Η Ρόζα ήταν τόσο φρέσκια και κεφάτη, που η Ανδριάνα όφειλε να παραδεχθεί ότι είχε χρόνια να τη δει τόσο ευχαριστημένη.

Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά, ικανοποίηση κι ένα μέρος της σκληρότητας που κάποιες φορές ζωγράφιζε το πρόσωπό της σαν σκιά, είχε εξαφανιστεί.

Ο καιρός είχε κρυώσει, δεν ήταν πια για μυστικές κουβέντες κάτω από το μεγάλο πεύκο, το τζάκι στο σαλόνι όμως σιγόκαιγε.

«Παίρνει την υγρασία, δεν έχω πια τις ίδιες αντοχές βλέπεις» είπε στην ανιψιά της.
«Για ταξιδάκι όμως ήσουν έτοιμη, ούτε να το σκεφτείς δεύτερη φορά».
«Πότε θα μου δοθεί ξανά η ευκαιρία, ξέρεις εσύ να μου πεις, γιατί εγώ δεν ξέρω» απάντησε κι έβαλε την Ανδριάνα στη θέση της.
«Πως ήταν το ταξίδι;»
«Θέλεις να σου περιγράψω τη διαδρομή;» τη ρώτησε ανεβάζοντας ελαφρώς το αριστερό της φρύδι και δαγκώνοντας τα χείλη της για να κρύψει το χαμόγελό της.
«Έλα τώρα μην με κάνεις να ντρέπομαι, ξέρεις ακριβώς τι θέλω να ρωτήσω!»
«Όχι δεν ξέρω» είπε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά από το στήθος της «περιμένω όμως» είπε και γέλασε σαν μικρή μαθήτρια.
«Ρόζα» είπε η Ανδριάνα μην πιστεύοντας στα μάτια της «είσαι ερωτευμένη;»
«Ερωτευμένη» μονολόγησε η γυναίκα και αναστέναξε. «Φτάνει η εποχή που ο έρωτας δεν φτάνει στην πόρτα της καρδιάς σου αλλά δεν σε ενδιαφέρει συνάμα» απάντησε σμίγοντας τα φρύδια, «άκου ερωτευμένη!»
«Τότε τι;»

Η Ρόζα ζύγιασε με τα μάτια την ανιψιά της και για δευτερόλεπτα χάθηκε μέσα στις σκέψεις της. ‘’Πως ήταν δυνατόν να την καταλάβει; Η Ανδριάνα απολάμβανε ακόμα την θαλπωρή του έρωτα, είχε χρόνια μπροστά της μέχρι να φτάσει στα χρόνια της’’.

«Πήγαμε στη Μονεμβασιά γιατί ζήλεψα από τις περιγραφές σου. Είχα να πάω από την εποχή που τα παιδιά ήταν φρεσκοπαντρεμένα, δηλαδή τον προηγούμενο αιώνα» είπε και γέλασαν και οι δυο. «Κουράστηκα με τα προβλήματά σας κι όσο αντέχω ακόμα θα ασχοληθώ πλέον με τον εαυτό μου, τόσο απλά και τόσο εγωιστικά» είπε με πείσμα.

«Νομίζεις ότι κάποιος από εμάς θα σε μαλώσει που πήγες εκδρομή;»
«Όχι βέβαια, αλλά …»
«Άσε τώρα τις δικαιολογίες δεν σε έχω για οπισθοδρομική άλλα περιμένω να μου διηγηθείς» της είπε η ανιψιά της, κλείνοντάς της το μάτι με νόημα.

Στο σαλόνι ακούστηκε ένας ανάλαφρος αναστεναγμός. Η Ρόζα γυρνούσε τα δαχτυλίδια στο δάχτυλό της αφηρημένη.

«Το ξενοδοχείο στο κάστρο ήταν ένα όνειρο. Έβλεπα την θάλασσα από δωμάτιό μου αλλά μην νομίσεις, δεν πρόλαβα να την χαρώ».

«Περπατήσατε σε όλο το κάστρο;»

«Μα τι λες τώρα; Όσο άντεχαν τα πόδια μας, όμως κακά τα ψέματα, κούτσα-κούτσα πηγαίναμε. Τι τα θες, αυτά είναι για τα νιάτα».

«Παρακάτω …»

«Για να τελειώνουμε με τις αηδίες που σκέφτεσαι, από το ‘’παρακάτω’’ που εννοείς, δεν έχει. Κατάλαβες;»

«Δεν ρωτάω αυτό, έχεις γυρίσει όμως αλλαγμένη και μην μου πεις ότι ήταν μόνο ο φρέσκος αέρας και τα καλντερίμια του κάστρου».

«Αν δεν φοράς τα κατάλληλα παπούτσια, άστα να πάνε» είπε και συνέχισε «είναι βέβαια το ταξίδι και η αλλαγή παραστάσεων μα πάνω απ’ όλα η ανδρική ματιά και μην το πάρεις στραβά σε παρακαλώ».

«Δηλαδή;»

Η Ρόζα έκανε να σηκωθεί από τη μπερζέρα μα τη σταμάτησε η ανιψιά της.

«Τι θέλεις;»
«Έχεις χρόνο να φάμε παρέα;»
«Άκου τι λέει, βέβαια».
«Πες σε παρακαλώ στην Ολυμπία να μας ετοιμάσει κάτι και να τσιμπήσουμε εδώ που είναι ζεστά. Έχει φτιάξει χορτόπιτα, ξέρει εκείνη».

Η Ανδριάνα επέστρεψε, έβγαλε τα παπούτσια της και κάθισε οκλαδόν στη μεγάλη πολυθρόνα της θείας της.

«Όπως τότε που ήσουν παιδάκι» της είπε με τρυφερότητα κι άρχισε τη διήγησή της.

۞۞۞۞۞۞

«Κατάλαβα την σημαντικότητα του ταξιδιού, όταν ένοιωθα να χτυπάει η καρδιά μου με λαχτάρα την ώρα που ετοιμαζόμουν για να πάμε για το βραδινό μας φαγητό με τον Σταύρο. Περιποιήθηκα τον εαυτό μου όπως θα έκανε κάθε κοκέτα γυναίκα και όσο με βοηθούσαν τα μάτια μου, γυρνούσα γύρω-γύρω παρατηρώντας τον καθρέφτη για να ελέγξω την εικόνα μου. Τι τα θες, το φως ήταν χαμηλό, για ζευγαράκια.

Με περίμενε ντυμένος φορώντας ένα πιο σπορ κοστούμι μα η γραβάτα δεν έλειπε. Η αλήθεια ήταν ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον μοιάζαμε να έχουμε κατέβει από άλλο πλανήτη αλλά εμένα αυτό δεν με ένοιαζε.

Παραγγείλαμε, ήπιαμε το κρασί μας και μιλήσαμε για τα παλιά αλλά και για τα καινούργια».

«Τι εννοείς καινούργια;»

«Για το πώς έχει διαμορφωθεί πλέον η ζωή μας. Για εσάς, τα παιδιά μας, τα καζάντια σας, τις χαρές και τις λύπες μας. Τα παράπονά μας και την κούραση που νοιώθουμε από τον ρόλο να είμαστε οι γονείς του Σαββατοκύριακου, μα από την άλλη και πως θα μπορούσε να γίνει; Εμείς είμαστε αυτοί που σας διδάξαμε όλα αυτά τα λάθη αλλά και τα σωστά που κάνετε, είναι και η εποχή που άλλαξε, τίποτα βλέπεις δεν μένει το ίδιο».

«Τι εννοείς όταν λες ‘’γονείς του Σαββατοκύριακου’’;»

«Λέμε, ότι η ολοκλήρωση του ανθρώπου έρχεται μέσα από την οικογένεια. Λάθος! Η ολοκλήρωση έρχεται μέσα από τα γερά πόδια της ψυχής μας.

Στην αρχή έρχονται τα παιδιά κι όλο το νοιάξιμο πέφτει εκεί κι αν το ζευγάρι έχει γερές ‘’ρίζες’’ τότε όλα πάνε καλά, με τα πάνω και τα κάτω τους. Μην γελιέσαι, τα παιδιά όσο γλυκά είναι άλλο τόσο έχουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν ένα γάμο που ‘’χάσκει’’ από μόνος του. Δεν βελτιώνουν τους γάμους, το αντίθετο κάνουν. Δημιουργούν ρήγματα κι εκεί αποδεικνύεται η αλήθεια.

Τότε ήταν που είχα παραμελήσει τον εαυτό μου για τις ανάγκες των παιδιών και του σπιτιού. Δεν ήθελε πολύ για να μπει η φιτιλιά, που  μπήκε δηλαδή αλλά βλέπεις και η εποχή ήταν διαφορετική και η αγάπη που είχαμε σαν ζευγάρι κράτησε το Γιωργή κι εμένα όρθιους.

Τα παιδιά σπούδασαν, παντρεύτηκαν, έκαναν τις δικές τους οικογένειες κι εμείς ζούσαμε στην εποχή που η δουλειά μας πήγαινε από το καλό στο καλύτερο.

Τότε, ο Γιωργής κι εγώ μπορούσαμε να ταξιδέψουμε και να γυρίσουμε τον κόσμο όλο, επιτέλους, είχαμε καταφέρει να είμαστε ελεύθεροι από έγνοιες και υποχρεώσεις. Ο Ύψιστος όμως ήθελε παρέα κι έτσι τον πήρε κοντά του κι εγώ έμεινα μόνη μου.

Ανδριάνα έχω πονέσει πάρα πολύ. Η απώλεια του θείου σου, δεν ήταν κάτι που μπόρεσα να καταπιώ έτσι εύκολα και μην νομίσεις, ακόμα του ‘’μιλάω’’, είναι η παρέα μου πώς να το κάνουμε;»

«Του μιλάς;»

«Μην σε τρομάζει, εσύ δεν ‘’μιλάς’’ με τους δικούς σου; Έλα, ας πούμε όλες τις αλήθειες τώρα, βαριέμαι να παίζω κρυφτό. Κάθε βράδυ, πιάνω τη φωτογραφία του Γιωργή που έχω δίπλα στο κομοδίνο και μοιράζομαι μαζί του τα νέα της ημέρας.

Πολλές φορές, ζητάω τη συμβουλή του και πάψε να με κοιτάς με γουρλωμένα τα μάτια, δεν τα έχω χάσει, δύναμη ψάχνω να βρω για να βγάλω πέρα τις στραβοτιμονιές της ζωής».

«Και ο θείος Γιωργής σου απαντάει;»

«Βέβαια και τρώμε και γλυκό νεραντζάκι στα κλεφτά» απάντησε η Ρόζα κοιτάζοντας τα ακροδάχτυλά της. «Ή θα σοβαρευτείς ή άστο να πάει στην ευχή» είπε αυστηρά και η ανιψιά της κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Η Ολυμπία έκανε την εμφάνισή της κρατώντας το δίσκο με την πίτα, την σαλάτα, το τυρί και το φρεσκοζυμωμένο ψωμί. Το άφησε στο τραπέζι και πριν προλάβει να φύγει η Ρόζα ζήτησε δυο ποτήρια με κρασί.

«Μέσα στο μεσημέρι θα πιούμε κρασί;» αναρωτήθηκε η Ανδριάνα.

«Και τι θα πάθεις με ένα ποτηράκι; Τις Κυριακές που μαζευόμαστε για μεσημεριανό, μήπως θυμάσαι τι πίνατε;» ρώτησε κόβοντας σε μικρές μπουκιές την πίτα της. «Τι έλεγα; Α, ναι! Μην με διακόψεις άλλο γιατί χάνω σιγά-σιγά τον ειρμό των σκέψεών μου» είπε κι έβαλε το κομμάτι με την πίτα στο στόμα της κουνώντας ταυτόχρονα το χέρι από ικανοποίηση. «Αυτή η γυναίκα δεν φτιάχνει πίτες αλλά κεντήματα νοστιμιάς» είπε κόβοντας τη δεύτερη μπουκιά της.

Το κρασί μαζί με την γυάλινη κανάτα με το νερό ήρθε και οι δυο γυναίκες σταμάτησαν για λίγο να μιλάνε για να απολαύσουν το φαγητό τους.

Όταν η Ρόζα με απαλές κινήσεις σκούπισε το στόμα της, η Ανδριάνα ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα του καφέ. Μάζεψε τα πιάτα και παρακάλεσε την Ολυμπία να τους τον σερβίρει στο σαλόνι.

Όταν επέστρεψε η θεία της χάζευε τη φωτιά.

«Βάλε ένα ξύλο για να μην σβήσει, έχει υγρασία σήμερα» είπε κι όσο η Ανδριάνα ήταν σκυμμένη σκαλίζοντας το τζάκι η Ρόζα συνέχισε.

«Θέλω να ζήσω με τον Σταύρο μαζί» είπε και σιώπησε. Η ανιψιά της έμεινε γονατισμένη στη θέση της μην μπορώντας να χωνέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει.

«Τι είπες;» ρώτησε.

«Αυτό που άκουσες».

«Παντρεύεσαι δηλαδή;»

«Δεν πιστεύω ότι ρωτάς τέτοιου είδους βλακείες» τη μάλωσε.

«Γιατί παρακαλώ;» ρώτησε ξέγνοιαστα μα η αλήθεια ήταν ότι τα είχε τελείως χαμένα, η Ρόζα το κατάλαβε.

«Είχα ξεκινήσει να σου λέω για την ολοκλήρωση του ανθρώπου, για τη δικιά μου ολοκλήρωση. Τέλος πάντων, αφού έφυγε κι ο θείος σου κι όταν κατάφερα να συνέλθω, κατάλαβα ότι από εδώ και στο εξής θα ήμουν για πάντα μόνη κι έτσι ήθελα.

Έβλεπα αυτές τις τρελές μανάδες που κυνηγούσαν από πίσω τα παιδιά τους και μου ερχόταν να τους φέρω κάτι στο κεφάλι μήπως και συνέλθουν. Δεν ήθελα αυτή τη ζωή για εμένα. Ήμουν ανεξάρτητη κι έτσι θα παραμείνω. Όμως αν θέλω να πω την αλήθεια, ήμουν πάντα παρεμβατική. Θυμήσου μόνο πως μπήκα στο σπίτι σου όταν η Marjory σου έκανε τη ζωή κόλαση. Γιατί είχα έρθει αναρωτήθηκες;»

Πριν προλάβει η Ανδριάνα να απαντήσει η Ρόζα συνέχισε.

«Έπαιρνα ζωή από τη ζωή σας, δηλαδή χωρίς να το θέλω είχα γίνει ένα βαμπίρ που σας ρουφούσε το αίμα».

«Ρόζα τι λόγια είναι αυτά; Οικογένεια δεν είμαστε;»

«Άλλο πράγμα η οικογένεια κι άλλο η παρέμβαση ειδικά όταν κανείς δεν σου έχει ζητήσει την βοήθειά σου. Δεν είσαστε ανήλικα παιδιά Ανδριάνα, εγώ είμαι η ‘’μάνα’’ σας και τα αγόρια έχουν ήδη τα δικά τους παιδιά κι εσύ αρκετά μεγάλη για να μην είσαι άμοιρη των ευθυνών σου.

Σκέφτηκα λοιπόν και είπα ότι πριν αρχίσω να τα χάνω εντελώς, να αρχίσω να χτίζω τη δικιά μου ζωή από την αρχή. Μήπως ξέρει κανείς από εμάς πόσο θα ζήσει;» μονολόγησε κουνώντας πάνω κάτω τους ώμους της.

«Και τι αποφάσισες δηλαδή;»

Η Ρόζα δεν την άκουγε και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις της ανιψιάς της, την καρδιά της άνοιγε σαν διάπλατο παράθυρο στη ζωή.

«Ήταν τότε που άρχισα να τρώγομαι να έρθει η Γαρυφαλλιά μαζί με τη γιαγιά της στην Ελλάδα. Την γιαγιά της δεν την ήθελα γιατί δυο νοικοκυρές στο ίδιο σπίτι πως θα τα βγάζαμε πέρα; Και μην νομίσεις ότι αυτή τη γυναίκα δεν την καταλάβαινα. Στο χωριό και στο σπίτι της ήταν αρχόντισσα κι ερχόμουν εγώ να της κουνήσω καθρεφτάκια και χάντρες για να την κάνω να νοιώσει καλύτερα. Μπούρδες δηλαδή μιας εγωκεντρικής γριάς που ήθελε να περάσει το δικό της.

Τα κατάφερα όμως αλλά πρέπει να πω όλη την αλήθεια αν θέλω να είμαι εντάξει. Η Γαρυφαλλιά ήρθε στην Ελλάδα γιατί η γιαγιά της δεν άντεχε άλλο. Μεγάλωσε κι αυτή, φροντίδα ήθελε κι αν προτίμησε το γιό της ήταν γιατί η οικογένειά του ήταν οικογένειά της. Εδώ, αυτό το σπιτικό είναι η δουλειά της Ολυμπίας, ούτε το σπίτι της, ούτε η φαμίλια της.

Η Γαρυφαλλιά μου έδωσε πνοή ζωής. Μαθαίνει πράγματα και ρουφάει κάθε τι που της λέω. Δεν θέλει μόνο να γίνει καλύτερη, το κορίτσι αυτό ονειρεύεται να πετάξει κι εγώ θα το βοηθήσω με την προϋπόθεση ότι θα σπουδάσει».

«Βάζεις κι όρους δηλαδή».

«Εννοείται, πως αλλιώς; Λεφτά για πέταμα δεν έχουμε, για αξιοποίηση μόνο κι εγώ έχω την ανάγκη να νοιώσω ότι έκανα κάτι καλό, ότι εξέλιξα έναν άνθρωπο».

«Δύο γιους έχεις κάνει Ρόζα κι έχεις βοηθήσει κι εμένα μέχρι εκεί που δεν φαντάζεσαι, δεν σου φτάνει;»

«Όχι, με εσάς έκανα ένα σωρό από λάθη. Λίγο η άγνοια, λίγο η υπεροψία των νιάτων, τα έκανα σαλάτα. Τα καμάρια μου και τα έργα τους τα βλέπεις αλλά και τα παιδιά τους επίσης. Τον Νικόλα βγάλε τον απ’ έξω, αυτός είναι από άλλη γέννα και κουβαλάει την ανωτερότητα της Κατερίνας, …».

Η Ρόζα έκανε μια παύση σαν να θυμήθηκε κάτι.

«Τι έγινε στο δικαστήριο;» ρώτησε ξαφνικά.
«Θα σου απαντήσω αμέσως μετά και θα σου τα πω όλα, μόνο μην τα μπλέκουμε» απάντησε η Ανδριάνα προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Θα τα έλεγε όλα στην θεία της; Υπήρχε λόγος να την πικράνει περισσότερο; «Τώρα θα μου πεις για τον κύριο Νικολάου, να καταλάβω τι μου γίνεται» απάντησε χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

Οι καφέδες είχαν φτάσει μαζί με τα σοκολατάκια που η Ολυμπία είχε τοποθετήσει στην ασημένια σκαλιστή φοντανιέρα.

۞۞۞۞۞۞

«Αν βάλεις Edith Piaf, θα συνεχίσω» είπε η Ρόζα και η Ανδριάνα άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα αγαπημένα CDs της θείας της.

…..

Balayées les amours
Et tous leurs tremolos
Balayés pour toujours
Je repars à zero

«Κι όπως η Edith ξεκινάει από το μηδέν, το ίδιο κάνω κι εγώ.

Έχουμε και λέμε. Δεν έχω πει κουβέντα ακόμα στον Σταύρο μα το σκέφτομαι. Περάσαμε όμορφα, μα κάθε αρχή είναι όμορφη. Αυτό όμως που απολαύσαμε περισσότερο απ’ όλα ήταν η παρέα. Τι να τα κάνω τώρα εγώ τα τριαντάφυλλα και τα σοκολατάκια, εδώ, η κάθε μέρα να μου πεις πως περνάει. Με τηλεόραση; Δεν μπορώ να δω, δεν υπάρχει τίποτα που να με ενδιαφέρει, το διάβασμα; Τα μάτια μου δεν με βοηθούν πια. Έτσι λοιπόν έμεινα αγκαλιά με τις μνήμες μου και να δείχνω στη Γαρυφαλλιά πως τρίβουν τα ασημικά και πως στρώνουν σωστά το τραπέζι.

Να τα μάθει κι αυτά δεν λέω, μα είναι δυνατόν να περάσω τις μέρες μου έτσι;»

«Τελικά τι θέλεις;»

«Έναν σύντροφο και μην σοκαριστείς, σε όλες τις ηλικίες όλοι το ίδιο θέλουμε. Τον δικό μας άνθρωπο.

Να μην χρειάζεται να προσαρμόσουμε τις ζωές μας στα δικά σας γούστα κι ανάγκες. Να ζήσουμε βρε παιδάκι μου έτσι όπως εμείς θέλουμε. Αρκετά κάναμε για εσάς, τώρα ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με τα δικά μας κέφια».

«Νωρίς το θυμήθηκες» μουρμούρισε η Ανδριάνα.
«Τι είπες;»
«Ότι έχεις δίκιο» απάντησε και συνέχισε «ο κύριος Νικολάου τι λέει για όλα αυτά;»
«Ο Σταύρος; Δεν έχει ιδέα, δεν του το έχω προτείνει ακόμα».
«Και τότε τι κουβεντιάζουμε;»
«Όπως το είπες, κουβεντιάζουμε. Άκου Ανδριάνα για να τα κάνουμε λιανά. Εκείνος είναι παρατημένος σε ένα σπίτι με μια γυναίκα να τον φροντίζει και τα παιδιά του να μην τον βλέπουν σχεδόν ποτέ. Οι ζωές τους βλέπεις …, εγώ δεν είμαι αυτή που θα τους κρίνω. Ο Σταύρος, τα βράδια τα περνάει μόνος του, βλέπει τηλεόραση και παρακαλεί να ξημερώσει η μέρα για να δει λίγο φως. Να πάει μια βόλτα, μην φανταστείς τίποτα σπουδαίο, τα απαραίτητα ψώνια για το σπίτι, την εφημερίδα του και να μιλήσει με έναν άνθρωπο.

Τι φαντάζεσαι ότι θα γίνει όταν μεγαλώσει λίγο ακόμα και δεν τον κρατάνε τα πόδια του;»

Η Ανδριάνα δεν απάντησε.

«Δεν απαντάς; Καλά τότε θα σου πω εγώ. Ότι θα συμβεί και σε εμένα, θα μας κλείσετε σε γηροκομείο».
«Σώπα Ρόζα δεν θέλω να ακούω τέτοια λόγια».
«Πάει η εποχή που οι οικογένειες ζούσαν όλες μαζί σε ένα σπίτι και μαζί με αυτό πάει και η αξιοπρέπεια των ανθρώπων που δούλεψαν και πρόσφεραν.

Ποιος σου είπε ότι ονειρεύομαι κάτι τέτοιο για τον εαυτό μου; Μα και από την άλλη δεν θέλω να γίνω φόρτωμα σε κανενός την πλάτη. Οι νύφες μου, ποιες νύφες μου δηλαδή, οφείλουν να ζήσουν κι εκείνες τη ζωή τους. Για τον εαυτό τους, για τα παιδιά τους. Ότι δεν τις χωνεύω, αυτό είναι άσχετο και όχι όλες, η Κατερίνα είναι σπουδαίο πλάσμα.

Να μην ξεχάσεις να μου πεις για τη Στέλλα, θα σκάσω από περιέργεια, έκανε μια μικρή παρένθεση η Ρόζα.

Έτσι λοιπόν, συνέχισε, τα έβαλα κάτω και τα μέτρησα.

Αν ο Σταύρος θελήσει να έρθει να μείνουμε εδώ μαζί, τότε θα μπορέσει να νοικιάσει το σπίτι του και να έχει παραπάνω εισόδημα από την σύνταξη που παίρνει. Αν θέλει μπορεί και να κρατήσει και την κυρία που τον φροντίζει για να βοηθάει και την Ολυμπία. Άλλο να έχει να φροντίζει μόνο εμένα κι άλλο να της φορτώσω και στην πλάτη της άλλον έναν άνθρωπο. Να ξελαφρώνει η μια την άλλη!

Θα ζήσουμε παρέα, ο κάθε ένας στο δωμάτιό του και θα μπορούμε να μοιραστούμε όλα αυτά που έχουμε ανάγκη».

«Τα έχεις σκεφθεί όλα έτσι; Τα παιδιά του τα ρωτήσατε;»

«Από πότε έχουν λόγο τα παιδιά μας στη ζωή μας; Εσείς μας ρωτήσατε για ό,τι κάνετε; Η πρότασή μου, όταν θα γίνει, ουσιαστικά λύνει αρκετά προβλήματα στη ζωή των παιδιών του. Δεν είναι πιο ξεκούραστο να σκέφτεσαι ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι μαζί στο ίδιο σπίτι από το να φαντάζεσαι τον πατέρα σου σαν γέρο κούκο μόνο του;» είπε η Ρόζα και απάντηση δεν περίμενε.

«Πότε θα του το προτείνεις;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Μόλις τον νοιώσω έτοιμο. Ξέρεις οι άνδρες είναι λίγο μπουμπούνες. Ντρέπονται παιδί μου λες και πρόκειται να κάνουν κάτι κακό. Ο Σταύρος δε, θα γίνει κόκκινος σας παντζάρι. Μόνο που το σκέφτομαι γελάω μόνη μου. Είναι σαν να τον βλέπω μπροστά μου» είπε κι άρχισε να γελάει μόνη της και να τραντάζεται ολόκληρη.

‘’Ρόζα δεν γίνονται αυτά, έχουμε εγγόνια’’ θα λέει .

«Κι εσύ τι θα απαντήσεις;»

«Ό,τι ακριβώς είπα και σε εσένα. Δηλαδή τι σκέφτηκες, ότι ο Σταύρος κι εγώ θα κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι; Να κάνουμε τι, όχι πες μου να σε χαρώ!»
«Θα μένετε μαζί, σε διαφορετικά δωμάτια;»
«Εννοείται, αν σου έλεγα ότι θα ερχόταν η θεία σου η Θάλεια τι θα έβαζες με το μυαλό σου;»
«Τίποτα» είπε και κατέβασε το κεφάλι.
«Τότε γιατί κάνουμε θέμα ότι μπορεί, να μείνει ο Σταύρος εδώ! Ντροπή σας και στην τελική ανάλυση μακάρι να ερωτευθούμε και να κοιμηθούμε αγκαλιά. Αναφορά δεν θα σας δώσουμε και ούτε θα σας το ανακοινώσουμε» είπε θυμωμένα.
«Υποθέτουμε λοιπόν ότι ο κύριος Νικολάου έρχεται και μένει μαζί σου. Υποθέτουμε πάλι ότι ερωτεύεστε, το θέμα γάμου το αποκλείεις;»
«Όσο υπάρχει περιουσία στη μέση γάμος δεν γίνεται. Ό,τι φτιάξαμε με τον Γιωργή θα μείνουν στην οικογένειά μας και το ίδιο βέβαια ισχύει και για τον Σταύρο και Ανδριάνα να σου πω κάτι; κουράστηκα μου γέμισες το κεφάλι με ένα τσούρμο βλακείες. Σιγά μην παίξω ‘’τη νύφη του λόφου’’» είπε κι έκανε μια κίνηση με το χέρι της σαν να απομακρύνει εικόνες και σκέψεις.

۞۞۞۞۞۞

«Αυτό το άτιμο το θηλυκό» είπε η Ρόζα εννοώντας την Ολυμπία «έχει φτιάξει ένα υπέροχο κόκκινο λικέρ από αρμπαρόριζα. Έχεις δοκιμάσει;»

«Όχι»

«Ωραία, εκεί το έχω πάνω στο δίσκο, βάλε δυο ποτηράκια κι έλα να μου πεις τα καλά και τα όμορφα της Στέλλας, πεθαίνω για κουτσομπολιό» είπε και σηκώθηκε λίγο για να ξεμουδιάσει.

Η Ανδριάνα το σκέφτηκε λίγο μα δεν είχε τίποτα να κρύψει. Τα συναισθήματά της ίσως και γι’ αυτά δεν είπε κουβέντα, αντιθέτως άρχισε να διακωμωδεί την κατάσταση και να παίζει παντομίμα.

Έπιασε όλη την ιστορία από την αρχή και άρχισε να παριστάνει την αδελφή της Στέλλας στο δικαστήριο όπως κουνιόταν σαν εκκρεμές και τράβαγε τα ρούχα της.

«Α την ψεύτρα!» είπε η Ρόζα η οποία δεν είχε σταματήσει να γελάει. «Μα τώρα είμαστε σοβαροί, ζήτησε μέχρι το καλάθι με τα άπλυτα;» ρώτησε καθώς σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της τα μάτια της. «Κι αυτό σχετικά με το δάνειο που είχε πάρει για λογαριασμό του πατέρα της, τι έγινε με αυτό; Τι είπαν;»

«Οι δικαστές δεν είπαν τίποτα, δεν ήταν μέσα στην υπόθεση του διαζυγίου, η τράπεζα όμως …»

Η Ρόζα ανακάθισε, την έζωσαν τα φίδια.

«Κινδυνεύει το σπίτι του γιού μου;»

«Δεν κινδυνεύει για έναν και μοναδικό λόγο …»
«Ο οποίος είναι;»
«Το σπίτι του Σπύρου είναι ήδη υποθηκευμένο και η τράπεζα δεν δεχόταν να το βάλει κάτω από την πρώτη υποθήκη, έτσι ζήτησαν στην Στέλλα να υπογράψει για το πατρικό της».
«Τι να υπογράψει δηλαδή;»
«Ζήτησαν το σπίτι που μένει ο κύριος Δημητρός να μπει ενυπόθηκο, η Στέλλα αρνήθηκε και …»
«Πως αρνήθηκε δηλαδή;»
«Της τηλεφώνησε ο Σπύρος για να μάθει τι έκανε, την έψαχναν από την τράπεζα, είναι βλέπεις εγγυητής κι έχει κάθε δικαίωμα να την ρωτήσει, η ίδια όμως του τόνισε ότι δεν υπογράφει κανένα χαρτί που να κοπανιόνται όλοι κάτω και του έκλεισε το τηλέφωνο».
«Και μετά;»
«Ο Σπύρος της έστειλε ένα μήνυμα, ότι επικοινώνησε με τον δικηγόρο του και θα επικοινωνήσει και  με τον κύριο Δημητρό. Θεωρούσε υποχρέωσή του να μάθει ο άνθρωπος ότι το σπίτι του ή θα πλειστηριαστεί ή θα γίνει αναγκαστική προσημείωση. Πριν προλάβει να φτάσει το μήνυμα, η Στέλλα τον πήρε τηλέφωνο και ούρλιαζε σαν το χειρότερο χαμίνι. Νομίζω ότι τέτοιες λέξεις δεν έχει ξεστομίσει άνθρωπος».
«Θα πλειστηριαστεί το σπίτι του ανθρώπου που δεν φταίει τίποτα;»
«Ναι, γιατί η Στέλλα έφτασε να χρωστάει τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ».
«Πόσα; Και ο Σπύρος τι έκανε;»
«Πήρε τηλέφωνο τον κύριο Δημητρό και τον ενημέρωσε για όλα».
«Τα ήξερε και την κάλυπτε;»
«Για την ακρίβεια δεν είχε ιδέα».
«Τον έρμο τον άνθρωπο …» φώναξε η Ρόζα χτυπώντας τις δυο παλάμες μεταξύ τους. «Και;»
«Τι και, έπεσε από τα σύννεφα. Αυτό που ο Σπύρος του είπε ήταν ότι τον κάλεσε για να του μιλήσει ως πατέρας σε πατέρα. Ότι αν ήταν εκείνος στη θέση  του κυρίου Δημητρού θα ήθελε να μάθει την αλήθεια για να μπορέσει να προστατεύσει το παιδί του.

Ας μην ξεχνάμε ότι βιολογική κόρη του, είναι η Μαρία και όχι η Στέλλα και τώρα θα βρεθούν να παίζουν στο θέατρο του παραλόγου. Η μια αδελφή θα βρεθεί να ξεσκίζει τις σάρκες της με την άλλη, εκτός αν η Μαρία καλύπτει την Στέλλα».

«Δυστυχώς αγάπη μου, όπου το χρήμα βγαίνει από το παράθυρο, η αγάπη φεύγει από την πόρτα. Μακάρι να κάνω λάθος αλλά η Μαρία μας έχει αποδείξει πως δεν δίνει ούτε του Αγγέλου της νερό, ο δε άντρας της, ανέκαθεν εποφθαλμιούσε το πατρικό τους. Τι φαντάζεσαι, ότι η Μαρία θα τινάξει τη ζωή της στον αέρα για να καλύψει το νερόπλυμα που κουβαλάει για μυαλό τάχα μου, η αδελφής της;  Και να πεις ότι η Στέλλα δεν δούλευε στην τράπεζα …

Πως έκλεισε ο κύριος Δημητρός το τηλέφωνο;»

«Ζήτησε στον Σπύρο να βρεθούν από κοντά».

«Και ο γιός μου θα πάει;»

«Φυσικά και θα πάει, ξέρεις πόσο εκτιμάει τον κύριο Δημητρό».

«Θα πάει, μα να δούμε αν θα τον βρει ζωντανό …» είπε κουνώντας περίλυπα το κεφάλι της. «Θα ήθελα να του μίλαγα, μα τι να του πω;» συμπλήρωσε και ζήτησε από την Ανδριάνα να της βάλει ένα ποτηράκι λικέρ ακόμα. «Ο Ύψιστος ας μας βοηθήσει» είπε.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here