Εκείνο το βράδυ η Ανδριάνα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.

Την έπνιγε ακόμα και ο αέρας που ανέπνεε. Το μόνο που ήθελε ήταν να περπατήσει και να ηρεμήσει. Να την πάνε τα πόδια της όσο πιο μακριά μπορούσαν. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο, το κεφάλι της είχε αρχίσει να την πονάει.

Οι άνθρωποι δίπλα της …

Ας το παραδεχόταν και κανέναν δεν θα πείραζε ακόμα κι αν είχε άδικο. Έπρεπε να πει δυνατά αυτά που της στερούσαν το οξυγόνο.  Την είχαν κουράσει όλοι τους. Ένοιωθε ότι ήταν μια από εκείνες τις ημέρες που θα ήθελε να μπορούσε να εξαφανιστεί, μα τέτοιες ικανότητες δυστυχώς δεν είχε.

Η Ρόζα, ο Σπύρος, ο Γρηγόρης, ο Μανώλης και τα παιδιά τους, σήμερα ένοιωθε να γίνονται θηλιά στο λαιμό της. Που είχε πάει η ξεγνοιασιά της; Γιατί είχε χαθεί; Μήπως αυτό το τίμημα πλήρωναν οι άνθρωποι καθώς μεγάλωναν;

Ίσως ο αναπάντεχος θάνατος της γιαγιάς του Αχιλλέα, της μητέρας της Πηνελόπης να είχαν δημιουργήσει αυτή την έκρηξη μέσα της.

Ο βηματισμός της έγινε πιο γρήγορος.

Την γιαγιά Φρόσω δεν την είχε γνωρίσει και δεν είχε καμία δουλειά με την οικογένεια της Πηνελόπης.  Όμως η κραυγή της γυναίκας, «βοηθήστε με η μητέρα μου πεθαίνει» την είχε συγκλονίσει. Νοητά της είχε ανάψει ένα κερί και την είχε ευχαριστήσει για το γλυκό πορτοκάλι που της είχε φέρει ο Αχιλλέας ένα απόγευμα.

«Τι είναι αυτό;» τον είχε ρωτήσει ξαφνιασμένη από την απρόσμενη κίνησή του.
«Η γιαγιά μου το έχει φτιάξει αλλά πόσο να φάω; Στο έφερα χωρίς να ξέρω αν σου αρέσει βέβαια» είχε πει και τεντώνοντας το χέρι του, της είχε προσφέρει το μεγάλο βάζο με το γλυκό.

Η Ανδριάνα δεν είχε χάσει χρόνο, δεν την ενδιέφεραν τα γλυκά, μα για το χατίρι του αμήχανου Αχιλλέα, θα το βάφτιζε το ‘’ωραιότερο γλυκό πορτοκάλι του κόσμου’’ και έτσι έκανε. Άνοιξε το βάζο, έβαλε το δάχτυλό της μέσα στο σιρόπι, το πιπίλισε, έκλεισε τα μάτια και άφησε ένα μακρόσυρτο μουγκρητό ικανοποίησης να ακουστεί και να γεμίζει το δωμάτιο.

Το αγόρι την κοίταξε με ικανοποίηση.

«Αχιλλέα το έχουμε παρακάνει» του είχε πει ψιθυριστά, συνωμοτικά σχεδόν.
«Γιατί;» την είχε ρωτήσει με απορία.
«Ξέρει η γιαγιά σου ότι μου έφερες το γλυκό πορτοκάλι που έφτιαξε με τα χέρια της;»
«Τρελή είσαι;» απάντησε αυθόρμητα ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια κι αμέσως μετά προσπάθησε να μαζέψει τις λέξεις «βέβαια, ξέρει για σένα κι αν σε γνώριζε νομίζω ότι μόνη της θα σε κερνούσε από τα βάζα με το γλυκό της».

Η γιαγιά Φρόσω είχε πεθάνει. Για την Ανδριάνα ήταν μια ανθρώπινη ψυχή. Ούτε μνήμες είχε, ούτε εικόνες, μα η κραυγή της Πηνελόπης που η ίδια ποτέ δεν άκουσε, της ξέσκιζε την ψυχή.

֍֎֎֎֎

Πρωινό Κυριακής και με τον Μανώλη είχαν πάει βόλτα στα στενά της Πλάκας.  Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μπροστά από το Μετόχι του Παναγίου Τάφου, είδαν την πόρτα ανοιχτή.

«Πάμε;» είχε ρωτήσει η Ανδριάνα «ένα κεράκι θέλω να ανάψω, έτσι…»
«Άκου τι λέει, φυσικά» είχε απαντήσει ο Μανώλης.

Μπήκαν μέσα και λίγο πριν φτάσουν στον προαύλιο χώρο, για κάποιο λόγο ο Μανώλης κοντοστάθηκε.

«Έχει κόσμο, δεν θέλω να πάω» της είπε και τον κοίταξε παραξενεμένη μα δεν έδωσε και ιδιαίτερη σημασία στα λόγια του. Η Ανδριάνα έπιασε τα κάγκελα του παραθύρου και κοίταξε μέσα στο ναό. Ρούφηξε το άρωμα των κεριών, ψιθύρισε σιγανά «μαμά μου, να είσαι καλά όπου κι αν βρίσκεσαι», πιάστηκαν χέρι-χέρι, αντάλλαξαν ένα πεταχτό φιλί και βγήκαν πάλι έξω.

Από το πρωί που είχε ξυπνήσει, η Ανδριάνα ένοιωθε έναν αδιόρατο φόβο. Δεν ήθελε να πει τίποτα σε κανέναν και ούτε και η ίδια ήξερε τι ήταν αυτό που ένοιωθε κι έτσι, τα έριξε όλα στο άγχος της δουλειάς και τους ανάδρομους πλανήτες.

Ανέβηκαν τα σκαλάκια και τράβηξαν για τη γνωστή αγαπημένη τους ταβέρνα στους πρόποδες της Ακρόπολης, δίπλα ακριβώς από τα Αναφιώτικα.

Έκατσαν σε ένα τραπέζι με θέα όλη την Αθήνα «αλλά και την Αθηνά να μας προσέχει» είπε η Αδριάνα κοιτάζοντας τον ιερό βράχο να λάμπει κάτω από φως του ήλιου. «Σπονδή στους Θεούς κάνουμε κάθε φορά που ερχόμαστε εδώ» συνέχισε όσο ο Μανώλης έδινε την παραγγελία του.

«Ξέρεις τι θέλω;» είπε με ενθουσιασμό «τζατζίκι με κεφτεδάκια».
«Θα φας εσύ τζατζίκι; Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε» της απάντησε μα χατίρι δεν της χάλασε.

Το τραπέζι τους γέμισε με καλούδια. Κολοκυθολούλουδα γεμιστά, κεφτεδάκια διπλή μερίδα παρακαλώ, πατάτες φούρνου, τζατζίκι, μπουρέκι κρητικό και μια σαλάτα χωριάτικη με όλα τα υλικά φρεσκοκομμένα. Μισό κιλό λευκό παγωμένο κρασί και ψωμί ψητό στα κάρβουνα, ραντισμένο με λάδι, χοντρό αλάτι και ρίγανη.

«Να μας ζήσει η δίαιτα» είπε η Ανδριάνα τσουγκρίζοντας το ποτήρι της ανάλαφρα με τον Μανώλη. «Να ήξερες πόσο ανάγκη είχα αυτή τη βόλτα. Να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις, μπάφιασα, όλο τα ίδια και τα ίδια».
«Στα έλεγα αλλά δεν με άκουγες» είπε ο Μανώλης και την ώρα που πήγαν να βάλουν την πρώτη μπουκιά στο στόμα τους, το τηλέφωνο του χτύπησε. ‘’Πηνελόπη’’ έγραφε επάνω και ο άντρας με μια κίνηση έκλεισε τον ήχο.

«Σου έχω πει χιλιάδες φορές να μην το κάνεις αυτό, με ενοχλεί» είπε η Ανδριάνα.
«Ήρθαμε εδώ να χαλαρώσουμε» διαμαρτυρήθηκε ο Μανώλης.
«Πες της ότι θα μιλήσετε αργότερα, δεν είναι σωστό» διαμαρτυρήθηκε και έστρεψε το πρόσωπό της προς την άλλη πλευρά. «Νοιώθω σαν να έχω βγει κρυφό ραντεβού με παντρεμένο».
«Τι λες;» αναρωτήθηκε ο Μανώλης και ταυτοχρόνως σήκωσε το τηλέφωνο. «Πότε έγινε αυτό;» ρώτησε κοιτώντας την Ανδριάνα η οποία δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε «και γιατί δεν την πάτε στο νοσοκομείο;» ρώτησε και αμέσως μετά είπε «δεν νομίζω» τονίζοντας τις λέξεις μια μια. «Πηνελόπη φώναξε το ασθενοφόρο κι άσε τις βλακείες» της είπε κι έκλεισε μαλακά το τηλέφωνο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Η μητέρας της Πηνελόπης δεν είναι πολύ καλά».
«Και γιατί δεν την πάνε στο νοσοκομείο;»
«Γιατί είναι σκέτη ταλαιπωρία, είπε η Πηνελόπη» και ο Μανώλης κατέβασε το κεφάλι.
«Θέλεις να πας εκεί;»
«Όχι, το θέμα είναι ότι δεν την πιστεύω» απάντησε ο άντρας.
«Μα γιατί να πει τέτοιο ψέμα;  Παίζουν με αυτά;»
«Γιατί δεν ξέρεις την Πηνελόπη, γιατί κατάφερε με τα ψέματά της όλα αυτά τα χρόνια να μην πιστεύω ούτε μια λέξη απ’ όσα μου λέει» είπε και έτριψε με την παλάμη του τις δυο ρυτίδες που είχαν γίνει αυλακιές στο μέτωπό του. «Μα είναι δυνατόν να πονάει η γιαγιά Φρόσω και η κόρη της αντί να την βουτήξει και να την πάει στα επείγοντα, να σκέφτεται και να λέει ‘’μεγάλη η ταλαιπωρία’’» φώναξε ο Μανώλης. «Είπε και κάτι άλλο» ψιθύρισε με κατεβασμένο το κεφάλι.
«Τι;»
«Ρώτησε αν έχεις εσύ έναν καλό γαστρεντερολόγο για να του τηλεφωνήσει εκ μέρους σου».

Τα μάτια της Ανδριάνας έγιναν μικρά σαν δυο σχισμές, τα χείλια της σφίχτηκαν και ένοιωσε μια στιγμιαία ανατριχίλα.

«Πρώτον δεν έχω, δεύτερο και να είχα δεν θα έδινα στην Πηνελόπη την ευκαιρία να με κάνει για δεύτερη φορά ρεζίλι. Αυτά κομμένα. Κατάλαβες;»

«Όταν της απάντησα ‘’δεν νομίζω’’ αυτό ακριβώς εννοούσα. Ξέρεις τι φοβάμαι; Σήμερα το βράδυ είχα κανονίσει να βρεθώ με τον Αχιλλέα και να του εξηγήσω  με κάθε λεπτομέρεια αυτά που σου είπε η Όλγα για το δάνειο του σπιτιού. Τη συνάντηση αυτή η Πηνελόπη την φοβόταν σαν τον διάολο. Τα πάντα θα έκανε για να την αποτρέψει.

Άκου, όταν μου μετέφερες τα όσα σου είπε η Όλγα, δεν σου κρύβω ότι στην αρχή δεν ήθελα ούτε εγώ ο ίδιος να το παραδεχτώ ότι η Πηνελόπη είχε κάνει κάτι τέτοιο. Μα φταίω κι εγώ, έβγαλα την ουρά μου απ’ έξω. Δεν το έξαψα.  Βρήκα την εύκολη δικαιολογία ‘’σπίτι της είναι’’ και δεν ασχολήθηκα. Που να φανταστώ όμως ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο να βρεθεί ο Αχιλλέας μπλεγμένος με τράπεζες και δικαστήρια; Και τι θα πω στο παιδί μου; ‘’Βολεύτηκα;’’

Τέλος πάντων, σκέφτηκα πολύ όσα μου είπες και σήμερα το βράδυ είχαμε κανονίσει να βρεθούμε οι δυο μας, να μιλήσουμε ανοιχτά και ξάστερα χωρίς τις υστερίες της μάνας του».

«Και τι σε εμποδίζει να το κάνεις;»

«Κανείς βέβαια, αλλά να πέρασε από το μυαλό μου ότι ακόμα και την μάνα της θα χρησιμοποιούσε η Πηνελόπη προκειμένου να μην μάθει την αλήθεια ο Αχιλλέας».

«Αστειεύεσαι να υποθέσω» είπε και το τηλέφωνο χτύπησε εκ νέου.

«Να την πάτε στο νοσοκομείο» φώναξε ο Μανώλης και το έκλεισε απότομα.

«Μήπως πρέπει να πας από εκεί;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Τι να πάω να κάνω, ήθελε να πείσω εσένα να βρεις γιατρό, να μην κουνήσει τον πισινό της και να μην κουραστεί παραπάνω» φώναξε.

Η Ανδριάνα το μόνο που είπε ήταν «δώσε μου λίγα κεφτεδάκια και το τζατζίκι παρακαλώ» μα η ανησυχία είχε καρφωθεί στο μυαλό και των δυο σαν ζιζάνιο.

«Αχιλλέα τι συμβαίνει;» ρωτούσε τον γιό του. «Την έχει αφήσει τρεις ημέρες να πονάει; Πάρε αγόρι μου το ασθενοφόρο κι έρχομαι» είπε έχοντας χάσει κάτι από το χρώμα του.

Ο Μανώλης πλήρωσε βιαστικά και έφυγε αφήνοντας την Ανδριάνα μόνη της.

«Μην σε νοιάζει, φύγε τώρα» του είπε κι έμεινε κάτω από τον βράχο της Ακροπόλεως να ατενίζει την Αθήνα και να παρατηρεί τα σύννεφα που είχαν αρχίσει να σκεπάζουν τον ουρανό.

֍֎֎֎֎

Έπινε έναν διπλό ελληνικό καφέ όταν το τηλέφωνό της χτύπησε ξανά.

«Μωρό μου δεν ξέρω ούτε τι ώρα θα γυρίσω, ούτε τι συμβαίνει. Πάω στο νοσοκομείο να βρω την Πηνελόπη η οποία με κάλεσε κλαίγοντας. Ούρλιαζε ‘’ας με βοηθήσει κάποιος, χάνω τη μάνα μου, πεθαίνει στα χέρια μου’’» της εξήγησε και η Ανδριάνα το μόνο που βρήκε να πει ήταν «βοηθήστε τη γυναίκα» και το σφίξιμο που ένοιωθε από το πρωί στο στήθος της έγινε πιο έντονο.

Περπάτησε στους δρόμους της Πλάκας  παρατηρώντας τον ουρανό να βαραίνει και να χαμηλώνει. Τα πάντα έδειχναν να σκοτεινιάζουν νωρίτερα και η πόλη έχανε τη λάμψη που είχε τα απογεύματα της Κυριακής.

Πήρε το δρόμο για το σπίτι τους και σαν η ώρα έφτασε λίγο πριν τις οκτώ το βράδυ, το μήνυμα που έφτασε στο κινητό της, την έκανε να καταλάβει πως ένας κύκλος ζωής έκλεισε, μια ψυχή ταξίδευε ήδη μακριά, αφήνοντας πίσω της πόνο για όσους την αγάπησαν και μια θέση κενή στις καρδιές τους.

Η γιαγιά Φρόσω στις 7:41 μ.μ. εκείνο το βράδυ της Κυριακής ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι.

Η Ανδριάνα βούρκωσε. Κοίταξε το βάζο με το γλυκό πορτοκάλι και ενστικτωδώς το χάιδεψε. «Καλό ταξίδι ψυχή μου» είπε μα κατά βάθος σκεφτόταν την μητέρα της, τον πατέρα της και τις δικές της απώλειες.

Ανακούρκουδα την βρήκε ο Μανώλης πάνω στον καναπέ περασμένα μεσάνυχτα.

«Σκέφτομαι  μόνο αυτό που πάντα μου έλεγες» της είπε.
«Ποιό;»
«Με είχε πάρει η γιαγιά Φρόσω για χρόνια πολλά και δεν είχα σηκώσει το τηλέφωνο. Ήμουν θυμωμένος».
«Όχι με την γιαγιά όμως».
«Η γιαγιά αυτή μεγάλωσε παιδιά κι εγγόνια και δεν έλειψε ούτε μια στιγμή από δίπλα τους. Δεν μίλαγε, δεν λάλαγε, μόνο καθόταν υπάκουη στη γωνιά της όλη της την ζωή. Ένα πράγμα ήξερε, να φροντίζει τους άλλους και ποτέ δεν γύρεψε κάτι για τον εαυτό της. Με την Πηνελόπη τα είχα και δεν ήθελα καμία σχέση με το σόι της, αυτή και ο αδελφός της είναι για κλωτσιές. Ο πατέρας τους τουλάχιστον, κάτι έκανε, κάτι έφτιαξε, αυτοί οι δυο όμως…»
«Και τώρα;»
«Δεν υπάρχει ‘’τώρα’’ μωρό μου. Δεν μπορώ πια να της ζητήσω συγγνώμη για το τηλέφωνο που δεν σήκωσα και για το ‘’ευχαριστώ’’ που ποτέ δεν της είπα» είπε και κατέβασε το κεφάλι.

Η Ανδριάνα τον πλησίασε.

«Μπορείς να της το γράψεις σε μια κόλα χαρτί, να της το ψιθυρίσεις, να ζητήσεις συγγνώμη δυνατά, μπορείς, με άλλο τρόπο και να συνεχίσεις να την αγαπάς όπως της άξιζε» του είπε και τον κράτησε στην αγκαλιά της.

Οι υπόλοιπες μέρες ήταν δύσκολες για όλους, ακόμα και για την Ανδριάνα. Τα συναισθήματα ανάκατα, θυμός, λύπη και ο κάθε ένας στο δικό του κόσμο και το δικό του μονοπάτι.

Η γιαγιά Φρόσω θα άλλαζε τον μικρόκοσμό τους και ίσως να έφερνε ανατροπές, κανείς δεν ήξερε σίγουρα την απάντηση, μα τα μηνύματα ήταν λογικά αλλά ανησυχητικά.

«Γιατί έχω να σε ακούσω τόσες ημέρες;» αναρωτήθηκε η Ρόζα από την άλλη άκρη της γραμμής. «Δεν έρχεσαι από εδώ να πάμε μια βόλτα οι δυο μας, κάτι σε ήθελα» είπε.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ανήσυχη η Ανδριάνα.

«Μην τρομάζεις παιδί μου, για καλό σε θέλω, η Γαρυφαλλιά θα μείνει μαζί μας».

Την Γαρυφαλλιά η Ανδριάνα την είχε ξεχάσει. Το ήξερε ότι δεν είχε δίκιο, μα ένοιωθε σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα άλλο από κανέναν. Μια επιθυμία είχε μόνο, να φύγει για να γλυτώσει από όλους αυτούς που ήθελαν ένα μικρό κομμάτι ζωής από τη ζωή της.

«Θα έρθω αύριο Ρόζα, ειλικρινά σήμερα δεν μπορώ» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

֍֎֎֎֎

Η Ανδριάνα φοβόταν αυτό που έβλεπε να έρχεται κατά πάνω της. Τσουνάμι έμοιαζε, μπορεί όμως να μεγαλοποιούσε η ίδια τα πράγματα. Ο Μανώλης και η συνέχεια της ιστορίας του διαζυγίου του θα αποδείκνυε ποιός είχε δίκιο.

Περπατούσε στο δρόμο φορώντας τα αθλητικά της παπούτσια και ακούγοντας μουσική από τα ακουστικά που είχε συνδέσει με το κινητό της.

«Να σε κεράσω μια μπύρα;» τη ρώτησε ο Μανώλης όταν της τηλεφώνησε.
«Τι ώρα είναι;»
«Πλησιάζει έντεκα, τώρα ξεκινάω»
«Λίγο αργά δεν είναι για να φάμε» απάντησε ξερά η Ανδριάνα.
«Είσαι καλά;»
«Ναι περπατάω»
«Μόνη σου;» τη ρώτησε αν και μάλλον είχε καταλάβει.

Όταν μπήκε στο σπίτι, βρήκε την Ανδριάνα τυλιγμένη με την πετσέτα του μπάνιου.

«Πεινάς;» τον ρώτησε.
«Δεν ξέρω» απάντησε σαν χαμένος «άσε με λίγο να πάρω μια ανάσα» είπε και αμέσως μετά ακούστηκε το νερό από το μπάνιο να τρέχει με δύναμη.

Η Ανδριάνα ετοίμασε έναν δίσκο με τα αγαπημένα γεμιστά του Μανώλη και συμπλήρωσε ό,τι άλλο βρήκε στο ψυγείο.

Ο άντρας, πασαλειμμένος με σαπούνια, όρθιος και με το παράπονο ζωγραφισμένο στα μάτια του φώναξε την Ανδριάνα.

Όταν άνοιξε την πόρτα και τον είδε, δεν είχε τίποτα στο ύφος του που να της θυμίζει τον αγέρωχο άντρα που ερωτεύθηκε. Ένα παιδί είδε στενοχωρημένο.

«Τα έχεις μαζί μου, έτσι δεν είναι;»
«Άστα αυτά κι έλα να τσιμπήσεις κάτι».
«Είναι άδικο στο λέω» της είπε και την κοίταζε μέσα στα μάτια καθώς η σαπουνάδα έτρεχε από το κεφάλι του.
«Έλα αγάπη μου» γλύκανε η Ανδριάνα «σου έχω φτιάξει γεμιστά» του είπε και ο κόσμος του όλος έλαμψε για μια μπουκιά σπιτικό φαγητό.

Κάθισαν στους καναπέδες αντάμα.

«Ανδριάνα τι σου έκανα;» τη ρώτησε μπουκωμένος.
«Τίποτα, μπορεί να είμαι άδικη αλλά να, …, όλο αυτό το οικογενειακό με έχει αναστατώσει».
«Τι ήθελες να κάνω; Να την παρατήσω μόνη της;»

Υπήρξε μια μικρή παύση δευτερολέπτων και η γυναίκα άρχισε να μιλάει.

«Αυτές οι καταστάσεις …»
«Ποιες καταστάσεις;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Να, το πώς έφυγε η γιαγιά Φρόσω, ξέρεις πολλές φορές μας φέρνουν κοντά με ανθρώπους που έχουμε απορρίψει».
«Σκέφτηκες ότι  μπορεί να γυρίσω πίσω;»
«Ναι».

Ο Μανώλης άρχισε να γελάει.

«Θα με πνίξεις» της είπε «και δεν έχω προλάβει να φάω ακόμα» είπε και σκούπισε μαλακά τα χείλια του.

«Το σπίτι  μου Ανδριάνα βρίσκεται εκεί που βρίσκεσαι κι εσύ. Μεγαλώσαμε πια, ζούμε στην ηλικία πέρα από τον έρωτα. Εσύ κι εγώ είμαστε μαζί γιατί έτσι αποφασίσαμε σωστά;»

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της.

«Τότε τι φοβήθηκες; Και γι’ αυτό το λόγο με ρώτησες από το πρώτο βράδυ αν θα γυρίσω πίσω;»
«Ναι».
«Τι φοβάσαι; Αλήθεια πες μου».
«Ότι δεν θα ξεμπλέξεις εύκολα με την Πηνελόπη και τώρα ειδικά, θα δεις πολλές νέες εκπλήξεις. Γιατί βλέπεις όσο ζούσε η γιαγιά Φρόσω, κάλυπτε την κόρη της και τον γιο της μια χαρά. Τι μπορούσε να κάνει η γυναίκα; Και ξέρεις κάτι, ακόμα δεν έχει προλάβει να ξεκινήσει το ‘’ταξίδι’’ της και δεν θέλω να μιλάω για αυτά. Νοιώθω άβολα».
«Η γιαγιά Φρόσω ήταν ένας χρυσός άνθρωπος, θα την έχω πάντα μέσα στη καρδιά μου αλλά αν θέλω να σώσω το παιδί μου και ό,τι έχει απομείνει από την περιουσία μου, δηλαδή την δουλειά μου, θα πρέπει να φροντίσω να τελειώνω μαζί της το συντομότερο. Το μόνο θέμα είναι δυστυχώς το οικονομικό. Εσύ κι εγώ είμαστε μαζί και δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα κατάλαβες;»

Η Ανδριάνα έγνεψε καταφατικά.

«Ο Αχιλλέας δεν έχει ιδέα απ’ όλα αυτά. Μα μην νομίσεις, ούτε κι εγώ! Η Πηνελόπη κόντεψε να τρελαθεί, είναι σαν μην βρίσκεται εδώ και νοιώθει υπεύθυνη όταν επί τρεις συνεχόμενες ημέρες δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στη μητέρα της.

Ο αδελφός της, δεν έχει πατήσει σχεδόν καθόλου για να τη βοηθήσει, ο δε Αχιλλέας, με έχει εντυπωσιάσει. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, φροντίζει για το σπίτι, τον κόσμο που μπαινοβγαίνει και μαζί του είναι και η κοπέλα του.

Το σκυλί κλαίει λες κι έχει καταλάβει κι αυτό και μα την αλήθεια δεν έχω συνειδητοποιήσει που μπορεί να έχεις ενοχληθεί».

«Μου θύμισε στενές οικογενειακές στιγμές. Ερχόσουν στο σπίτι μόνο για να κοιμηθείς και με κάποιο τρόπο ένοιωσα άβολα. Σαν να περίσσευα ξαφνικά από τη ζωή σου».

Ο Μανώλης κάτι πήγε να πει μα η Ανδριάνα τον διέκοψε.

«Ζητώ συγγνώμη μα υπάρχουν καταστάσεις και συναισθήματα που δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να καταλάβω και ούτε να τα χειριστώ».

«Όπως;»

«Τι σημαίνει να είσαι πατέρας. Για την ακρίβεια, τι σημαίνει να είσαι γονιός» είπε και κοίταξε τον Μανώλη. «Ζητώ συγγνώμη αν σε αδίκησα».

«Είσαι καλύτερα τώρα;»

«Είμαι καλύτερα όταν μιλάμε. Όταν μου εξηγείς κι όταν σου εξηγώ».

«Πότε να προλάβω;»

«Δίκιο έχεις κι εσύ, τι να πω, αλλά να μου έκανε εντύπωση που έτρεξες για όλα εσύ εκτός από τον αδελφό της».

«Μιλάμε για έναν άνθρωπο που το μόνο που ξέρει είναι να γίνεται βαρίδι πάνω στους άλλους και να δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα. Τα πήρα όλα επάνω μου για να τον ξεφορτωθώ».

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Φυσικά και ξέρω τι θα πεις, ότι σου λέω εγώ τόσο καιρό. Τα ‘’βαρίδια’’ περνάνε καλύτερα απ’ όλους, μα εγώ αγάπη μου μένω εδώ και τώρα ένας λόγος παραπάνω για να τελειώνω με την Πηνελόπη».

«Γιατί;»

«Γιατί έμαθε ότι έχει να πληρώσει πάνω από τρεις δόσεις στο δάνειο του σπιτιού, της κόβουν το ρεύμα στο σπίτι από στιγμή σε στιγμή και το χειρότερο; Γνωρίζω ότι αν της δώσω χρήματα, θα πάει για άλλη μια φορά διακοπές κι εγώ ο βλάκας, θα πληρώνω τα ταξίδια της Πηνελόπης με τον αγαπητικό της.

Όπως σωστά της είπε ο Αχιλλέας, καιρός είναι να πάει να δουλέψει, μα ένα πράγμα είναι σίγουρο, το σπίτι τελικά η Πηνελόπη θα το χάσει και είναι κρίμα. Δεν δούλεψε ποτέ γι’ αυτό …» είπε κι αμέσως μετά άλλαξαν συζήτηση έχοντας καθίσει ο ένας δίπλα στον άλλον κολλητά.

Το βράδυ εκείνο, η Ανδριάνα με τον Μανώλη κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι σφιχτά.

«Ας κάνεις αυτά που κρίνεις ότι πρέπει να γίνουν» του είπε μα η ανάσα του είχε ήδη βαρύνει, τα βλέφαρα είχαν σφαλίσει και δεν την άκουσε.

֍֎֎֎֎

Την άλλη ημέρα το πρωί, φτάνοντας στο σπίτι στο λόφο, βρήκε την Ρόζα στο γνωστό σημείο, κάτω από το μεγάλο Πεύκο.

Σαν παιδί που τρέχει στην αγκαλιά του πιο αγαπημένου του πλάσματος, έτσι και η Ανδριάνα τρύπωσε στη Ρόζα. Για πόσο θα την είχε ακόμα την μονάκριβή της;

«Σιγά παιδί μου, θα με τσαλακώσεις» είπε κοιτάζοντάς την παραξενεμένη. «Τι έπαθες;»

Η Ανδριάνα το τελευταίο πράγμα που θα της έλεγε θα ήταν για τη γιαγιά Φρόσω. Ξόρκιζε έτσι τους δικούς της φόβους; Μάλλον.

«Λοιπόν;» ρώτησε χαρίζοντας στη θεία της το φωτεινός της χαμόγελο. «Λίγες ημέρες έλειψα κι έφερες τον κόσμο ανάποδα;»

«Κάπως έτσι …» απάντησε η Ρόζα και της έκανε νόημα με το χέρι. «Είσαι να αποδράσουμε για λίγο; Να πάμε ξανά στην Καλλιτεχνούπολη;»
«Ναι αλλά γιατί;»
«Για να σχεδιάσουμε τη ζωή μας από την αρχή!» είπε με στόμφο και φτιάχνοντας το μαργαριταρένιο της κολιέ στον λαιμό της. «Και για να μου πεις γιατί έχεις τέτοια μούτρα» είπε σηκώνοντας ελαφρά το φρύδι της.

«Κουράστηκα Ρόζα»
«Είσαι πολύ νέα και δεν σου επιτρέπεται να λες κάτι τέτοιο» συνέχισε η θεία της, «δεν σε βρήκε δα και καμιά συμφορά. Να προσέχεις τι λες Ανδριάνα και πολύ περισσότερο τι εύχεσαι αλλά και τι φοβάσαι» είπε και σηκώθηκε σπρώχνοντας με τη μπουνιά της το μπράτσο του ξύλινου καναπέ. «Να σε ρωτήσω, κανένα νέο από τη Στέλλα είχαμε;»

«Απ’ ότι γνωρίζω όχι».
«Να δεις που η άτιμη θα προσπαθήσει να πάρει αναβολή» είπε κι έπιασε την Ανδριάνα από το μπράτσο. «Κορίτσια» φώναξε στην Ολυμπία και στη Γαρυφαλλιά, «μην μας περιμένετε το μεσημέρι, εμείς θα κάνουμε κοπάνα» είπε, πήρε την τσάντα της και ακολούθησε την ανιψιά της στο αυτοκίνητο.

«Ξέρεις κάτι;» συνέχισε την κουβέντα της η Ρόζα «ο Σπύρος δεν πρέπει να είναι γιός μου» είπε «δεν μπορεί θα τον μπέρδεψαν στο μαιευτήριο».

Η Ανδριάνα άρχισε να γελάει νευρικά.

«Τι γελάς, δίκιο έχω».
«Γιατί το λες αυτό;»
«Γιατί δεν έχει κουρέψει το μαλλί της Στέλλας με την ψιλή, να γι’ αυτό» είπε και μούτρωσε, «άντε να χαθεί η σιχαμένη».

«Τι ετοιμάζεις εσύ;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Τίποτα ιδιαίτερο, ήθελα να υιοθετήσω την Γαρυφαλλιά αλλά η μάνα της ούτε να το ακούσει».
«Είσαι με τα καλά σου;»
«Όχι βέβαια, γιατί αν ήμουν με τα καλά μου θα τα είχα κάνει όλα διαφορετικά. Να σε ρωτήσω, τι κατάλαβα όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν μια καθώς πρέπει κυρία με το μυαλό στη θέση του; Να σου πω εγώ, τίποτα. Κέρασα τον εαυτό μου με πίκρα και δέχτηκα αχαριστία με τα καντάρια».
«Βρε συ Ρόζα μου, δεν υιοθετούν έτσι παιδιά και τέλος πάντων πάρε έναν σκύλο αν θέλεις τόσο πολύ παρέα ή μια γάτα».

Η Ρόζα για λίγο σώπασε και χάζευε έξω από το παράθυρο.

«Να σου κάνω μια ερώτηση;» είπε μα δεν περίμενε απάντηση. «Δεν βαρέθηκες να ακούς διαρκώς άσχημα μαντάτα; Να χτυπάει το τηλέφωνο και να λες ‘’ωχ’’;»

«Ναι, αλλά θα σου έλυνε αυτό το πρόβλημα η Γαρυφαλλιά;»

«Θα ακουστεί εγωιστικό μα ήδη μου φτιάχνει την καθημερινότητά. Είναι γεμάτη φρεσκάδα και ζωή. Έχει ευγνωμοσύνη για την κάθε μέρα που ξυπνάει και βλέπει τον ήλιο να λάμπει. Χαίρεται για το μέρος που εργάζεται η μητέρα της και ευτυχώς η γιαγιά της θα πάει να μείνει με το γιό της και τη νύφη της. Βλέπεις κάποιες νύφες βγαίνουν την προκοπής δεν είναι όλες για πέταμα σαν τις δικές μου».

«Υπερβάλεις».

«Πουθενά δεν υπερβάλλω και το ξέρεις. Η Γαρυφαλλιά θα μείνει μαζί μας και το σπίτι θα γεμίσει φως, νιάτα και φιλοδοξίες, γιατί αυτό το κορίτσι Ανδριάνα είναι γεμάτο από θέληση και όνειρα κι εγώ θα την βοηθήσω να φτάσει τους στόχους της και με το παραπάνω».

«Τι θα κάνεις δηλαδή;»

«Ό,τι έκανα και για τα παιδιά μου. Μόνο που τούτο το μικρό ξέρει να μην θεωρεί τίποτα δεδομένο κι εγώ έχοντας μάθει από τα ατελείωτα λάθη μου, θα προσέξω πολύ, μα θα την στείλω στα καλύτερα σχολεία».

«Ρόζα τι λάθη έχεις κάνει;»

«Τον Γρηγόρη και τον Σπύρο» είπε και κατέβασε το κεφάλι. «Θες κι άλλα;»


Ακολουθήστε
την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here