Η Ανδριάνα έπαιζε αμήχανα με μια τούφα από τα μαλλιά της. Χάζευε ευχαριστημένη τον μικρό αλλά ζεστό χώρο. Ήταν μια ιταλική τρατορία στο κέντρο των Αθηνών. Λίγο κρυμμένη από το βουιτό του δρόμου, διακριτικά καλαίσθητη άφηνε την αίσθηση της φινέτσας.

«Που το ξετρύπωσες αυτό το διαμαντάκι;» ρώτησε,  προσπαθώντας να κρύψει μέσα σε αδιάφορες λέξεις, την προσπάθεια που έκανε στα κρυφά, να ξετυλίξει με αργές και προσεκτικές κινήσεις το κουβάρι των σκέψεων και των ανασφαλειών της.

Ο Μανώλης την κοίταξε. Χαμογέλασε και έμεινε για κλάσμα του δευτερολέπτου σιωπηλός.

«Νοιώθεις άβολα;» τη ρώτησε και απάντηση δεν περίμενε. «Πίνεις κρασί; Τι θα έλεγες για ένα πολύ ωραίο chianti;» συνέχισε πιάνοντας τον κατάλογο. «Έχεις κάποια ιδιαίτερη προτίμηση γιατί έλεγα να ξεκινήσουμε με σαλάτα καπρέζε. Τι λες;»

Η κοπέλα τον κοίταγε παίζοντας ακόμα με τα μαλλιά της. Ήθελε τόσο πολύ ένα ποτήρι chianti όσο ο Μανώλης δεν μπορούσε να φανταστεί και πεινούσε αλλά είχε εκείνο τον γνωστό κόμπο στο στομάχι της!

«Μήπως θα προτιμούσες παντσανέλα;» Ο Μανώλης ρωτούσε για να αποσπάσει την προσοχή της. Η τούφα από το μαλλί της Ανδριάνας χοροπηδούσε διαρκώς μέσα στα μάτια του και η σκηνή του φαινόταν αρκετά αστεία.

«Καλύτερα να ξεκινήσουμε με κάτι πιο ελαφρύ. Η σαλάτα καπρέζε είναι ότι πρέπει» απάντησε.

Ο Μανώλης, με μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού του, έκανε νόημα στον ψηλό κύριο με τη μακριά ριγέ ποδιά.

Τους έφερε νερό και τους καλοδέχτηκε στο μαγαζί του.

«Έχετε δοκιμάσει κασαρέτσε;» ρώτησε τονίζοντας σωστά και δίνοντας έμφαση στο τσ. Η Ανδριάνα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και ο Μανώλης καταφατικά. «Ωραία» συνέχισε «θα σας πρότεινα σήμερα να τα δοκιμάσετε» είπε στην κοπέλα. «Η σάλτσα πέστο με το κουκουνάρια τους πηγαίνει τέλεια» είπε και η κοπέλα ενθουσιάστηκε.

«Να μας φέρετε και μια καπρέζε και ένα μπουκάλι chianti για αρχή και μετά βλέπουμε» είπε ο Μανώλης.
«Να δοκιμάσετε και την πραγματικά ιταλική μας πίτσα με τρία μόνο υλικά» συνέχισε ο σερβιτόρος, έχει ενδιαφέρον το πώς  δένει η αγκινάρα, με την μελιτζάνα και το κολοκύθι» είπε.
«Ναι, θα το ήθελα» είπε η Ανδριάνα  «αλλά πρώτα την σαλάτα και το κρασί παρακαλώ» συμπλήρωσε και ακούμπησε χαριτωμένα το πιγούνι της πάνω στα δάχτυλα των χεριών της που όμορφα είχε σταυρώσει.

Στο βάθος, η μουσική έπαιζε γνωστά ιταλικά τραγούδια που της γλύκαιναν την ψυχή. Γύρισε το κεφάλι, άφησε την ανάσα της να χαλαρώσει στο στήθος και χάζεψε στιγμιαία τον κόσμο που πηγαινοερχόταν βιαστικά στον πεζόδρομο.

Ο σερβιτόρος γύρισε γρήγορα. Τους σερβίρισε το chianti στα ποτήρια τους και τοποθέτησε την σαλάτα στη μέση του τραπεζιού. Τους χαμογέλασε ευγενικά και άφησε το ζευγάρι στην ησυχία του.

«Όλα καλά;» τη ρώτησε ο Μανώλης. Τα μάτια της Ανδριάνας έφεγγαν. Έγειρε λίγο μπροστά το κορμί της και είπε «σε ευχαριστώ» και κράτησε για λίγο το ποτήρι ανάμεσα στα χέρια της.

«Να πιούμε στην υγειά μας, στην υγειά των αγαπημένων μας προσώπων και σε κάθε όμορφη ημέρα που ξημερώνει» είπε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. «Μα τι υπέροχο κρασί είναι αυτό» μονολόγησε και ήπιε ευθύς μια δεύτερη γουλιά κλείνοντας τα μάτια και αφήνοντας ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό, για να δείξει το μέγεθος της απόλαυσής της.

Ο Μανώλης, συγκρατημένα μεν και προσπαθώντας να κρατήσει την κυριαρχία του, γέλασε μαζί της και με τον τρόπο που απολάμβανε τις μικρές χαρές της ζωής.

«Να πιούμε, σε ό,τι θελήσεις» είπε και σήκωσε το ποτήρι του στον αέρα. Ήπιε λίγο και σερβίρισε την Ανδριάνα με σαλάτα.

«Λοιπόν;» τη ρώτησε.
«Λοιπόν τι;» απάντησε η γυναίκα.

Ο Μανώλης άφησε το πιρούνι του κάτω, σκούπισε διακριτικά τα χείλη του με την πετσέτα και την ακούμπησε ξανά στα πόδια του.

«Ποια είσαι; Ή μήπως η ερώτησή μου σε κάνει να νοιώθεις άβολα και θέλεις να ξεκινήσουμε από το ποιος είμαι εγώ;» ρώτησε χωρίς περιστροφές.
«Θα το προτιμούσα» απάντησε η γυναίκα.

«Γεννήθηκα πριν σαράντα οκτώ χρόνια στην Αθήνα» ξεκίνησε την διήγησή του ο Μανώλης. Είμαι το μεγαλύτερο παιδί από τα τρία παιδιά της οικογένειάς μου».
«Διαφημιστής, σωστά;» ρώτησε η Ανδριάνα
«Ναι αλλά το ενδιαφέρον δεν είναι εκεί» συνέχισε ο άνδρας. « Έχω ένα παιδί, τον Αχιλλέα. Είναι στην τελευταία τάξη του λυκείου και με την μητέρα του έχω χωρίσει αλλά μένουμε στο ίδιο σπίτι ακόμα».

Στο τραπέζι έπεσε παγωμάρα. Τα λαμπερά μάτια της Ανδριάνας γέμισαν σκιές. Ο κόμπος στο στομάχι της, της χαράς και της προσμονής, έγινε λύπη και αγωνία κι άρχισε να την ενοχλεί όλο και περισσότερο. Δεν ήξερε τι να πει. Ξεροκατάπιε και κούνησε το κεφάλι της. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. Αυτή τη φορά ήταν μεγαλύτερη και το στόμα της γέμισε από τα αρώματα του chianti.

«Σιγά, θα ζαλιστείς» είπε ο Μανώλης. «Το ξέρω» συνέχισε «ότι όλα αυτά δεν ακούγονται ευχάριστα σε μια πρώτη γνωριμία αλλά προτιμώ να ξέρεις όλη την αλήθεια και να στην έχω πει εγώ» ολοκλήρωσε τη φράση του.

Η Ανδριάνα σήκωσε τους ώμους. «Τι περιμένεις να σου πω;» τον ρώτησε.
«Αυτά που σου έρχονται στο κεφάλι» απάντησε ο άντρας.

Εκείνη την ώρα ήρθε ο σερβιτόρος με το κασαρέτσε, το τοποθέτησε όμορφα στο τραπέζι τους, προσέθεσε κρασί και νερό στα ποτήρια τους και νοιώθοντας την ένταση που υπήρχε ανάμεσα στο άντρα και στη γυναίκα, έκανε μεταβολή και έφυγε σιωπηλός, σχεδόν αόρατος.

Η Ανδριάνα σκέφτηκε μέσα στον ελάχιστο χρόνο που είχε τα λόγια του Μανώλη και η πρώτη ερώτηση που της ερχόταν στο κεφάλι ήταν «κι εσύ τι θέλεις εδώ μαζί μου;» αλλά δεν την έκανε. Δεν τόλμησε γιατί δεν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της. Η λαχτάρα της για ζωή, για να νοιώσει ξανά τη γυναικεία της φιλαρέσκεια αλλά και η προσμονή του έρωτα, την έκαναν να σωπάσει.  Βολεύτηκε ασυναίσθητα μέσα στο ψέμα της, λέγοντας ότι «προτίμησε να φερθεί κόσμια και να οδηγήσει τη συζήτηση σε ουδέτερο έδαφος».

«Μανώλη, έχω δύο ξαδέλφια που ζουν μέσα σε γάμους απερίγραπτους για το δικό μου το μυαλό, γι’ αυτό που θα ήθελα να είναι η οικογένεια. Αυτό που μου περιγράφεις, μοιάζει με μια από τις πλευρές της οικογένειας μου που σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω. Όλο αυτό μοιάζει με μια άσχημη ίωση για την οποία δεν υπάρχει αντιβίωση» είπε η Ανδριάνα.

«Καταλαβαίνω» προσπάθησε να πει ο Μανώλης, η γυναίκα όμως δεν τον άφησε.

«Δεν καταλαβαίνεις Μανώλη, όπως δεν καταλαβαίνω εγώ εσάς. Βλέπεις υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ μας» είπε και σταμάτησε για να πάρει μια βαθειά ανάσα.

«Ποια είναι η τόσο μεγάλης μας διαφορά;» ρώτησε ο Μανώλης.

«Δεν έχω παντρευτεί. Αρνήθηκα. Δεν έχω κάνει παιδί συνειδητά και δεν το έχω μετανιώσει» είπε.
«Γιατί;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Γιατί …» η Ανδριάνα συγκράτησε τις λέξεις της.
«Μην σταματάς, συνέχισε» την παρότρυνε.
«Φοβάμαι μην σε προσβάλω και θα το κάνω ακούσια αλλά θα το κάνω» μονολόγησε η γυναίκα.
«Για συνέχισε, αρχίζει κι έχει ενδιαφέρον όλο αυτό» είπε ο Μανώλης δοκιμάζοντας μια μπουκιά από τα φρέσκα ζυμαρικά.

Η Ανδριάνα τον κοίταξε κατάματα. «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το μοντέλο ζωής, δεν το καταλαβαίνω, το νοιώθω ως μέγα λάθος, για εσάς, για τα παιδιά σας. Μην το πάρεις προσωπικά, ούτε την ιστορία σου ξέρω, ούτε έχω δικαίωμα να σε κρίνω. Όμως να πώς να σου το πω, η ψυχή μου και το μυαλό μου δεν το εγκρίνουν. Όχι για εσένα αλλά για όλους μας. Είναι λάθος Μανώλη, ένα κοινωνικό λάθος. Εσείς με τις πράξεις σας κι εγώ με την σιωπή και την ανοχή μου, μεγαλώνουμε λάθος τα παιδιά» είπε θλιμμένα.

Ο Μανώλης είχε ενοχληθεί.

«Δεν είσαι σε θέση να κρίνεις Ανδριάνα» είπε.
«Στο είπε ότι θα ενοχληθείς Μανώλη. Τα πυρά δεν ήταν για εσένα, είναι γι’ αυτό που κάθε μέρα ζω» απάντησε και έκανε μια κίνηση να του πιάσει το χέρι πάνω στο τραπέζι. «Δεν μπορώ να σου περιγράψω τη ζωή που ζουν τα δυο μου ξαδέλφια, δεν έχω δικαίωμα αλλά αν μιλούσατε, είμαι σίγουρη ότι θα βρίσκατε πολλά κοινά. Μπορώ όμως να σου εξηγήσω την άλλη πλευρά του νομίσματος. Την άλλη πλευρά του φεγγαριού. Τι λες; Θέλεις να με ακούσεις;» ρώτησε χαμογελώντας.

Η αχνιστή πίτσα με την λεπτεπίλεπτη ζύμη μόλις είχε φτάσει. Αυτή τη φορά, κανείς δεν προσπάθησε να είναι ευγενής με τον σερβιτόρο. Στο τραπέζι μόλις είχε πέσει η σιωπή της πίκρας και της αμηχανίας.

«Αλήθεια τι περίμενα;» αναρωτιόταν από μέσα της η Ανδριάνα.

«Που είχαμε μείνει;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Σε ρώτησα αν θέλεις να ακούσεις την δική μου άποψη» είπε δειλά η Ανδριάνα.

Ο Μανώλης κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Είμαι σίγουρη ότι θα χρειαστούμε και δεύτερο μπουκάλι chianti» είπε η γυναίκα προσπαθώντας να δώσει ένα πιο χαλαρό τόνο.

Καθάρισε το λαιμό της και χαμογέλασε τον Μανώλη. «Δώσε μου το χέρι σου» είπε και του κράτησε το χέρι πάνω στο τραπέζι. «Δεν είμαι κριτής, μην με παρεξηγήσεις, ούτε μπορώ να γνωρίζω τι θα έκανα αν η ζωή τα έφερνε να ζήσω μια ζωή σαν την δικιά σας, ξέρω μόνο τι αποφάσισα να ζήσω εγώ. Τι επέλεξα και για ποιο λόγο αλλά και τι έτυχε στο διάβα μου. Μπορώ να σου μιλήσω για τα όνειρά μου, τα θέλω μου, γι’ αυτά που νοιώθω και καταλαβαίνω αλλά και για τα άλλα που δεν καταλαβαίνω. Υπάρχει όμως ένα σημείο που απ’ ότι καταλαβαίνω, στέκι σαν αγκάθι ανάμεσά μας και αυτό είναι η αλήθεια, η δικιά μου αλήθεια και πονάει, χωρίς να θέλω να σε πονέσω. Έτσι λοιπόν έχουμε δυο επιλογές, ή να συνεχίσω να μιλάω και να σου πω τι νοιώθω κι ό,τι κι αν συμβεί από εδώ και μπρος να είναι ξεκάθαρο, ή να συνεχίσουμε να πίνουμε το chianti μας και να περάσουμε μια ευχάριστη αλλά αδιάφορη βραδιά. Η επιλογή τώρα είναι δικιά σου» είπε.

«Ξέρω, πως όταν σου πρότεινα να βγούμε είχα κατά νου μια όμορφη βραδιά. Ανάλαφρη, ξεκούραστη αλλά η αλήθεια είναι ότι με έχεις κάνει να νοιώθω περιέργεια για το τι έχεις στο κεφάλι σου» αποκρίθηκε ο άνδρας.

«Ας μιλήσουμε για εμένα. Για τα όνειρά μου αλλά και για την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζω. Ας μην το δούμε ως κριτική αλλά ας κρατήσουμε τα γεγονότα» είπε η Ανδριάνα.

Ο Μανώλης συμφώνησε και έκανε μια κίνηση για να τους φέρουν άλλο ένα μπουκάλι κρασί.

«Θα το χρειαστούμε» είπε.

«Θέλω μια όμορφη σχέση. Με έναν άντρα που θα μπορώ να μοιράζομαι τα μυστικά μου, να γυρνάω σπίτι, να βάζω το κλειδί στην πόρτα και να γεμίζει η καρδιά μου χαρά. Να μαγειρεύω για δύο και να είναι σαν να μου έχεις χαρίσει τον παράδεισο. Κουράστηκα Μανώλη, ακόμα και να βγαίνω με τις φίλες μου δεν μου λέει απολύτως τίποτα. Πόσα να πούμε πια; Και να σου πω και κάτι, αν δεν θέλεις να πιείς ένα ποτήρι κρασί με τον σύντροφό σου και να μοιραστείς την καθημερινότητά σου, με τις καλές και τις πιο δύσκολες στιγμές της, τότε με ποιόν θα τα κάνεις αυτά; Αν δεν θέλεις να χορέψεις το fly me to the moon στην αγκαλιά του, να πας μια βόλτα στο Σούνιο, να γεμίσεις ένα ποτήρι με ούζο, να ξυπνήσετε αγκαλιά, να μοιραστείτε έναν καφέ από το ίδιο φλιτζάνι και να φτιάξετε παρέα ένα όμορφο πρωινό, τότε γιατί να λες ότι έχεις σχέση; Μια βόλτα με τα πόδια, ένα ταξίδι στο εξωτερικό χωρίς να χρειάζεσαι την παρέα ενός κολλητού για να περάσεις καλά. Κολλητός να είναι το άλλο σου μισό, ο συνοδοιπόρος σου, η αγκαλιά σου. Ο άνθρωπος που κοιμάται στο διπλανό σου μαξιλάρι και σε κάνει να χαμογελάς μόνο και μόνο η σκέψη του αλλά και το ροχαλητό του.  Να θέλεις να κάνεις βλακείες μαζί του και να μην σε νοιάζει, η εποχή, η ηλικία παρά μόνο το χαμόγελό του. Κατάλαβες;» ρώτησε η Ανδριάνα και το πρόσωπο της ήταν κόκκινο από την ένταση και πριν προλάβει ο Μανώλης να απαντήσει, η γυναίκα συνέχισε «να ταξιδέψω μαζί του τον κόσμο όλο, της ζωής, των ονείρων και των κοινών θέλω μας και συγχώρα με αν δεν μπορώ να σε καταλάβω αλλά πιστεύω μετά από την διαδρομή ζωής που έκανα, ότι μου αξίζει το καλύτερο, γιατί πάλεψα και παλεύω γι’ αυτό Μανώλη» είπε και έβαλε λίγο chianti στο στόμα της.

«Ουάου» είπε ο άντρας.
«Αυτό δεν είναι απάντηση» είπε η Ανδριάνα.
«Έχεις δίκιο αλλά απέχει τόσο πολύ από την δικιά μου πραγματικότητα» είπε ο Μανώλης κοιτάζοντας το ποτήρι με το κρασί του.
«Ποια είναι η δικιά σου πραγματικότητα;» τον ρώτησε.

Ο Μανώλης κοίταξε για λίγο έξω από το μεγάλο παράθυρο.

«Έφυγα από το σπίτι μου όταν γνώρισα την γυναίκα μου την Πηνελόπη. Μια εντυπωσιακή γυναίκα, τουλάχιστον τότε έτσι μου είχε φανεί. Θα πρέπει να ήμουν εικοσιπέντε ετών. Μπροστά στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειάς μου, η ζωή της Πηνελόπης έμοιαζε σαν παραμύθι». Γέλασε. «Τόσο μυαλό είχα, τόσα ήξερα και τόσα έκανα. Παντρευτήκαμε γρήγορα. Ένα πράγμα είναι σίγουρο, ούτε εγώ για την Πηνελόπη ήμουν ο έρωτας της ζωής της αλλά ούτε και η Πηνελόπη για εμένα» είπε και η Ανδριάνα τον διέκοψε.

«Τότε γιατί; Γιατί παντρευτήκατε;» ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Ο Μανώλης έβγαλε έναν κοροϊδευτικό ήχο. Τον εαυτό του κορόϊδευε.

«Γιατί τότε, νομίζαμε και οι δύο ότι θα ξεφύγουμε από τις οικογένειές μας. Αυτή είναι η πραγματική αλήθεια» είπε και κοίταξε την Ανδριάνα που το πρόσωπό της ήταν γεμάτο από τις ρυτίδες που σχηματίζει η απορία.

«Τόσο η Πηνελόπη, όσο κι εγώ πιστεύαμε ότι με τον γάμο αυτό θα ησυχάζαμε από τις πατρογονικές μας οικογένειες κι έτσι θα μπορούσαμε να ζήσουμε τη ζωή μας όπως ακριβώς θέλαμε. Μόνο που έκανα λάθος. Η Πηνελόπη δεν  μπόρεσε ποτέ να ξεκολλήσει από το διώροφο που στο ισόγειο ζούσαν και ζουν οι γονείς της, μπαινοβγαίνοντας στο σπίτι μας, με τα κλειδιά τους ό,τι ώρα τους ερχόταν στο κεφάλι κι εγώ από πλευράς μου βολεύτηκα σε κάτι που έμοιαζε άπιαστο όνειρο για εμένα τότε. Ένα σπίτι εκατόν πενήντα τετραγωνικών που έμελε να είναι η φάκα μας» είπε.

«Ξεπουλήσατε τις ζωές σας, αντί να σηκωθείτε να φύγετε, να σπουδάσετε και να κρατήσετε υπερήφανα τους δίσκους του σερβιτόρου» είπε η Ανδριάνα κουνώντας το κεφάλι.

«Σωστά» συμφώνησε ο Μανώλης.
«Και το παιδί; Πως ήρθε;» ρώτησε η Ανδριάνα.
«Με τον πελαργό εννοείται» απάντησε ο Μανώλης και έβαλαν και οι δύο τα γέλια.

«Η πίτσα θα παγώσει» είπε η Ανδριάνα και έπιασε ένα κομμάτι με το χέρι και το έβαλε στο στόμα της. «Ξέρεις τι θέλω;» ρώτησε μπουκωμένη τον Μανώλη.
«Τι;» ρώτησε ο άντρας.
«Να πληρώσουμε και να πάμε κατευθείαν σπίτι μου, για μια ζωή χωρίς αύριο» του είπε και τον άφησε να την κοιτάζει αποσβολωμένος.
«Μπορείς;» ρώτησε απροκάλυπτα. Το γνώριζε ότι είχε ζαλιστεί…

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here