Το τηλέφωνο της Φαίδρας χτύπησε για άλλη μια φορά. Ο αριθμός που εμφανιζόταν στο κινητό, της ήταν εντελώς άγνωστος. Με τις προετοιμασίες του γάμου όμως, δεν έδωσε σημασία, ούτε υπήρχε λόγος για να προβληματιστεί. Καθάρισε τη φωνή της και απάντησε ανέμελα.

«Παρακαλώ;»
«Ώστε παντρεύεσαι τελικά;» τη ρώτησε με εκείνη τη φωνή που πάντα έκανε την καρδιά της να σφυροκοπάει δαιμονισμένα. Το μακρόσυρτο βραχνό του γέλιο, την έκαναν να νοιώσει ότι χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της για άλλη μια φορά.

Ασυναίσθητα έπιασε την κοιλιά της, σαν να ήθελε να προστατεύσει το έμβρυο που κυοφορούσε και ταυτόχρονα κοιτούσε με αγωνία κάθε γωνιά του δωματίου.

«Έλα ανέπνευσε» της είπε, «να σου ευχηθώ ήθελα» συνέχισε ο άνδρας. Η Φαίδρα όμως φοβόταν μα αυτό που την τρόμαξε περισσότερο ήταν ότι η καρδιά της χτυπούσε στο γνωστό ρυθμό του έρωτα. Ενός έρωτα που δεν είχε τελειώσει αλλά ήθελε να ξεχάσει.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Τον Γιάννη τον είχε γνωρίσει όταν είχε επιστρέψει από την Γαλλία. Σε μια παρέα φίλων ένα βράδυ στο νησί,  καλοκαίρι, διακοπές, τότε που όλα ήταν αλλιώς.

Η ξαδέλφη της η Έρση, από την οικογένεια της μητέρας της, την φιλοξενούσε στο σπίτι της. Για την ακρίβεια, οι παππούδες φιλοξενούσαν τα δυο κορίτσια, σχεδόν κάθε καλοκαίρι, από τότε που ήταν μια σταλιά.

Απογοητευμένη και ντροπιασμένη όπως ήταν, με το συναίσθημα της αποτυχίας να τη συνοδεύει κι ένα μεγάλο ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι της αλλά και το κατηγορώ της μητέρας της για την αδυναμία της να τα βγάλει πέρα, δέχτηκε την πρόταση της ξαδέλφης της και κανείς δεν την σταμάταγε. Θα το έβαζε στα πόδια για άλλη μια φορά και το ήξερε. Χρειαζόταν όμως χρόνο για να αναπνεύσει, για να ανακαλύψει το δικό της εαυτό και όχι να γίνεται πιόνι στα χέρια της μητέρας της.

Στο νησί είχε φτάσει με το λεωφορείο της γραμμής και το πλοίο. Ταξίδευε μισή μέρα αλλά τι σημασία είχε; Όταν δε έφτασε στο λιμάνι και είδε το πλοίο έτοιμο να λύσει κάβους, η ευτυχία την πλημμύρισε με έναν τρόπο που όλα έμοιαζαν να παίρνουν λάμψη από το στραφτάλισμα του ήλιου πάνω στην γαλήνια θάλασσα.

Είχε καθίσει στο κατάστρωμα με ένα βιβλίο ανάμεσα στα πόδια, το σάκο με τα ρούχα της κι ένα καπέλο ψάθινο ακουμπισμένο στο διπλανό κάθισμα.

Τον είχε δει για πρώτη φορά φευγαλέα σε εκείνο το ταξίδι. Ήταν ψηλός και όμορφος. Αντρίκιο πρόσωπο και κορμοστασιά που ο άτιμος ήξερε να την περιφέρει περήφανα, χωρίς να προκαλεί και αποφεύγοντας τις γελοιότητες. Ήξερε και δεν χρειαζόταν περιττές επιβεβαιώσεις.

Οι ματιές τους είχαν διασταυρωθεί μια-δυο φορές και η Φαίδρα δειλά είχε χαμογελάσει κάνοντας τα λακκάκια στα μαγουλά της να φαίνονται πολύ όμορφα και η αυτοσχέδια πλεξούδα της με το σπαστό μαλλί της, την έκαναν να μοιάζει σαν να το έχει σκάσει από πίνακα της αναγέννησης.

Δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μεταξύ τους. Εκείνος δεν την πλησίασε και η Φαίδρα ντρεπόταν. Άνοιξε το βιβλίο της και χάθηκε στις σελίδες του.

Σαν πιάσανε λιμάνι, μάζεψε τα πράγματά της, φόρεσε το καπέλο της, ένα μεγάλο ζευγάρι γυαλιά ηλίου και στριμώχτηκε στις σκάλες για να πατήσει τη γη που τόσο αγαπούσε.

Η Έρση με τον παππού της, την περίμεναν στην προβλήτα. Αγκαλιαστήκαν τόσο σφιχτά που κόντεψαν να σκάσουν.

«Ελάτε κορίτσια, θα σκάσουμε κάτω από τον ήλιο» είχε πει ο παππούς που δεν άντεχε τον ήλιο του μεσημεριού. Οι δυο ξαδέλφες, αγκαλιασμένες τον ακολούθησαν και χώθηκαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.

«Να πάρουμε ψωμί παππού, ποιος ακούει τη γιαγιά έτσι και το ξεχάσουμε» είπε η Έρση και συνέχισε «γεμιστά σου έχουμε φτιάξει» και έβαλε την άκρη του δάχτυλού της στο λακκάκι της ξαδέλφης της.
«Ψωμί ζυμωτό;» ρώτησε η Φαίδρα.
«Και ψωμί ζυμωτό και πατάτες και εννοείται φέτα, να την κάνουμε σωστά την αμαρτία!»

Ο δρόμος μέχρι το σπίτι ήταν το πολύ πέντε χιλιόμετρα. Ο παππούς για να ευχαριστήσει την νεοφερμένη τους, είχε πάρει τον παραλιακό δρόμο με τις πολλές στροφές. Η Φαίδρα πάντα φοβόταν αυτή τη διαδρομή αλλά από την άλλη η ομορφιά των χρωμάτων και ειδικά της θάλασσας την έκαναν να νοιώθει ένα κάλεσμα. Ήταν η φωνή της ελευθερίας που μόνο σε αυτό το νησί ένοιωθε.

«Θα πάμε για μια βουτιά;» ρώτησε.
«Τι ρωτάς; Όλη την ημέρα και τη νύχτα στη θάλασσα θα είμαστε» της απάντησε η Έρση και η αλήθεια ήταν ότι καμιά τους δεν ήξερε τι θα ξεκινούσε εκείνο το βράδυ.

Το σπίτι της γιαγιάς και του παππού ήταν από τα παλιά. Ισόγειο με μεγάλο κήπο γεμάτα από ηλιοτρόπια και μια πέργκολα που σκέπαζε την αυλή μπροστά από το σπίτι, γεμάτη από σταφύλια. Παραδίπλα το μποστάνι της γιαγιάς που είχε ό,τι μπορούσες να φανταστείς. Η κουζίνα ήταν σε ξεχωριστό κτίσμα δίπλα στο σπίτι, για να μην ενοχλούν οι μυρωδιές και η μπροστινή αυλόπορτα έβγαζε με δυο μικρά σκαλοπάτια ακριβώς πάνω στο κύμα. Η παραλία σε εκείνο το σημείο στένευε τόσο απότομα που τις περισσότερες μέρες το σπίτι έμοιαζε να είναι χτισμένο σχεδόν μέσα στη θάλασσα.

Η γιαγιά τους περίμενε ανυπόμονα στην αυλή. Τα αγαπούσε όλα τα εγγόνια της και όλη την οικογένεια με τα καλά και τα στραβά της. Ένα πράγμα ήθελε, να τους βλέπει όλους μονιασμένους και να μην ακούει τίποτα στενάχωρο. Όποιος αγαπούσε τη γιαγιά, της έκρυβε τις συννεφιασμένες στιγμές της ζωής ακόμα κι όταν εκείνη το καταλάβαινε. Η γιαγιά η Σεβαστή, ήταν η μεγάλη αγκαλιά για όλους τους. Ο άνθρωπος που δεν θα άνοιγε το στόμα του για να πικράνει κανέναν.

«Αγάπες μου» φώναξε όταν είδε το αυτοκίνητο του παππού να ξεπροβάλει από τον χωματόδρομο και όσο τη βαστούσαν τα πόδια της άνοιξε το βήμα της για να φτάσει πιο γρήγορα. «Εδώ θα καθίσετε, μαζί μας, όλο το καλοκαίρι και το Σεπτέμβρη βλέπουμε» είχε πει για άλλη μια φορά. «Τώρα πια δεν έχετε σχολείο, μεγαλώσατε».

Ο παππούς Ανδρέας πεινούσε και η γιαγιά είχε στρώσει στην αυλή.

«Μην φάτε πολύ και πέσετε στη θάλασσα» προειδοποίησε τα δυο κορίτσια  καθώς έβαζε τις χαρτοπετσέτες στο τραπέζι.
«Άσε τα παιδιά ήσυχα» είπε ο παππούς γελώντας «κάτσε να φάμε εμείς κι αυτές ξέρουν, λες κι έχουν την όρεξή μας» συνέχισε και με μια κίνηση του χεριού του έδωσε το ελεύθερο να περάσουν την ημέρα τους όπως εκείνες θέλανε.

Μαγιό, το στρώμα θαλάσσης και δυο πετσέτες ριγμένες ανέμελα στο τοιχίο που έσκαγε το κύμα. Τα κορίτσια κολυμπούσαν αμέριμνα παίζοντας και μαζεύοντας αστερίες. Η αλμύρα κολλημένη σε όλο τους το κορμί μαζί με την άμμο της θάλασσας. Το δέρμα να τσιτώνει και τα τζιτζίκια να τραγουδάνε κρυμμένα στα φυλλώματα των δέντρων πίσω από τις καλαμιές. Οι ίδιες όταν κουράστηκαν από τις βουτιές ξάπλωσαν στην άκρη του κύματος ακουμπώντας τα κεφάλια τους πάνω στο στρώμα.

«Με την παρέα, έχουμε κανονίσει βραδινό μπάνιο, έχει πανσέληνο απόψε» είπε η Έρση «δεν φαντάζομαι να έχεις αντίρρηση;»
«Τρελή είσαι; Τι καλύτερο από αυτό; Ποιοι θα είναι;»
«Δεν τους ξέρεις» είχε απαντήσει η κοπέλα αλλά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Μέχρι λίγο πριν τη δύση του ηλίου, όταν τα χρώματα του ουρανού είχαν ανακατευθεί με το χρυσάφι των Θεών και το βαθύ πορτοκαλί, όταν η διαχωριστική γραμμή του ορίζοντα είχε εξαφανιστεί και όλα έγιναν ένα με την γαλήνη της φύσης και το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών, τα δυο κορίτσια μαζεύτηκαν στο σπίτι.

Πεινασμένα, πάνω από το ταψί με τα γεμιστά, χωρίς πιάτα, μόνο με τα πιρούνια, βρεγμένες και με τις πατούσες υγρές ακόμα, στάζοντας νερό, γέμιζαν το στόμα τους με μεγάλες βιαστικές μπουκιές, πίνοντας δροσερό νερό από το πηγάδι της γιαγιάς Σεβαστής.

Το πηγάδι της γιαγιάς, με τον μεταλλικό κουβά, «σίγλο» τον έλεγε και το χοντρό σχοινί που τους έκοβε τις παλάμες. Πέταγαν τον σίγλο μέσα στο πηγάδι και τον ανέβαζαν επάνω για να αρχίσει το ‘’μαρτύριο’’ με το κρύο μπουγέλωμα. Η ανάσα να κόβεται και το δέρμα να σφίγγει. Ουρλιαχτά και γέλια ανάκατα και δίπλα από το πηγάδι, οι πολύχρωμες λαντάνες να ανθίζουν και κάθε τόσο να ξεπροβάλει κι ένα γατίσιο μουσούδι ενοχλημένο και περίεργο.

«Τα γεμιστά της γιαγιάς ούτε η καλύτερη μαγείρισσα δεν τα φτάνει» είχε πει μπουκωμένη η Φαίδρα.
«Ξέρω εγώ να τα φτιάχνω, με έχει μάθει» απάντησε η Έρση κλέβοντας μια μπουκιά ζυμωτό ψωμί «θα σε ταΐζω μια ολόκληρη ζωή».

Το καλό με το βραδινό μπάνιο ήταν ότι δεν χρειαζόταν περιττές ετοιμασίες.

«Γιατί να κάνουμε μπάνιο αφού θα ξαναπέσουμε στη θάλασσα;» είχε ρωτήσει η Φαίδρα, πλέκοντας πάλι τα μακριά της μαλλιά, πιάνοντάς τα χαλαρά με ένα λαστιχάκι και ρίχνοντας ένα κοντό φουστάνι με λεπτές τιράντες επάνω της.

Οι δύο ξαδέλφες, με τις πετσέτες και τα σανδάλια στα χέρια, βούτηξαν τα πόδια τους για άλλη μια φορά στη θάλασσα κι έφυγαν προς την δεξιά πλευρά, εκεί που η παραλία απλωνόταν και η άμμος γινόταν λευκή.

Η παρέα είχε αρχίσει να μαζεύεται. Ο ήχος της φυσαρμόνικας ταίριαζε τόσο όμορφα με το σκηνικό που ήταν η έκπληξη της βραδιάς.

Η Φαίδρα δεν κατάλαβε ποιος ήταν, άκουγε μόνο το τραγούδι του Bob Marley και ασυναίσθητα άρχισε να τραγουδάει και να λικνίζει το κορμί της κλείνοντας τα μάτια.

We’ll be together, with a roof right over our heads
We’ll share the shelter, of my single bed
We’ll share the same room
Is this love, is this love, is this love
Is this love that I’m feeling?

«Δεν ήξερα ότι τραγουδάς» της είπε ο άντρας αφήνοντας τη φυσαρμόνικα και απλώνοντας το χέρι του σε χαιρετισμό «Γιάννης».

Η Φαίδρα έγινε κατακόκκινη και τον κοιτούσε αποσβολωμένη.

«Συναντηθήκαμε στο πλοίο της γραμμής» συνέχισε ο Γιάννης με απλωμένο το χέρι. «Τι θα γίνει, έτσι θα καθόμαστε;» τη ρώτησε και η Φαίδρα γέλασε νευρικά. Συστήθηκε και κάθισε στην άμμο δίπλα του.

«Δεν είναι καθόλου παράξενο φυσικά ότι συναντιόμαστε για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια ημέρα σε ένα νησί αλλά δεν το λες και τυχαίο, ούτε και το τραγούδι που μας έφερε πιο κοντά» είπε ο Γιάννης.
«Τι εννοείς;» απάντησε η Φαίδρα.
«Is this love?» τη ρώτησε και το σάλιο στο στόμα της κοπέλας στέγνωσε. Χωρίς να είναι προετοιμασμένη, την έπιασε από τον λαιμό, της έλυσε την κοτσίδα της και την τράβηξε επάνω του χαρίζοντάς της το πιο παθιασμένο φιλί.

«Γνωριζόσαστε;» ακούστηκε η φωνή της Έρσης.

«Όχι» απάντησε ο Γιάννης «αλλά ας κάνουμε την αρχή» είπε και σηκώθηκε όρθιος. «Με λένε Γιάννη».
«Κι ελπίζω να μην έχω την τύχη της ξαδέλφης μου, εμένα πάλι Έρση» απάντησε το νεαρό κορίτσι κοιτώντας την Φαίδρα.

«Είναι αυτός που σου έλεγα ότι είδα στο πλοίο» έλεγε λίγο αργότερα με νόημα και μιλώντας χαμηλόφωνα.
«Και το γλωσσόφιλο τι το ήθελες πριν ακόμα τον γνωρίσεις;» ρώτησε η Έρση.
«Και τι πειράζει, καλοκαίρι είναι, ωχ άσε με κι εσύ με τις νουθεσίες».
«Εμένα δεν με νοιάζει, εσύ μην κλαις μετά και κλαις άσχημα πανάθεμά σε» απάντησε η ξαδέλφη της.
«Σε βρίσκω υπερβολική».
«Κάτι δεν μου αρέσει Φαίδρα, απλώς να έχεις το νου σου» είπε και την άφησε να κάθετε πάνω στην υγρή άμμο οκλαδόν.

Όλοι μαζί, άναψαν μια αυτοσχέδια φωτιά χρησιμοποιώντας ξερά χόρτα και καλάμια. Η Πόπη, ο Χάρης, η Ελένη και η υπόλοιπη παρέα, είχαν φέρει και τις κιθάρες τους μαζί. Τα μεγαλύτερα αγόρια μπύρες σε ψυγείο κι όταν το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα, ήταν λες και σχημάτισε πάνω στο νερό τη ‘’λεωφόρο της αγάπης’’.  Ο Γιάννης, με το βηματισμό του αρσενικού, πλησίασε τη Φαίδρα.

«Is this love?» τη ρώτησε ξανά και της έβγαλε μαλακά το φουστάνι, λύνοντας έναν-έναν τους φιόγκους από τις τιράντες της. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στη θάλασσα.

Η Έρση από μακριά παρατηρούσε τα βρεγμένα τους κορμιά να απομακρύνονται από την παραλία. Τα μακροβούτια τους θύμιζαν δελφινόπαιδα.

«Πόπη, τι μέρος του λόγου είναι αυτός ο τύπος;»
«Φίλος του Χάρη είναι δεν τον ξέρω».

Το αγόρι γρατζουνούσε την κιθάρα του.

«Μαζί σπουδάζαμε στην αρχιτεκτονική, μια χαρά φίλος είναι»
«Ναι αλλά κάτι …» ξεκίνησε να λέει η Έρση.
«Τι φοβάσαι μην χάσει την παρθενιά της η ξαδέλφη σου;» είπε κοροϊδεύοντας και τεντώνοντας μια-μια τις χορδές από την κιθάρα για να αφήσουν εκείνο τον χαρακτηριστικό ήχο της έντασης.

«Βιασμός στην παραλία» είπε ο Χάρης και η Έρση του έβγαλε τη γλώσσα.

Εκείνο το βράδυ κανείς δεν πήρε χαμπάρι για πόση ακριβώς ώρα ο Γιάννης με τη Φαίδρα έμειναν μέσα στο ζεστή αγκαλιά του καλοκαιρινού θαλασσινού νερού, ούτε κανείς άκουσε το βογκητό της κοπέλας την ώρα που τα χέρια του Γιάννη με τα μακριά δάχτυλα θώπευαν τα πιο απόκρυφα σημεία της.

Κανείς δεν ρώτησε τον άλλον για τίποτα. Σφιχταγκαλιασμένοι ‘’χόρεψαν’’ μονομιάς τον παθιασμένο χορό του έρωτα. Τα πόδια της Φαίδρας τυλίχθηκαν γύρω από το κορμί του Γιάννη, για να δεχθεί στον κόλπο της, την κάψα του έρωτά του.

Αυτό το «αχ» που άφησε στη σιγαλιά της νύχτας, έμοιαζε με κατάθεση ολόκληρης της ψυχής της και ίσως να ήθελε να είναι έτσι αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Το πάθος που έζησε η Φαίδρα με τον Γιάννη και ο έρωτας που ένοιωσε για αυτόν, νόμιζε ότι θα ήταν για πάντα. Γελάστηκε.

Έμειναν μαζί δυο ή τρία χρόνια για να φτάσει να χάσει ακόμα περισσότερο κομμάτια της αξιοπρέπειάς της, για να δει τον εαυτό της να θρυμματίζεται.

Το μεγάλο πρόβλημα της Φαίδρας ήταν το μόνιμο αίσθημα εγκατάλειψης που ένοιωθε, ‘’δώρο’’ της μητέρας της. Από μικρή θυμόταν, ότι η Δήμητρα αυτό που έκανε με συνέπεια, ήταν να εξαφανίζεται και να μην μπορεί να τη βρει. Να την χρειάζεται και να μην μπορεί κανείς να της εξηγήσει γιατί έφυγε έτσι πάλι ξαφνικά.

Δίπλα στο Γιάννη δεν μπόρεσε να σταθεί. Αγκιστρώθηκε επάνω του και έγινε μια θηλιά που τον έπνιγε. Εκείνος ήθελε να αλωνίσει τον κόσμο ολόκληρο, η Φαίδρα από την άλλη χρειαζόταν έναν βράχο ολόκληρο για να τον αλυσοδέσει επάνω του. Πως μπορούσαν να ταιριάξουν η μέρα με τη νύχτα;

Ο Γιάννης έφυγε ξαφνικά για τη Ρόδο.

«Έχω αναλάβει ένα έργο» της είχε πει και η Φαίδρα δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει. Ήταν συνηθισμένη από τις δουλειές του πατέρα της. Ο έρωτας όμως …
«Θα μείνεις πολύ εκεί;»
«Για όσο χρειαστεί, θα έρχεσαι και θα έρχομαι» της είχε απαντήσει ανέμελα και η αλήθεια ήταν ότι για έναν ολόκληρο χρόνο τα Σαββατοκύριακα ή ερχόταν στην Αθήνα ο Γιάννης ή πήγαινε η Φαίδρα στη Ρόδο.

Ήταν βράδυ όταν το κουδούνι της Ανδριάνας χτύπησε.

«Ποιος είναι;» είχε ρωτήσει από το θυροτηλέφωνο ανήσυχη και το μόνο που άκουγε ήταν τα αναφιλητά μιας κοπέλας.
«Η Φαίδρα είμαι» κατάφερε να πει με το ζόρι.

Άνοιξε στην ανιψιά της αναστατωμένη και την είδε να σέρνεται σχεδόν στο διάδρομο της πολυκατοικίας κρατώντας ένα φάκελο στο χέρι.

«Δεν είμαι τρελή Ανδριάνα, δεν είμαι τρελή» φώναξε κι άρχισε να κλαίει δυνατά στην αγκαλιά της θείας της.

«Πάει καιρός που κάτι υποψιαζόμουν» ξεκίνησε να της λέει όταν ηρέμισε κάπως. «Ο Γιάννης είχε αλλάξει και όλοι μου λέγατε ότι είμαι υπερβολική. Ότι τον καταπιέζω και ο ίδιος τα ίδια έλεγε, θυμάσαι;»

Η Ανδριάνα απλώς ανοιγόκλεισε τα μάτια της.

«Πριν λίγες ημέρες έλαβα αυτό το γράμμα, είναι από την δεύτερη σχέση του Γιάννη».
«Τι;» ρώτησε μην πιστεύοντας στα αυτιά της η θεία της.
«Διάβασε και μόνη σου. Είναι μαζί του εδώ κι ένα χρόνο, ξέρει την ύπαρξή μου, με έβλεπε κάθε φορά που πήγαινα στη Ρόδο και η δικαιολογία του Γιάννη ήταν ότι προσπαθούσε να διακόψει μαζί μου ήρεμα, αργά-αργά και ξέρεις γιατί; Ξέρεις τι της είπε;»

Η γυναίκα δεν μίλησε κούνησε μόνο πέρα-δώθε το κεφάλι της.

«Της είπε ότι είμαι τρελή. Ότι τον εκβιάζω πως θα σκοτωθώ κι ότι αυτό είναι επίσημο γιατί υπάρχει χαρτί από γιατρό. Τον παρακάλεσε η οικογένειά μου να μην απομακρυνθεί ακόμα, μέχρι να με πιάσουν τα φάρμακα και ότι ο ίδιος, ακολουθεί μόνο τις εντολές του ψυχιάτρου. Η άλλη του σχέση, η Μαρία, είναι συνάδελφός του, έτσι γνωρίστηκαν.  Ανέβηκε στην Αθήνα γιατί κάτι δεν της πήγαινε καλά σε όλη αυτή την ιστορία.  Όσες φορές με είδε στη Ρόδο, της φάνηκα φυσιολογική. Μα τι λέω; Συναντηθήκαμε σήμερα,  είναι κι αυτή μια γυναίκα ερωτευμένη, τόσο όσο κι εγώ. Την διαβεβαίωσα ότι δεν έχω καμία ασθένεια, ούτε πάω σε ψυχίατρο, της ζήτησα να φύγει και να πάει στο διαμέρισμά του, στην Πλατεία Βικτωρίας. Την ακολούθησα για να βεβαιωθώ ότι μου λέει αλήθεια.

Η Μαρία άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας με τα δικά της κλειδιά. Σε εμένα δεν είχε δώσει ποτέ κλειδιά, ερχόμουν πάντα δεύτερη φαίνεται».

«Και τελικά τι έγινε;»

«Χτύπησα το κουδούνι. Δεν μου άνοιξαν, έβαλα το δάχτυλο και το πίεσα μέχρι ένας από τους δυο να μπει στον κόπο να μου ανοίξει την πόρτα. Εμφανίστηκε ο Γιάννης φορώντας μόνο το παντελόνι, μπήκα μέσα στο διαμέρισμα τρέχοντας και βρήκα τη Μαρία γυμνή στον καναπέ. Κάθισα δίπλα της».

«Τι λες Φαίδρα;»

«Έδειξα στον Γιάννη το γράμμα και του είπα για την συνάντηση που είχα μαζί της. Η Μαρία είχε θυμώσει και φώναζε αλλά τι με ένοιαζε πια; Πόσο περισσότερο μπορούσα να ξεφτιλιστώ; Του ζήτησα μπροστά της να μου πει γιατί προσπαθούσε να με βγάλει τρελή. Γιατί διέδιδε για εμένα όλα αυτά τα ψέματα. Φώναζε, έσπασε κάτι μικροπράγματα που είχε στο διαμέρισμα, για εντυπωσιασμό υποθέτω και κοπάνισε την πόρτα κι έφυγε.

Ούτε η Μαρία τον ενδιέφερε πραγματικά αλλά ούτε κι εγώ. Πηδούσε ανενόχλητος κι έκανε τη ζωή του όπως ήθελε, χωρίς ενοχές και χωρίς αιδώ. Εγώ όμως πονάω Ανδριάνα, ήταν όλος μου ο κόσμος» είπε και είχε αρχίσει να κλαίει πάλι με αναφιλητά.

Η θεία της, την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της χωρίς να μιλάει. Της χάϊδευε μόνο τα όμορφα μαλλιά της.

«Θα περάσει κι αυτό αγάπη μου» ξεκίνησε να λέει.
«Τον αγαπάω» είπε η Φαίδρα με τέτοιο τρόπο που ήταν μαχαιριά στην καρδιά.

Έκανε καιρό να σταθεί στα πόδια της. Ο Γιάννης, είχε εξαφανιστεί και από τότε δεν είχε ακούσει τίποτα για τον ίδιο. Ακόμα και η ξαδέλφη της η Έρση δεν αναφέρθηκε ποτέ στο όνομά του και όποτε η Φαίδρα την ρωτούσε αν ήξερε κάτι η απάντηση ήταν ένα ξερό ‘’όχι’’.

Αυτό που ακόμα και σήμερα θυμόταν η Φαίδρα κι έκανε τη ραχοκοκαλιά της να ανατριχιάζει, ήταν το πρώτο σμίξιμό τους μέσα στο ζεστό νερό, το βράδυ με πανσέληνο. Ακόμα και σήμερα δεν ήξερε αν αγαπούσε ή μισούσε το ολόγιομο φεγγάρι.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Γιατί εμφανίστηκες τώρα; Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;» τον ρώτησε θυμωμένη κρατώντας στη χούφτα τη κοιλιά της και παίρνοντας δύναμη από το αγέννητο παιδί της.

«Να σου ευχηθώ ήθελα» είπε αλλά η Φαίδρα ήταν σίγουρη ότι πίσω από την ήρεμη φωνή του, κάτι κρυβόταν.

«Δεν σε πρόδωσα εγώ Γιάννη, εσύ είχες διπλή ζωή».

«Την οποία και φρόντισες να μου χαλάσεις» της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Η Φαίδρα σωριάστηκε στην πολυθρόνα που ήταν δίπλα στο παράθυρο. «Και τώρα;» αναρωτήθηκε τρομαγμένη.

 

 

~συνεχίζεται~

Photo by Riccardo Bresciani from Pexels

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here