Δύο χρόνια μετά

Η Ανδριάνα και ο Μανώλης ήταν σχεδόν έτοιμοι να φύγουν από το σπίτι.  Η ίδια είχε μια ανησυχία από το πρωί που ξύπνησαν. Κάτι αδιόρατο μέσα της, της προκαλούσε φόβο και νευρικότητα. Ο Μανώλης από την άλλη, ήταν εκστασιασμένος  κι έκανε σαν μικρό παιδί από τη χαρά του. Αυτή τη βραδιά την περίμενε καιρό τώρα. Σε μια μικρή αλλά επίσημη εταιρική εκδήλωση, σε κεντρικό ξενοδοχείο, θα βραβευόταν ως ο καλύτερος διαφημιστής της χρονιάς. Τα είχε καταφέρει και ήταν περήφανος για τον εαυτό του, για τις αποφάσεις του, για τις θυσίες  και τα ξενύχτια του.

«Θα είμαστε το πιο όμορφο ζευγάρι» έλεγε, καμαρώνοντας για τον εαυτό του αλλά και για την γυναίκα που τον συνόδευε. Κοίταξε την Ανδριάνα που έλαμπε μέσα στο υπέροχο φουστάνι της και τις καινούργιες ψηλές γόβες της.  Τα μαλλιά της, τα είχε πιάσει σε ένα χαμηλό σινιόν αφήνοντας ελεύθερες δυο μικρές τούφες.  «Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα χωρίς την στήριξή σου. Μου είσαι πολύτιμη» είπε δένοντας την γραβάτα του σε διπλό κόμπο και χαρίζοντάς της ένα τρυφερό φιλί στο λαιμό.

Το τηλέφωνο του σπιτιού χτύπησε.

«Έλα άστο να χτυπάει, πάμε σε παρακαλώ, μην αργήσουμε» ζήτησε από την Ανδριάνα κοιτάζοντας το ρολόι του αλλά η γυναίκα ενστικτωδώς είχε ήδη απαντήσει.
«Είναι ο Σπύρος» είπε και του έκανε νόημα, φέρνοντας το δάχτυλο στα χείλη της, να μην μιλήσει.

Ο Μανώλης εκνευρίστηκε, η Ανδριάνα έμεινε άλαλη και αποσβολωμένη στη θέση της με αυτά που άκουγε.

«Θέλεις να έρθω από εκεί;» ρώτησε τον ξάδελφό της και ο Μανώλης την είδε να κουνάει το κεφάλι της καταφατικά, έχοντας χάσει το χρώμα από τα μαγουλά της και με το χέρι της να παίζει αμήχανα με μια τούφα από τα μαλλιά της.

«Αν χρειαστείς οτιδήποτε πάρε με, θα έρθω οπωσδήποτε. Εγώ δεν θα σε ενοχλήσω, μέχρι την Δευτέρα, μόνο αν θελήσεις εσύ θα με καλέσεις. Κατάλαβες;» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο, κοιτώντας τον Μανώλη με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε.
«Θα σου πω στο δρόμο» απάντησε και φόρεσε με μηχανικές κινήσεις το παλτό της, πέφτοντας στη μαύρη δίνη της σιωπής της.

Έκλεισαν το σπίτι και την άκουσε να μονολογεί «κάνει κρύο για ένα μικρό παιδί. Κάνει κρύο πανάθεμά σας». Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της Ανδριάνας σαν μουγκρητό άγριου ζώου.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ξανά ανήσυχος ο Μανώλης. Απάντηση δεν πήρε. Την είδε μόνο να προχωράει και την ακολούθησε.

Τα βήματα της Ανδριάνας ήταν μικρά και βιαστικά. «Κάνει κρύο» επανάλαβε μπαίνοντας στο αυτοκίνητο.

Ο Μανώλης έβαλε μπροστά τη μηχανή και σφίγγοντάς της το χέρι, ρώτησε «θα μου πεις;» και το κουβάρι, ενός άσχημου παραμυθιού, άρχισε να ξεδιπλώνεται καθώς ο ίδιος οδηγούσε.

«Η Στέλλα» είπε νοιώθοντας ένα κόμπο να της φράζει τον λαιμό. Έβηξε. «Η Στέλλα, σήμερα το απόγευμα υποτίθεται ότι θα έκανε υπερωρίες στην τράπεζα και θα αργούσε».
«Τι εννοείς υποτίθεται;» ρώτησε ο Μανώλης. Η Ανδριάνα ρουθουνίζοντας, φώναξε «μην με διακόπτεις, μόνο άκου» και συνέχισε.

«Γύρισε στο σπίτι τους πράγματι αργά. Είχε βραδιάσει για τα καλά. Μπήκε μέσα και ζήτησε στον Σπύρο να μιλήσουν. Η μικρή διάβαζε στο δωμάτιό της με κλειστή την πόρτα. Η Στέλλα, έκλεισε και τις υπόλοιπες πόρτες και ζήτησε στον Σπύρο να την ακολουθήσει στην κουζίνα.

«Χωρίζουμε» του είπε, «μόλις νοίκιασα ένα διαμέρισμα πεντακόσια μέτρα πιο πέρα. Το είχα βάλει στο μάτι εδώ και καιρό αλλά την προηγούμενη φορά δεν το πρόλαβα. Μου είπαν ότι είχε νοικιαστεί».

«Στέλλα τι λες;» ρώτησε με αγωνία ο Σπύρος μην πιστεύοντας στα αυτιά του.
«Δεν σε θέλω εδώ και δύο με τρία χρόνια, αύριο το πρωί θα πάρω την Μυρτώ και θα φύγουμε».
«Το ξέρει η Μυρτώ;»
«Όχι, κανείς δεν το ξέρει. Η Μυρτώ θα το μάθει τώρα, οι υπόλοιποι αύριο».
«Τι λες Στέλλα; Καταλαβαίνεις τι λες; Τι έκανες; Τι θα πούμε στο παιδί;» Ρωτούσε μέσα στην απόγνωσή του ο Σπύρος. «Δεν γίνονται έτσι αυτά, κάτσε να το κουβεντιάσουμε, τα ζευγάρια περνάνε κρίσεις, προβλήματα, έχουμε μια κόρη στην εφηβεία, τι κάνεις;»
«Τα διαζύγια τα έχουν αυτά. Δεν τα κουβεντιάζεις, τα ανακοινώνεις μόνο».
«Μέσα στη νύχτα θα μιλήσουμε στο παιδί για διαζύγιο; Τώρα; Καταμεσής του χειμώνα; Να μην περιμένουμε να τελειώσει τη σχολική χρονιά; Να βρούμε μια κοινή λύση, έστω προσωρινή» παρακαλούσε ο Σπύρος αλλά η Στέλλα ήταν ανένδοτη.
«Και τα χρήματα που τα βρήκες; Για να νοικιάσεις ένα διαμέρισμα χρειάζεται προκαταβολή. Έπιπλα;»
«Έπιπλα δεν έχει κι όσο για τα χρήματα τα δανείστηκα από την Αν-Μαρί».
«Τι πάει να πει τα δανείστηκες; Ξέρεις ότι τα οικονομικά μας δεν είναι καλά εδώ και καιρό κι εσύ μας βάζεις κι άλλο φέσι;»
«Ξέρεις γιατί δεν σου είπα τίποτα τόσο καιρό; Γιατί θα έβρισκες εσύ και οι υπόλοιποι μια καλή αιτία να με σταματήσετε. Δεν σε θέλω πια, ούτε εσένα, ούτε την οικογένειά σου. Με έχετε κουράσει και δεν με ενδιαφέρει κανένας σας και τίποτα άλλο. Κατάλαβες;» είπε και χτύπησε με δύναμη το χέρι της πάνω στο τραπέζι.
«Δεν σε ενδιαφέρει ούτε η Μυρτώ; Και τι πάει να πει ότι το σπίτι δεν έχει έπιπλα; Πως αντέχει η καρδιά σου να ξεσπιτώσεις ένα παιδί έτσι;»
«Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω πια»
«Στέλλα σε αγαπάω».
«Τον μόνο που αγαπάς είναι ο εαυτός σου και το ποτό» απάντησε η γυναίκα με την αηδία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε έρωτα; Θυμάσαι;»
«Μα συνέβησαν τόσα εν τω μεταξύ» απάντησε σχεδόν ψιθυρίζοντας ο Σπύρος. «Η οικονομική μας κατάσταση, ο θάνατος της μητέρας σου …»
«Να μην μπλέκεις την μητέρα μου ακούς;» τσίριξε σχεδόν η Στέλλα. «Πάει τελείωσε και πάρε το απόφαση, πάω να το ανακοινώσω στην Μυρτώ» είπε και άφησε τον Σπύρο μόνο του στην κουζίνα να κοιτάζει το ποτήρι με τα παγάκια και το ουίσκι.

Από το δωμάτιο της μικρής, μετά από μια παρατεταμένη σιωπή ακούστηκαν αναφιλητά. Ο Σπύρος πήγε στο δωμάτιο, πήρε την κόρη του αγκαλιά και σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον έκλαιγαν. Η Στέλλα καθόταν παράμερα και τους κοίταζε σαν κολώνα πάγου.

«Ζήτησε από την κόρη της να αρχίσει να πακετάρει τα πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της και το ίδιο έκανε και η ίδια. Τότε μας πήρε ο Σπύρος τηλέφωνο» είπε η Ανδριάνα.

«Δεν μιλάς σοβαρά» είπε έκπληκτος ο Μανώλης. «Κι εγώ έχω χωρίσει, αλλά το παιδί μας ήταν πάνω από όλους και για την Πηνελόπη και για εμένα. Είναι με τα καλά της αυτή η γυναίκα ή όχι;»

Η Ανδριάνα χασκογέλασε, «αν είναι με τα καλά της; Και πότε ήταν δηλαδή» μονολόγησε. «Θυμάσαι τι μου είχες πει την πρώτη φορά που πήγαμε σπίτι τους;»
«Ειλικρινά όχι».
«Με είχες ρωτήσει, αν είχαμε καταλάβει ότι η Στέλλα ήταν έτοιμη να δραπετεύσει από τον γάμο της κι εγώ σου είχα απαντήσει, ναι».

Ο Μανώλης φρενάρισε λίγο απότομα στα φανάρια.

«Μήπως να μην έρθεις μαζί μου και να πας στον Σπύρο;» ρώτησε.
«Ειλικρινά δεν ξέρω τι να κάνω» αποκρίθηκε η Ανδριάνα σαν χαμένη.
«Αν θέλεις να πας να τον βρεις το καταλαβαίνω, ούτε κι εγώ ξέρω τι πρέπει να σε συμβουλέψω» είπε, βάζοντας την πρώτη ταχύτητα καθώς ξεκινούσαν από τα φανάρια.

Στο αυτοκίνητο επικρατούσε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα κορναρίσματα και η βουή του δρόμου. Η Ανδριάνα σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της.

«Δεν αντέχω στην ιδέα ότι η Μυρτώ το έμαθε έτσι. Δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι μπορεί ένας γονιός να αποχωριστεί από το παιδί του. Τι τρέλα είναι αυτή που ζούμε;» και συνέχισε «όχι, δεν είναι σωστό να εμφανιστώ μπροστά τους. Ακόμα δεν έχουν καταλάβει οι ίδιοι τι τους συμβαίνει. Αν θέλει κάτι ο Σπύρος θα με πάρει τηλέφωνο, εγώ θα επικοινωνήσω με την Στέλλα τη Δευτέρα το πρωί. Να είναι στο γραφείο της, να μπορούμε να μιλήσουμε, αν δεχθεί να μου μιλήσει».

«Εσένα σου φαίνεται φυσιολογικό όλο αυτό; Ο τρόπος, δεν ξέρω τι να πω» ήταν τα λόγια του Μανώλη. «Γιατί δεν απαντάς;»

Η Ανδριάνα κοίταζε έξω από το παράθυρο και ένας σωρός με σκέψεις, εικόνες και μνήμες γέμιζε το κεφάλι της. Πόσο σιχαινόταν την Στέλλα. Από εκείνο το απόγευμα στο σπίτι της τότε,  που μια ξαφνική αδιαθεσία την έκανε να γυρίσει νωρίτερα, όταν την έφερε αναπάντεχα αντιμέτωπη με το χειρότερο κομμάτι του εαυτού της. Όταν την έβαλε στη θέση να επιλέξει και να θυσιάσει. Μήπως τελικά είχε κάνει λάθος;  Έφταιγε άραγε η ίδια και η σιωπή της; Μήπως έπρεπε να έχει μιλήσει τότε; Η Βέρα όμως την είχε ρωτήσει «αν ήταν ή αν ένοιωθε Θεός». Η Ανδριάνα είχε σιωπήσει για μέρες ολόκληρες. Είχε κουλουριαστεί σαν δαρμένο κουτάβι και αφουγκραζόταν τα μέσα της. Πόσα χρόνια πριν είχε συμβεί αυτό; Είχε χάσει και η ίδια τον λογαριασμό, ήταν πριν μείνει έγκυος η Στέλλα στη Μυρτώ.

Η μάνα της, η κυρία Αγγελική έλεγε «βαρύς ο ίσκιος αυτής της γυναίκας» κάθε φορά που έβλεπε την ξινίλα της Στέλλας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Πόσο δίκιο είχε η μητέρα μου, καθόλου δεν την άντεχε, λες και ήξερε» σκέφτηκε.

Μόλις είχαν φτάσει μπροστά στο ξενοδοχείο και ο Μανώλης παρέδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον κύριο με τη λιβρέα.

Η Ανδριάνα ‘φόρεσε’ το λαμπερό της χαμόγελο και ακολούθησε τον Μανώλη. Ο άντρας κρατώντας το χέρι της σφιχτά, δήλωνε τη θέση που κατείχε η γυναίκα στο πλευρό του. Την σύστησε σε όλους, μα δεν συγκράτησε κανενός το όνομα. Διευθυντές, συνάδελφοι και χαριτωμένες πιτσιρίκες με έντονα βαμμένα τα χείλη. Έκαναν ένα βήμα μπροστά βλέποντας τον Μανώλη και ένα βήμα πίσω μόλις αντίκριζαν την Ανδριάνα.

«Τα ακίνδυνα, επικίνδυνα ερωτικά καλέσματα του γραφείου» σκέφτηκε στιγμιαία η γυναίκα και χαμογέλασε όλο νόημα στις κοπέλες που σαν μελίσσι είχαν περικυκλώσει τον Μανώλη για να του δώσουν τα συγχαρητήριά τους.

Σήμερα η νύχτα ήταν όλη δικιά του. Ο Μανώλης, ζούσε ήδη μαζί της εδώ και λίγους μήνες. Δεν είχε λόγο να ανησυχεί, δεν είχε λόγο να θεωρεί ότι έχει δέσει το «γάιδαρό» της. Τον καμάρωνε μέσα στο ατσαλάκωτο κουστούμι του και στο μεγάλο, φωτεινό και καλόκαρδο χαμόγελό του. Είχε κοπιάσει πολύ για να φτάσει σε αυτό το σημείο που βρισκόταν αυτή τη στιγμή. Δεν άξιζε κανείς να του το χαλάσει, ούτε να του γεμίσει με σκοτεινές σκιές την δικιά του στιγμή. Θα κρατούσε τον πόνο και την λαχτάρα που ένοιωθε για την οικογένειά της σε ένα κρυφό μέρος της καρδιάς και του μυαλού της.

Ο Μανώλης ένοιωσε το χέρι της να ξεγλιστράει από το δικό του. Την κοίταξε απορημένος.

«Πήγαινε» του είπε τρυφερά την ώρα που της πρόσφερε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και τον παρότρυνε να ανακατευθεί με τον κόσμο του.  «Για εσένα είναι όλοι μαζεμένοι εδώ, τους το οφείλεις» συνέχισε και με μια μικρή και χαριτωμένη κίνηση του δαχτύλου της, του έκανε νόημα να απομακρυνθεί από κοντά της.

«Σε λίγο θα μπούμε στην αίθουσα, θα έρθεις;» την ρώτησε πριν την αφήσει μόνη της.
«Εννοείται» απάντησε χαρίζοντας το πιο λαμπερό της χαμόγελο.

Μόλις ο Μανώλης απομακρύνθηκε η Ανδριάνα ξεφύσησε με δύναμη τον αέρα που κρατούσε φυλακισμένο στα πνευμόνια της.

Κοίταξε το μεγάλο παράθυρο με την βαριά μπροκάρ κουρτίνα. Την άγγιξε με τον ίδιο τρόπο που έκανε η θεία της. «Τι θα πούμε στην Ρόζα» αναρωτήθηκε και η σκέψη αυτή την έκανε να νοιώσει την καρδιά της να βαραίνει από στενοχώρια.

«Τι έπρεπε να κάνει άραγε μετά από τόσα χρόνια σιωπής; Να επέμβει; Να μιλήσει; Να πιάσει την Στέλλα από το μαλλί και να την φέρει πέντε γύρες; Και τελικά άξιζε στον Σπύρο μια γυναίκα που δεν τον αγάπησε ποτέ, γιατί η Στέλλα δεν αγάπησε ποτέ τον ξάδελφό της. Αυτό δεν ήταν εικασία, ήταν ένα γεγονός που το έζησε η ίδια χρόνια πριν». Σκέψεις βασανιστικές και μνήμες ενός προηγούμενου χειμώνα που ήθελε μάταια να ξεχάσει.

Η βραδιά προχωρούσε και τώρα καμάρωνε τον Μανώλη που μιλούσε από το πόντιουμ στο κοινό που τον άκουγε. Η ίδια δεν καταλάβαινε και πολλά, ο χώρος της διαφήμισης δεν είχε καμία σχέση με την ίδια και την δουλειά της. Ένας κόσμος λαμπερός προς τα έξω, γεμάτος δύσκολες καθημερινές παγίδες γι’ αυτούς που δούλευαν μέσα σε αυτές τις εταιρία και τελείως ξένος για την ίδια. Ένα πράγμα την ενδιέφερε, να παρατηρεί τις εκφράσεις των ανθρώπων που άκουγαν τον Μανώλη να μιλάει. Έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε τη δύναμη του λόγου του. Δεν χρειάστηκε να περιμένει περισσότερο, το χειροκρότημα που ακούστηκε και τα μπράβο που έφταναν στα αυτιά της, την έκαναν να καταλάβει το πόσο μεγάλη διαδρομή είχε κάνει ο άνδρας που μοιραζόταν την ζωή της. Σηκώθηκε επάνω και τον χειροκρότησε τόσο δυνατά μέχρι που την έτσουξαν οι παλάμες της.

Όση ώρα έκανε ο Μανώλης να φτάσει κοντά της, η Ανδριάνα πρόλαβε και έψαξε όλες τις κλήσεις στο κινητό της. Ο Σπύρος δεν της είχε τηλεφωνήσει. Ένοιωσε την καρδιά της να σφίγγεται αλλά προτίμησε την σιωπή της.

«Είσαι τόσο όμορφη σήμερα που θέλω να σε κυκλοφορήσω, να σε δείξω» είπε ο Μανώλης.
«Δεν είμαι λάφυρο» απάντησε γελώντας.
«Είσαι! Είσαι ό,τι πιο όμορφο μου έχει συμβεί»
«Μα τι λες τώρα κι όλα αυτά;»
«Όλα αυτά έγιναν πράξη με την δική σου υπομονή και επιμονή. Μην το ξεχνάς και σε ευχαριστώ» της είπε και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Αντέχεις λίγο περπάτημα; Έχω κλείσει να φάμε στο αγαπημένο σου εστιατόριο, μόνο οι δυο μας. Είσαι;»

Η Ανδριάνα χαμογέλασε δαγκώνοντας ελαφρά το κάτω χείλος της.

«Η νύχτα είναι όλη δικιά μας» του ψιθύρισε και αποφάσισε να βάλει τις σκέψεις της για λίγο στην άκρη. Αυτή την στιγμή δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει τον Σπύρο και την Μυρτώ. Παρά μόνο να κρατηθεί όρθια στα πόδια της και να είναι εκεί, για κάθε στιγμή που θα την χρειαστούν.

«Μόνο μην ξεχάσεις τη δικιά σου ζωή» της είπε η φωνή βαθειά μέσα της.

Χώθηκε στην αγκαλιά του Μανώλη και άφησαν το πολυτελές ξενοδοχείο πίσω τους. Όλη την υπόλοιπη νύχτα θα απολάμβανε μαζί του το άρωμα της ευτυχίας του.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here