«Ειλικρινά τώρα, θα φας όλο αυτό το γλυκό;»

«Αν δεν φας μαρέγκα φραμπουάζ στον Βάρσο, τότε τι ήρθες να κάνεις;» απάντησε η Ρόζα ανασηκώνοντας με την άκρη των δαχτύλων της, την ατίθαση μπούκλα που έπεφτε άτακτα στο μέτωπό της. Διόρθωσε φιλάρεσκα το μεταξωτό μαντήλι της και χαμογέλασε στην ανιψιά της. «Οφείλω όμως να παραδεχτώ, ότι έχεις αρχίσει να βρίσκεις τον παλιό σου εαυτό και σου πάει» είπε «καλά έκανες και πήρες μόνο καφέ, μου αρέσεις αδύνατη».

«Οι ορμόνες» απάντησε η Ανδριάνα «φαίνεται ότι βρήκαν ξανά το δρόμο τους» είπε και κοίταξε τον χώρο. «Σου αρέσει εδώ, έτσι δεν είναι;»

«Μου θυμίζει τα χρόνια εκείνα που ανηφορίζαμε στην Κηφισιά για μια βόλτα με τον θείο σου. Όλα έχουν αλλάξει, τίποτα δεν έχει μείνει στη θέση του αλλά αυτή η βόλτα, σε αυτό το συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο μου φέρνει τόσες όμορφες μνήμες που μόνο χαρά με γεμίζουν».

«Τι γίνεται με τον κύριο Νικολάου;»

«Για να μην το πηγαίνεις γύρω-γύρω θα σου πω ότι ο έρωτας σε όλες τις ηλικίες έχει την ίδια γεύση» απάντησε η Ρόζα δαγκώνοντας απολαυστικά τη μαρέγκα της.

«Ο έρωτας;»

«Ναι και δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν να σε ξαφνιάζει. Πρέπει να σου πω ότι με ενοχλεί η έκπληξή σου».

«Μα δεν είπα τίποτα».

«Δεν είπες μεν αλλά ξαφνιάστηκες δε».

«Η αλήθεια είναι …»

«Ότι όλοι θεωρούμε τους ανθρώπους και τις καταστάσεις δεδομένες. Θυμάσαι τι έλεγες προχθές όταν σε έβαλα να μου διαβάσεις τα υλικά για το γλυκό; ‘’δεν έφτιαξα ποτέ πουτίγκα γιατί νόμιζα ότι η γιαγιά θα υπάρχει για πάντα για να μας τη φτιάχνει κάθε Χριστούγεννα και μετά η μαμά και τώρα εσύ Ρόζα’’. Από ‘σένα, περιμένω το μυαλό σου να είναι πιο ανοιχτό και να σκέφτεσαι ελεύθερα. Όλα αλλάζουν κι αν δεν ακολουθήσεις το ρεύμα Ανδριάνα, θα γίνεις μια παρωχημένη κυρά πριν την ώρα σου και αυτό δεν σου επιτρέπεται μέσα στην οικογένεια που μεγάλωσες» είπε και κοίταξε την ώρα στο ρολόι της.

«Ξέρεις, υπάρχουν φορές που νοιώθω σαν έφηβη δίπλα σου».

«Ίσως γιατί έχω τα διπλά σου χρόνια» απάντησε η θεία της ρουφώντας μια γουλιά από τον καφέ της.

«Πόσα άτομα τελικά θα μαζευτούμε για τα Χριστούγεννα;»

Η Ρόζα κούνησε το κεφάλι της και τα μάτια της πέταξαν σπίθες.

«Αν έρθει και η Μυρτώ θα είμαστε συνολικά εικοσιένα αλλά να είσαι σίγουρη ότι θα κάνει Χριστούγεννα με την οικογένεια της μητέρας της όπως πάντα κι όπως κάνει σε όλες τις γιορτές, άρα τελικά υπολογίζουμε είκοσι άτομα μαζί με την Κατερίνα».

Η Ανδριάνα γέλασε.

«Ο Σπύρος με την πρώην γυναίκα του και τον γιό τους σε οικογενειακό γιορτινό τραπέζι».

«Γιατί όχι; Μην ξεχνάς ότι η Κατερίνα ποτέ δεν έφυγε από την καρδιά μου. Πάντα αυτή υπολόγιζα μέσα μου ως γυναίκα του Σπύρου, όχι αυτό το ξόμπλι την Στέλλα. Η Κατερίνα μας απόδειξε περίτρανα, το πόσο κυρία είναι και πόσο στάθηκε και στέκεται ακόμα δίπλα στον Σπύρο. Είναι από αυτά τα διαζύγια που λες κρίμα» είπε κι αναστέναξε.

«Έλα τώρα, μην στενοχωριέσαι».

«Το χειρότερο λάθος στην όλη υπόθεση, δεν είναι ότι ο Σπύρος χώρισε με την Κατερίνα, ήταν ότι τον παρότρυνα να παντρευτεί την Στέλλα. Αυτό μου έχει κάτσει σαν ψαροκόκαλο στο λαιμό που δεν λέει να κατέβει».

«Δεν ήταν δικό σου λάθος Ρόζα …»

«Ξέρω τι σου λέω» είπε με έντονο ύφος η θεία της. «Ο Σπύρος χρειαζόταν πάντα δίπλα του μια γυναίκα να τον καθοδηγεί κι εγώ θεώρησα ότι αφού εκείνος διάλεξε κι ερωτεύθηκε την Στέλλα, καλό θα ήταν να την παντρευτεί, για να μην είναι μόνος.

Μέγα λάθος γιατί του έδωσα μια κλωτσιά να πέσει από τον γκρεμό …».

«Μήπως είσαι αυστηρή με τον εαυτό σου;»

«Αυστηρή; Κάθε μητέρα πρέπει να είναι αυστηρή με τον εαυτό της Ανδριάνα. Η εύκολη λύση ήταν για μένα η ύπαρξη της Στέλλας, της φόρτωσα τον Σπύρο και ησύχασα με την δικαιολογία ότι ο γιός μου ξεκίνησε μια καινούργια οικογένεια».

«Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω …»

«Έπρεπε να είχα δει εγκαίρως τα σημάδια της αδυναμίας του κι αντί να επιβεβαιώνω τις επιλογές του, να του δώσω μια ‘’σφαλιάρα’’ να συνέλθει. Αντί αυτού όμως, βρήκα την εύκολη λύση να παριστάνω την πατερίτσα. Ο Σπύρος πληρώνει τα δικά μου λάθη, στάθηκα φυγόπονη μπροστά στο πρόβλημα και η αλήθεια είναι αυτή.  Με τον Γρηγόρη δεν έχω καταλάβει τι λάθος έχω κάνει και μένει ακόμα σε αυτό το παράλογο τρίο με την Δήμητρα κι αυτό το σίχαμα, τον γλοιώδη αγαπητικό της.

Δεν υπάρχουν πλέον δικαιολογίες ούτε γι’ αυτόν. Στην αρχή ήταν η ζωή της Φαίδρας. Να μην διαταραχθεί η ψυχική ισορροπία του παιδιού. Κολοκύθια με τη ρίγανη δηλαδή. Η εγγονή μου έψαχνες κάθε τόσο την εξαφανισμένη μάνα της» είπε και ξεφύσησε δυνατά «κι εγώ αν ήμουν στη θέση του Γρηγόρη το ίδιο θα έκανα, θα καθόμουν στα ‘’αυγά’’ μου για να φροντίσω το παιδί μου, τώρα όμως τι δικαιολογία έχει;»

«Τι σου ήρθε μέρες γιορτών να σκαλίζεις το παρελθόν μας».

«Μιλούσα με τον κύριο Δεβλέτογλου …»

«Τον παθολόγο;»

«Ναι και μου είπε …»

«Ρόζα όλα καλά;» ρώτησε ανήσυχη η Ανδριάνα.

«Δεν έχει σχέση με ιατρικά θέματα, μην με διακόπτεις. Λοιπόν, μιλούσαμε και μου είπε ότι ο Γρηγόρης είχε περάσει από τον εκδοτικό οίκο της κόρης του για να συζητήσουν για την έκδοση ενός βιβλίου του».

«Ορίστε;»

«Αυτό που άκουσες, αν και δεν σου κρύβω ότι κι εγώ τα έχασα αλλά άχνα δεν έβγαλα. Για να μην μακρηγορώ, ο Γρηγόρης έχει γράψει ένα βιβλίο ξεκινώντας από τα παιδικά του χρόνια. Αναφέρει μάλιστα και τον πρώτο του έρωτα με εκείνη την συμμαθήτριά του στο γυμνάσιο που τον είχε κυνηγήσει ο πατέρας της …»

«Θα αστειεύεσαι να υποθέσω».

«Μην με διακόπτεις και δεν αστειεύομαι καθόλου».

«Μα ποιόν ενδιαφέρουν τα παιδικά χρόνια του Γρηγόρη; Δεν ζήσαμε δα και κάτι που θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια του αναγνώστη!».

«Αυτό σκέφτηκα κι εγώ μα το ζουμί δεν είναι εκεί, αυτό που είναι περίεργο είναι ότι ζήτησε από την κόρη του κυρίου Δεβλέτογλου, την Ηρώ,  να το χρηματοδοτήσει ο ίδιος και να μην μάθει τίποτα η Δήμητρα. Την ξόρκισε ώστε η αλήθεια να μην αποκαλυφθεί  στο ‘’στεφάνι’’ του».

«Ε;»

«Μπορείς να αρθρώσεις όσα φωνήεντα θέλεις, απάντηση δεν θα πάρεις, το θέμα είναι πως αυτό που καταλαβαίνω, είναι ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ για άλλη μια φορά» είπε χτυπώντας με την άκρη του δαχτύλου της το στρογγυλό τραπέζι.

«Τι εννοείς;» ρώτησε σκεφτική η  Ανδριάνα.

Η Ρόζα έκανε μια κίνηση κι έσκυψε πιο μπροστά για να μην ακουστεί στα διπλανά τραπέζια.

«Ο Γρηγόρης γράφει, μέχρι εδώ όλα καλά και σημασία δεν έχει ότι εμείς δεν το ξέρουμε. Ο κάθε ένας από εμάς εκφράζεται με τον δικό του τρόπο. Αυτό που με τρελαίνει  είναι ότι ζήτησε να μην μάθει τίποτα η λεγάμενη. Γιατί; Δικά του δεν είναι τα χρήματα; Της τα χρωστάει κι αυτά, και τον αέρα που αναπνέει ακόμα; Να σκάσω είμαι κι έχω και άλλες απορίες».

«Περιμένω …»

«Γιατί να χρηματοδοτήσει ο ίδιος την έκδοση του βιβλίου του;»

«Προφανώς δεν θα υπάρχει ενδιαφέρον από τους εκδότες».

«Άρα δεν θα είναι άξιο λόγου, ή μπορεί να έχει ενδιαφέρον αλλά το αναγνωστικό κοινό να είναι περιορισμένο. Αν δεν πουλήσει, τι απωθημένο είναι αυτό που μας ξημερώθηκε τώρα; Θέλει να δει το όνομά του δίπλα στα μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στις προθήκες των βιβλιοπωλείων; Δεν είναι στα σύγκαλά του μάλλον.

Και το πιο ενδιαφέρον δεν στο είπα. Που θα κάνει την παρουσίαση του βιβλίου;»

«Για πες».

«Στο σπίτι στο λόφο και θα φωνάξει τον μουσικάντη να τον ακομπανιάρει με την μπάντα του κι εγώ δεν έχω ιδέα εν τω μεταξύ, ούτε με έχει ρωτήσει και τα μαθαίνω από τον κύριο Δεβλέτογλου».

«Σε ενοχλεί πράγματι να κάνει κάτι τέτοιο ο Γρηγόρης;»

«Ναι και ξέρεις γιατί;»

Η Ανδριάνα δεν μίλησε.

«Πρώτα απ’ όλα με ενοχλεί που δεν μοιράστηκε μαζί μου τις σκέψεις του. Πώς να το κάνουμε, σπίτι μου είναι, αλλοίμονο αν δεν μπορώ να κάνω κουμάντο και μετά, ποιους θα μου κουβαλήσει; Αυτούς του άπλυτους που κάνει παρέα ο γαμπρός του; ή μήπως θα φέρει πάλι τον αγαπητικό της Δήμητρας με τη γυναίκα του;

Στο γάμο της Φαίδρας δεν είπα κουβέντα, μα τώρα … μέχρι εδώ και μη παρέκει. Και ξέρεις τι άλλο με ενοχλεί;  Δεν ξέρω τι γράφει και είμαι σίγουρη ότι θα μου ζητήσει να του μαζέψω κόσμο και να το κάνω, παιδί μου είναι μα να είναι τουλάχιστον ένα βιβλίο της προκοπής. Δεν μπορώ να υποχρεώνομαι σε γνωστούς να αγοράσουν με το ζόρι ένα βιβλίο που δεν θα το επέλεγαν. Ντροπής πράγματα είναι αυτά και που ακούστηκε να μην ξέρει η γυναίκα του ότι θα κάνει το κέφι του, το χόμπι του βρε αδερφέ με τα δικά του λεφτά, λες και της πήρε τη μπουκιά με το φαί από το στόμα. Να σκάσω είμαι …

Στο λέω και να το ξέρεις, τέτοιες βραδιές λογοτεχνικής βλακείας εγώ δεν κάνω, τελεία και παύλα. Αν έχει πένα, να βρει εκδότη να τον προβάλει σωστά. Με ακούς;»

«Μην φωνάζεις, μας κοιτάνε» είπε χαμηλόφωνα η Ανδριάνα.

«Αν όμως έγραφε για τα κέρατα που του φοράει η Δήμητρα, τότε ανάρπαστο θα γινόταν το βιβλίο αλλά που μυαλό. Εγώ πρέπει να γράψω βιβλίο, για τις βλακείες τους και την ανικανότητά τους. Και σε ρωτώ, αφού η Δήμητρα είναι με αυτόν τον τρισάθλιο τον λέρα τον Βαγγέλη και ο κανακάρης μου όχι μόνο το έχει αποδεχθεί αλλά κοντεύει να τον φορέσει κορώνα στην κεφάλα του, γιατί δεν μένουν όλοι μαζί και να κάνουν και ανταλλαγή συζύγων να τελειώνουμε μια κι καλή; Να μας κρεμάσουν κουδούνια να το ‘ευχαριστηθούμε»

«Ρόζα το παρατραβάς».

«Εγώ φταίω; Που κάθετε και η Ελενίτσα σαν παρθενοπιπίτσα και ανέχεται τα πάντα; Τι φοβάται μην χάσει τον ομορφονιό; Για τα λεφτά γίνονται όλα, ξυπνήστε πανάθεμά σας, που ξεστραβωθήκαμε όλοι μας για να σπουδάσετε και το μυαλό σας μήτε του βοδιού δεν φτάνει!»

Η Ανδριάνα σηκώθηκε και πήγε στο ταμείο να πληρώσει.

«Ετοιμάσου» είπε στη θεία της γιατί καταλάβαινε ότι στο μυαλό της Ρόζας κουμάντο έκαναν τα μποφόρια που μόλις είχαν σηκωθεί και ο Ποσειδώνας ακόμα, κουμάντο δεν θα μπορούσε να κάνει.

Βγήκαν από το ζαχαροπλαστείο φορτωμένες με τα ψώνια τους και η Ανδριάνα άνοιξε την αγκαλιά της και κράτησε τη θεία της από τους ώμους.

«Θυμάσαι τι έλεγε η μαμά μου; Θα περάσει κι αυτό» της είπε και περπάτησαν αγκαλιασμένες στην οδό Κασσαβέτη.

֎֎֎֎֎

Στην θαλπωρή του σπιτιού της Ρόζας, η Ολυμπία τους είχε φτιάξει τσάι με κανέλλα, κρόκο Κοζάνης και μέλι.

«Δεν θα καθίσω πολύ» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα, «θέλω να είμαι σπίτι όταν θα γυρίσει ο Μανώλης» σκυμμένη πάνω από την συνταγή της πουτίγκας. «Αναρωτιέμαι πως βγάζεις τα γράμματα της γιαγιάς, είναι τόσο καλλιγραφικά γραμμένες όλες οι συνταγές, που δεν καταλαβαίνω τίποτα» είπε ξεφυλλίζοντας το κίτρινο τετράδιο «και γραμμένα και σε οκάδες, χαράς στην υπομονή σου!»

Η Ρόζα δεν απάντησε, τέντωσε τα πόδια της κοντά στο τζάκι κρατώντας την κούπα της ανάμεσα στις παλάμες της.

«Να σε ρωτήσω κάτι» ξεκίνησε να λέει «φίλες έχεις;»

«Φυσικά» απάντησε η Ανδριάνα.

«Και τις βλέπεις;»

«Εννοείται, τι ερώτηση είναι αυτή;»

«Έχω την εντύπωση πως έχεις κλειστεί πολύ στο σπίτι από την εποχή που αρχίσατε να μένετε μαζί με τον Μανώλη».

«Γιατί το λες αυτό; Ίσα-ίσα που έχω γνωρίσει και νέο κόσμο. Φίλοι του που έχουν γίνει και δικοί μου αλλά και το ανάποδο, δεν σε καταλαβαίνω όμως».

«Πάει καιρός, μάλλον χρόνια, που έχω να ακούσω  για εκείνη τη φίλη σου, πως την έλεγαν δεν μου έρχεται, που ο πατέρας της ήταν σεφ, μάγειρας … Τι θυμήθηκα τώρα!»

«Δεν την έλεγαν Ρόζα, ζει και βασιλεύει η Φιλιώ».

«Τέλος πάντων, τρόπος του λέγειν. Τι έχει γίνει, τα σπάσατε;»

Η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι «ναι» απάντησε «μα πάνε χρόνια και ξέρεις πως όταν διαγράφω ανθρώπους αυτό το κάνω μια για πάντα, πισωγυρίσματα δεν έχω» είπε και ετοιμάστηκε να πάρει την τσάντα της. «Αυτό το έκανα μια φορά και το πλήρωσα».

«Δεν θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού» διαμαρτυρήθηκε η θεία της «κάτσε κάτω και πες μου τι έγινε με την Φιλιώ, θα με φάει η περιέργεια, αν κι εμείς με τη μάνα σου στα λέγαμε αλλά εσύ δεν μας άκουγες. Είμαι όλη αυτιά!» είπε και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά από το στήθος της.

Η Ανδριάνα αναστέναξε.

«Δεν βαριέσαι, παλιά ξινά σταφύλια».

«Όχι, θέλω να μάθω, εσύ δεν έκανες χωρίς την Φιλιώ, τόσες φορές πήγατε μαζί διακοπές, τι έγινε ξαφνικά; Έχει σχέση με τον Μανώλη;»

«Με τον Μανώλη όχι βέβαια, έχω να της μιλήσω από την πρώτη μου δουλειά».

«Πέρασαν τόσα χρόνια βρε παιδί μου και χαμπάρι δεν πήρα; αυτό το κάνει πιο ενδιαφέρον απ’ όλα» είπε η Ρόζα και ανασηκώθηκε στην μπερζέρα της. «Και για να μην το ξεχάσω, γιατί δεν προσκαλείς τον γιό του Μανώλη για τα Χριστούγεννα να φάει μαζί μας;»

«Ο Αχιλλέας δεν είναι μόνος του ξέρεις».

«Δεν εννοώ να μας κουβαληθεί και η μητέρα του».

«Όχι βέβαια αλλά έχει μια σχέση».

«Να πάρει το κορίτσι του και να έρθει. Μακάρι το σπίτι να γεμίσει από νέα παιδιά, θα είναι και τα εγγόνια του Σταύρου, μια χαρά δηλαδή».

«Θα το πω στον Αχιλλέα και ό,τι θελήσει εκείνος» απάντησε η Ανδριάνα χαμογελώντας. Έπιασε την τσάντα της και την ώρα που πήγε να σηκωθεί η φωνή της Ρόζας σκέπασε το δωμάτιο.

«Για πού ετοιμάστηκες εσύ;»

«Θέλω να πάω σπίτι, είμαι κουρασμένη κι έχω ένα σωρό δουλειές. Να φτιάξω και κάτι να φάμε».

«Φαγητό θα σου δώσω εγώ» είπε και φώναξε την Ολυμπία. «Σε παρακαλώ κορίτσι μου, φτιάξε μια μακαρονάδα και μαζί με το κοκκινιστό που έχει περισσέψει βάλε τα στο μεγάλο τάπερ για να τα πάρει η Ανδριάνα μαζί της».

Η Ολυμπία είπε «μάλιστα» και εξαφανίστηκε σαν σκιά.

«Και τώρα κοκόνα μου οι δυο μας» είπε κι έτριψε τις παλάμες της. «Η Φιλιώ, βέβαια, έτσι την λένε, η Φιλιώ με τις φακίδες, τι έγινε λοιπόν;»

«Ρόζα είναι μεγάλη ιστορία …»

«Και τι μας νοιάζει, ακόμα καλύτερα, βάλε δυο λικέρ αρμπαρόριζα από την κόκκινη σε παρακαλώ κι έλα να τα πούμε» είπε απολαμβάνοντας τη στιγμή.

«Την είχα γνωρίσει στο σχολείο», ξεκίνησε τη διήγησή της η Ανδριάνα, «ήταν τότε που είχα φύγει από το ιδιωτικό και πήγα στο δημόσιο. Άσχημη εποχή για εμένα Ρόζα …»

«Θυμάμαι» απάντησε η θεία της και κατέβασε το κεφάλι.

«Τέλος πάντων, δεκαπέντε χρονών και ο κόσμος μου όλος είχε διαλυθεί. Την Ιωάννα, δεν σταμάτησα να την βλέπω και για να μην αναρωτιέσαι, αυτή ήταν και θα είναι πάντα η φίλη μου, το άλλο μισό της καρδιάς μου, η αδελφή μου.

Την πρώτη ημέρα στο καινούργιο μου σχολείο ένοιωθα σαν ψάρι έξω από το νερό του. Ευτυχώς όμως, αυτό που μπορώ να πω εκ τον υστέρων, είναι ότι είχα καλούς συμμαθητές. Εφηβεία, βόλτες στο Πεδίον του Άρεως, κοπάνες στην Φωκίωνος Νέγρη και η Φιλιώ να μένει κοντά μου, στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο.

Πώς να το κάνουμε, η ανάγκη για παρέα και πολύ περισσότερο όταν τα πάντα δίπλα μου κατέρρεαν σαν ντόμινο, όταν η γη είχε σταματήσει να γυρίζει και η ανατροπή είχε γίνει η καθημερινότητά μου, τότε δέθηκα με αυτούς που μπορούσα».

«Περιμέναμε όλοι μας από εσένα περισσότερα Ανδριάνα».

«Εύκολο να το λες, πως όμως αυτό αντισταθμίζεται όταν κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει μια έφηβη μου λες;

Δεν θέλω να τα θυμάμαι Ρόζα με πονάνε …»

«Η αποφυγή του πόνου της ψυχής δεν είναι λύση, είναι υπεκφυγή, πάει να πει ‘’το βάζω στα πόδια’’ μόνο που αυτό που πασχίζεις να αποφύγεις, αυτό θα έρθει να σε καπελώσει».

«Αυτά μην τα λες σε εμένα …» απάντησε η Ανδριάνα σηκώνοντας το αριστερό της φρύδι. Η Ρόζα κούνησε με κατανόηση το κεφάλι της λέγοντας «έχεις δίκιο» και η ανιψιά της συνέχισε.

«Είχαμε πια τελειώσει και το σχολείο και τις σπουδές. Η Φιλιώ, ήταν μια κοντούλα στρουμπουλή κοπέλα που πάσχιζε να εξελιχθεί μέσα από την ικανότητα του μυαλού της και τελικά τα κατάφερε, μέχρι εκεί που κι εκείνη μπορούσε. Την κυνήγησε τη ζωή της, δεν έμεινε ακινητοποιημένη μέσα στη φτώχια της, ούτε βολεύτηκε στο ‘’τίποτα’’ της ζωής της.

Όταν τελείωσε με τις σπουδές της, εγώ ήδη δούλευα σε ξένη εταιρία πληροφορικής, θυμάσαι;»

«Τώρα που το λες …»

«Τότε, ζούσα και τον πρώτο έρωτα της ζωής μου που ήταν ο προϊστάμενός μου …»

Η Ρόζα ξεκαρδίστηκε στα γέλια, «ο τύπος με τα γιασεμιά, ο Δημήτρης Μορίδης, μα βέβαια πως τον ξέχασα αυτόν, δέκα ολόκληρα χρόνια ξόδεψες από τη ζωή σου» είπε.

«Τίποτα δεν ξόδεψα Ρόζα, τη ζωή μου την έζησα, όπως μπόρεσα κι όπως ήθελα. Συμβιβασμούς δεν έκανα και υπάρχουν πολλά που δεν ξέρεις …» είπε με νόημα η Ανδριάνα.

«Έχεις κρυμμένα μυστικά;» ρώτησε με περιέργεια η Ρόζα και τα μάτια της έλαμψαν. Το απόγευμα εξελισσόταν και έδειχνε να έχει ενδιαφέρον.

«Μυστικά! Ποιος από εμάς δεν έχει» απάντησε η Ανδριάνα κουλουριάζοντας το κορμί της σαν γάτα πάνω στην μεγάλη μπερζέρα της θείας της.

«Τελικά με την Φιλιώ τι έγινε;»

«Υπάρχει μια έκφραση που λένε, ‘’βρωμάει το χνώτο του από την πείνα’’ την έχεις ακούσει;»

«Δεν την έχω ακούσει μόνο, την έχω ζήσει μέχρι που γνώρισα τον θείο σου. Ας είναι καλά η κυρία Ασημακοπούλου που με πήρε στη δούλεψή της τότε!»

«Η Φιλιώ τότε, βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση. Εγώ πάλι είχα αρχίσει να τα βγάζω πέρα μόνη μου. Δεν μου περίσσευαν αλλά ήμουν ανεξάρτητη και υπερήφανη.

Στο λογιστήριο της εταιρίας ζητούσαν άνθρωπο εμπιστοσύνης. Αγγελία δεν έβαλαν και δεδομένου ότι η θέση μου ήταν δίπλα στους μετόχους, τους μίλησα για την Φιλιώ. Ήρθε, συζήτησε μαζί τους και την προσέλαβαν με την δικιά μου εγγύηση.

Στην αρχή όλα ήταν όμορφα, είχα μια δουλειά που την αγαπούσα, η σχέση μου με τον Γιάννη προχωρούσε και είχα και την φίλη μου κοντά μου. Τι άλλο μπορούσα να ζητήσω;»

«Πάντα σου αρκούσαν τα λίγα» παρατήρησε η Ρόζα παίζοντας με τα δαχτυλίδια που φορούσε στο δεξί της χέρι και ανασηκώνοντας στιγμιαία το φρύδι της.

«Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Το παραμύθι είχε έναν λύκο και έναν καλό κυνηγό».

«Ο λύκος ήταν η Φιλιώ;»

«Ναι»

«Και ο καλός κυνηγός ποιος ήταν, ο Γιάννης;»

«Όχι, ο κύριος μέτοχος της εταιρίας».

«Αχ κι αρχίζει να έχει περισσότερο ενδιαφέρον, για λέγε».

«Ένα βράδυ δέχτηκα ένα τηλεφώνημα στο σπίτι. Τότε δεν υπήρχε αναγνώριση κλήσης. Το σήκωσα και άκουσα μια γυναίκα η οποία εμφανώς προσπαθούσε να αλλάξει την φωνή της. Το λάθος τους ήταν ότι αυτή που μου μιλούσε, περίμενε να την υπαγορεύσει το τι θα μου πει η διπλανή της».

Ο Ρόζα κοιτούσε την ανιψιά της σιωπηλή με τα μάτια ορθάνοιχτα.

‘’Θέλω να μιλήσω με την Ανδριάνα παρακαλώ’’.
‘’Η ίδια’’ απάντησα.
‘’Είμαι η μέλλουσα σύζυγος του Γιάννη, θα γινόμουν η κυρία Κοντού, μέχρι που εμφανίστηκες εσύ και τα χάλασες όλα αλλά δεν θα σε αφήσω’’ είπε και τη ρώτησα το όνομά της.
‘’Άννα’’ μου απάντησε αφού πρώτα ακούστηκε η φωνή της διπλανής της.

«Ο Γιάννης, πριν από εμένα είχε μια σχέση με μια εξαιρετική κοπέλα την Άννα. Την είχα γνωρίσει στην εταιρία, είχε έρθει μάλλον στα τελειώματα της σχέσης τους μια ή δυο φορές. Ήταν τότε, που δεν πίστευα ποτέ ότι θα κατάφερνα να δημιουργήσω σχέση με τον υπέροχο κύριο Κοντό και βέβαια όλα αυτά τα εμπιστευόμουν στην Φιλιώ.

Ξέρεις πως πάνε όλα αυτά, κλάματα, αγκαλιές και φιλίες μέσα στις οποίες ορκίζεσαι ότι όλα θα ‘’για πάντα’’. Αθωότητα μέχρι βλακείας.

Τέλος πάντων, αυτό που η Φιλιώ ποτέ δεν έβαλε με το μυαλό της, ήταν ότι η Άννα ήταν τόσο κυρία που ακόμα κι έτσι να είχαν τα πράγματα, δεν θα καλούσε εμένα. Δεν θα έπεφτε το επίπεδό της. Επίσης, ο αριθμός του τηλεφώνου τότε, ήταν στο όνομα του πατέρα μου. Ήταν αδύνατον να με βρει και ο Γιάννης, δεν υπήρχε περίπτωση να της είχε πει οτιδήποτε».

‘‘Πες στην Φιλιώ να προσέχει’’ απάντησα στην υποτιθέμενη Άννα κι έκλεισα το τηλέφωνο μέσα στην σύγχυση.

«Μα πως ήσουν σίγουρη ότι ήταν η φίλη σου;»

«Συνέδεσα τα γεγονότα και την αλλοιωμένη φωνή της συνομιλήτριάς μου. Η Άννα με την οποία είχα μιλήσει πολλές φορές στο παρελθόν, όταν καλούσε τον κύριο Κοντό, είχε μια βραχνή φωνή. Αυτή που μου μιλούσε, είχε μια λεπτή φωνούλα, ενός μικρότερου κοριτσιού με την χαρακτηριστική προφορά της ντοπιολαλιάς της.

Η Φιλιώ έσκαψε την παγίδα με τα χέρια της και δυστυχώς έπεσε εκείνη μέσα».

«Ποια γεγονότα όμως συνδύασες;»

«Είχε ένα πρόβλημα με τις ορμόνες της με έντονη τριχοφυΐα στο πρόσωπο. Καταλαβαίνεις ότι αυτό την έκανε να νοιώθει μειονεκτικά δίπλα στα άλλα κορίτσια και στην ‘’αποτυχία’’ που είχε στο να γίνει εύκολα επιθυμητή στα αγόρια.

Με είχε κατηγορήσει ανοιχτά ότι οι ‘’άντρες’’ εμένα με ήθελαν για την εμφάνισή μου κι εκείνη για το μυαλό της. Ήταν πολύ προσβλητικό αυτό που μου είχε πει, όμως της έδινα συγχωροχάρτι γιατί καταλάβαινα. Λάθος μου! Έπρεπε να την έχω βάλει στη θέση της από την αρχή ή ακόμα καλύτερα να την έχω στείλει στον αγύριστο, όμως για άλλη μια φορά προτίμησα τη σιωπή.

Ρώτησα τον Γιάννη αν υπήρχε περίπτωση η πραγματική Άννα να κάνει τέτοιο. Μου εξήγησε ότι είχαν χωρίσει ήδη ένα χρόνο πριν βρεθούμε μαζί και η απόφαση τους είχε παρθεί από κοινού. Η Άννα είχε προχωρήσει ήδη τη ζωή της και πολύ αργότερα μάθαμε ότι παντρεύτηκε. Επίσης, δεν ήξερε για εμένα γιατί δεν είχαν κρατήσει επαφές με τον Γιάννη. Μόνο σε γιορτές τα τυπικά χρόνια πολλά. Άρα τι έκανε νιάου, νιάου στα κεραμίδια;

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν ο κύριος μέτοχος της εταιρίας με φώναξε στο γραφείο του.  Αυτός ο άνθρωπος από την πρώτη ημέρα μου σε εκείνη την εταιρία, είχε σταθεί δίπλα μου σαν πατέρας και παρεμπίπτοντος να σου πω ότι με την οικογένειά του αλλά και τον ίδιο, επικοινωνούμε μέχρι και σήμερα, για ένα ‘’γεια και χρόνια πολλά’’.

Με έβαλε κάτω και χωρίς περιστροφές μου είπε ότι η Φιλιώ προσπαθούσε να με διαβάλει στα συμβούλια που γινόταν στην εταιρία στο τμήμα του λογιστηρίου.

‘’Μα τι δουλειά έχω εγώ με το λογιστήριο και τι δουλειά έχει η Φιλιώ με την Γενική Διεύθυνση, έχουμε τελείως διαφορετικές θέσεις’’ είχα απαντήσει μην πιστεύοντας στα αυτιά μου.

‘’Παιδί μου σε ζηλεύει γι’ αυτό σε ενημερώνω. Να προσέχεις δεν έχω τι άλλο να σου πω’’ μου είπε και συνέχισε ‘’θέλεις να κάνω κάτι άλλο;’’

‘’Σαν τι κύριε Μπακέα;’’

Για λίγα δευτερόλεπτα υπήρξε μια παγωμάρα στο γραφείο του.

‘’Για εμάς στην εταιρία δεν μας είναι απαραίτητη, έλεγα μήπως …’’ ξεκίνησε να λέει μα δεν το συνέχισε. Πετάχτηκα επάνω κι έντρομη φώναξα ‘’όχι σας παρακαλώ, ξέρω τους γονείς της, την φτώχια της …’’ κι έφυγα από το γραφείο του μην πιστεύοντας στα αυτιά μου. Καθώς έκλεινα την πόρτα τον άκουσα να λέει ‘’Ανδριάνα να προσέχεις παιδί μου, η κόρη μου είναι στην ηλικία σου’’.

«Κι εσύ τι έκανες;»

«Διακριτικά απομακρύνθηκα».

«Τι διακριτικά και αηδίες μου λες; Το κεφάλι να της έσπαγες και της έδωσες να φάει και πήγε να σου διαλύσει τη σχέση αλλά και να σου κάνει και κακό. Δεν είσαι δικό μας παιδί εσύ» είπε η Ρόζα τινάζοντας τα χέρια της στον αέρα «εσύ είσαι πρόβατο» φώναξε «δεν μπορεί, θα έκαναν λάθος στο μαιευτήριο».

«Ο αδελφός σου όμως Ρόζα μου, όταν έμαθε την ιστορία είπε γεμάτος περηφάνια ‘’αυτή είναι η κόρη μου, μια μεγάλη Κυρία’’» απάντησε η Ανδριάνα με καμάρι.

«Ο Παυλής μου είπε τέτοιο πράγμα;» ρώτησε η θεία της και τα μάτια της γέμισαν με όλη τη γλύκα του κόσμου. «Ο δικός μου ο Παυλής …» μονολόγησε κι έσφιξε τις μπουνιές πάνω στην καρδιά της κουλουριάζοντας ελαφρώς την πλάτη της, σαν να τον κρατούσε νοητά στην αγκαλιά της για άλλη μια φορά.

«Την συνταγή της πουτίγκας θέλω» είπε η Ανδριάνα καθώς φορούσε το μακρύ μάλλινο παλτό της κι έσφιγγε τη ζώνη της. «Θα τη φτιάξω στον Μανώλη για έκπληξη αφού πρώτα μου μάθεις όλα τα κόλπα σου» είπε στη θεία της καθώς έφευγε.

«Το τάπερ να μην ξεχάσεις» μονολόγησε η Ρόζα καθώς έβλεπε την ανιψιά της να φεύγει. ‘’Πόσα μυστικά έκρυβε αυτή η γυναίκα άραγε, για πόσους δικούς της πόνους δεν είχε μιλήσει ποτέ κι εκείνη τι έκανε, πως την υπερασπίστηκε; Φορτώνοντάς της τα προβλήματα των παιδιών της;’’ «Ανδριάνα» φώναξε μα το χαρακτηριστικό κλικ της πόρτας που έκλεινε την έκανε να νοιώσει ότι δεν είχε πολύ χρόνο μπροστά της. Η ανιψιά της ήταν η κόρη που ποτέ δεν απέκτησε, ίσως είχε έρθει η ώρα να ακούσει την ιστορία της από το στόμα της Ανδριάνας πια.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here