Η αλήθεια ήταν, ότι η Φαίδρα δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει καθισμένη ακριβώς στο ίδιο σημείο. Ένοιωσε τα δάχτυλα στα πόδια της να μουδιάζουν και τη μέση της να την πονάει.

Έτριψε τα μάτια με τα δυο της χέρια κι ένοιωσε σαν να ξυπνούσε από λήθαργο. Κοίταξε την ώρα στο ρολόι του τοίχου. Σε λίγο θα γυρνούσε ο Κωνσταντίνος κι εκείνη δεν είχε ετοιμάσει το μεσημεριανό τους.

Πετάχτηκε από τη θέση της και με βιαστικά βήματα έφτασε στην κουζίνα. Τα αναθεματισμένα υλικά για τη σαλάτα υπήρχαν και η καρδιά μονομιάς, πήγε στη θέση της. Μια μακαρονάδα θα του έφτιαχνε σήμερα με κόκκινη σάλτσα κι ας γκρίνιαζε όσο ήθελε. «Ορφανή;» θα τη ρωτούσε επικριτικά μα εκείνη ήξερε τι να κάνει, θα χρησιμοποιούσε για δικαιολογία την κόπωση της εγκυμοσύνης, θα προφασιζόταν μια ζαλάδα και ίσως έτσι να την γλύτωνε. Το καλύτερο απ’ όλα θα ήταν να τον ενημερώσει η ίδια, να μην την έπιανε εκείνος απροετοίμαστη, μα από την άλλη δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν αυτή τη στιγμή.

Έβαλε τις ντομάτες με τα αγγούρι στο μεγάλο μπολ, έριξε μπόλικο νερό και ξύδι, τα έπλυνε καλά και τα άφησε στο σουρωτήρι να στραγγίξουν.

Ψιλόκοψε το κρεμμύδι και το έβαλε στην κατσαρόλα για να το γυρίσει με το λάδι. ‘’Να καραμελώσει’’ όπως έλεγε η Ολυμπία. Θα το έσβηνε με λίγο κρασί και θα ακολουθούσε την παραδοσιακή σάλτσα της Ρόζας, με λίγες παραλλαγές ίσως. Οι κινήσεις των χεριών της ήταν μηχανικές. Δοκίμαζε κάθε τόσο για να ελέγξει την γεύση, ούτε που θυμόταν τι είχε ρίξει μέσα!

Στο μυαλό της γυρνούσε διαρκώς το τηλεφώνημα του Γιάννη και ‘’τη διπλή ζωή που του χάλασε’’. Ήταν θρασύς, πως αλλιώς μπορούσε να τον χαρακτηρίσει;

Η καρδιά της όμως άλλα έλεγε και το μυαλό της γέμισε από αναμνήσεις, χρώματα, φωνές, έρωτες και τη νοσταλγία του τότε.

Κοίταξε τον εαυτό της στο καθρέφτισμα του παραθύρου και μελαγχόλησε. Νύφη θα ντυνόταν σε λίγες ημέρες πως ήταν δυνατόν να μην είναι ευτυχισμένη; Να μην έχει αυτή την αδημονία; Κι αν σήμερα η σκέψη της πλημμύριζε από ανάκατα συναισθήματα του παρελθόντος που έκαναν την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, τι θα γινόταν αργότερα;

Κοίταξε μέσα της με τα μάτια της ψυχής της και είδε το χάος. Τρόμαξε. ‘’Αν τώρα ο Κωνσταντίνος δεν χωρούσε σε όλα αυτά που η καρδιά της λαχταρούσε,  πως θα εξελισσόταν η ζωή της;’’ αναρωτήθηκε και αυτομάτως έφερε το χέρι στην κοιλιά της. Το συναισθηματικό της φρένο, ο μικρός της σωτήρας. Ο σπόρος …

Δοκίμασε λίγο από τη σάλτσα, πρόσθεσε ένα στικ κανέλας, μπαχάρι, αλατοπίπερο και μια πρέζα ρίγανης. Χαμήλωσε τη φωτιά και βάλθηκε να ξεφλουδίζει τις ντομάτες, όπως της είχε ζητήσει επανειλημμένα ο Κωνσταντίνος.

Το μυαλό της όμως, ανάθεμά το με τα ταξίδια που έκανε σήμερα, της είχε φέρει τα πάνω-κάτω και ο κόσμος της σειόταν συθέμελα. Έκοψε τη ντομάτα στα δύο. Έπιασε το ένα κομμάτι και το έφερε στη μύτη της. Βούρκωσε γιατί οι μνήμες, την γύρισαν ξανά στο νησί, στην Έρση, στη γιαγιά Σεβαστή και στο μποστάνι της και στο μεγάλο χαμόγελο του παππού. Γύρισε στον έρωτα, γιατί έρωτα δεν ένοιωθε κι ας την περίμενε το νυφικό της κρεμασμένο στο σπίτι της Ρόζας.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Υπήρχε ένα κλαμπ στο νησί που αν μπορούσε να μιλήσει, θα μας έλεγε καλοκαιρινές ιστορίες αγάπης και προδοσίας. Ευτυχώς, γιατί το θρόισμα των γιασεμιών κανείς δεν το ‘’άκουγε’’ πια, τη λάμψη των αστεριών, το αντιφέγγισμα του φεγγαριού, τα νυχτερινά φώτα του λιμανιού και το μουράγιο, δεν μπορούσαν να μιλήσουν.  Ούτε το  μεγάλο μαρμάρινο τραπέζι είχε λέξεις να πει, που άλλοτε πάνω του είχαν ξεγυμνωθεί και ανεμοκαεί κορμιά λυσσασμένα από το πάθος κι άλλες φορές, μάτια το πότισαν με την αλμύρα των δακρύων τους. Λέξεις δεν υπήρχαν παρά μόνο τα σημάδια των συναισθημάτων και οι χαραγμένες αυλακιές από τις ριπές του αέρα και της βροχής.

‘’Η Έρση’’ μονολόγησε και το στιγμιαίο αίσθημα της ντροπής έκανε τα μάγουλά της κόκκινα. Πόσο καιρό είχαν να μιλήσουν άραγε; Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε; Γιατί το είχε κάνει αυτό; Γιατί γινόταν σαν τη μάνα της σιγά-σιγά και έδιωχνε από κοντά της τους πιο αγαπημένους της ανθρώπους;  Κι αφού τον Κωνσταντίνο δεν τον αγάπησε ποτέ όπως θα έπρεπε, γιατί έφερνε στον κόσμο ένα παιδί μαζί του; Γιατί τον παντρευόταν; Από ποιόν προσπαθούσε να ξεφύγει;

Η Έρση δεν ήθελε να την δει στα μάτια της πια, μα ούτε και οι περισσότερες φίλες των παιδικών της χρόνων. Έσφιξε τα δόντια, ‘’ποιος έφταιγε γι’ αυτό;’’ αναρωτήθηκε.  Σίγουρα όχι η μητέρα της αλλά ούτε κι ο Κωνσταντίνος. Ο δικός της στρεβλός χαρακτήρας, αυτή ήταν η σωστή απάντηση κι ας μην της άρεσε. Η ‘’συγγνώμη’’ που δεν μπορούσε να ξεστομίσει και το τσίμπημα της ζήλιας που ένοιωθε για τις γυναίκες. Και τι τελικά είχε καταφέρει; Να έχει για μόνιμη συντροφιά τον ανθρωποδιώχτη και να μην ξέρει από πού να πιάσει τα ‘’μερεμέτια’’ της ζωής της.

Αφηρημένη έκανε μια αμυχή με το μαχαίρι στο δάχτυλό της. ‘’Άουτς’’ και πιπίλησε το αίμα που έτρεξε. Άνοιξε τη βρύση και έβαλε το χέρι της κάτω από το νερό. Γέλασε από τον συνειρμό.

Νερό, θάλασσα, καλοκαίρι. Αλμύρα, ντομάτες, λάδι, πασαλειμμένα δάχτυλα και βόλτες με το ποδήλατο. Μια ξαδερφική αγάπη, που όσες υποσχέσεις είχε δώσει τότε, ότι πότε δεν θα την πρόδιδε άλλες τόσες την καταπάτησε, σαν ένας άλλος Ιούδας.  Η Έρση όμως ήταν εκεί πάντα, έτοιμη και πρόθυμη να την πάρει άλλη μια αγκαλιά και να της δώσει άλλη μια συγγνώμη, μέχρι που η ίδια, ‘’ξεπέρασε τα εσκαμμένα’’ όπως της είχε πει στον τελευταίο καφέ που μοιράστηκαν παρέα.

Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της έπρεπε να πει την αλήθεια. Την Έρση τη ζήλευε από τότε που ήταν μικρά παιδιά. Αγάπη και ζήλια μαζί σε μια ψυχή, μια αδυσώπητη μάχη που δεν κερδίζεται.  Ήταν η αδελφή που δεν απέκτησε κι όλα αυτά που ποθούσε να έχει, δώρα της φύσης που ουδέποτε της δόθηκαν. Η ξαδέλφη της ήταν όμορφη και λαμπερή γιατί  το αγνοούσε,  ίσως κανείς ποτέ δεν της το είχε πει, ίσως πάλι να μην το είχε ανάγκη. Μέσα σε αυτή την αθωότητα της, ήταν χαριτωμένη ακόμα κι όταν έκανε εκείνες τις αστείες γκριμάτσες. Καλόκαρδη σαν τη γιαγιά την Σεβαστή, πιστό της αντίγραφο  και το χειρότερο απ΄ όλα, είχε γεννηθεί με αγαλμάτινο σώμα, ένα ψιλόλιγνο γεμάτο σεξαπίλ πλάσμα που όλο γελούσε και χάριζε απλόχερα αγάπη. Η Έρση δεν χρειαζόταν να κάνει καμία προσπάθεια για κατακτήσει κανέναν.  Το ελαφίσιο κορμί με τα ψηλά πόδια και τα κατάξανθα από τον ήλιο σαν στάχυα μαλλιά που ήταν πάντα μπλεγμένα μεταξύ τους, την έκαναν ακαταμάχητη και η ίδια δεν το ήξερε. Στις στενοχώριες έδινε κλωτσιά και προχωρούσε με ένα τεράστιο χαμόγελο κοιτώντας πάντα προς την κατεύθυνση του ήλιου. Σαν τα ηλιοτρόπια της γιαγιάς της.

Ήταν μικρές, πάνω στην εφηβεία τους όταν ερωτεύθηκαν το ίδιο αγόρι. Το είχαν εξομολογηθεί η μια στην άλλη ένα βράδυ ξαπλωμένες στην αυλή της γιαγιάς Σεβαστής και παρατηρώντας την ουρά της μεγάλης άρκτου.

«Θέλω να σου πω κάτι» είχε πει η Έρση.
«Κι εγώ»
«Είμαι ερωτευμένη με τον Τάσο» ξεστόμισε δειλά η ξαδέλφη της.
«Κι εγώ» είχε απαντήσει και σαν να τις χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκαν και οι δυο επάνω.

«Τι θα κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε η Έρση, μα η Φαίδρα απάντηση δεν είχε.
«Ξέρω γω» είχε πει και προς στιγμήν βούτηξαν οι δυο μικρές στη σιωπή της νύχτας. Ένας γρύλλος μόνο ακουγόταν από τον παραπέρα θάμνο.

«Θα πάμε να του το πούμε» είχε προτείνει η Έρση και τελικά,  το είχαν βρει ως την πιο σωστή λύση.
«Ναι αλλά τι θα κάνουμε αν διαλέξει μια από τις δυο μας;» είχε ρωτήσει η Φαίδρα.
«Η άλλη θα κάνει πίσω, Φαίδρα είμαστε ξαδέλφες, αδελφές και ο Τάσος είναι μόνο ένας έρωτας, σωστά;»

Σωστά τα είχε πει η Έρση, μόνο που τρία χρόνια μετά η Φαίδρα την πρόδωσε χωρίς ντροπή, γνωρίζοντας πολύ καλά τι έκανε κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

Το πρώτο καλοκαίρι, ο Τάσος είχε διαλέξει την Φαίδρα.

«Είναι μεγαλύτερη» είχε πει στην Έρση η οποία ντροπιασμένη είχε κάνει μεταβολή και είχε φύγει καβάλα με το ποδήλατό της. Γυρνώντας στο σπίτι, πήρε το μπλοκ με τις ζωγραφιές της, τις ξυλομπογιές, ένα στυλό, δυο-τρία φύλλα ελιάς και κόλλα.

«Τι τα θέλεις όλα αυτά;» την είχε ρωτήσει η γιαγιά Σεβαστή αλλά η μικρή απάντηση δεν έδωσε.

Μπήκε στο δωμάτιο κι άρχισε να ζωγραφίζει.

Τον ήλιο, τη θάλασσα, το σπίτι όπως φαινόταν από μακριά με τα ηλιοτρόπια και δυο κοριτσίστικες φιγούρες που κοιτούσαν η μια την άλλη. Μια με κατάξανθα μαλλιά και η άλλη με καστανή μακριά πλεξούδα.  Από κάτω έγραψε,

«Όρκος αγάπης κι αφοσίωσης.

Ό,τι και να γίνει με τον Τάσο εμείς δεν θα πάψουμε ποτέ να αγαπάμε η μια την άλλη γιατί είμαστε αδελφές».

Συμπλήρωσε τα ονόματά τους κάτω από τις κοριτσίστικες φιγούρες, κόλλησε τα φύλλα ελιάς  και μαζί με την Φαίδρα έβαλαν τις ‘’υπογραφές’’ τους.

«Ο Τάσος έχει διαλέξει εσένα» της είχε πει, κοιτάχτηκαν στα μάτια και η Έρση είχε συνεχίσει «πες μου μόνο ότι δεν θα αλλάξει τίποτα μεταξύ μας» και αγκαλιάστηκαν σαν επισφράγιση όσων ένοιωθαν.

Μόλις το καλοκαίρι πέρασε και γύρισαν στην Αθήνα, η Φαίδρα ζήτησε στον Τάσο να χωρίσουν.

«Γιατί;» την είχε ρωτήσει η Έρση.
«Γιατί δεν κάνει για μένα, είναι χωριάτης» είχε απαντήσει η Φαίδρα.

Χωριάτης! Τι μεγάλη λέξη για έναν παιδικό έρωτα. Που είχε πάει η αθωότητα και είχε κρυφτεί;  Τι είχε ξεστομίσει για τον Τάσο; Αυτός που έτρεχε να την προϋπαντήσει και έσταζε το στόμα του μέλι κάθε φορά που έλεγε το όνομά της;

Η Έρση δεν μπορούσε να το πιστέψει μα ούτε και να το καταλάβει. Μέχρι δυο ημέρες πριν, αυτό το αγόρι με τα πράσινα μάτια και το ομορφότερο χαμόγελο στον κόσμο ήταν το κέντρο του κόσμου για την Φαίδρα. Τι είχε γίνει κι άξιζε τέτοια συμπεριφορά;

Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Η Φαίδρα είχε βρει τον επόμενο στόχο της, τον Στέφανο. Εκείνη πάλι, έμεινε ερωτευμένη με τον Τάσο ο οποίος έμελε να γίνει ο πρώτος πλατωνικός της έρωτας  τρία χρόνια αργότερα αλλά και το μήλο της Έριδος για λάθος λόγους.

Η Φαίδρα έβλεπε την ξαδέλφη της να μαραζώνει από τον έρωτά της και γελούσε με την αναίδεια που προσδίδει η πρώτη νιότη. Μετά τον Τάσο, κάθε χρόνο κουβαλούσε στην οικογένεια κι έναν καινούργιο έρωτα. Ο πατέρας της ο Γρηγόρης θύμωσε για τα καλά, μα και η μητέρα της η Δήμητρα, ένοιωσε να την ζώνουν τα φίδια κι ας  ήταν εκείνη στην αρχή που πρέσβευε την ελευθερία της έκφρασης του έρωτα ως άλλη ιέρεια.  Ονόματα αγοριών που περνούσαν από τη ζωή τους με ταχύτητα κι εδώ που τα λέμε, η Φαίδρα δεν έκανε τίποτα λιγότερο από αυτά που ζούσε μέσα στο ίδιο της σπίτι.  Καθρέφτης ζωής της οικογένειάς της!

«Ως εδώ» είχε φωνάξει ο πατέρας της αλλά η Φαίδρα δεν ήταν αποφασισμένη να τον ακούσει.

Στο νησί εμφανίστηκε με τον Άρη. Η γιαγιά Σεβαστή αλλά κι ο παππούς, αυτά τα σούρτα φέρτα της Φαίδρας με καλό μάτι δεν τα έβλεπαν, κουβέντα όμως δεν μπορούσαν να πουν. Δικό τους κορίτσι δεν ήταν και η Δήμητρα δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της για τη διαπαιδαγώγηση της μοναχοκόρης της.

Θα πρέπει να ήταν αρχές Αυγούστου όταν στο λιμάνι, για άλλη μια χρονιά την περίμενε η Έρση με τον παππού. Το ίδιο σκηνικό και οι ίδιες αγκαλιές.

«Έχω να σου πω, μυστικό» της ψιθύρισε η μικρότερη ξαδέλφη της.
«Κι εγώ, βιάζομαι να μείνουμε μόνες μας» είχε απαντήσει συνωμοτικά στραβώνοντας λίγο το στόμα. Λόγος δεν υπήρχε, ο παππούς δεν άκουγε πλέον καλά.

Στο υπνοδωμάτιο που μοιραζόταν χρόνια τώρα, μετά τη γνωστή τελετουργία του καλωσορίσματος από τη γιαγιά, τρύπωσαν για να μοιραστούν τα μυστικά τους.

Η Φαίδρα άδειαζε τη βαλίτσα της.

«Λίγα πράγματα δεν έφερες;» την είχε ρωτήσει με περιέργεια η Έρση.
«Δεν θα μείνω πολύ … καταλαβαίνεις τώρα».
«Όχι».
«Θα καθίσω λίγες ημέρες μαζί σας και μετά θα πάω στο σπίτι της Θάλειας. Θα μείνουμε παρέα με τον Άρη, οι δυο μας» είχε πει αναστενάζοντας. Η Θάλεια, ήταν η πρώτη ξαδέλφη της μητέρας της, παντρεμένη στην Αμερική, είχε κρατήσει το πατρικός της σπίτι στο νησί και φιλοξενούσε συχνά την Δήμητρα.  Φέτος θα ερχόταν κατά τον Σεπτέμβρη.
«Ποιος είναι ο Άρης;»
«Σπουδάζει σκηνοθέτης, έχει ένα άλλο επίπεδο κουλτούρας και είναι όμορφος σαν Ολύμπιος Θεός».
«Τον Τάσο συνεχίζεις να τον βλέπεις σαν χωριατόπαιδο;»
«Που τον θυμήθηκες τώρα αυτόν;»
«Τι βλακείες ρωτάς; Κάθε καλοκαίρι όλοι μαζί δεν είμαστε μια παρέα;»
«Κοίτα, τον συμπαθώ βέβαια αλλά τι να με νοιάζει; Ξέρεις πόσοι έχουν περάσει από τότε;» είχε απαντήσει φιλάρεσκα κουνώντας το χέρι της.

Η Έρση επέμεινε.

«Θέλω να ξέρω τι νοιώθεις για τον Τάσο».
«Τίποτα» απάντησε αδιάφορα, τινάζοντας την τελευταία μπλούζα που έβγαλε από την βαλίτσα της «γιατί ρωτάς;»
«Γιατί με τον Τάσο είμαστε μαζί».

Η Φαίδρα θυμόταν ότι είχε ξαφνιαστεί.

«Πως έγινε αυτό;»
«Σε ενοχλεί; Αυτό θέλω να μάθω»
«Μα τι να με ενοχλεί, ο Τάσος; Αυτό ανήκει στο παρελθόν, ήταν ένας παιδικός έρωτας. Όταν θα ανακαλύψεις το σεξ, τότε θα με καταλάβεις μικρή» της είχε απαντήσει κλείνοντας το μάτι με νόημα. «Σεξ έχεις κάνει;»
«Όχι»

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Αυτό που ιδιαιτέρως είχε ενοχλήσει την Φαίδρα, δεν ήταν ότι η Έρση ήταν πλέον ζευγάρι με τον Τάσο αλλά το πώς είχε εξελιχθεί αυτός ο μικρός ‘’χωριάτης’’, αυτό την είχε εντυπωσιάσει και αυτό δεν συγχωρούσε στην ξαδέλφη της.

Όταν άκουσε τη μηχανή του αυτοκινήτου στην αυλή του σπιτιού του παππού και της γιαγιάς δεν κατάλαβε ποιος είχε έρθει. Μέχρι που άκουσε την γιαγιά Σεβαστή να φωνάζει τα δυο κορίτσια να έρθουν για να καλοδεχτούν τον επισκέπτη τους.

Κανείς δεν γνώριζε φυσικά από τους ενήλικες ότι η Έρση και ο Τάσος ήταν πλέον το ζευγάρι και ότι ο έρωτας αυτός θα γινόταν το θέμα του καλοκαιριού.

Όταν είδε την ξαδέλφη της να μπαίνει μέσα στο μικρό κίτρινο αυτοκίνητο, δώρο του θείου του Τάσου για την εισαγωγή του στη Νομική Σχολή την προηγούμενη χρονιά, της γύρισε το μάτι και το στομάχι της έγινε ένας κόμπος. Η μικρή να γυρνάει με αυτοκίνητο κι εκείνη με τον Άρη με τα πόδια. Αυτό η ίδια δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Ο κολαούζος της παρέας να γίνεται αρχηγός. Όχι στη δικιά της τη ζωή.

Η Έρση μέσα στον έρωτα και τη χαρά που νόμιζε ότι μοιραζόταν με την ξαδέλφη της, δεν πήρε χαμπάρι αυτό που άρχισε να συμβαίνει κάτω από τη μύτη της.

Ήταν ο ξάδελφος του Τάσου, ο Άγης μαζί με την αδελφή του την Έλλη που την ενημέρωσαν όταν στην παρέα είχαν έρθει τρεις Γαλλίδες, φίλες της Πόπης, της μεγαλύτερης από την παρέα.

Τα αγόρια είχαν ενθουσιαστεί μαζί τους. Είχαν μια ελευθερία πρωτόγνωρη για τα δεδομένα του νησιού. Χόρευαν, έπιναν, κάπνιζαν και κάθε βράδυ άλλαζαν ερωτικούς συντρόφους χωρίς να ερωτεύονται και να ενοχλούνται η μια από την παρουσία της άλλης. Ελεύθερες και απενοχοποιημένες.

Ο Τάσος φοιτητής πλέον, ήθελε σαν τρελός να ζευγαρώσει με την Έρση και να γευτούν μαζί όλα αυτά που η αρσενική του φύση τον πρόσταζε.

Ένα νυχτερινό μπάνιο χωρίς μαγιό, έγινε η αιτία για να ζητήσει και σχεδόν να απαιτήσει την ικανοποίηση του κορμιού του. Η Έρση όμως δεν ένοιωθε το σώμα της έτοιμο και δεν ενέδωσε. Της άρεσε ο πλατωνικός της έρωτας και τα τρυφερά φιλιά στην υγρή άμμο. Οι υποσχέσεις, τα λόγια και τα μικρά αγγίγματα.

Κρατιόταν όμως έτσι μια σχέση που ολοένα γινόταν άνιση ως προς τις επιθυμίες της;

Τα ανύπαρκτα ‘’ρούχα’’ της Κολέτ, της Νικόλ αλλά και της Βερονίκ, μαζί με την προθυμία τους να γευτούν το ελληνικό καλοκαίρι με όλες του τις ‘’χάρες’’ έφερε τον Τάσο στο κατώφλι τους.

Οι νύχτες που περνούσε μαζί τους ήταν η μια μετά την άλλη. Όταν καληνύχτιζε την Έρση, ο δρόμος τους δεν τον οδηγούσε στο σπίτι του, παρά στις ξενόφερτες Σειρήνες της διπλανής αυλόπορτας.

Το μυστικό του το έφερε στην επιφάνεια ο ξάδελφός του ο Άγης ένα βράδυ στο κλαμπ, όταν είδε την Έρση να παρακολουθεί με τα μάτια τον Τάσο να χαριεντίζεται με τις τρεις κοπέλες. Καταλάβαινε τον ερωτικό αφηνιασμό αλλά αυτό το κορίτσι το εκτιμούσε περισσότερο απ’ όλους στην παρέα τους και δεν άντεχε να την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της. Δεν το έβρισκε καθόλου αστείο. Την πήρε παράμερα και την οδήγησε στο πίσω μέρος, εκεί που ήταν το μεγάλο μαρμάρινο τραπέζι.

«Μην έχεις ψευδαισθήσεις» της είχε πει. «Ο Τάσος έχει τις φυσιολογικές ανάγκες ενός άντρα και κάθε βράδυ που σε αφήνει στην πόρτα του σπιτιού σου, κάνει μεταβολή και γυρνάει στην αγκαλιά των τριών κοριτσιών».
«Μου λες ψέματα» είχε ουρλιάξει η Έρση μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που άκουγε. Ο Άγης όμως της έφερε μπροστά της τον Τάσο και τους άφησε να μιλήσουν μεταξύ τους.

Στην αρχή του Τάσου, του ήταν δύσκολο να πει την αλήθεια γιατί δεν ήθελε να πληγώσει την Έρση . Ο έρωτας όμως χωρίς το σμίξιμο στης σάρκας δεν είχε νόημα κι αυτός πια ήταν ολόκληρος άντρας και το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να το παραδεχθεί. Μόνο που της είπε τη μισή αλήθεια, την υπόλοιπη την κράτησε για λογαριασμό του. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον.

Η Έρση ζήτησε να πάει κοντά της η Φαίδρα. Έπεσε στην αγκαλιά της κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Καλά, δεν έχασες και τίποτα αξιόλογο» της είχε απαντήσει.
«Τον αγαπάω το καταλαβαίνεις;» έλεγε μέσα από τα αναφιλητά της.

Ο Άγης είχε επιστρέψει γιατί ένοιωθε υπεύθυνος για τη μικρή της παρέας. Πήρε την Έρση στην αγκαλιά του και της ψιθύρισε «είναι σαν το τσίμπημα της μέλισσας, την πρώτη φορά πονάει πολύ, μετά συνηθίζεις, έτσι είναι ο έρωτας θα δεις, θα το ξεπεράσεις και τότε θα με θυμηθείς» της είχε πει αλλά η Έρση άργησε να απαλλαχθεί από τον πόνο που ένοιωθε.

Οι επόμενες ημέρες κυλούσαν βασανιστικά αργά. Σταμάτησε να ακολουθεί την παρέα, η Φαίδρα την είχε αφήσει μόνη της και καθόταν στην αυλή της γιαγιάς της κρυμμένη στη συστάδα με τα ηλιοτρόπια να κοιτάζει τα αστέρια και να κλαίει.

Η γιαγιά Σεβαστή ρωτούσε, αν και είχε καταλάβει τον έρωτα της εγγονής της για τον φιλήδονο Τάσο, μα προτιμούσε να κάνει την ανήξερη.

«Που έχουν εξαφανιστεί όλα αυτά τα παιδιά; Έγινε κάτι;» ρωτούσε και απάντηση δεν περίμενε.

Είχε τηλεφωνήσει στην Φαίδρα και της είχε ζητήσει να πάρει τον Άρη και να έρθουν στο σπίτι να κάνουν παρέα στη μικρή.

«Θα σας φτιάξω αυγά τηγανιτά με πατάτες».
«Μόνη μου θα έρθω το απόγευμα» είχε αποκριθεί η Φαίδρα.

Βρήκε την ξαδέλφη της να ζωγραφίζει με ένα καλάμι στην άμμο.

«Ακόμα βρε παιδάκι μου για τον Τάσο κάνεις έτσι;»
«Τρία χρόνια τον αγαπάω γιατί δεν με καταλαβαίνετε;» είχε απαντήσει η Έρση.
«Μα δεν χάνεις και τίποτα από δαύτον»
«Μου το ξανάπες στο κλαμπ αλλά δεν κατάλαβα τι εννοούσες».
«Τι να τον κάνεις; Τον έχει μικρό και από σεξ δεν έχει ιδέα».
«Κι εσύ πως το ξέρεις;» ρώτησε η Έρση γουρλώνοντας τα μάτια.

Το χυδαίο της υπόθεσης ήταν, τώρα που τα αναλογιζόταν όλα αυτά η Φαίδρα, ότι δεν είχε χάσει την ψυχραιμία της.

«Όταν θα κάνεις κι εσύ σεξ, τότε θα καταλάβεις ότι όλα αυτά απλώς φαίνονται» είχε απαντήσει στην ξαδέλφη της που την παρακολουθούσε με το στόμα ανοιχτό χωρίς να μπορεί να καταλάβει την πραγματική αλήθεια. Ήταν σίγουρη ότι η Φαίδρα θα της έλεγε πάντα την αλήθεια.

«Θα καθίσεις να φάμε παρέα; Νοιώθω πολύ μόνη. Πες και στον Άρη να έρθει».
«Ο Άρης έχει επιστρέψει στην Αθήνα».
«Ε τότε γιατί δεν έρχεσαι εδώ μαζί μου;» είχε ρωτήσει με λαχτάρα.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Φαίδρα κοίταξε ξανά το ρολόι του τοίχου. Σε λίγο ο Κωνσταντίνος θα επέστρεφε. Έστρωσε το τραπέζι, έβαλε το νερό για τα μακαρόνια να σιγοβράζει και κοιτούσε το μπολ με τη σαλάτα. Ντομάτα, αγγούρι, κάπαρη, ελιές και βέβαια είχε ξεχάσει τη φέτα.

Τα κλειδιά του Κωνσταντίνου στην εξώπορτα δεν τα άκουσε. Το μυαλό της ακόμα ταξίδευε.

Βλέποντας την ξαδέλφη της να υποφέρει, την αλήθεια δεν είχε μπορέσει να την πει. Χρόνια μετά έμαθε από την ίδια την Έρση, ποιος ήταν ο λόγος που δεν της μίλαγε. Για την ακρίβεια η ξαδέλφη της τηρούσε πάντα τα προσχήματα της οικογένειας και σε δύσκολη θέση δεν την είχε φέρει, την απέφευγε όμως συστηματικά και ήταν πάντα και μόνο ευγενική μαζί της.

Την αλήθεια η Φαίδρα την έμαθε όταν η ιστορία του Γιάννη και της Μαρίας ξεσκεπάστηκε. Ήταν τότε που ένοιωσε ολόγυμνη την ψυχή της και ο βαθύς πόνος που ένοιωθε την έκανε να ανατρέξει στην ασφάλεια του παρελθόντος της.

Είχε ζητήσει να δει την Έρση και την είδε. Η ξαδέλφη της είχε πλέον μεγαλώσει, είχε ωριμάσει και ήταν ένα πραγματικά ανεξάρτητο πλάσμα. Την υποδέχθηκε στο σπίτι της και κάθισε και την άκουσε με υπομονή και κατανόηση. Της είχε κρατήσει απαλά το χέρι και την είχε αφήσει να κολυμπήσει μέσα στη λίμνη των δακρύων της.

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς το Γιάννη» έλεγε και το εννοούσε και από το κλάμα τρανταζόταν η κοιλιά και το στήθος της.

Στην αρχή η Έρση δεν απαντούσε, απλώς την άκουγε χωρίς να ανοίξει τα χέρια της για να της κάνει εκείνη την μεγάλη, σφιχτή, γεμάτη αγάπη αγκαλιά που συνήθιζε όταν ήταν μικρές.

«Έρση γιατί χαθήκαμε;»
«Γιατί πηδιόσουν με τον Τάσο όταν εγώ έκλαιγα σαν κι εσένα τώρα και ρώταγα να μάθω με απόγνωση το γιατί» της είχε απαντήσει αφήνοντάς την με το στόμα ανοιχτό. «Μην το αρνηθείς, ο Άγης με την Έλλη, όταν γυρίσαμε στην Αθήνα με ενημέρωσαν με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Βλέπεις, αυτά τα δυο αδέλφια είχαν τσίπα επάνω τους».
«Ήμασταν παιδιά, κάναμε βλακείες, δεν ήθελα καν να σε πληγώσω, δεν ήθελα να το μάθεις ποτέ» της είχε απαντήσει.
«Τα παιδιά δεν ξεβρακώνονται Φαίδρα και όταν μπόρεσες να μου κάνεις κάτι τέτοιο, σε τόσο τρυφερή ηλικία και να το κρατήσεις κρυφό όλα αυτά τα χρόνια, φαντάσου τι άλλο μπορείς να κάνεις σήμερα» της είχε πει και χωρίς πολλές περιστροφές την είχε διώξει από το σπίτι της.

«Ξέρεις το λόγο; Γιατί ποτέ δεν ήρθες να μου ζητήσεις συγγνώμη. Γιατί ακόμα και σήμερα το μόνο που θέλεις είναι να με χρησιμοποιήσεις. Έφυγε ο Γιάννης και με θυμήθηκες» της είχε απαντήσει ανοίγοντας με ήρεμες κινήσεις την πόρτα του διαμερίσματός της.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Σε αγαπάω πολύ» είπε στον Κωνσταντίνο «εσένα και το μικρό σποράκι που έκρυψες στην κοιλιά μου».

Κανέναν δεν θα άφηνε να της χαλάσει την ησυχία της. Είχε βρει τον τρόπο μέσα από το ύφος της ‘’αδύναμης’’ να ξεγελάει τους πάντες και να κάνει αυτό που εκείνη ήθελε. Οι προσδοκίες που οι άλλοι είχαν για λογαριασμό της, την άφηναν παγερά αδιάφορη.

Τον Κωνσταντίνο θα μάθαινε με τα χρόνια να τον αγαπάει. Γιάννης δεν θα γινόταν ποτέ και τη λύσσα του έρωτα μπορεί να μην την ένοιωθε ποτέ ξανά. Όμως δεν θα γινόταν σαν τη μητέρα της, δεν θα εγκαταλείπει τα παιδιά της αλλά ούτε και άβουλο πλάσμα σαν τον πατέρα της.

Το δικό της έργο ήταν να δημιουργήσει μια οικογένεια κουκούλι για τις ανασφάλειές της και ναι, ήξερε πολύ καλά ότι την αγάπη του Κωνσταντίνου την είχε εξαγοράσει, έτσι όμως θα γλύτωνε απ’ όλους αυτούς που ήθελαν να γίνει κάτι που η ίδια δεν επιθυμούσε και θα έπαυε να κινδυνεύει από τα βέλη του έρωτα.

Κοριτσάκια σαν την Έρση τα αποκεφάλιζε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο κόσμος που θα την περιέβαλε θα ήταν πάντα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από την ίδια. Στο δικό της παραμύθι, πριγκίπισσα και δράκος θα ήταν το ίδιο πρόσωπο. Η ίδια.

Αυτό που η Φαίδρα τότε δεν κατάλαβε, ήταν ότι η αχαριστία της είχε πολλούς τρόπους για να στραφεί εναντίον της και όταν θα το έκανε, το χτύπημα θα της ερχόταν πισώπλατα. Θα τα μάθαινε στην πορεία της ζωής της και στο δρόμο της μοναξιάς που μόλις είχε χαράξει.

«Το απόγευμα» είπε στον Κωνσταντίνο «θα πάω από το σπίτι της Ρόζας για τις τελευταίες λεπτομέρειες του γάμου».

 

 

~συνεχίζεται~

Text Image by Free-Photos from Pixabay

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here