Την ίδια ώρα που η Ανδριάνα και ο Μανώλης απολάμβαναν το γεύμα τους στην Πεντέλη, η Ολυμπία γυρόφερνε την Ρόζα προσπαθώντας να της μιλήσει χωρίς επιτυχία. Η μεγάλη κυρία είχε βάλει καινούργιες έγνοιες στο κεφάλι της.

«Ολυμπία πρέπει να βρούμε μια κοπέλα να έρθει να σε βοηθήσει. Μόνη σου να φέρεις βόλτα όλο αυτό το σπίτι είναι αδύνατον, καλοκαιριάζει, τα χαλιά να τα δώσουμε για πλύσιμο, οι κουρτίνες να κατέβουν, δεν μπορώ μου πλακώνουν το στήθος, να κρεμάσουμε τα στόρια να μπαίνει ο ήλιος και να φτιάξουμε το σαλονάκι του κήπου. Να φρεσκαριστούμε βρε παιδί μου».

«Κυρία Ρόζα…»

Η γυναίκα δεν την άκουσε «ξέρεις τι θέλω, να κάνουμε μια ωραία συγκέντρωση στο κήπο, ποιους θα καλέσουμε όμως δεν ξέρω. Με ήθελες κάτι;»

Η κοπέλα κατάπιε το σάλιο της κι άνοιξε το στόμα της να μιλήσει παίρνοντας φόρα.

«Μίλησα με την Γαρυφαλλιά» είπε και τύλιξε την άκρη του φουστανιού της στο δείκτη του χεριού της.
«Πάμε να καθίσουμε έξω, κάτω από το πεύκο κι εκεί θα μου τα πεις όλα. Να μας φυσάει και το φρέσκο αεράκι» είπε η Ρόζα και προπορεύτηκε.

Η Ολυμπία ακολούθησε κρατώντας το δίσκο με μια κανάτα νερό και δυο ποτήρια.  Κάθισαν αντικριστά με την Ρόζα να στρέφει το πρόσωπό της προς το φως.

«Ξέρεις, όταν ήμουν παιδί μου άρεσε να κάθομαι με τις ώρες στον ήλιο. Είχα κι ένα σακούλι που έβαζα τα πράγματά μου, ποια πράγματα δηλαδή τσουμπλέκια ήταν, το έριχνα στον ώμο και περπάταγα χοροπηδώντας ακολουθώντας τις ακτίνες του ήλιου. Η μάνα μου, Θεός σχωρέστην, με φώναζε ‘’ηλιοτρόπιο’’, γιατί γυρνούσα πάντα το πρόσωπό μου προς την κατεύθυνση του ήλιου. Τι όμορφα φυτά που είναι μα την αλήθεια, να φυτέψουμε μερικά στον κήπο, πολύ θα το ήθελα».

Η Ολυμπία έμενε αμίλητη, περιμένοντας ευγενικά να τελειώσει η Ρόζα τη διήγησή της. Κουνούσε το κεφάλι της και έπαιζε ασυναίσθητα με το στρίφωμά της.

«Είσαι λίγο νευρική ή  μου φαίνεται;» ρώτησε η Ρόζα. Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Ξέρετε, θα ήθελα να μιλήσουμε σχετικά με την Γαρυφαλλιά».
«Μα ναι βέβαια η Γαρυφαλλιά, μου το είπες και πριν αλλά μάλλον έχω αρχίσει να ξεκουτιαίνω» απάντησε μα την αλήθεια δεν την είπε. Η γυναίκα φοβόταν αυτό που μπορεί να άκουγε, την ελπίδα που θα χανόταν.
«Η μητέρα μου, δεν θέλει να αφήσει το χωρίο της σε καμία περίπτωση» είπε η Ολυμπία και τα μάτια της βούρκωσαν.
«Μάλιστα» απάντησε η Ρόζα «καταλαβαίνω βέβαια αλλά θα ήθελα να ξέρω τι σκέφτεσαι, τι θα κάνεις;»
«Κυρία Ρόζα δεν ξέρω τι να κάνω, είναι και μεγάλη γυναίκα, αν η Γαρυφαλλιά έρθει στην Ελλάδα πως θα μείνει μόνη της; Δυο παιδιά έχει και θα την αφήσουμε παραπεταμένη στην άκρη του κόσμου; Κι από την άλλη ένας θεός ξέρει πόσο μου λείπει καθημερινά το παιδί μου. Ζω την κάθε μου στιγμή για να βλέπω από φωτογραφίες  πως μεγαλώνει, να κάνω κομπόδεμα και να τους το στέλνω για να μην τους λείψει τίποτα. Η αγκαλιά και η ψυχή μου όμως έχουν στραγγίξει» είπε και τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της ήταν σαν να αφήνουν χαρακιές πάνω στα μάγουλά της.

«Δεν φταίει κανείς άλλος παρά μόνο εγώ» είπε η Ρόζα «που με τον εγωισμό μου έκανα τη ζωή σου άνω κάτω και να τα αποτελέσματα».
«Εσείς για καλό το είπατε».
«Όταν βάζεις την κουτάλα να ανακατέψεις το αυγολέμονο,  να προσέχεις να μην σου κόψει, έλεγε η πεθερά μου κι εγώ τα έκανα μαντάρα και να τώρα τα αποτελέσματα, αυτό όμως θα το διορθώσω, έτσι δεν θα περάσει» είπε.

Η γυναίκα άρχισε να σιγοψιθυρίζει κάτι που έμοιαζε με τραγούδι. Τους στίχους πρέπει να μην τους θυμόταν πολύ καλά μέχρι που τα μάτια της έλαμψαν και είπε με καθαρή φωνή,

‘’Αν θυμηθείς το όνειρό μου σε περιμένω να ‘ρθεις
Με ένα τραγούδι του δρόμου να ‘ρθεις όνειρό μου
Το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς…’’

«Ολυμπία το βρήκα!» αναφώνησε όλο χαρά, «το βρήκα και αυτό θα κάνουμε!».
«Τι εννοείτε;» ρώτησε σα χαμένο το κορίτσι.
«Μπροστά μας ξεδιπλώνετε ολόκληρο καλοκαίρι, αντί να φύγεις εσύ για το χωρίο σου για ένα μήνα, να έρθουν εδώ για διακοπές η μητέρα σου και η κόρη σου, αυτό είναι το καλύτερο» είπε γεμάτη χαρά «και να καθίσουν μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία».
«Τι λέτε κυρία Ρόζα, η μητέρα μου δεν μπορεί να κάνει τέτοιο ταξίδι με το πούλμαν, δεν έχει τα χρόνια μου» απάντησε λυπημένη.
«Ποιο πούλμαν και αηδίες, εγώ θα τους βγάλω εισιτήρια με το αεροπλάνο».
«Ούτε εγώ δεν έχω μπει σε αεροπλάνο κυρία, λέτε να μπει η μητέρα μου;» απάντησε η Ολυμπία.
«Μα γιατί το βάζεις κάτω χωρίς καν να προσπαθήσεις;»
«Γιατί η μητέρα μου κυρία Ρόζα βλέπει αεροπλάνο να περνάει πάνω από το κεφάλι της και κάνει το σταυρό της» είπε φανερά απογοητευμένη.
«Ρόιδο τα ‘κανα» μουρμούρισε η μεγάλη γυναίκα αλλά συνέχισε «δεν μπορεί κάποια λύση θα υπάρχει, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον» επέμεινε.
«Κυρία Ρόζα εσείς τι έχετε να κερδίσετε απ’ όλο αυτό και προσπαθείτε τόσο, δεν έχω καταλάβει διόλου».

Η γυναίκα έμεινε σιωπηλή. Κατέβασε τα μάτια κι άρχισε να παίζει νευρικά με τη βέρα της. Ασυναίσθητα σούφρωσε τα χείλη της, κούνησε το κεφάλι της σαν να μιλούσε με τον εαυτό της και άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Σήκωσε το βλέμμα και το κάρφωσε στη μουσμουλιά που ήταν γεμάτη από καρπούς.

«Η μουσμουλιά …» μονολόγησε και σώπασε ξανά μέχρι να βρει το θάρρος να εξομολογηθεί την αλήθεια.

«Κοίτα ένα γύρω τον κήπο Ολυμπία και δες ότι στα περισσότερα δέντρα οι καρποί δεν βρήκαν χέρια να τους κόψουν, μήτε τους γεύτηκε κανείς».
«Εγώ τρώω κυρία στα κλεφτά» είπε αφήνοντας ένα πονηρό γελάκι.
«Εσύ ναι και καλά κάνεις μα το σπίτι αυτό και ο κήπος έζησαν ημέρες αξέχαστης χαράς, τόσες ήταν οι στιγμές που δεν μπορώ να τις ξεχάσω ακόμα κι αν το θέλω.

Όταν τα παιδιά μου και η Ανδριάνα ήταν μικρά, μάχη γινόταν για το ποιος θα φάει τα περισσότερα φρούτα. Μην φανταστείς ότι το θέμα ήταν τα φρούτα, όχι,  το ποιος θα είναι ο νικητής τους έμελε. Μια φορά είχα βρει την Ανδριάνα κάτω από την μανταρινιά καθισμένη καταγής με ένα βιβλίο στα χέρια. Γύρω της τα φλούδια από τα μανταρίνια κόντευαν να σχηματίσουν έναν μικρό λόφο. Διάβαζε το βιβλίο της, σήκωνε το χέρι της στο αέρα, τράβαγε ένα κλαδί και έκοβε όσα περισσότερα μπορούσε και μετά πάλι από την αρχή. Η κοιλιά της είχε γίνει τούμπανο, μα δεν την ενόχλησα. Ήταν σκέτη απόλαυση και μόνο να την βλέπεις.

Τα αγόρια παραπέρα πέταγαν το ένα στο άλλο λεμόνια μέχρι που τα έβαλα να τα μαζέψουν όλα για να φτιάξω γλυκό του κουταλιού και κέικ.

Κάθε φορά που σερβίριζα το κέικ λεμονιού στο σπίτι γινόταν μάχη και επόμενο πρωινό ψίχουλο δεν έβρισκες. Ο Γρηγόρης με τον Σπύρο μετρούσαν ο ένας τη μπουκιά του αλλουνού. Ένα καλοκαίρι ολόκληρο, φούρνιζα και ξεφούρνιζα μέχρι που γκάνιαξα η γυναίκα κι από τα νεύρα μου, όταν το κέικ κρύωσε και το έβγαλα από τη φόρμα το έκοψα στα δύο. Έχωσα στα δυο κομμάτια από ένα αυτοσχέδιο σημαιάκι . Γρηγόρης έγραφε στο ένα και Σπύρος στο άλλο. Σε διαβεβαιώνω ότι κανένας από τους δυο δεν άγγιξε το γλυκό. Μόλις τους είχα χαλάσει το παιχνίδι του ‘’καυγά’’ και από εκείνη την ημέρα δεν ασχολήθηκαν ξανά ο ένας με τις μπουκιές του άλλου κι εγώ βρήκα την ησυχία μου.

Αργότερα, σαν μπήκαν οι νύφες στο σπίτι, αρχίσαμε πάλι από την αρχή όλα τα καθώς πρέπει, τρομάρα να μας έρθει! Η μια ήθελε να φτιάξει μηλόπιτα, η άλλη τάρτα με ροδάκινα και αργότερα, η τρίτη και φαρμακερή, είχε βάλει στο μάτι την Ανδριάνα και προσπαθούσε να την φτάσει στο παστίτσιο. Μυαλό κουκούτσι δηλαδή. Η σκασίλα και η ζήλια που ένοιωθε μεγάλη και για να μην σου λέω πολλά εδώ μέσα γινόταν το μάλε-βράσε. Καθόμουν στο παγκάκι έξω από την κουζίνα και τις παρατηρούσα και αναρωτιόμουν τι χρόνο για χάσιμο είχαν για να ασχολούνται με τόσες χαζομάρες.

Γάμοι, διαζύγια, παιδιά να γεννιούνται, καυγάδες αλλά και χαρές ατελείωτες. Με λίγα λόγια Ολυμπία μου, μέσα σε αυτό το κτήμα η ζωή χόρευε στους δικούς της ρυθμούς και κάθε άνοιξη καταλάβαινες ότι μαζί με τη φύση ξαναγεννιόσουν από την αρχή, ανάσα από την ανάσα της ζωής τρύπωνε στα σωθικά σου. Τι άλλο να ζητήσεις;

Τρία παιδιά μεγάλωσαν εδώ μέσα, τρεις νύφες και τρία εγγόνια και να τώρα που το μόνο που έχω να κάνω είναι να νοσταλγώ τα χρόνια τα παλιά και τους ανθρώπους που πέρασαν μέσα από το σπίτι κι από τον κήπο. Μην γελιέσαι, μέσα σε τόση ομορφιά η μοναξιά σε πνίγει πιότερο θαρρείς.

Και που πήγαν όλοι αυτοί; Άλλοι πέθαναν κι άλλοι λάκισαν και μείναμε εσύ κι εγώ σαν δυο κουκουβάγιες να κοιτάμε η μια την άλλη» είπε και τίναξε τις παλάμες της.

«Δεν έχετε δίκιο κυρία Ρόζα, τα αγόρια είναι αγόρια, φεύγουν και τρυπώνουν στη φωλιά της γυναίκας τους μα η Ανδριάνα όμως είναι διαρκώς δίπλα σας» είπε η Ολυμπία.

«Σωστά τα λες μα εγώ τα λέω λίγο διαφορετικά. Τα δυο μου αγόρια έφυγαν κι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Σαν έχουν καμιά ανάγκη θυμούνται να περάσουν κι όσο για την ανιψιά μου, το καλό που της θέλω να ζήσει τη ζωή της, να κάνει επιτέλους ό,τι επιθυμεί η ψυχή της για να γίνει ευτυχισμένη. Αρκετά μέχρι εδώ, όλους μας φρόντισε, όλους μας φορτώθηκε. Μπάστα και σώνει κι εσύ, το καλό που σου θέλω με το παραμικρό μην της τηλεφωνείς, ακούς;»

«Αυτό δεν γίνεται κυρία Ρόζα και το ξέρετε. Μόνο η Ανδριάνα γνωρίζει τα πάντα για εσάς και μόνο αυτή εμπιστεύομαι αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό, είναι η Γαρυφαλλιά».

«Θα σου μιλήσω τίμια και μπορεί να μην έχω δίκιο, ξέρεις όσο μεγαλώνει κανείς γίνεται ολοένα και πιο εγωιστής. Θεριεύει αυτό το πράγμα μέσα του και καπελώνει όλους τους άλλους λες και δεν υπάρχουν».

«Δεν καταλαβαίνω …»

«Ξέρεις τι θέλω Ολυμπία μου; Μια καινούργια οικογένεια» είπε και  σήκωσε το πιγούνι της ψηλά.

Η κοπέλα τα έχασε.

«Τι εννοείτε;»

Η Ρόζα την κοίταξε κατάματα.

«Θα σου το πω με όλους τους τρόπους που έχω κι εσύ κράτα όποιον σε βολεύει. Το να χωρίζει μια μάνα από το παιδί της είναι ό,τι πιο άδικο μπορεί να συμβεί. Όπως και να το δεις, όπως και να μου το πεις μόνο στη σκέψη τρελαίνομαι, μάνα είμαι λες να μην καταλαβαίνω;

Το να μεγαλώνει ένα παιδί με τη γιαγιά του, όσο και να το αγαπάει δεν θα μπορέσει ποτέ να του χαρίσει ούτε τη μυρωδιά της μάνας, ούτε την αγκαλιά της.

Να πάρεις μια μεγάλη γυναίκα από το σπίτι και τις συνήθειες της είναι σκληρό και άδικο και πόσο περισσότερο μια γιαγιά αφοσιωμένη στο εγγόνι της.

Όλα αυτά μέχρι εδώ τα καταλαβαίνω και η λύση δύσκολη. Πώς να πείσεις τη μητέρα σου να αφήσει το σπίτι της και να έρθει να μείνει εδώ μαζί μας, ακόμα κι αν της υποσχεθείς ότι θα τρώει με χρυσά κουτάλια. Ουδόλως θα την ενδιαφέρει. Την ησυχία της θέλει και την ελευθερία της.

Πονηρά, θα σου θέσω το εξής ερώτημα, ‘’μέχρι πότε θα ζεις μακριά από το παιδί σου Ολυμπία’’ και μην απαντήσεις τώρα γιατί κι εσύ πελαγωμένη είσαι. Αν φύγεις πως θα ζήσετε; Αν μείνεις πότε θα αγκαλιαστείτε με την Γαρυφαλλιά;

Γιατί στα λέω όλα αυτά; Μα γιατί θέλω το σπίτι να γεμίσει από ζωή. Δεν την αντέχω αυτή τη μοναξιά και ούτε και θέλω να καταλήξω στα γηροκομεία όπως τόσοι φίλοι μου, ίσα για να μην γίνω βάρος στα παιδιά μου. Εδώ θέλω να κλείσω τα μάτια μου, στο σπίτι μου, στο κονάκι μου, σε αυτό που με τον κόπο μου έφτιαξα.

Κουράστηκα να φτάσω μέχρι εδώ Ολυμπία και νοιώθω την καρδιά μου έτοιμη να σκάσει από αγάπη. Θέλω να δώσω ό,τι καλύτερο είναι κρυμμένο μέσα μου και ό,τι όμορφο μου έμαθε η ζωή να το χαρίσω αλλά χρειάζομαι να πάρω χαρά και μια αγκαλιά αγάπης» είπε κι ανασήκωσε τους ώμους συνεχίζοντας «σκέψου τα, το καλοκαίρι είναι όλο μπροστά μας, η πρόταση ισχύει και το καλό που σου θέλω να το κουβεντιάσεις και με τον αδελφό σου. Μπορεί να είναι καλό να βρεθείτε όλη η οικογένεια μαζί πάλι».

«Κυρία Ρόζα, τα παιδιά σας τι θα πουν;»

«Αυτό είναι δικιά μου δουλειά Ολυμπία και κουμάντο στο σπίτι μου κάνω μόνο εγώ, κατάλαβες;»

«Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι ίσως αν τα ξαναβρίσκατε με την Δήμητρα τα πράγματα να ήταν καλύτερα» είπε κι έσκυψε αμέσως το κεφάλι γιατί λόγος δεν της έπεφτε.

«Την Δήμητρα δεν την θέλω στη ζωή μου» απάντησε με σιγουριά και ήρεμα η Ρόζα. «Ας κάνει ό,τι θέλει μαζί της ο Γρηγόρης, εγώ τελείωσα».

«Και με τον γάμο της μικρής τι θα κάνετε; Δεν θα πάτε; Γίνονται αυτά;»

«Τι να πάω να κάνω Ολυμπία, τι γλάστρα ή να κάτσω σε μια μεριά παριστάνοντας ότι δεν τρέχει τίποτα; Να μου το θυμηθείς, αυτοί οι δυο θα χωρίσουν μόλις πάρουν μυρωδιά ότι το σεντούκι με τις λίρες είναι άδειο. Ο γάμος είναι μυστήριο και θέλει κατάνυξη, σεβασμό, και όχι όλες αυτές τις αηδίες που ακούω. Ούτε στην εποχή μου δεν γινόταν αυτά! Η Φαίδρα δεν παντρεύεται γιατί δεν μπορεί χωρίς τον αχαΐρευτο,  αλλά για να ζήσει τη βραδιά του ‘’νυφικού’’. Τα ‘’όργανα’’ θα αρχίσουν μετά, να με ακούς εμένα».

«Μα είναι λόγια αυτά που ξεστομίζετε για την εγγονή σας;»

«Δεν θέλω να παραβρεθώ σε έναν γάμο που πιστεύω ότι γίνεται από συμφέρον, μαζί δε με όλα αυτά τα ρεντίκολα που τον συνοδεύουν. Με  τις ανόητες απαιτήσεις που έφτασε να έχει η μεγάλη μου εγγονή, τώρα που έχει γυρίσει ο κόσμος όλος ανάποδα, που ο ουρανός έχει πέσει στο κεφάλι μας».

Η Ολυμπία ντράπηκε να ρωτήσει τι εννοούσε η Ρόζα, μα η μεγάλη γυναίκα έμοιαζε να μιλάει μόνη της ή μπορεί να μοιραζόταν τις σκέψεις της με τον άνεμο, με την ελπίδα να τις πάρει μακριά, να την ξελαφρώσει.

«Γύρεψε από τον πατέρα της ένα σκασμό πράγματα, λες και θα ζήσει με αυτόν τον ξεβράκωτο σε παλάτι. Σαν να πρόκειται να δεξιωθεί τους βασιλιάδες των παραμυθιών, η Φαίδρα, που το μικρό της δαχτυλάκι στη σαπουνάδα για τα πιάτα δεν το έχει βρέξει, μπας και σπάσει το νύχι της. Που κάθε μέρα ζητάει χαρτζιλίκι με όποιο τρόπο μπορεί. Δουλειά δεν φρόντισε να βρει και από το μαγαζί, μην φανταστείς ότι πέρασε ποτέ να δει τι γίνεται. Να μάθει βρε αδελφέ, να βγάλει το χαρτζιλίκι της. Αυτά είναι για τους παρακατιανούς, μόνο να γκρινιάζει και να έχει απαιτήσεις ξέρει, λες και η ζωή της τα χρωστάει. Άντε να χαθεί το παλιοκόριτσο. Στην αρχή στενοχωριόμουν ότι πάσχει από κατάθλιψη, τελικά αυτό που κατάλαβα είναι ότι ψάχνει τον πιο ανορθόδοξο τρόπο για να βολευτεί, χωρίς κόπο παρά μόνο με νάζια.

Η δικιά μου η εγγόνα ζήτησε να κάνει ‘’κρεβάτι γάμου’’, μα τι ακούω;  για να της ρίξει η οικογένεια και οι καλεσμένοι, λεφτά, σαν δεν ντρεπόμαστε, λες και είμαστε ζήτουλες. Μόνο που το λέω μου γυρίζει το στομάχι ανάποδα. Αποστροφή νοιώθω Ολυμπία για τα ίδια μου τα σωθικά και κουβέντα δεν μπορώ να πω μεν αλλά μπορώ να μην πάω. Κανείς δεν θα μπορέσει να με αναγκάσει.

Προσπάθησε ο πατέρας της να της μιλήσει αλλά του ζήτησε και τα ρέστα από πάνω. ‘’Είσαστε υποχρεωμένοι’’ του είπε και όταν κατάλαβε ότι τα λεφτά για κτήματα και όλα αυτά τα μεγαλόπρεπα που είχε στο κεφάλι της, δεν έφταναν, τον έβρισε κι ο έρμος ο Γρηγόρης ζει με μια πληγή στην καρδιά που ματώνει από τα λόγια της. Δεν φταίει η Φαίδρα φυσικά, οι γονείς της φταίνε και καλά να πάθουν, όπως καλά να πάθω κι εγώ».

«Κυρία Ρόζα σας παρακαλώ μην συγχύζεστε».

«Τι να μην συγχύζομαι, που ούτε να τη δω στα μάτια μου δεν θέλω. Εγώ ξέρω πόσα λεφτά έχει κρύψει η μάνα της στην άκρη, κρυφά από τον Γρηγόρη και μην σκεφτείς ούτε ένα λεπτό ότι είμαι μια γριά με τα μυαλά χαμένα γιατί αν θυμάσαι, σε αυτό το σπίτι έχουν φάει διευθυντάδες και διευθυντάδες τραπεζών. Κατάλαβες;»

Τι να καταλάβαινε η Ολυμπία, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα της φαινόταν η κατάσταση. Η κυρία Ρόζα χίλια δίκια μπορεί να είχε με το μέρος της, εκείνη όμως ήθελε να φροντίσει το παιδί της και για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Σαν ερχόταν η ώρα να κλείσει η κυρά της τα μάτια, την επόμενη στιγμή θα βρισκόταν στο δρόμο, η ίδια, το παιδί της και μαζί τους η ξεσπιτωμένη μάνα της για άλλη μια φορά. Απ’ όλα αυτά που άκουσε για ένα πράγμα ήταν σίγουρη,  ότι μπροστά της την περίμενε άλλος ένας αγώνας δρόμου.

«Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε η Ρόζα.

«Ότι έχετε δίκιο, πρέπει να μιλήσουμε με τον αδελφό μου και να αποφασίσουμε όλη η οικογένεια μαζί τι θα κάνουμε» απάντησε προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει από τον κλοιό της Ρόζας. Δεν θα επέτρεπε στην Γαρυφαλλιά να μπλέξει μέσα σε αυτό το κουβάρι των άρρωστων μυαλών και σχέσεων. Το παιδί της θα έμενε μακριά απ’ όλα αυτά, η κυρία Ρόζα θα έπρεπε να βρει μια άλλη λύση αν δεν ήθελε να καταλήξει στο γηροκομείο όπως νωρίτερα της εξομολογήθηκε. Αυτό δεν ήταν δικιά της ευθύνη και η Γαρυφαλλιά δεν θα έπαιζε το ρόλο του θύματος. Ίσα με εδώ, όλα είχαν τα όριά τους.

Την ίδια στιγμή στην Πεντέλη, η Ανδριάνα με τον Μανώλη σχεδίαζαν τη δικιά τους ρότα.

«Ένα ταξίδι Μανώλη, τρεις ημέρες να πάμε κάπου, να ξαλεγράρει το μυαλό από την πίεση» έλεγε η Ανδριάνα πιέζοντας το στήθος της με τα δάχτυλά της.

«Στο λόγο της τιμής μου, μόλις ξεμπλέξουμε από τις ανακρίσεις της Πυροσβεστικής» απάντησε ο άντρας «θα πάμε όπου τραβάει η ψυχή μας».

«Έχεις μάθει τίποτα;»
«Και να σου πω δεν θα με πιστέψεις»
«Πες» είπε η Ανδριάνα βάζοντας μια πατάτα στο στόμα της.
«Ερωτοδουλειά και ούτε καν του Αχιλλέα»
«Πλάκα μου κάνεις;»
«Είδες που σου είπα ότι δεν θα με πιστέψεις;»
«Γιατί, εσύ τα πιστεύεις αυτά που μου λες;»
«Τι εννοείς;»
«Ότι ο γιος σου κι εσύ έχετε κάτι κοινό, η ζωή σας περιπλέκεται γύρω από λάθος γυναίκες».
«Δηλαδή;»
«Του Αχιλλέα του έκαψαν το αυτοκίνητο και στο δικό μας το σπίτι ‘’μπούκαρε’’ στουπί στο μεθύσι η Marjory, μήπως έχεις ξεχάσει κάτι να μου εξηγήσεις;» ρώτησε με νόημα.
«Τι θέλεις να μάθεις;»
«Τα πάντα Μανώλη, τα πάντα όμως» απάντησε.

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία: https://gr.pinterest.com/pin/271834527492131202/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here