«Είσαι με τα καλά σου; Τον έδιωξες τον άνθρωπο;»

«Κοίτα να σου πω αγάπη μου» είπε η Ρόζα με ανασηκωμένα τα φρύδια και παίζοντας ταυτόχρονα με τα δαχτυλίδια της, «τα πράγματα είναι απλά και συγκεκριμένα».

«Με έχεις βγάλει από τα ρούχα μου» φώναξε η Ανδριάνα πιάνοντας με τις παλάμες το κεφάλι της.

«Το καλό που σου θέλω είναι να ηρεμήσεις» είπε η θεία της ρουφώντας μια γουλιά από το ρόφημά της. «Θέλεις την ρώτησε;» και της έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού της την τσαγιέρα που ακόμα άχνιζε.

«Τι είπες στον άνθρωπο;»

Η Ρόζα έμεινε για λίγο σιωπηλή, κρατώντας το φλιτζάνι ανάμεσα στα χέρια της.«Κάνει κρύο σήμερα, Γαρυφαλλιά» φώναξε «βάλε κούκλα μου λίγα ακόμα ξύλα στην φωτιά να ζεστάνει ο χώρος» είπε και περίμενε ακούνητη στη θέση της μέχρι η μικρή να τελειώσει με την δουλειά της «άντε τώρα, στα διαβάσματά σου εσύ» είπε και περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα στο βάθος του σαλονιού.

Σηκώθηκε όρθια και με βήμα σταθερό αλλά αργό πήγε πιο κοντά στο τζάκι.

«Έχεις ανοιχτό το κινητό σου;» ρώτησε την ανιψιά της χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από την φωτιά.

«Τι άσχετη ερώτηση είναι αυτή Ρόζα; Άλλο σε ρωτάω …»

«Απάντησέ μου» συνέχισε η μεγάλη γυναίκα «το κινητό σου το έχεις ανοιχτό;»

«Φυσικά» απάντησε μουδιασμένα η Ανδριάνα.

«Γιατί, τι περιμένεις;»

«Τι εννοείς Ρόζα επιτέλους;»

«Να μου απαντήσεις σε αυτό που σε ρώτησα, το κινητό σου το έχεις πάντα ανοιχτό;»

«Ναι»

«Ακόμα κι όταν ο Μανώλης είναι στο σπίτι, ακόμα κι όταν έχετε τσακωθεί;»

«Ναι» απάντησε κοφτά η Ανδριάνα νοιώθοντας ότι η Ρόζα δεν της απαντούσε ευθέως αλλά πάλι, κάπου οδηγούσε η θεία της τη συζήτηση, έτσι όπως εκείνη την βόλευε.

«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι, όποιος θελήσει, ό,τι ώρα του κατέβει στο κεφάλι μπορεί να σε ενοχλήσει;»

«Κοίτα ζούμε σε διαφορετική εποχή …» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα μα η θεία της την διέκοψε.

«Όχι, στην ίδια εποχή ζούμε, μόνο που έχουμε άλλη νοοτροπία» είπε αφήνοντας στην άκρη του τζακιού το φλιτζάνι της για να διατηρείται ζεστό. «Ζούμε κορίτσι μου, πάει να πει αναπνέουμε, κινούμαστε, ονειρευόμαστε, δημιουργούμε ακατάπαυστα μέχρι ο Ύψιστος να αποφασίσει πότε σώθηκε το λάδι στο καντήλι μας κι όλα αυτά τα κάνουμε με σεβασμό, όχι μόνο για τους άλλους μα πρωτίστως για εμάς τους ίδιους».

Η Ανδριάνα την κοιτούσε με απορία

«Που το πας;» την ρώτησε.

«Το κινητό μου το έκλεισα και στο τηλέφωνο του σπιτιού δεν βγαίνω όταν καλεί ο Σταύρος» είπε και στριφογύρισε για άλλη μια φορά τα δαχτυλίδια της κοιτώντας τα δάχτυλά της.

«Περιμένω να μου εξηγήσεις» είπε η ανιψιά της και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά από το στήθος της σαν θυμωμένο παιδί.

Η Ρόζα την κοίταξε και γέλασε.

«Παρατηρώ όλους σας γύρω μου με ένα κινητό στο χέρι …»

«Μα δεν είναι το κινητό το θέμα μας» είπε με πείσμα η Ανδριάνα.

«Σώπα επιτέλους!» τη μάλωσε η θεία της. «Όχι δεν είναι το κινητό, ούτε το τηλέφωνο του σπιτιού μα ούτε και η απόσταση. Όλα είναι θέμα μυαλού».

«Δηλαδή;»

«Οι εγγονές μου αλλά κι εσείς, περιμένετε να σας εισπράξετε ενδιαφέρον μέσα από ανούσια μηνύματα».

«Έλα Ρόζα σύνελθε, γι’ αυτό σου λέω ότι ζούμε σε άλλη εποχή. Τα δικά σας ραβασάκια είναι τα δικά μας μηνύματα».

«Μέχρι ενός ορισμένου σημείου έχεις δίκιο αλλά αυτή η αμεσότητα σας έχει αποκόψει από το συναίσθημα, από τον σωστό τρόπο έκφρασης, από την προσωπική επαφή, από το φλερτ. Ξεπετάτε τη ζωή σας με ένα τηλεφώνημα ή ένα ψεύτικο μήνυμα, όταν οι σχέσεις θέλουν τρυφερότητα και ανθρωπιά για να τις κρατήσεις».

«Τι λες τώρα;»

«Με απλά λόγια, όποιος ενδιαφέρετε αν δεν σε βρίσκει παίρνει τα πόδια του, το μουλάρι, το κάρο ή και το αεροπλάνο ακόμα κι έρχεται να σε βρει».

«Κάνεις πείσματα στον κύριο Νικολάου, αυτό μου λες;»

«Πείσματα; Σε αυτή την ηλικία; Δεν έχω χρόνο για χάσιμο αγάπη μου».

«Τότε;»

«Οι άντρες» είπε, βάζοντας το φλιτζάνι στο στόμα της και ρουφώντας μια μικρή γουλιά «είναι δειλοί, όχι όλοι φυσικά, μα η πλειοψηφία αυτό είναι. Βολεύονται σε αυτό το λίγο που μπορούν να πάρουν από εμάς και ‘συ φαντάστηκες ότι κάτι τέτοιο εγώ θα το δεχόμουν;»

«Δηλαδή;» ρώτησε η Ανδριάνα παίζοντας με την άκρη της τούφας των μαλλιών της. Χαρακτηριστική κίνηση που εξέφραζε το ενδιαφέρον της για το θέμα.

«Ο Σταύρος φοβάται».

«Τι;»

«Τον εαυτό του πάνω απ’ όλα και στη συνέχεια τα παιδιά του. Δεν τολμάει καν να το ξεστομίσει, ούτε τις κατάλληλες λέξεις για να τα προσεγγίσει δεν βρίσκει».

«Νομίζω ότι είναι φυσιολογικό».

«Κι εγώ επίσης».

«Τότε γιατί όλη αυτή η φασαρία;»

«Γιατί θέλω δίπλα μου άνθρωπο που να σηκώνει την μπουνιά στον αέρα. Αν ήθελα κότα θα έφτιαχνα κοτέτσι, που το έφτιαξα δηλαδή …».

«Μιλάς …»

«Ναι, μιλάω για τον Γρηγόρη και τον Σπύρο αλλά αυτά μετά. Άκου Ανδριάνα, ο Σταύρος πιστεύω ότι κατά βάθος έχει τις ίδιες ανάγκες με εμένα. Όμως αυτό που προσπάθησε να κάνει, ήταν να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί για να μην στενοχωρήσει κανέναν. Καμιά φορά είναι πιο εύκολο να βολευόμαστε με τα λίγα  κι ας μην είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό και όλους ευχαριστημένους δεν μπορείς να τους έχεις. Πρέπει να αποφασίσεις ποιες είναι οι προτεραιότητες σου. Δεν έδωσε καν στον εαυτό του την ευκαιρία να σκεφθεί τι θα ήθελε να πει στα παιδιά του. Ειλικρινά το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι, κακά τα ψέματα, στην ηλικία μας δύσκολα κάνεις αλλαγές.

Αν μου έλεγες κι εμένα να αφήσω το σπίτι στο λόφο και να μετακομίσω στο δικό του δεν θα μπορούσα».

«Αλήθεια, γιατί όχι; Αν η ανάγκη σου για συντροφικότητα είναι τόσο μεγάλη …»

Η Ρόζα γέλασε.

«Πρώτα απ’ όλα μου αρέσει το σπίτι μου κι ακόμα περισσότερο ο κήπος μου. Αναπνέω εδώ πάνω, στο Κολωνάκι να κατέβω να κάνω τι; Την μαντάμ Σουσού; Και μετά πώς να το κάνουμε, υπάρχει και ο γυναικείο εγωισμός. Δεν μπορώ να κυκλοφορώ ανάμεσα στα πράγματα της Ισμήνης …»

«Και μπορεί ο κύριος Νικολάου να κυκλοφορεί στο σπίτι του θείου μου. Αυτό μου λες δηλαδή; Σκέφτηκες ότι μπορεί να τον ενοχλεί το ίδιο;»

«Βέβαια, μόνο που εδώ το σπίτι είναι μεγάλο και μπορεί να ζήσει κουβαλώντας και τα προικιά του μαζί. Αν δε αποφασίσει να ζήσει στον ξενώνα, τότε καταλαβαίνεις ότι δικαιολογίες δεν υπάρχουν».

«Τελικά όμως τι έγινε;» ρώτησε η Ανδριάνα.

Η Ρόζα της διηγήθηκε την τελευταία τους συνάντηση, είπε για το αναψοκοκκινισμένα μάγουλα του Σταύρου, τα μάτια που πετούσαν σπίθες και την δικιά της ερώτηση «θα το κάνεις;»

«Και τι απάντησε;»

«Άρχισε να τα μασάει πάλι, για τα παιδιά του και τα εγγόνια του και πιάσαμε το κουβάρι από την αρχή και ήταν γεμάτο από κόμπους στο ορκίζομαι κι άρχισα να εκνευρίζομαι από την ατολμία του.

‘’Να το πω έτσι ή μήπως να το πω αλλιώς;’’
‘’Και τι θα γίνει αν αντιδράσουν;’’
‘’Μήπως σκεφτούν ότι σπιλώνω τη μνήμη της μητέρας τους;’’

«Μου αράδιασε ένα κάρο μπούρδες και ξέρεις κάτι εγώ δεν είμαι ψυχολόγος για να λύνω τις ανασφάλειες των ανθρώπων γύρω μου όσο και να θέλω».

«Ρόζα είσαι αυστηρή».

«Δεν ήμουν τόσο, έγινα όμως, γιατί εισέπραξα την αποτυχία ως μητέρα κάνοντας δυο γιούς μαμούχαλους, δεν θα βάλω και τρίτον στο κεφάλι μου».

«Και τι είπες στον άνθρωπο;»

«Την αλήθεια. Ότι εγώ ζωή στα κλεφτά δεν ζω. Με το ένα πόδι στην προηγούμενη ζωή του και με το άλλο σε εμένα και στο σπίτι μου αυτό δεν το επιτρέπω.

Μου είναι αδύνατον να ζήσω τη ζωή μου συμβατικά, λες και κάνω κάτι κακό. Αυτό που του είπα λοιπόν είναι ότι μέχρι να αποφασίσει τι θέλει να κάνει, δεν θα έχουμε καμία επικοινωνία μεταξύ μας. Αν αποφασίσει τι θέλει και τι μπορεί, ας έρθει να με βρει, διαφορετικά να πάει στο καλό και να ζήσει τη ζωή του όπως εκείνος ορίζει».

«Και όλα αυτά για τα τηλέφωνα τι ήταν;»

«Του απαγόρευσα να επικοινωνήσει μαζί μου και ξέρεις γιατί; Γιατί πήρα χαμπάρι ότι αυτές οι βραδινές τηλεφωνικές επικοινωνίες ήταν πολύ βολικές. Παρέα είχε, κανονίζαμε συχνά-πυκνά να έρθει στο σπίτι για φαγητό και έτσι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει γι’ αυτό το παραπάνω που χρειάζομαι.

Εγώ είμαι η Ρόζα και δεν κρύφτηκα ποτέ και δεν θα βρεθεί τώρα κανένας να με ντροπιάσει επειδή δεν τα έχει βρει με τον εαυτό του» είπε και το ατίθασο τσουλούφι  που της έπεφτε στο κούτελο, χοροπήδησε.

Η Ανδριάνα είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα.

«Είσαι εκβιάστρια» της είπε.

«Όχι αγάπη μου, ξέρω μόνο τι θέλω» είπε «και δεν σου κρύβω ότι έχω στενοχωρηθεί. Ένοιωθα όμορφα με τον Σταύρο, η ανδρική παρουσία μέσα στο σπίτι, η θωριά του, ο καλός του ο λόγος κι αυτό το αίσθημα ότι η ζωή μπορεί να ξεκινήσει από την αρχή για άλλη μια φορά μου είχαν δώσει ενθουσιασμό κι ελπίδα.

Με ενοχλεί αφόρητα η ιδέα ότι θα πρέπει να νοιώσω απολογούμενη για το δικαίωμα που έχω στη ζωή. Και να σου πω και κάτι; Όλους τους φρόντισα, γη και ύδωρ έδωσα για τους ανθρώπους μου και τα λάθη μου ένα σωρό, μα τα πλήρωσα και τα πληρώνω καθημερινά. Έτσι λοιπόν δεν νομίζω ότι οφείλω να μην συνεχίσω να ζω όπως θέλω. Θα μου λείψει όμως …»

«Μήπως το παρατράβηξες αυτή τη φορά;»

«Ανδριάνα δεν θέλω άλλους φίλους, όσους χρειάζομαι τους έχω κοντά μου. Σύντροφο θέλω και να κυκλοφορώ μαζί του ελεύθερη χωρίς να ντρέπομαι. Έχω νοιώσει τόση μοναξιά που δεν μου χρειάζεται περισσότερη. Τι φαντάστηκες ότι ψάχνω άνθρωπο να με ακομπανιάρει στη μπιρίμπα; Χαρτιά έτσι κι αλλιώς δεν παίζω, σύντροφο ψυχής θέλω» είπε και με τα τρία της δάχτυλα χτύπησε το στήθος της.

«Ας το έφερνες λίγο πιο μαλακά, λίγο πιο γλυκά, είσαι κι εσύ καμιά φορά των άκρων».

«Και τι φαντάστηκες, ότι έχουμε χρόνο για να παίζουμε; Στην ηλικία μας τα πράγματα γίνονται εδώ και τώρα διαφορετικά …» είπε και κούνησε το χέρι στον αέρα.

Τέλος πάντων, τα καμάρια μου τι κάνουν; Έχεις νέα τους;»

«Ο Γρηγόρης είναι στην Αλεξανδρούπολη, έχει αναλάβει ένα έργο και πηγαινοέρχεται».

«Το ξέρω αυτό γιατί δεν έχω παράπονο, έρχεται και με βλέπει και τα λέμε».

«Η Δήμητρα τι κάνει;»

«Δεν έχω ιδέα και δεν ρωτάω. Αυτό που με ανησυχεί είναι η Φαίδρα, πολύ κλεισμένη στο σπίτι της, εξαφανισμένη απ’ όλους κι έμαθα από την Μυρτώ ότι ούτε για χρόνια πολλά δεν μπορεί να την πάρει. Είναι πάντα βιαστική κι έχει ένα ψεύτικο χαρούμενο αλλά συγκαταβατικό ύφος. Τι να σου πω παιδί μου, λες να τις τρώει από τον αχαΐρευτο και να κάθετε;»

«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε ανήσυχη η Ανδριάνα «έχετε δει κάποιο σημάδι;»

«Πώς να δω σημάδι όταν δεν την βλέπω;»

«Ρόζα νομίζω ότι παραλογίζεσαι,  η Φαίδρα δεν θα άφηνε να την χτυπήσει. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι έχει κολλήσει πάνω στον Κωνσταντίνο …»

«Ο οποίος είναι ειδικός στο να ασκεί ψυχολογική βία. Χαμένο θα πάει αυτό το κορίτσι και ξέρεις ποια φταίει έτσι;»

«Δεν θα συμφωνήσω μαζί σου. Δεν φταίνε για όλα οι νύφες σου, μπορεί να μην είναι αυτό που ήθελες αλλά Ρόζα μου και τα παλικάρια σου δεν στάθηκαν ποτέ στα πόδια τους κι αυτό ας μην το ξεχνάμε. Ο Γρηγόρης κρύφτηκε πίσω από τα ταξίδια και τις δουλειές του και ο Σπύρος … βρήκε αλλού διέξοδο.

Εμένα όμως με έχει στενοχωρήσει πολύ η Μυρτώ».

«Γιατί;» ρώτησε η Ρόζα και η τούφα στο κούτελό της αναπήδησε για άλλη μια φορά.

«Τις έστειλα λίγα λεφτά, για την γιορτή της. Ολόκληρη γυναίκα είναι πια, να αγοράσει ότι θέλει κι ένα τηλέφωνο δεν έκανε και το χειρότερο δεν είναι αυτό, είναι ότι έχει ξανακάνει. Νοιώθω ότι αυτό το κορίτσι δεν έχει μάθει να λέει ευχαριστώ, σαν να είναι υποχρέωσή μας να της παρέχουμε τα λίγα ή τα πολλά κι εκείνη να μην ανταποδίδει τίποτα» είπε πικραμένη η Ανδριάνα.

«Να την βάλεις κάτι κάτω και να της τα πεις από την καλή και από την ανάποδη» είπε η Ρόζα αυστηρά.

«Θα το κάνω, μόλις τελειώσει με τις εξετάσεις. Έχω ορκιστεί ότι μέχρι τότε θα την αφήσω στην ησυχία της, μετά όμως θα ακούσει όλα όσα δεν θέλει» είπε και μάζεψε τη γλώσσα της.

«Τι εννοείς Ανδριάνα;» ρώτησε η Ρόζα που έπιασε το υπονοούμενο στον αέρα.

«Τίποτα περισσότερο απ’ ότι ήδη ξέρεις. Απλώς αυτό το κορίτσι με πληγώνει και ακόμα περισσότερο, τον πατέρα της».

Η Ανδριάνα διηγήθηκε στην Ρόζα το ραντεβού τους με την Σόνια και τι είχε πει η γιατρός.

«Θα συμφωνήσω μαζί της, δυστυχώς. Η Μυρτώ χρειάζεται όρια κι αφού δεν της τα έμαθε κανείς εγκαίρως τότε η διαδρομή για όλους μας θα είναι πιο δύσκολη. Βέβαια η Σόνια είναι αρκετά αυστηρή και ίσως δεν έλαβε υπ’ όψη της ότι εκτός από μια έξαλλη έφηβη, έχουμε να κάνουμε και με ένα κορίτσι που κυνηγάει έναν υψηλό στόχο, αν τον κυνηγάει βέβαια. Μαζί σου θα συμφωνήσω τελικά, ότι καλύτερα θα είναι να της μιλήσουμε μετά την εξεταστική».

«Ρόζα δεν θέλω να είμαι η θεία που με κοιτάνε στα χέρια».

«Τι εννοείς;»

«Η Στέλλα …»

«Αχουου και δεν θέλω να ακούω λέξη γι’ αυτήν. Τι έκανε πάλι;»

«Παραπονέθηκε στον Σπύρο και του είπε ‘’δεν μπορούσε η Ανδριάνα να της τα δώσει αυτοπροσώπως;’’ Κι άρχισε τα γνωστά τροπάρια της όταν ξέρει ότι η Μυρτώ έχει ξεκόψει με την οικογένειά μας».

«Κι εσύ τι είπες;»

«Θύμωσα πάρα πολύ. Πρώτα απ’ όλα με τον ξάδελφό μου και του ζήτησα ποτέ πια να μην μου αναφέρει το όνομα αυτής της γυναίκας. Ας κάνει εκείνος ότι θεωρεί σωστό, εγώ δεν θέλω να ξέρω και δεν θέλω να έχω και καμία επαφή μαζί της, ούτε έμμεση και οπωσδήποτε όχι άμεση. Του είπα ότι η γνώμη της Στέλλας για εμένα ποσώς με ενδιαφέρει και σε αυτό δεν σηκώνω κουβέντα.

Του είπα, ότι τα χρήματα θα τα αφήνω πάντα στον ίδιο. Η Μυρτώ δεν δέχομαι να με επισκέπτεται μόνο όταν έχω να της κάνω ένα δώρο. Αν δεν θέλει να με βλέπει είναι δικό της θέμα, μην περιμένετε όμως ότι από και πέρα θα φερθώ σαν ζητιάνα θεία. ‘’Πάρε ένα δωράκι για να με δεις’’ να μου λείπει το βύσσινο».

Η Ρόζα ανασήκωσε τους ώμους «κι εγώ στη θέση σου το ίδιο ακριβώς θα έκανα» είπε. «Τι περιμένεις όμως από μια γυναίκα που στο δικαστήριο φτάνει να ζητάει το καλάθι για τα άπλυτα; Να έχει γνώση πως θα μεγαλώσει ένα παιδί; Δεν ντράπηκε ήθελα να ήξερα; Ας μην μιλάμε ούτε γι’ αυτή, μεγάλη αξία της δώσαμε».

«Ρόζα» είπε η Ανδριάνα και προς στιγμήν μαγκώθηκε. «Οι επιλογές των παιδιών σου δεν έχουν γίνει στη τύχη».

«Το ξέρω κι αυτός είναι ο δικός μου σταυρός που κουβαλάω χρόνια» είπε και κούνησε λυπημένη το κεφάλι.

Το κουδούνι του σπιτιού χτύπησε.

«Περιμένεις κόσμο;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Όχι» είπε η μεγάλη γυναίκα φωνάζοντας στην Ολυμπία να ανοίξει την πόρτα.

Στο σαλόνι είχε πέσει σιγή. Οι δυο γυναίκες αφουγκραζόταν τους ήχους. Ακούστηκαν τα γρήγορα βήματα της Ολυμπίας και ο χαρακτηριστικός ήχος από το άνοιγμα της πόρτας. Χαμηλόφωνοι ψίθυροι και ένα δυνατό «περάστε» κι αμέσως μετά η Ολυμπία μπήκε με μάγουλα κατακόκκινα στο σαλόνι.

«Κυρία Ρόζα» είπε και ξερόβηξε «έχει έρθει ο κύριος Νικολάου».

Θεία κι ανιψιά κοιτάχτηκαν στα μάτια.

«Εγώ θα φύγω» είπε η Ανδριάνα και σηκώθηκε από την θέση της γρήγορα-γρήγορα χωρίς να περιμένει απάντηση, λες και την κυνηγούσαν έκανε. «Να με πάρεις τηλέφωνο» είπε κι ακολούθησε την ανάποδη διαδρομή. Θα έφευγε από την πόρτα της κουζίνας.

Η Ρόζα σηκώθηκε και περίμενε όρθια στη θέση της. Τα βήματα του κυρίου Νικολάου ακούστηκαν στο μαρμάρινο πάτωμα.

Η γυναίκα είχε σταθεί δίπλα στο τζάκι ξανά, όρθια με σηκωμένο το πηγούνι ψηλά.

Μπήκε στο καθιστικό και κοιταχτήκαν με νόημα στα μάτια. Το παλτό του δεν το είχε βγάλει και στα χέρια του κρατούσε το καπέλο του. Η Ρόζα παρατήρησε ότι έπαιζε με το γείσο του καπέλου του.

«Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, μα δεν απαντάς σε κανένα τηλέφωνο» είπε «βέβαια μπορώ να φύγω, είδα και το αυτοκίνητο της Ανδριάνας έξω …».

«Η Ανδριάνα μόλις έφυγε» απάντησε η Ρόζα.

«Μπορώ τότε να περάσω;» ρώτησε.

«Αν έχεις να μου δώσεις κάποια απάντηση» είπε η γυναίκα και ο κύριος Νικολάου με αργές κινήσεις άρχισε να βγάζει το παλτό του.

«Δεν ξέρω αν είναι αυτά που θέλεις να ακούσεις» είπε «μα νομίζω ότι πρέπει να κουβεντιάσουμε σοβαρά, όπως μας αρμόζει άλλωστε» είπε κι ακούμπησε το καπέλο του στο μπράτσο της μπερζέρας.

Η Ολυμπία παραμόνευε και ήρθε βιαστικά να πάρει τα πράγματα.

«Να σας φέρω κάτι;» ρώτησε ευγενικά.

֎֎֎֎֎

Στο αυτοκίνητο η Ανδριάνα είχε ξεραθεί στα γέλια.

«Που να στα λέω» έλεγε στον Μανώλη καθώς κατηφόριζε από τον λόφο.

«Θα μου τα πεις όλα από κοντά όταν έρθεις στο σπίτι» της απάντησε «τώρα ανοίγω ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και το φαγητό έρχεται» της είπε.

«Τι γιορτάζουμε;» ρώτησε όλο χαρά.

«Θα δεις μόλις φτάσεις  απάντησε κι έκλεισε το τηλέφωνο χαμογελώντας.

Η Ανδριάνα τον βρήκε να κάθετε σταυροπόδι στο σαλόνι και να κοιτάζει τα χαρτιά του. Τίποτα πρωτότυπο δηλαδή. Έβγαλε το παλτό της κι έτρεξε να τον φιλήσει.

«Δεν θα κάνεις μπάνιο;» την ρώτησε.

Τον κοίταξε με απορία και ήπιε μια γουλιά κρασί από το ποτήρι του.

«Γιατί τέτοια βιασύνη;» ρώτησε και ξάπλωσε επάνω του την ώρα που ο Μανώλης δίπλωνε προσεκτικά τα χαρτιά του.

«Γιατί έχω παραγγείλει κινέζικο και θα κρυώσει» είπε.

«Μα δεν είναι το αγαπημένο σου» απάντησε έκπληκτη μα τις έδωσε μια τρυφερή ξυλιά και την οδήγησε στο μπάνιο.

«Θα τα φτιάξω όλα εγώ» της είπε και η Ανδριάνα έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το νερό έτρεξε ζεστό πάνω στο σώμα της και αφέθηκε για τόσο δα στην απόλαυσή του. Ήταν περίεργη να δει τι σκάρωνε ο Μανώλης.

Ντύθηκε στα γρήγορα με μια μαύρη βελούδινη φόρμα κι άφησε τα μαλλιά της νωπά. Δυο σταγόνες από το άρωμά της έβαλε πίσω από τα αυτιά της και πήγε στο σαλόνι.

Τα φώτα ήταν χαμηλά, τα κεριά αναμμένα και από τα ηχεία άκουγε τον αγαπημένο τους ραδιοφωνικό σταθμό. Στο τραπέζι το πρώτο που είδε ήταν τα σπρινγκρόλς και τα νούντλς με λαχανικά.

«Κι αυτό τι είναι;» ρώτησε κι άνοιξε το καπάκι «πάπια Πεκίνου;»

Ο Μανώλης γέλαγε που την έβλεπε να κάνει σαν μικρό παιδί. Της γέμισε το ποτήρι της  με κρασί και της είπε «στην υγειά σου».

Έτρωγαν και η Ανδριάνα του έλεγε την ιστορία της Ρόζας.

«Με παρακολουθείς;» τον ρώτησε.

«Όχι ιδιαίτερα» αποκρίθηκε και της έδωσε τα φύλλα χαρτιού που κρατούσε πριν λίγο ο ίδιος στα χέρια του.

«Τι είναι αυτά;» ρώτησε βουτώντας το σπρινγκρόλ της στην σάλτσα.

«Όχι με βρώμικα χέρια» της είπε και τα ακούμπησε δίπλα της.

Η Ανδριάνα ήπιε μια γουλιά νερό για να κατέβει πιο γρήγορα η μπουκιά της, σκούπισε τα χέρια της και κράτησε τα χαρτιά για να τα διαβάσει. Κοιτούσε και δεν πίστευε αυτό που διάβαζε.

«Αγάπη μου τι είναι αυτά;» ρώτησε αν και ήξερε πολύ καλά τι είχε διαβάσει.

«Φεύγουμε σε μια εβδομάδα» της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Θα πετάξουμε για Βαρσοβία και θα μείνουμε στην παλιά πόλη. Εκεί σίγουρα δεν έχεις πάει».

«Όχι» είπε κι άρχισε να τον φιλάει σε όλο το πρόσωπο. «Είσαι η αγάπη μου» φώναξε όλο χαρά και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.

«Καλό μας ταξίδι» είπαν και οι δυο μαζί.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here