όλγα;»
«Ανδριάνα, πόσο χαίρομαι που σε ακούω» είπε και ζήτησε από την γραμματέα της να της κλείσει την πόρτα.
«Πες μου τα νέα σου, το ξέρω ότι έχουμε να μιλήσουμε πολύ καιρό αλλά πάντα σε εκτιμούσα βαθιά το ξέρεις αυτό».
«Αμοιβαία τα συναισθήματα από την αρχή της γνωριμίας μας. Έφυγα από την τράπεζα που είχες ανοίξει τον πρώτο λογαριασμό σου, τώρα είμαι αλλού».
«Αυτό το ξέρω και ότι χώρισες επίσης θυμάμαι».
«Ναι και τώρα επιτέλους είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Ζω μαζί με τον σύντροφό μου, τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει και σπουδάζουν και όλα είναι επιτέλους μια χαρά».
«Συνεχίζεις να είσαι στον τραπεζικό χώρο;»
«Ναι βέβαια, στα κόκκινα δάνεια» είπε.
«Μπίνγκο» απάντησε η Ανδριάνα και η συζήτηση μόλις ξεκίνησε.
«Μην με ενοχλήσει κανείς» ζήτησε η Όλγα από τους συνεργάτες της.
«Είναι λεπτό το θέμα και θα χρειαζόμουν την συμβουλή σου».
«Σε ακούω» απάντησε με την βελούδινη φωνή της.

«Ξέρεις, ζω κι εγώ με έναν άνδρα, τον Μανώλη, που είναι σε διάσταση με την γυναίκα του εδώ και χρόνια. Το θέμα είναι, ότι η Πηνελόπη, έχει υποθηκεύσει το σπίτι της για ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό χρημάτων.

Δυστυχώς, έχει χάσει τη δουλειά της και της ήταν αδύνατον να πληρώνει τις δόσεις του δανείου εγκαίρως. Πριν δυο χρόνια αν δεν κάνω λάθος, μεταβίβασε το σπίτι της στο όνομα του παιδιού τους. Η τράπεζα όμως δεν το ξέρει αυτό και το θέμα είναι ότι ο Αχιλλέας μόλις συνειδητοποίησε τι ακριβώς έχει συμβεί και δεν θέλει να έχει καμία ανάμιξη με το θέμα. Για την ακρίβεια ζητάει από την μητέρα του να πάρει στην κυριότητά της ξανά το σπίτι. Τι να σου λέω τώρα, ας αφήσουμε τα οικογενειακά τους κι αν μπορείς πες μου τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Είναι δυνατόν σπίτι ενυπόθηκο να μεταφερθεί σε άλλον ιδιοκτήτη και το δάνειο να παραμένει στον αρχικό; Κάτι δεν καταλαβαίνω μάλλον, σωστά;»

«Μια χαρά τα κατάλαβες, ξέρεις πόσοι έχουν κάνει αυτή τη κουτοπονηριά, μόνο που αυτό η τράπεζα θα το ανακαλύψει αργά ή γρήγορα και τότε θα βρουν τον μπελά τους».

«Δηλαδή;»

«Στην πιο απλή περίπτωση και την πιο αναίμακτη, θα φτάσει ένα έντυπο από την τράπεζα στο σπίτι της Πηνελόπης το οποίο λέγεται ‘’διάρρηξη δανείου’’. Ουσιαστικά θα πάρουν πίσω το σπίτι από τον Αχιλλέα. Έχει ενηλικιωθεί;»

«Βέβαια, τι λέμε τώρα και όχι τίποτα άλλο, δεν θέλει να είναι μπλεγμένος με το σπίτι. Ούτε υποθήκες θέλει, ούτε χρέη».

«Θα μπορούσε και ο ίδιος να ενημερώσει την τράπεζα, πες μου όμως, ποιο παιδί μπαίνει σε αυτή τη λογική; Να ‘’δώσει’’ την ίδια του τη μάνα προκειμένου να γλυτώσει το ίδιο. Δύσκολα πράγματα Ανδριάνα αυτά που έχει να αντιμετωπίσει το αγόρι και η ιστορία δυστυχώς δεν τελειώνει εδώ.

Αν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που η τράπεζα μπορεί να στείλει το έντυπο της διάρρηξης δανείου, τότε, μόλις το καταλάβουν θα αναγκάσουν τον Αχιλλέα να υπογράψει ως συνοφειλέτης».

«Κι αν αρνηθεί;»

«Αναλαμβάνουν τα δικαστήρια από εκεί και πέρα».

«Όλγα τι λες; Πως είναι δυνατόν μια μητέρα να έκανε κάτι τέτοιο στο παιδί της;» ρώτησε και η συζήτηση συνεχίστηκε για ώρα πολύ. Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο, πήρε χαρτί και μολύβι και άρχισε να σημειώνει όλα αυτά που μόλις είχε μάθει. Φοβόταν μια ξεχάσει λέξεις και ορισμούς.

«Και τώρα;» αναρωτήθηκε σκεπτόμενη το πώς είχε γυρίσει ο Μανώλης το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι.

Γύρισε στην κουζίνα για να ρίξει μια ματιά στο φαγητό. Άνοιξε την κατσαρόλα, ανακάτεψε και άφησε μισάνοιχτο το καπάκι για να φύγουν οι υδρατμοί.

«Αν είναι δυνατόν» μονολόγησε και μέσα της ένοιωσε έχθρα για την Πηνελόπη και οίκτο για τον Μανώλη και τον Αχιλλέα.

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

«Θα αργήσω να έρθω» την είχε ενημερώσει ο Μανώλης το προηγούμενο απόγευμα. «Ο Αχιλλέας έχει κάποιο πρόβλημα με την μητέρα του και θα ήθελα να είμαι μπροστά για να εξευμενίσω τα πράγματα».

Η Ανδριάνα δεν είχε πρόβλημα «φυσικά να πας» του είχε πει και συνέχισε να παρακολουθεί τα μαθήματά που παρακολουθούσε μέσα από το διαδίκτυο.

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε κατά τις εννέα το βράδυ. Τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του Μανώλη, έδειχναν ότι είχε περάσει δύσκολα κι ας πάλευε να το κρύψει με φιλιά και χαμόγελο από την Ανδριάνα.

«Τι συμβαίνει;» τον είχε ρωτήσει ανήσυχη και ξεκίνησε να της ξεδιπλώνει την ιστορία από την αρχή αφήνοντάς την με το στόμα ανοιχτό.

«Δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο η Πηνελόπη, δεν γίνονται αυτά» είπε σχεδόν ανάμεσα από τα δόντια της, λες και δεν ήθελε να ακουστούν οι λέξεις.

«Ξέρεις, σήμερα γνώρισα έναν διαφορετικό Αχιλλέα. Ώριμο, συγκεκριμένο και χωρίς άλλα συγχωροχάρτια για τη μάνα του».

Η Ανδριάνα δεν τον διέκοψε, τον άφησε να της διηγηθεί την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος.

«Είχε επιστροφή φόρου αλλά δεν μπόρεσε να την εισπράξει γιατί η Πηνελόπη είχε αφήσει απλήρωτο τον ΕΝΦΙΑ του σπιτιού όλο τον περασμένο χρόνο. Ο μικρός φώναζε ότι παίρνει πεντακόσια ευρώ και βρέθηκε να χρωστάει πάνω από εξακόσια στο δημόσιο.

‘’Θα στα πληρώσω’’ του απάντησε η Πηνελόπη μα εκείνος τη στρίμωξε. ‘’Αλήθεια; με τι λεφτά; Εσύ χρωστάς όπου υπάρχει τράπεζα και έλληνας πολίτης. Στη γειτονιά πάμε τοίχο-τοίχο. Σου κόβουν μια το ρεύμα, την άλλη το νερό και σχεδόν ποτέ δεν έχεις τηλέφωνο. Κοροϊδεύεις τις φίλες σου που εργάζονται για ένα κομμάτι ψωμί κι εσύ έχεις ξεπαραδιάσει τον πατέρα και εμένα’’ της είπε και μετά αν μπορούσε να λιθοβολήσει και τους δυο μας, θα το έκανε ευχαρίστως». Ο Μανώλης ζήτησε από την Ανδριάνα ένα ποτήρι κρασί «και κάτι να βάλω στο στόμα μου» είπε σχεδόν ξεψυχισμένα «το στομάχι μου».

«Είχε δίκιο ο Αχιλλέας» συνέχισε την αφήγησή του ο Μανώλης. ‘’Έπρεπε να μου έχετε εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τι ήταν αυτά που με έβαζε η μανά να υπογράψω. Που να πάει το μυαλό μου;’’ φώναζε. ‘’Έτσι προστατεύεις εσύ το παιδί σου;’’

«Δεν στάθηκα σωστός δίπλα στο γιο μου, εμπιστεύτηκα για άλλη μια φορά την Πηνελόπη λες και δεν ήξερα ότι με τα οικονομικά, όλη της την ζωή τα έχει κάνει μαντάρα» είπε με λύπη.

«Πως τόλμησες να βάλεις ενυπόθηκο το σπίτι της οικογένειάς σου; Να μπορεί η τράπεζα να ξεσπιτώσει όλους μας κι εσύ να κοιμάσαι ανενόχλητη τα βράδια και το μυαλό σου να είναι στις βόλτες. Τσίπα δεν έχεις επάνω σου;» έλεγε ο μικρός, συνέχισε την αφήγησή του ο Μανώλης και κάθε τόσο, του ερχόταν στο μυαλό άλλη μια κουβέντα.

«Δουλειά σας είναι να με απαλλάξετε από όλο αυτό και να βρείτε μόνοι σας τον τρόπο» είχε πει και ήταν η τελευταία του κουβέντα. «Δεν θα ξεκινήσω εγώ τη ζωή μου με τα δικά σου χρέη μάνα» κι έφυγε από το σπίτι κοπανώντας την πόρτα.

«Κατάλαβες τι σας ζητάει;»

«Ναι βέβαια, να δω μόνο πως θα το κάνω» είχε απαντήσει και το βλέμμα του ατένιζε το άπειρο.

«Μίλα με τον δικηγόρο σου αύριο το πρωί, δεν παίζουμε με αυτά τα πράγματα και στην τελική ανάλυση ο Αχιλλέας έχει όλα τα δίκια με το μέρος του».

Το μυαλό του Μανώλη έτρεχε ακόμα στις κουβέντες του Αχιλλέα. «Ήταν τόσο επιθετικός απέναντι στην Πηνελόπη που την έφτασε σε σημείο να παραμορφωθεί και να γίνει σαν ύαινα έτοιμη να τον κατασπαράξει. Δεν την έχω δει έτσι στη ζωή μου ποτέ και το χειρότερο απ’ όλα είναι, πως για ό,τι την κατηγόρησε είχε δίκιο κι αυτό το ξέραμε και οι τρεις μας» είπε κουνώντας το κεφάλι του από νευρικότητα. «Πρέπει να τελειώνω με την Πηνελόπη μια ώρα αρχύτερα. Έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη για όλους μας» συμπλήρωσε.

Αυτά είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ.

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

Η Ανδριάνα, έκανε στην άκρη τις σκέψεις της και δεν έχασε καιρό.

«Μπορούμε να μιλήσουμε για πέντε λεπτά σε παρακαλώ;»
«Ναι κούκλα μου, τι συμβαίνει σε ακούω».
«Αφορά τον Αχιλλέα και θα σε εκνευρίσω» είπε και άρχισε να επαναλαμβάνει όλα όσα η Όλγα της είχε πει.

Ο Μανώλης έκανε το λάθος να προσπαθήσει να δικαιολογήσει την κατάσταση μα αυτό εξόργισε την Ανδριάνα και πέρασε στην επίθεση.

«Το τηλεφώνημα αυτό το έκανα για τον Αχιλλέα και υποχρέωση δεν είχα κατάλαβες; Ή θα ακούσεις χωρίς να μιλάς ή κλείνω το τηλέφωνο αυτή τη στιγμή και δεν με ενοχλείς άλλη φορά για τέτοιου είδους θέματα. Αρκετά μέχρι εδώ» φώναξε.

Ο άνδρας ένοιωθε ότι το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει.

«Μην απαντήσεις τίποτα σε εμένα, να πάρεις τον δικηγόρο σου τώρα» φώναξε η Ανδριάνα και πριν προλάβει να κλείσει το τηλέφωνο τον άκουσε να λέει «σε ευχαριστώ, για όλα σε ευχαριστώ» και η ψυχή της μαλάκωσε.

«Για το παιδί σου μιλάμε, είναι δυνατόν να μην το βοηθήσω;» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Μπήκε πάλι στην κουζίνα και αυτή τη φορά έκλεισε τη φωτιά. Το φαγητό είχε μελώσει και ήταν πιο νόστιμο από κάθε άλλη φορά. ‘’Πως τα κατάφερα μέσα σε τόση ένταση δεν ξέρω’’ μονολόγησε και ένοιωσε τον αέρα να λιγοστεύει μέσα στο δωμάτιο. Ήθελε να φύγει, να το σκάσει από αυτά που της πλάκωναν την ψυχή.

Έκανε ένα βιαστικό μπάνιο και άπλωσε την κρέμα σώματος με το αγαπημένο της άρωμα. Φόρεσε ένα τζιν παντελόνι, μια λευκή σπορ αμάνικη μπλούζα, σανδάλια, άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα, πέρασε στον καρπό του χεριού της πολύχρωμα λαστιχάκια, πήρε τσάντα, γυαλιά, κλειδιά, κινητό και το έβαλε στα πόδια.

Μπήκε στο αυτοκίνητό της και το μόνο που ήξερε ήταν ότι χρειαζόταν φρέσκο αέρα και να αλλάξει παραστάσεις. Άνοιξε το ραδιόφωνο κι έβαλε δυνατά τη μουσική.

Το τηλέφωνο δίπλα της χτυπούσε αλλά δεν του έδωσε σημασία. Με μια κίνηση το πέταξε στη μεγάλη τσάντα της για να μην το ακούει.

Ήθελε να δει τη Ρόζα μα όχι να καθίσουν στο σπίτι στο λόφο. Πήρε το δρόμο και τη βρήκε στο γραφείο της να ξεκαθαρίζει χαρτιά.

«Δεν έχεις ιδέα πως τη βαριέμαι αυτή τη δουλειά» είπε η μεγάλη γυναίκα «πως από εδώ; Έχω μέρες να σε δω».

«Για την ακρίβεια ήρθα να σε απαγάγω» της απάντησε με την αταξία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Τιμή μου δεν λέω αλλά οι φίλες σου που είναι Ανδριάνα;» ρώτησε η θεία της παίζοντας με την άτακτη μπούκλα της.
«Ρόζα, πάμε οι δυο μας να φάμε πίτσα και να πιούμε μπύρα παγωμένη, σε παρακαλώ» είπε η Ανδριάνα.
«Δεν πάω πουθενά αν δεν μου πεις τι συμβαίνει» ρώτησε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος.

«Μεγάλη ιστορία, σε παρακαλώ, πάμε να μας φυσήξει ο αέρας» είπε και η Ρόζα παρατηρώντας την ατημέλητη όψη της ανιψιά της, μετρώντας την από πάνω μέχρι κάτω απάντησε «πάμε» και έφυγαν παρέα με το μικρό αυτοκίνητο της Ανδριάνας.

«Προς τα που πάμε;» αναρωτήθηκε όταν είδε ότι παίρνουν το δρόμο προς τη Ραφήνα.
«Στην Καλλιτεχνούπολη έχεις πάει;»
«Ούτε ξέρω που βρίσκεται» απάντησε η Ρόζα σχεδόν αδιάφορα μα η γνώμη της άλλαξε μόλις έφτασαν.
«Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια όμορφη δεξίωση» είπε η θεία της σαν είδε τη θέα να απλώνετε μπροστά της. «Μα τι όμορφο μέρος είναι αυτό, ανάμεσα στα πεύκα και στο βάθος είναι η Νέα Μάκρη;»
«Ναι» απάντησε η Ανδριάνα καθώς την οδηγούσε σε ένα τραπέζι φαγητού κάτω από το δέντρο.

Έδωσαν την παραγγελία τους κι άφησε την Ρόζα να απολαύσει τον χώρο όσο περισσότερο μπορούσε.

«Λοιπόν;» τη ρώτησε «για πες και τα υπόλοιπα, γιατί αυτά τα ξαφνικά και με τα χάλια που έχεις με κάνουν και ανησυχώ».
«Ε δεν είμαι χάλια Ρόζα, υπερβάλλεις τώρα».
«Καλά, άσε τις σάλτσες και πέρνα κατευθείαν στο ψητό και μια που είπα σάλτσες, να κάνεις και λίγο δίαιτα. Τσιτώνουν οι ραφές».
«Μετά την πίτσα όμως».
«Φυσικά και μετά το γλυκό» είπε χαμογελώντας, «περιμένω».

«Κουράστηκα Ρόζα, νοιώθω ότι δεν θέλω άλλο …»
«Τι δεν θέλεις;»
«Αυτό που συμβαίνει»
«Έχετε θέματα με τον Μανώλη;»
«Μεταξύ μας όχι αλλά αισθάνομαι ότι κάθε μέρα λύνω και μια εξίσωση. Δεν μου αρέσει έτσι η ζωή μου, δεν θέλω κάτι τέτοιο, οι μέρες, οι στιγμές, τα λεπτά είναι πολύτιμα για να τα πετάμε έτσι. Νοιώθω ότι δεν ζω, που πήγαν όλα αυτά που ονειρεύτηκα;»

Η κοπέλα που είχε πάρει την παραγγελία, ήρθε για να τους σερβίρει. Οι κουβέντες σταμάτησαν, το κινητό της όμως χτυπούσε σαν τρελό.

«Θα το σηκώσεις ή θα μας σπάσεις τα νεύρα σήμερα;» ρώτησε η θεία της.
«Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν» απάντησε μουτρωμένα.
«Δες ποιος είναι παιδί μου, μπορεί να είναι μια ανάγκη».

Άνοιξε την τσάντα της και μέχρι να βρει τη συσκευή του τηλεφώνου, όποιος και να καλούσε το έκλεισε. Η Ανδριάνα το απενεργοποίησε χωρίς να κοιτάξει τις κλήσεις, ούτε καν από περιέργεια.

«Έχεις βαρεθεί τον Μανώλη;» επέμεινε η Ρόζα.
«Όχι, έχω κουραστεί από τα προβλήματα. Κάθε μέρα και κάτι καινούργιο μας ξημερώνει κι εγώ θέλω να δραπετεύσω από τη ζωή μου, από τα κιλά μου, από την εμμηνόπαυση, από τις σκοτούρες, τα προβλήματα των άλλων, την αφραγκιά μου, από τη δουλειά που κάνω και δεν μου αρέσει. Θέλω να πάω διακοπές και να ζήσω ένα όμορφο μακρύ ατελείωτο ζεστό καλοκαίρι, ζώντας τον έρωτα ελεύθερα σε μια λευκή παρθένα αμμουδιά, κολυμπώντας…»
«Θα τρως χουρμάδες ή θα σου πετάνε οι μαϊμούδες καρύδες στο κεφάλι μπας και συνέλθεις;»
«Ρόζα σοβαρολογώ»
«Κι εγώ επίσης» είπε κι έκοψε ένα μικρό κομμάτι από την πίτσα της.
«Το ξέρω ότι έχεις πιεστεί» συνέχισε η μεγάλη γυναίκα «αλλά στο χέρι σου είναι να τα αλλάξεις όλα».
«Πως;»
«Να βάλεις όρια, εσύ μαζί με την Βέρα μου έχετε κάνει τόσα μαθήματα. Όρια και όρια, τα δικά σου που είναι Ανδριάνα;»

Η γυναίκα έτριψε το κούτελό με την παλάμη της.

«Θα σου πω κάτι που το έλεγε η μητέρα σου. Η πατρική οικογένεια είναι σαν το βαμπίρ. Σου πίνει το αίμα σιγά-σιγά και χωρίς να το καταλαβαίνεις. Ξέρω ότι μας έχεις σταθεί παραστάτης και ειδικά στον Σπύρο, γιος μου είναι λες να μην καταλαβαίνω; Όμως συχνά για να κρατήσουμε τους ανθρώπους μας όρθιους, πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε οι πατερίτσες τους κι εσύ το προσπαθείς αλλά δεν το έχεις καταφέρει για την ώρα».

«Δεν είναι μόνο ο Σπύρος».
«Βέβαια, είναι και τα προβλήματα του Μανώλη, το διαζύγιο και …»

Η Ανδριάνα δεν την άφησε να συνεχίσει.

«Ρόζα» ξεκίνησε να λέει και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τα τελευταία γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της εξιστόρησής της, η θεία της έκανε διάφορες κινήσεις με το στόμα της χωρίς να βγάζει κανέναν ήχο. Τα μάτια της τα είχε γουρλώσει σαν να μην πίστευε αυτά που άκουγαν τα αυτιά της.

Έπιασε το ποτήρι με το νερό και το ήπια μονορούφι.

«Τι λες βρε παιδί μου; Γίνονται αυτά τα πράγματα;» ρώτησε και η Ανδριάνα αποφάσισε να μην μιλήσει για το καμένο αυτοκίνητο του Αχιλλέα. Πόσα θα άντεχε να ακούσει η Ρόζα.

Για λίγο έμειναν σιωπηλές, τρώγοντας και πίνοντας μικρές γουλιές από την μπύρα τους.

«Άκου να σου πω» είπε η Ρόζα «η ζωή είναι μια ατελείωτη μάχη. Θα προσπαθείς, θα πετυχαίνεις, θα πέφτεις και θα σηκώνεσαι και μετά ξανά από την αρχή. Κι εκεί που θα λες δόξα τω Θεώ, θα πιάνεις το βόηθα Παναγιά.

Μην μιλάς σε εμένα για κούραση, ούτε για λάθη. Η ζωή μου όλη γεμάτη από αυτά είναι καθώς και κάθε ανθρώπου που προσπαθεί. Κάνε ένα διάλειμμα, δώσε στον εαυτό σου περιθώριο να ανασάνει και πάνω απ’ όλα, δες τι θέλεις να κάνεις με τη δουλειά. Αυτή μόνο σε κάνει ελεύθερο άνθρωπο. Κατάλαβες; Να μην εξαρτάσαι από κανέναν».

«Ρόζα, δεν θέλω να είμαι αχάριστη, εσείς με βάλατε στο μαγαζί, εσείς μου ανοίξατε τόσες πόρτες αλλά …»

«Δεν είσαι αχάριστη αγάπη μου, να προχωρήσεις μπροστά θέλεις και αυτό πρέπει να κάνεις. Δεν μπορείς να ασχοληθείς πραγματικά με κανέναν, ούτε καν το ίδιο σου το παιδί όσο εγωιστικό κι αν ακούγεται αυτό, αν πρώτα δεν έχεις φροντίσει τον ίδιο σου τον εαυτό. Μαθαίνεις να αγαπάς την ψυχή σου, να την αποδέχεσαι, να την βελτιώνεις και μετά ναι, μπορείς να βοηθήσεις απλόχερα τους ανθρώπους.

Μην γελιέσαι όμως, τίποτα δεν θα σου χαριστεί κι αν συμβεί αυτό δεν θα το εκτιμήσεις. Εσύ κούκλα μου, κοίτα να τραβήξεις το δρόμο που η καρδιά σου λαχταράει και πίσω άλλο μην κοιτάς. Μπροστά μόνο και ψηλά, κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα είχε βουρκώσει.

«Άσε τα παιδιαρίσματα και έλα να φάμε την πίτσα μας. Έχει παγώσει πια» είπε και φουσκώνοντας το στήθος της με αέρα συμπλήρωσε «πολύ μου αρέσει εδώ, αποπνέει έναν άλλο αέρα. Πώς να το κάνουμε κι ο κόσμος εδώ είναι αλλιώς, ένα σκαλοπάτι πιο πάνω» είπε κι έκλεισε με νόημα το μάτι στην ανιψιά της. «Ένα σκαλοπάτι πιο πάνω».

֍ ֍ ֍ ֍ ֍

Ο Σπύρος, καθισμένος στο γραφείο του διάβαζε το μήνυμα που του είχε στείλει με mail ο δικηγόρος συνάδελφός του, στον οποίον είχε αναθέσει την υπόθεση διαζυγίου του.
Η δικηγόρος της Στέλλας, τους είχε στείλει ένα μήνυμα το οποίο αν μη τι άλλο, σε επίπεδο συναδέλφων, το περιεχόμενό του ήταν τουλάχιστον γελοίο. Η προσπάθειά της βέβαια ήταν να τον εκφοβίσει. Σε δυο ημέρες θα γινόταν η πρώτη συνάντηση.

‘’Θέμα: Υπόθεση Διαζυγίου’’

‘’Καλημέρα σας. Και εμείς επιθυμούμε τη συζήτηση της αγωγής πλην όμως δεν θα είναι αναίμακτη όπως προτείνεται αλλά θα λυθούν όλες οι διαφορές τους. Για τον λόγο αυτό η πελάτισσά μου θα κάνει μια νέα πρόταση στον πελάτη σας, εάν δεχτεί καλώς, διαφορετικά θα λυθούν στο δικαστήριο. Εάν θέλετε και δική μας συμμετοχή στην συζήτηση εγώ είμαι πρόθυμη. Ευχαριστώ’’

Στο πρωτότυπο κείμενο ο Σπύρος είχε προσέξει πως ούτε σημεία στίξης υπήρχαν και η ορθογραφία ‘’ξέφευγε’’ από τα πλαίσια του επιτρεπτού αλλά και το συντακτικό όμως.

Ξεφύσησε. Μικρές ανούσιες ίσως λεπτομέρειες που όμως έκαναν τη διαφορά. Μπορεί πάλι κι όχι. Είχε ανάγκη να κουβεντιάσει με τον πιο δικό του άνθρωπο.

‘’Ανδριάνα επιτέλους που είσαι; Γιατί έχεις το τηλέφωνο κλειστό;’’ Ήταν το μήνυμα που άφησε στον τηλεφωνητή της.

 

 

 

~συνεχίζεται~

Image by Pexels from Pixabay

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here