Φώναξε μέσα στον ύπνο της από μια καρπαζιά που ένοιωσε τόσο δυνατή, που δεν κατάλαβε από πού της ήρθε. Τον πόνο στο κεφάλι ένοιωσε μόνο.

«Γιατί με χτυπάς;» ρώτησε ταραγμένη όταν κατάλαβε ότι ήταν το χέρι του Μανώλη που κοπανιόταν πάνω στο μαξιλάρι της.

Ο άντρας μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και συνέχισε τον ταραγμένο ύπνο του. Η Ανδριάνα έκατσε παράμερα τρίβοντας την κορυφή του κεφαλιού της και παρατηρώντας τον Μανώλη να βυθίζεται στον ύπνο και στο παραμιλητό.

«Έρμε κι εσύ τι περνάς» μονολόγησε και σηκώθηκε. Έξω χάραζε κι ένας ζεστός καφές θα της κράταγε την καλύτερη παρέα. Οι σκέψεις, της έφερναν πονοκέφαλο, μα περισσότερο απ’ όλα ήταν το αίσθημα του φόβου που είχε τρυπώσει στην ψυχή της.

Ήθελε να φύγει. Να πάρει τον Μανώλη και να εξαφανιστούν, για πόσο όμως; Η φυγή δεν θα την γλύτωνε από τα προβλήματα που κάθε μέρα ξεφύτρωναν απρόσκλητα. Τις λύσεις έπρεπε να βρει.

Άνοιξε τα παράθυρα στο σαλόνι για να γεμίσει το σπίτι από το πρωινό αεράκι. Σήμερα θα κανάκευε τον εαυτό της, ένα ωραίο πρωινό γεύμα μαζί με τον καφέ ήταν ότι της χρειαζόταν. Μετά θα καθόταν ‘’αντικριστά’’ με τον εαυτό της και θα έλεγαν μερικές αλήθειες ή τουλάχιστον θα προσπαθούσε.

Έψησε ένα τοστ με διπλό τυρί και ντομάτα, το έκοψε σε κομμάτια και τα τοποθέτησε με ‘’σκέρτσο’’ στο πιάτο της. Γέμισε τον ξύλινο ζωγραφισμένο στο χέρι δίσκο, με τη φουντωτή μηλιά, με το πιάτο, την καφετιέρα, τις  χρωματιστές χαρτοπετσέτες και την αγαπημένη της πολύχρωμη κούπα. Κοίταξε την εικόνα από μακριά και χαμογέλασε. Κάτι τέτοιες, μικρές και καθημερινές απολαύσεις την έκαναν ευτυχισμένη. Δώρο της μητέρας της αυτή η μαγική ματιά στο φως και την αισιοδοξία.

Ασυναίσθητα άρχισε να τραγουδάει.

«Άσπρα καράβια τα όνειρά μας
για κάποιο ρόδινο γιαλό,
άσπρα καράβια τα όνειρά μας…»

«Συνέχισε μην σταματήσεις, τι όμορφο τραγούδι» ακούστηκε η φωνή του Μανώλη «μπορείς να το βάλεις να το ακούσουμε ολόκληρο;» είπε κάνοντας την εμφάνισή του στο σαλόνι, με ανακατωμένο μαλλί και αγουροξυπνημένος.

Η Ανδριάνα τον φίλησε και δεν του χάλασε χατίρι, μα η φωνή της Καίτης Χωματά και του Μιχάλη Βιολάρη την έκαναν να βουρκώσει. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη πλευρά για να μην την δει ο Μανώλης, έσκυψε κι έκανε ότι μάζεψε ένα σκουπιδάκι.

Καθάρισε τη φωνή της και σηκώθηκε όρθια «θα σου φτιάξω κι εσένα ένα ζεστό τοστ» μέχρι να κάνεις το μπάνιο σου είπε και ο Μανώλης σφυρίζοντας μπήκε στο μπάνιο.

«Να το ξαναβάλεις, θέλω να το ακούσω ξανά» είπε με παιδιάστικη επιθυμία κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.

Δεν ήθελε να του χαλάσει την ημέρα. Ήταν κι εκείνο το όνειρο που είχε δει, ‘’με την κατεστραμμένη γη, το εξαφανισμένο αυτοκίνητό της και τον κόσμο που έτρεχε πανικόβλητος γιατί κανείς δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί, ένα αναπάντεχο γεγονός είχε φέρει την καταστροφή κι εκείνη στεκόταν με τα κλειδιά του χαμένου αμαξιού στο χέρι’’, μόλις το θυμήθηκε κάτι μέσα της σφίχτηκε. «Το άγχος θα είναι» μονολόγησε.

Τι να εξηγούσε στον Μανώλη που πάσχιζε να κρατήσει την ψυχραιμία του, να μάθει τι συνέβαινε στη ζωή του παιδιού του και να τα βγάλει πέρα με την απολυμένη Πηνελόπη. Τα μάτια της όμως έτρεχαν ασταμάτητα.

«Θα μου πεις τι συμβαίνει; Καταλαβαίνω ότι όλα έχουν πέσει στο κεφάλι μας αλλά …»

Η Ανδριάνα πήρε μια βαθειά ανάσα κι εκείνη την ώρα συνειδητοποίησε τι ακριβώς της είχε πονέσει την καρδιά.

«Όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, στην οικογένεια μου ήρθε η οικονομική καταστροφή. Λάθος διάγνωση ανάγκασε τον πατέρα μου να κάνει λάθος κινήσεις και κοντολογίς βρεθήκαμε σε πολύ δεινή κατάσταση.

Σαν έφτασε το καλοκαίρι κι έκλεισαν τα σχολεία με έβγαλαν από το ιδιωτικό που πολύ αγαπούσα και μου ανακοινώθηκε ότι θα πήγαινα στο δημόσιο. Πληγώθηκα αλλά δεν είπα λέξη και καλά έκανα, τι να έλεγα σε δυο ανθρώπους οικονομικά ανήμπορους, τι να ζητούσα; Ήμουν όμως δεσποινίδα και είχα επιθυμίες όπως όλα τα παιδιά, που δυστυχώς, δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Δεύτερη φορά δεν το σκέφτηκα και πήγα τρέχοντας στην Ρόζα και τον θείο τον Γιωργή για να ζητήσω δουλειά στο κατάστημα με τις κλωστές.

Οι άνθρωποι τα έχασαν, δεν είχαν καταλάβει πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση και η Ρόζα βρέθηκε σε δύσκολη θέση απέναντι στον άντρα της και τον αδελφό της. Να μην γίνει φόρτωμα στον μεν να μην προσβάλει τον δε. Ο θείος Γιωργής όμως ήταν άνθρωπος σπαθί . Με πήρε στη δούλεψή του αμέσως λέγοντας ‘’και τι φαντάζεστε; Ότι τα αγόρια μου θα ασχοληθούν με κλωστές και κουβαρίστρες; Αυτό το μαγαζί είναι ότι πρέπει για την Ανδριάνα’’ κι έτσι ήσυχα ξεκίνησα να δουλεύω. Χρύσωνε το χάπι ο άνθρωπος με απίστευτη αξιοπρέπεια!

Η μητέρα μου όμως μπήκε στη μέση γιατί ήταν αντίθετη να ξεκινήσω τη δουλειά από τόσο μικρή. «Τα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας είναι τα πιο σπουδαία απ’ όλα» έλεγε «μην τα χάσεις παιδί μου, να τα ζήσεις κι εμείς θα τα βγάλουμε πέρα, μην σε νοιάζει». Εγώ ήθελα να μην είμαι βάρος κι εκείνη τη χρονιά, είχα βάλει στο μάτι να αγοράσω ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου πολύ ακριβά για το βαλάντιο μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω κάτι τέτοιο.  Βλέποντας εμένα το πόσο αποφασισμένη ήμουν, ζήτησε στον θείο μου να μου δίνει τα μισά λεφτά από τον κανονικό μισθό. «Είναι μικρή, δεν θα ξέρει να κάνει κουμάντο» είχε πει και οι όλοι οι μεγάλοι συμφώνησαν.

Στο μαγαζί δούλευε άλλη μια κοπέλα, η Μαρία, η οποία κάθε πρωί έβαζε την ίδια κασέτα με μουσική από το νέο κύμα. Έπαιρνα έναν καφέ, μια τυρόπιτα κι έμπαινα στο μαγαζί στις οκτώ η ώρα ακριβώς. Πιάναμε σκούπες, φαράσια, ξεσκονόπανα και τραγουδάγαμε και κάθε φορά που άκουγα το ‘’άσπρα καράβια τα όνειρά μας’’ γέμιζε η ψυχή μου με χαρά και αισιοδοξία. Έκανα όνειρα για τη ζωή μου κι ένοιωθα ότι όλος ο κόσμος μου ανήκει. Παιδί! Σήμερα, ακούγοντας το τραγούδι αυτό, συνειδητοποίησα ότι τα όνειρα μου χαθήκαν όλα κι όσα στραβά κι ανάποδα αναγκάστηκα να ζήσω, για τα χαμένα μου όνειρα φταίω μόνο εγώ. Κατάλαβες;»

Ο Μανώλης είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και το τοστ στον αέρα.

«Πήγες στα δεκαπέντε σου κι έπιασες δουλειά μόνη σου;» ρώτησε έκπληκτος.
«Ναι» απάντησε με φυσικότητα η Ανδριάνα.
«Για αυτό είσαστε τόσο δεμένοι με τον Σπύρο, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω» είπε και  συνέχισε «καταλαβαίνω κι άλλα …» και μετά σιώπησε, ντύθηκε κι έφυγε σχεδόν αθόρυβα, μουδιασμένα, με το κεφάλι σκυφτό.

Ένας πατέρας αντιμέτωπος με συγκρίσεις. «Λάθος» σκέφτηκε η Ανδριάνα, «άλλες γενιές, άλλες συνήθειες, τι συγκρίνουμε δεν ξέρω. Μα από την άλλη πως είναι δυνατόν να τον καταλάβω; Εγώ παιδί δεν έχω, ο ρόλος που διάλεξα στη ζωή μου ήταν άλλος».

Γύρισε στον καναπέ και γέμισε το φλιτζάνι της με αχνιστό καφέ. Τώρα ήρθε η ώρα να βάλει τα δικά της κομμάτια στην θέση τους κι έτσι άρχισε να αναλογίζεται τη ζωή και τις ευθύνες της. Ποιές ευθύνες της όμως; Εκείνη είχε αποφασίσει να ζήσει σαν ελεύθερο πουλί και μετά τον θάνατο του πατέρα και της μητέρας της, αν κάποιος έπρεπε και όφειλε στον εαυτό του να ζήσει ξέγνοιαστα, αυτή ήταν η ίδια, γιατί έτσι αποφάσισε, γιατί έτσι ορκίστηκε στον εαυτό της, γιατί έτσι ονειρεύτηκε. Αντί γι’ αυτό όμως πήγε κι έκανε ακριβώς το αντίθετο. Μάζευε δίπλα της κάθε προβληματική κατάσταση και την έκανε κομμάτι της ζωής της.

Μετά το περαστικό με τον Σπύρο στο Λαϊκό, πήρε τηλέφωνο τον οικογενειακό τους γιατρό και του εξήγησε τι είχε συμβεί.

«Ένα λιποθυμικό επεισόδιο δεν είναι κάτι που μπορούμε να το αψηφήσουμε. Ο Σπύρος πίνει κι απ’ τις εξετάσεις του υποθέτω ότι μπορεί να πάσχει από καρδιακή ανεπάρκεια. Θα ήταν καλό να τον δει ένας εξειδικευμένος συνάδελφος. Ξέρεις Ανδριάνα, η καρδιακή ανεπάρκεια σε ανθρώπους που έχουν θέμα με το αλκοόλ μπορεί να μην είναι αναστρέψιμη και πολλές φορές οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια και μετά έρχεται το τέλος. Κρίμα γιατί είναι νεότατος» είχε πει.

Τα μαντάτα την βρήκαν προετοιμασμένη αλλά δεν ήξερε τι να κάνει. Για να ενημερώσει την Ρόζα, ούτε κουβέντα, θα ταλαιπωρούσε την ήδη βεβαρυμμένη υγεία της με πόνο ανελέητο, γιατί πως να το κάνουμε, όλο αυτό αφορούσε το παιδί της. Είχε σηκώσει το τηλέφωνο και προσπάθησε να μιλήσει σοβαρά με τον Σπύρο. Δεν κατάφερε τίποτα,  ο ίδιος δεν ήθελε να παραδεχθεί την αλήθεια.

«Ψυχολογικό είναι, με σύγχυσε η Στέλλα» είχε πει προσπαθώντας να ξεφύγει από την επιθυμία της Ανδριάνας να πάνε να δούνε αυτόν τον συγκεκριμένο γιατρό. «Θα πάω αν μου απαντήσετε στα εξής ερωτήματα, στο νοσοκομείο δεν θα το έβρισκαν;»
«Μα σε εφημερία, με γιατρούς που δεν είναι η ειδικότητά τους;»
«Καλά, ο παθολόγος που με εξέτασε μια εβδομάδα πριν δεν θα το έβρισκε;»
«Με ρωτάς πράγματα που δεν είμαι σε θέση να απαντήσω Σπύρο. Ούτε γιατρός είμαι, ούτε γνωρίζω. Θα ακολουθούσα την συμβουλή του ειδικού».
«Ψυχολογικό είναι, στο λέω και δεν με ακούς και στην τελική εσύ φοβάσαι, εγώ ξέρω τι μου συμβαίνει. Για να σου κάνω τη χάρη και μόνο γι’ αυτό, πάρε εσύ τηλέφωνο από εβδομάδα, κλείσε το ραντεβού, μάθε πόσο κοστίζει η επίσκεψη και βλέπουμε».

Για να της κάνει τη χάρη! Η Ανδριάνα ένοιωσε μέσα της να καταρρέει όταν συνειδητοποίησε ότι είχε δώσει δικαίωμα σε όλους να την χρησιμοποιούν ως παραπαίδι της ζωής τους και τότε, χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, τηλεφώνησε κι έκλεισε ραντεβού με την Βέρα για την ίδια μέρα το μεσημέρι. «Αφού δεν μπορώ να βάλω εγώ σε τάξη τη ζωή μου, θα προσλάβω τον προσωπικό μου χωροφύλακα» είπε κι ένοιωσε καλύτερα γιατί το να παραδεχθεί την αδυναμία της ήταν ένα βήμα. «Θέλω να ζήσω» είπε δυνατά και σήκωσε ψηλά το κεφάλι.

Έστρωσε το κρεβάτι, τακτοποίησε λίγο την κουζίνα και έριξε μια ματιά στο σπίτι. Έβαλε τα ρούχα στη ντουλάπα, τίναξε τα μαξιλάρια του καναπέ και αμέσως μετά άνοιξε το ραδιόφωνο, για να πλημμυρίσει η μουσική το σπίτι. Έκανε  δώρο στον εαυτό της, την πολυτέλεια να ασχοληθεί μόνο μαζί του και με την φροντίδα του. Έκλεισε τα τηλέφωνα της, ίσως για πρώτη φορά στη ζωής της και χαλάρωσε κάνοντας ένα ζεστό μπάνιο με την ησυχία της. Άπλωσε κρέμα σε όλο της το σώμα, φόρεσε τα αγαπημένα της ζεστά ρούχα, πήρε χαρτί και μολύβι και άρχισε να γράφει ό,τι της βασάνιζε το μυαλό κι έκανε την ψυχή της να πονάει.

Έγραφε, έσβηνε μέχρι που το πήρε απόφαση να αφήσει τον εαυτό της ελεύθερο και να εκφράσει κάθε της σκέψη, χωρίς να μπαίνει μπροστά το σωστό ή λάθος. Η συνταγή αυτή είχε πάντα επιτυχία. Βγήκαν όλα στην επιφάνεια, οι φόβοι, οι ανασφάλειες, οι αγωνίες, τα παράπονα και τα ατελείωτα κουτιά με πίτσες.

Δάγκωσε αφηρημένα το μολύβι της. «Δηλαδή τι διαφορά έχω από τον Σπύρο; Εκείνος την αδυναμία του την ‘’πίνει’’ κι εγώ την ‘’τρώω’’ άρα…». Η απάντηση που της ήρθε άμεσα δεν της άρεσε καθόλου. «Αυτοεκτίμηση μηδέν εις το πηλίκο». Κοίταξε το ρολόι της, η ώρα είχε περάσει, έκλεισε το μπλοκ με τα γραπτά της και το έβαλε στην τσάντα της. Άνοιξε την ντουλάπα της αποφασισμένη να ντυθεί όμορφα, για τον εαυτό της, για την άνοιξη που ήταν αναποφάσιστη αν θα ερχόταν ή όχι φέτος κι αν θα έδινε τη θέση της στο καλοκαίρι ή στο χειμώνα. Ούτε τι ήθελε να φορέσει ήξερε, ούτε αν χωρούσε στα ρούχα της γνώριζε.

Το κολάν ήταν η καλύτερη λύση για αυτές τις περιπτώσεις. Ένα μακρύ φαρδύ ελαφρύ πουλόβερ, ένα πολύχρωμο μαντήλι στο λαιμό και το αγαπημένο της μενταγιόν, ‘‘χαϊμαλί’’ που της έλεγε η Ρόζα, με ροζ χαλαζία που κατέληγε σε μια σφυρήλατη ασημένια καρδιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, φόρεσε το δαχτυλίδι που της είχε αγοράσει ο Μανώλης από ένα ταξίδι στο εξωτερικό, χαμογέλασε στον εαυτό της και τσίμπησε το μάγουλό της. «Ζουμπουρλίτσα μου εσύ» είπε, έδωσε μια ξυλιά στον πισινό της, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου, πήρε την τσάντα της κι έφυγε από το σπίτι.

Για το γραφείο της Βέρας πήρε ένα ταξί. Ούτε να οδηγήσει ήθελε, ούτε να στριμωχτεί περισσότερο. Η σημερινή ημέρα ήταν αφιερωμένη στον εαυτό της.

Μπήκε στο γραφείο της Βέρας και ένοιωσε να ηρεμεί. Αυτός ο χώρος εξέπεμπε μια γαλήνη και έκανε το μυαλό της να αδειάζει από σκέψεις.

Χώθηκε στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα και περιμένοντας την βοηθό της Βέρας να τους φέρει τον δίσκο με τους καφέδες είπαν τις καθιερωμένες τετριμμένες κουβέντες.

«Τι σε φέρνει εδώ;» ρώτησε η Βέρα και η Ανδριάνα πριν προλάβει να ανοίξει την τσάντα της και να βγάλει το μπλοκ της, είχε αρχίσει να μιλάει.

Ένα χείμαρρος λέξεων, συναισθημάτων, γεγονότων, παραπόνων, ερωτηματικών αλλά και θυμού ξεχύθηκε από τα σωθικά της.

Η Βέρα την άκουγε με προσοχή, σημειώνοντας ότι έκρινε ότι έπρεπε να γράψει αμίλητη.

Η Ανδριάνα κατάλαβε ότι η ίδια είχε τελειώσει με αυτά που ήθελε να πει όταν άφησε να βγει ο αέρας από τα πνευμόνια της με πίεση.

Άνοιξε το μπλοκ της και γέμισε το φλιτζάνι της με καφέ και κοίταξε την Βέρα στα μάτια περιμένοντας να ακούσει αυτά που θα της έλεγε.

«Ξέρεις ότι σε φωνάζω λουλουδένια και αγγελουδένια μου. Σε λέω έτσι γιατί ξέρω πως ότι κάνεις και για όσους τρέχεις, η αφετηρία είναι η ανάγκη σου είναι να κάνεις την καλή σου πράξη. Εδώ όμως υπάρχει κάτι καλά κρυμμένο που θα προσπαθήσω να στο εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται. Εγωισμός» είπε και σταμάτησε για να δει τις αντιδράσεις της Ανδριάνας η οποία την κοιτούσε με λαχτάρα. Είχε γίνει σαν σφουγγάρι που ρουφούσε την κάθε της λέξη.

«Βιώνεις το άλλο πρόσωπο του εγωισμού».
«Είναι εγωισμός να θέλω να βοηθάω αυτούς που αγαπάω;» ρώτησε.
«Όχι, εγωισμός είναι ο πόνος που εισπράττεις όταν δεν κάνουν αυτό που τους λες, όπως ο Σπύρος με το ποτό. Θα χρειαστεί να τα ξεχωρίσεις μέσα σου για να μπορέσεις να προχωρήσεις μπροστά».
«Βέρα μισό λεπτό γιατί δεν καταλαβαίνω τίποτα».
«Θέλεις να βοηθήσεις τον Σπύρο να σταματήσει να πίνει, σωστά;»
«Φυσικά».
«Τι έχεις κάνει εσύ γι’ αυτό;»
«Τι εννοείς;»
«Θα σου πω. Τον έχεις πάρει από το χέρι κι εδώ κυριολεκτώ και τον έχεις πάει παντού. Σε γιατρούς, σε ψυχολόγο, σε ψυχίατρο, στους Ανώνυμους Αλκοολικούς όπου τελικά δεν μπόρεσε να σταθεί γιατί του δημιουργούσαν ψυχοπλάκωμα. Πήρε χάπια, έκοψε το ποτό για κάποιους μήνες και μετά με την πρώτη δυσκολία το άρχισε από την αρχή. Εσύ αυτά που είχες να κάνεις Ανδριάνα, τα έκανες και με το παραπάνω. Αυτό που πρέπει να καταλάβεις είναι ότι ο Σπύρος είναι ενήλικας κι αυτό να μην το ξεχάσεις μέχρι το τέλος της κουβέντας μας.

Έβαλες τη ζωή σου στο περιθώριο για να φροντίσεις αρχικά τον πατέρα σου και στη συνέχεια τη μητέρα σου. Καλά έκανες και μπράβο σου αλλά μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια και βάλε, εσύ δεν έζησες. Ξέρεις τι έκανες; Έβγαζες καμιά φορά το πόδι από το ‘’συρματόπλεγμα’’ που είχες στήσει γύρω σου και νόμιζες ότι έτσι ζούσες. Θυμάσαι να υποθέσω…»

«Ναι βέβαια» είπε και χαμογέλασε.

«Μόνο που ένα ταξίδι στα κλεφτά, αραιά και που και μια κοριτσίστικη τρέλα Ανδριάνα, δεν φτάνουν για να πούμε ότι ζήσαμε. Η ζωή είναι δώρο και δεν την χαραμίζουμε.

Που μπαίνει ο εγωισμός τώρα. Να ξεκινήσουμε προσδιορίζοντας ότι έχει πολλά πρόσωπα και το πιο κοινό είναι αυτό που ακούμε συχνά-πυκνά, προτάσεις που ξεκινούν με τη λέξη εγώ. ‘’Εγώ έκανα αυτό, εγώ πήγα εκεί, εγώ να δεις τι πέρασα, εγώ, εγώ, εγώ’’. Είναι αυτοί που σου παίρνουν την θέση στο παρκάρισμα, τα παιδιά που δεν σηκώνονται στο μετρό και με πιο απλά λόγια, ‘’αυτοί που σπρώχνουν με τους αγκώνες και λένε κάντε άκρη να διαβώ’’ ή το πολύ μοντέρνο ‘’γιατί μπορώ’’.

Υπάρχει όμως και μια ύπουλη μορφή εγωισμού, ‘’το εγώ στο είπα κι έτρεξα να σε σώσω κι εσύ δεν σώθηκες’’ κι αυτό συμβαίνει σε εσένα».

Η Ανδριάνα είχε μείνει αποσβολωμένη.

«Μου λες δηλαδή ότι όλα αυτά τα κάνω για να ικανοποιήσω τον εγωισμό μου;»

«Όχι, σου λέω ότι όλα αυτά τα κάνεις γιατί έχεις καλή πρόθεση ειδικά για τους ανθρώπους που αγαπάς, όταν όμως δεν κάνουν αυτά που εσύ τους ζήτησες για να σωθούν, τότε ο δικός σου ο εγωισμός πληγώνεται, γιατί δεν παίρνει τη χαρά και δεν ικανοποιείται ότι τελικά ο κόπος σου δεν έπιασε τόπο. Έτσι λοιπόν, στρέφεσαι ενάντια στον εαυτό σου, δημιουργείς ενοχές, συναισθήματα θυμού αλλά και ό,τι μπορείς για να μειώσεις την αξία σου κι όλα αυτά γιατί ένας ενήλικας δεν έκανε αυτό που του πρότεινες.

Πρέπει να καταλάβεις Ανδριάνα ότι ο εγωισμός είναι ένα δαιμόνιο που μας τρώει την ψυχή. Το δικό σου δε, έχει πάρει και το πρόσωπο της καλοσύνης γιατί μόνο έτσι θα μπορούσες να το δεχθείς».

Η Ανδριάνα είχε αρχίσει να ασπρίζει.

«Είσαι καλά να συνεχίσω;» ρώτησε η Βέρα και η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Δεν μπορείς να σώσεις κανέναν άνθρωπο αν δεν το θέλει ο ίδιος. Ο κάθε ένας από εμάς είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του αλλά και για τις αποφάσεις του. Εσύ έκανες ότι καλύτερο μπορούσες άρα θα πρέπει να ‘’ελευθερώσεις’’ τη συνείδησή σου.

Αν ο Σπύρος έχει αποφασίσει να πίνει είναι δικό του θέμα Ανδριάνα κι εσύ έχεις υποχρέωση απέναντι στο εαυτό σου πρώτον να το δεχθείς και δεύτερον να σταματήσεις να νιώθεις τον πόνο».

«Δηλαδή, θέλω να πω, πως γίνεται αυτό;»

«Τι μου είπες στην αρχή θυμάσαι; Ότι ένοιωθες ότι πέρασε από πάνω σου μπουλντόζα, γιατί; Γιατί είδες τον ξάδελφό σου σε αυτή την κατάσταση. Ανθρώπινο αλλά έχεις καταναλώσει πάνω από τη μισή σου ζωή για να σώζεις τους άλλους. Τώρα ήρθε η ώρα να σώσεις τον εαυτό σου και στο ορκίζομαι ότι είναι το πιο δύσκολο κομμάτι».

«Και πως γίνεται αυτό;»

«Δεν είναι εύκολο, όποιος ισχυριστεί το αντίθετο θα πει ψέματα. Θέλει εξάσκηση, καθημερινή και ατελείωτη.

Πρώτα απ’ όλα. Αν ο Σπύρος θέλει να πάει στο γιατρό, να πάρει ο ίδιος τηλέφωνο. Αν πάρεις εσύ, απλώς θα σου έχει κάνει ‘’τη χάρη’’ όπως σου είπε και δεν πρόκειται να ακολουθήσει ούτε τις οδηγίες του γιατρού, γιατί δεν έχει πεισθεί και στην τελική ανάλυση μπορεί να μην τον ενδιαφέρει να ‘’σώσει’’ τον εαυτό του. Μπορεί να μην τον ενδιαφέρει να ζήσει τη ζωή του χωρίς αλκοόλ  γιατί αν πραγματικά τον ενδιέφερε κάτι θα είχε κάνει, θα το πάλευε αλλά βλέπεις είναι πιο εύκολο να μας φταίει πάντα ο διπλανός μας και ποτέ ο εαυτός μας.

Εσύ λοιπόν τώρα έχεις μια αποστολή. Να μάθεις να ξεχωρίζεις την ήρα από το στάρι. Το συναίσθημα από τις πράξεις. Μπορείς να βοηθάς τους ανθρώπους γύρω σου και ταυτοχρόνως να μην πονάς.

Όλοι αυτοί οι επιστήμονες που ασχολούνται με τον ανθρώπινο πόνο, δεν θα μπορούσαν να καταφέρουν τίποτα αν ένοιωθαν όπως εσύ. Καταστρέφεις και τον εαυτό σου και την αποστολή σου» είπε κι σταύρωσε τα χέρια της με τα όμορφα μακριά δάχτυλα της πάνω στο γραφείο της.

Η Ανδριάνα ήθελε λίγο χρόνο να συνέλθει. Γέμισε ένα ποτήρι νερό από το γυάλινο κανάτι και το ήπιε μονορούφι.

«Μα θα γίνω ρομπότ;» ρώτησε.

Η Βέρα γέλασε. «Θα γίνεις ένας άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και επιτέλους θα μάθεις να απολαμβάνεις την κάθε σου ημέρα απαλλαγμένη από τα ζιζάνια της ψυχής σου.

Δεν επιτρέπεται σε κανέναν από εμάς να ζει δημιουργώντας μέσα του τύψεις και ενοχές για τα προβλήματα των άλλων. Ξεκαθάρισέ το Ανδριάνα, ο κάθε ένας από εμάς είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και όχι δεν έχει δικαίωμα να κλαίγεται στις πλάτες κανενός. Εσύ κάνεις πέρα τον εαυτό σου για να ζήσουν οι άλλοι και τελικά αυτό που καταφέρνεις είναι να τους ακολουθείς στο δικό τους γκρεμό και μόλις εσύ πέσεις, όλοι αυτοί θα βρουν άλλο ‘’θύμα’’ και θα σε ξεχάσουν με τη μια.

Σε ξέρω τόσα χρόνια και πράγματι αναρωτιόμουν πότε θα ‘’σκάσεις’’ πότε θα γίνει η εσωτερική σου έκρηξη και πότε θα αποζητήσεις να ζήσεις ανάλαφρα, χωρίς τύψεις και να που τώρα η ώρα ήρθε, απλώς άργησε λιγάκι αλλά ήρθε και κρατάμε αυτό».

«Δεν είχα σκεφτεί ποτέ τίποτα απ’ όλα αυτά» μονολόγησε η Ανδριάνα που κοίταζε ακόμα σχεδόν υπνωτισμένη τη Βέρα. «Δηλαδή πρέπει …» είπε και κόμπιασε.

«Δηλαδή είσαι ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου Ανδριάνα, χωρίς άλλες αναβολές και δικαιολογίες. Να ανοίξεις τα φτερά σου και να πετάξεις όσο πιο ψηλά μπορείς κι άσε τους άλλους να κλαίγονται» είπε η Βέρα αυστηρά.

Η Ανδριάνα σηκώθηκε όρθια και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της.

«Δηλαδή είμαι ελεύθερη» είπε μην πιστεύοντας και η ίδια τις λέξεις που ξεστόμισε.

«Όχι μόνο ελεύθερη αλλά δεν πρέπει να συνεχίσεις να κάνεις τα λάθη της Ρόζας και της μητέρας σου».

«Τι εννοείς;»

«Υπερπροστασία. Μόνο που σήμερα είπαμε πολλά και θα χρειαστείς χρόνο για να τα επεξεργαστείς» είπε καθώς της άνοιγε την πόρτα.

Η Ανδριάνα κατέβηκε τις σκάλες σχεδόν παραπατώντας. Βγήκε στο δρόμο και δεν ήξερε προς τα που να πάει. Το κεφάλι της ήταν γεμάτο με φρέσκες πληροφορίες και χρειαζόταν χρόνο για να βάλει το μυαλό της σε τάξη. Ούτε με τον Μανώλη ήθελε να μιλήσει, ούτε να ακούσει τον Σπύρο, μα ούτε και την Ρόζα. Ούτε για τη δουλειά της ήθελε να ακούσει λέξη. Σήκωσε το χέρι και σταμάτησε ένα ταξί.

«Στην Πεντέλη παρακαλώ» είπε και ένοιωσε το πρώτο αίσθημα ανακούφισης.

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here