«Το πάρτι των γενεθλίων της η μικρή θα το κάνει όπως πάντα στο σπίτι του παππού της» είπε ο Σπύρος αφήνοντας να βγει η πικρία που ένοιωθε και φυσώντας ταυτόχρονα τον καπνό τσιγάρου του μακριά, «λες και δεν έχει δικό της σπίτι» συμπλήρωσε και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, έτσι όπως η στενοχώρια τα τσαλακώνει, τον έκαναν να μοιάζει μεγαλύτερο.

«Σου έχω πει τόσες φορές, αν θέλεις να καπνίζεις να βγαίνεις στην βεράντα» γκρίνιαξε η Ανδριάνα και αφήνοντας κάτω το  φλιτζάνι με τον καφέ, σηκώθηκε από τη θέση της κι άρχισε να ανοίγει τα παράθυρα του σαλονιού κλείνοντας ταυτόχρονα την ενδιάμεση πόρτα που οδηγούσε στα δωμάτια.

Ο Σπύρος έμοιαζε να μην την παρακολουθεί, να μην την ακούει και συνέχισε τη συζήτηση χωρίς να κουνήσει από τη θέση του.

«Η Στέλλα θέλει λεφτά».
«Τι πρωτότυπο μα την αλήθεια!» ειρωνεύτηκε η ξαδέλφη του.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την αφαίμαξη …»
«Εκπλήσσομαι, πως και δεν σου ζήτησε να πάρεις από τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας;»
«Μου ζήτησε»
«Είπα κι εγώ…»

Οι λέξεις για λίγο σώπασαν μα η Ανδριάνα έκανε πάλι την αρχή.  Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται με την οικογένεια της και ένοιωθε ότι είχαν αρχίσει να την στενεύουν τα όρια που η ίδια ποτέ δεν έβαλε. Τα ίδια και τα ίδια, κάθε μέρα, το μόνο που άλλαζε ήταν η απόχρωση των χρωμάτων.

«Τι θα κάνεις τελικά;» ρώτησε τον ξάδελφό της.
«Δεν μπορώ να απογοητεύσω την Μυρτώ και να της στερήσω το πάρτι, μόνο που φέτος ζητάει να κάνει δυο. Ένα για τον παππού της και το σόι της μάνας της και το άλλο για τους φίλους της. Βλέπεις έχει φτάσει δεκαεπτά χρονών πια, είναι φυσικό να θέλει την παρέα της».

Η Ανδριάνα χαμογέλασε, «θυμάσαι;» τον ρώτησε μα απάντηση δεν πήρε. Αναστέναξε αλλά το μυαλό της άρχισε να κρατάει ‘’σημειώσεις’’.

«Να υποθέσω ότι όλα πρέπει να τα πληρώσεις εσύ, για να αποδείξεις για άλλη μια φορά, ότι είσαι καλός πατέρας.  Να βγεις στη γύρα για δανεικά, για τις διακοπές της Στέλλας με την μικρή και με ανεξόφλητο το δάνειο της για άλλη μια φορά. Σωστά;»

Ο Σπύρος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Που θα τα βρεις όλα αυτά τα λεφτά μου λες; Και τι κάνεις ακριβώς, για να μην έρθεις σε ρήξη με την Μυρτώ, χοροπηδάς κάθε φορά που σου παίζει το ντέφι η Στέλλα;»
«Και τι θέλεις να κάνω; Ούτε τη βλέπω πια τη μικρή, εμένα με θυμάται όποτε θέλει χάρη, λεφτά και μεταφορικό μέσο».
«Κι εσύ παίζεις το παιχνίδι της αντί να δείξεις πυγμή ως πατέρας. Α, ρε κακομοίρη, έτσι θα σου φέρονται πάντα και χαμπάρι δεν έχεις πάρει. Μια χαρά σε δουλεύει η Στέλλα. Μάθε ότι τα παιδιά χρειάζονται κάποιον να τους καθοδηγεί. Θυμάσαι τον παππού μας; Τρυφερός, αυστηρός και δίκαιος και τώρα, σαράντα χρόνια μετά από τον θάνατό του, αυτόν συνεχίζουμε να μνημονεύουμε. Ξέρεις γιατί; Γιατί ήταν η στιβαρή  κολώνα της ζωής μας. Αυτός που μας έδειχνε το δρόμο, που οδηγούσε την ‘’αγέλη’’. Με κάνεις και μιλάω σαν την Ρόζα αλλά πανάθεμά την έχει δίκιο».
«Ωραία, τι θέλεις να κάνω;» ρώτησε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος για δευτερόλεπτα. Αμέσως μετά, άναψε άλλο ένα τσιγάρο.

«Κανονικά θα έπρεπε να πληρώσει η Στέλλα το πάρτι που κάνει για την οικογένειά της. Δεν γίνεται να τα πληρώνεις όλα εσύ κι επιτέλους τι κάνεις με το διαζύγιο; Να οριστεί μια διατροφή να ησυχάσεις από τα μούτρα της και τις απαιτήσεις της, δικηγόρος είσαι, το ξέρεις ότι της δίνεις παραπάνω απ’ ότι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο και τα εισοδήματά σου.

Τα χρήματα που της δίνεις για το φροντιστήριο της μικρής δεν τα πληρώνει, σε καλεί ο υπεύθυνος, γίνεσαι κάθε φορά ρεζίλι και μετά τι κάνεις; τρέχεις για άλλη μια φορά σαν τον βλάκα και τα πληρώνεις για δεύτερη φορά μόνο και μόνο γιατί νομίζεις ότι δεν έχεις άλλη επιλογή. Όχι Σπύρο, το φροντιστήριο να πηγαίνεις και να το πληρώνεις εσύ, να παίρνεις τις αποδείξεις στο χέρι και να ξέρεις τις σου γίνεται. Κουνήσου, κάνε κάτι, δεν κουράστηκες επιτέλους;

Με το δάνειο δεν ξέρω τι θα κάνεις. Αυτό είναι δικιά σου δουλειά, εγώ έχω να σου κάνω μόνο μια ερώτηση, αν δεν έχεις να τα πληρώσεις  όλα αυτά τα παραπάνω που σου ζητάει, γιατί οι δουλειές δεν πάνε καλά, γιατί εμείς δεν θα σου δανείσουμε άλλο, τι ακριβώς θα κάνεις; Που θα τα βρεις; Τις λέξεις ‘’δεν έχω’’ τις ξέρεις;».

Η Ανδριάνα είχε ανεβάσει τον τόνο της φωνής της.

«Έχεις δίκιο αλλά …»
«Άσε τα αλλά και κάτσε και σκέψου, πως ότι σου τρώει, το αφαιρεί από τις σπουδές και το μέλλον της κόρης σας. Συμπεριφέρεστε και οι δύο σας, λες και τα χρήματα φυτρώνουν στις γλάστρες».
«Είναι δεκαεπτά ετών …»
«Όταν έφυγε η Στέλλα από το σπίτι, ας το σκεφτόταν εκείνη κι ας προχωρούσατε σε ένα πολιτισμένο διαζύγιο. Για να μην στενοχωρήσετε την Μυρτώ, θα την αφήσετε στο δρόμο και χωρίς τη δυνατότητα να σπουδάσει.

Σπύρο σύνελθε, η κόρη σου εξελίσσεται σε ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που στην πραγματικότητα να είναι άφραγκο. Ας της μάθει επιτέλους κάποιος πως όλα αυτά τα παιδιά που σπουδάζουν και δουλεύουν συνάμα όπου βρουν, είναι οι μικροί μας ήρωες της ζωής μας, είναι οι επόμενοι ενήλικες που θα ξέρουν να προστατεύσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους.

Και για να το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή, δανεικά από εμένα και τον Μανώλη μην ξαναζητήσεις. Βγάλε τα πέρα μόνος σου, σε αυτόν τον παραλογισμό που ζεις, εγώ δεν συμμετέχω άλλο. Αισθάνομαι ότι είσαι στο χείλος του γκρεμού και κάθε φορά αντί να σε βοηθάω πραγματικά, σου τραβάω μια μικρή κλωτσιά και σε οδηγώ στην αυτοκτονία μια ώρα αρχύτερα.

Ξέρεις κάτι, δεν έχεις μεγαλώσει, εσύ χρειάζεσαι τη Ρόζα να σου ρίξει ένα χέρι ξύλο στον πισινό όπως τότε που ήσουν μικρός. Στην ηλικία μεγάλωσε και μυαλό δεν έβαλες».

Στο σαλόνι για λίγα δευτερόλεπτα έπεσε σιωπή.

«Πριν έρθω σε εσένα μιλούσα με την Μυρτώ. Μου είπε ότι αφού φέτος θα είσαι εδώ στα γενέθλιά της, θα σε καλέσει κι εσένα στο σπίτι του παππού της».

Η Ανδριάνα γέλασε.

«Αστειεύεσαι να υποθέσω».
«Σου λέω τι ακριβώς μου είπε, το ξέρεις πόσο σε αγαπάει».
«Δεν πρόκειται να έρθω Σπύρο στο πάρτι της και δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθώ ξανά στον ίδιο χώρο με την Στέλλα ακόμα κι αν τα ξαναβρείτε».

Σιωπή, ο άντρας δεν απάντησε για λίγα δευτερόλεπτα. Μόνο φυσούσε τον καπνό του και κοιτούσε τα σχήματα που στιγμιαία εμφανιζόταν.

«Και τι θα πεις στην Μυρτώ;» ρώτησε ανήσυχος.
«Την αλήθεια»
«Δηλαδή;»
«Ότι με την μητέρα της έχουμε να μιλήσουμε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια. Ήσασταν παντρεμένοι ακόμα και η Μυρτώ αναρωτιόταν γιατί δεν ερχόμουν να σας δω».
«Ποτέ δεν έχεις πει όλη την αλήθεια, έτσι δεν είναι;»
«Δεν καταλαβαίνω καν τι εννοείς» απάντησε ατάραχη η Ανδριάνα.

«Τι έχει κάνει σε εσένα ακριβώς η Στέλλα;» ρώτησε και η γυναίκα κατάλαβε ότι χαμπάρι δεν είχε πάρει σε ολόκληρη την κοινή ζωή τους την αλήθεια. Είχε προσεγγίσει κάποια στιγμή προς τη σωστή κατεύθυνση των γεγονότων, όμως σαν την στρουθοκάμηλο έχωσε το κεφάλι του στο χώμα κι εκεί έμεινε. Τι κρίμα αλήθεια.

Η Ανδριάνα είχε πεταχτεί όρθια και είχε γίνει κατακόκκινη από τα νεύρα της.

«Είσαι γελοίος, δεν μπορώ να σου πω τίποτα παραπάνω. Δεν μπορεί να μην θυμάσαι τι έγινε Σπύρο!

Έλειπα επαγγελματικό ταξίδι και κανόνισε να κάνει μνημόσυνο για τους τρεις μήνες της μητέρας μου, ποιος τώρα η Στέλλα, που τι δουλειά είχε δεν μας εξήγησε ποτέ, όταν ήξερε ότι έλειπα και χωρίς να μου πει τίποτα.

Είχε καλέσει όλη την οικογένεια εκτός από εμένα. Το λέω και δεν το πιστεύω. Το μυαλό μου γυρίζει ανάποδα και επαναλαμβάνω, είχε καλέσει όλη την οικογένεια στο μνημόσυνο της μητέρας μου χωρίς να ξέρω τίποτα. Το καταλαβαίνεις;  και το έμαθα τυχαία την ώρα που οδηγούσα.

Είχε αγοράσει ψάρι και ήταν έτοιμη να κάνει τραπέζι σπίτι σας και όταν σε πήρα τηλέφωνο μέσα στους λυγμούς, το μόνο που είχες να πεις ήταν ‘’πόσο βλάκας είμαι, εγώ φταίω που δεν σε ειδοποίησα’’. Ποιόν να ειδοποιήσεις Σπύρο; Την κόρη της; Αυτό ήταν δικιά μου υπόθεση, ήταν η σχέση μου με την μητέρα μου και χώθηκε η Στέλλα παριστάνοντας την Θεούσα να μας φτάσει σε σημείο να σταματήσουμε να μιλάμε οικογενειακώς.

Είχα κάνει στην άκρη το αυτοκίνητο κι έκλαιγα με λυγμούς. Είχα στείλει μήνυμα στον Νικόλα ότι ‘’παραβρεθεί σε αυτό το μνημόσυνο εν απουσία μου, εμένα να με ξεχάσει’’, το ίδιο είχα στείλει και σε εσένα. Η Ρόζα με είχε ενημερώσει γιατί της είχε φανεί κι εκείνης πολύ παράξενο. Ήξερε ότι θα έλειπα και κάτι δεν της πήγαινε καλά. Με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε. Πως δεν έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου δεν ξέρω.

Η δε Στέλλα όταν της τηλεφώνησα για να την ρωτήσω με ποιο δικαίωμα ανακατευόταν στα πόδια μου, η μόνη απάντηση που είχε βρει πρόχειρη ήταν ‘’εσύ δεν πιστεύεις’’ κι εκεί την έστειλα στον αγύριστο και το ψάρι που είχε παραγγείλει της είπα να το βάλει εκεί που φαντάζεσαι.

Ξέρεις κάτι, άντε παρατήστε με όλοι σας και αφήστε με στην ησυχία μου. Κι εσύ και η Στέλλα και τα προβλήματά σας. Οι μόνοι που δεν φταίνε είναι τα παιδιά αλλά τελικά αυτά θα πληρώσουν τη νύφη.

Ήρθε η Στέλλα να κάνει κουμάντο στο σπίτι μου και στη μνήμη της μητέρας μου και μια συγγνώμη δεν ζήτησε ποτέ» ούρλιαξε και συνέχισε μετά από λίγο, «Σπύρο, μια και καλή και να τελειώνουμε. Ακούω το όνομα της Στέλλας και μου γυρνάει το στομάχι ανάποδα. Αν μπορούσε να εξαφανιστεί από ολόκληρο το γαλαξία, θα ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος και στο λέω για χιλιοστή φορά, αν εσείς αποφασίσετε να τα βρείτε στο μέλλον καλά θα κάνετε αλλά εμένα να μην με ανακατέψετε. Την Στέλλα την ανέχθηκα χρόνια και χρόνια στο όνομα της οικογένειας. Τώρα, τέτοια χατίρια έπαψα να κάνω. Από εδώ και στο εξής ο κάθε ένας ας ζήσει τη ζωή του όπως νομίζει κι εμένα αφήστε με ήσυχη».

«Έχεις κι εσύ τα δίκια σου τι να πω, στη Μυρτώ όμως τι θα πεις;»
«Την αλήθεια φυσικά»
«Θα κατηγορήσεις τη μητέρα της;»
«Αυτό δεν θα το έκανα ποτέ Σπύρο. Η μητέρα για τον κάθε ένα από εμάς είναι ιερή, μπορώ όμως να της εξηγήσω ότι δεν έχουμε πλέον σχέσεις. Το τι θα της εξηγήσω θα εξαρτηθεί από τι θα ρωτήσει, αν και υποθέτω ότι αρκετά τα έχει καταλάβει από μόνη της και για άλλα τόσα στρέφει το ‘’βλέμμα’’ της αλλού, να μην βλέπει, να μην μαθαίνει».
«Θα την πικράνεις»
«Αρκετά, όλοι μας κάποια στιγμή πικραινόμαστε ακόμα κι αν δεν φταίμε και δυστυχώς δεν έχω άλλη υπομονή και ούτε υπάρχει λόγος να παριστάνω τον καραγκιόζη. Ας φροντίσετε εσείς που είσαστε γονείς για τα παιδιά σας. Τα εξιλαστήρια θύματα μας τελειώσανε» είπε και του ζήτησε να σταματήσει να καπνίζει. «Φτάνει πια!»

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ο διακριτικός ήχος του εισερχόμενου μηνύματος στο κινητό της Ανδριάνας την έβγαλε από τις σκέψεις της. Είχε μια επιθυμία να αδειάσει την αποθήκη του σπιτιού της. Να σταματήσει να κρατάει όλα εκείνα τα πράγματα που την έκαναν να νοιώθει δέσμια με το παρελθόν της.

Γυρνούσε μέσα στο σπίτι και κοιτούσε τα έπιπλα ένα-ένα. ‘’Θα το αγόραζα εγώ αυτό;’’ αναρωτιόταν ή μήπως είναι οι μνήμες και οι μυρωδιές των περασμένων χρόνων που πάσχιζε να κρατήσει κοντά της. ‘’Ζω ανάμεσα στην τέφρα μιας αλλοτινής εποχής’’ μουρμούρισε και ανατρίχιασε. Σήκωσε το κινητό της τηλέφωνο από το τραπέζι του σαλονιού και διάβασε,

«Την Τετάρτη, θα μαζευτούμε στον παππού στις οκτώ το απόγευμα, αν μπορείτε σας περιμένω» έγραφε στο μήνυμά της η Μυρτώ και αντί για τελεία είχε βάλει μια καρδιά. Περίμενε εκείνη και τον Μανώλη για να γιορτάσει τα δέκατα έβδομα γενέθλιά της.

Η Ανδριάνα δεύτερη φορά δεν το σκέφτηκε. Την απόφαση την είχε πάρει πριν από πολύ καιρό και σήμερα είχε έρθει η ώρα να τηρήσει αυτά που στον εαυτό της είχε υποσχεθεί. ‘’Τα θεμέλια μιας σχέσης είναι η ειλικρίνεια’’ έλεγε κι όσο κι αν την πόναγε που αυτό το κορίτσι θα το πλήγωνε, ήταν έτοιμη να αναλάβει το κόστος της των πράξεών της αλλά και της αξιοπρέπειάς της. Ένοιωθε ότι τόσα χρόνια, έσπρωχνε τα λάθη των δικών της ανθρώπων αλλά και του εαυτού της κάτω από το ‘’χαλί’’. Είχε κουραστεί, ίσως είχε μεγαλώσει αρκετά, το μόνο που είχε ανάγκη πια ήταν να ξέρει που πατάει και που βρίσκεται. Ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα. Αποζητούσε η ζωή της να γεμίσει με το φως του ήλιου και ο κάθε κατεργάρης να πάει στη θέση του.

«Αγάπη μου γλυκιά το ξέρω.  Θα προτιμούσα όμως να βρεθούμε μόνες μας. Μου είναι πολύ δύσκολο να έρθω στο σπίτι του παππού σου όταν με τη μητέρα σου, έχουμε ουσιαστικά διακόψει κάθε επαφή τα τελευταία τέσσερα χρόνια κι αυτό, είναι δρόμος χωρίς επιστροφή.

Αν θέλεις να κάνουμε κάτι οι δυο μας και να γιορτάσουμε μαζί, όπως εμείς ξέρουμε, θα το ήθελα πάρα πολύ. Με τις ‘’οικογένειες μας’’ όμως, όπως ίσως έχεις καταλάβει, σχέση πλέον δεν έχω και δεν θέλω να έχω, γι’ αυτό σε παρακαλώ να μην με ανακατεύεις σε όλα αυτά. Σε αγαπώ απεριόριστα και  πάντα θα σε αγαπώ. Να θυμάσαι ότι ΕΔΩ,  τώρα πια είμαι μόνο για εσένα» έγραψε και πάτησε γρήγορα το κουμπί της αποστολής πριν το μετανιώσει.

Η απάντηση από την Μυρτώ ήρθε αμέσως.

«Όπως είπα και στον μπαμπά, είναι τα γενέθλιά μου και η μόνη ημέρα που θα ήθελα να είμαστε  όλοι μαζί, αλλά εντάξει τι να πω; ότι θέλεις…»

Προς στιγμήν το στομάχι της Ανδριάνας σφίχτηκε. Αυτό το πλάσμα που το κράτησε στην αγκαλιά της από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε, σήμερα είχε έρθει η ώρα για να του καρφώσει ένα μαχαίρι στην καρδιά ή μήπως τελικά έκανε το σωστό; Ποιόν να ρωτούσε, κανείς δεν θα καταλάβαινε όσο η ίδια φρόντιζε να κρατάει σφιχτά στη χούφτα της, την ψυχική ισορροπία του Σπύρου και του Νικόλα.  Αναστέναξε για άλλη μια φορά. Τελικά ‘’τη θαλασσοταραχή’’ από τα λάθη της Στέλλας θα τον πλήρωνε η Μυρτώ, είτε εκείνη  αποφάσιζε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, είτε όχι.

«Δεν είναι δικό μου το λάθος λυπάμαι, έκανα υπομονή πολλά χρόνια και πολύ πριν γεννηθείς. Το ξέρω ότι δεν φταις εσύ, μα ούτε κι εγώ. Αν θέλεις πες ότι έφτασε η ώρα πια να γιορτάζουμε οι δυο μας παρέα, μόνο και μόνο γιατί αγαπάμε η μια την άλλη» έγραψε.

«Δεν καταλαβαίνω ποια από τις δυο έχει κάνει  λάθος αλλά τέλος πάντων» έγραψε η Μυρτώ και πίσω από τις λέξεις που  κανείς δεν τόλμησε να πει, η Ανδριάνα ήταν σίγουρη ότι η μικρή της ανιψιά κάτι υποψιαζόταν, ήταν όμως δύσκολο να κατακρημνίσει τη μητέρα της  και τελικά, ποιος από εμάς μπόρεσε πραγματικά να το κάνει;

«Μεταξωτό μου πλάσμα …» έγραψε η Ανδριάνα και σταμάτησε το ‘’διάλογο’’ εκεί.  Ήξερε ότι για την ώρα είχε κάνει εύκολη τη ζωή της Στέλλας, γνώριζε όμως καλά, ότι ο σπόρος της αμφιβολίας είχε φυτευτεί στην καρδιά της μικρής της ανιψιάς. Δεν ήταν όμορφο, δεν ήταν σωστό ούτε καν ευγενικό αυτό που συνέβαινε σε βάρος της μικρής της ανιψιάς και ίδια το γνώριζε πολύ καλά’’.  Ήξερε επίσης, ότι η αλήθεια τέτοιες ‘’χάρες’’ δεν είχε. Άφησε το κινητό στη θέση του, με την καρδιά της να στάζει φαρμάκι.

Δύο γυναίκες, η Στέλλα και η ίδια, έπαιζαν σκάκι με την ψυχή της Μυρτώς. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα είχε τη δύναμη να το κάνει; Η ίδια δεν θα το έβαζε ποτέ με το μυαλό της, Ό,τι κι αν είχε συμβεί με την Στέλλα, για χάρη της ανιψιάς της, του Σπύρου και του Νικόλα, έκανε τα στραβά μάτια χρόνια ολόκληρα, μα ο κόμπος είχε φτάσει ήδη στο χτένι και το χτένι έσπασε. Ήξερε, ότι ο αποδιοπομπαίος τράγος της πραγματικής ιστορίας, στο τέλος θα ήταν εκείνη μα τώρα πια δεν την ένοιαζε. Αυτή τη στιγμή είχε μόνο μια επιθυμία. Να καθαρίσει τα μέσα και τα έξω της.

«Ήρθε η ώρα» μουρμούρισε και σηκώθηκε όρθια.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Άνοιξε την πόρτα της αποθήκης με μεγάλη δυσκολία. Δεν υπήρχε χρόνος για περιττές σκέψεις. Κοίταξε το χώρο και η ψυχή της σφίχτηκε.

Για πόσο καιρό ακόμα θα ζούσε με στοιβαγμένα αντικείμενα των παιδικών της χρόνων; Γιατί όλα αυτά έπρεπε να μένουν κλειδαμπαρωμένα στο σκοτάδι και την σκόνη; ‘’Υπέρμετρος συναισθηματισμός ή εγωισμός;’’ αναρωτήθηκε.

Κοίταξε τις μεγάλες βαλίτσες της μητέρας της, του πατέρα της, τις δικές της. Τα βιβλία που κανείς πλέον δεν διάβαζε, όχι αυτά δεν θα τα πετούσε, τα ρούχα που είχε κρυμμένα και τα χιλιάδες μικροαντικείμενα που της θύμιζαν το πατρικό της σπίτι.

Έπιπλα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, κομμάτια τέχνης από το δωμάτιο της γιαγιάς της που χώρο δεν είχε να τα βάλει. Κούτες με σερβίτσια εικοσιτεσσάρων ατόμων και κρυστάλλινα ποτήρια, φερμένα από μεγαλεία μιας άλλης εποχής, κρυμμένα μέσα στο σκοτάδι λες και τους έμελε να τιμωρηθούν γιατί κατάφεραν και επιβίωσαν. Τι κρίμα!

Έπιασε στο χέρι της ένα μικρό βάζο. Ακόμα είχε τα αποξηραμένα λουλούδια από το χέρι της μητέρας της.

«Και πώς να τα πετάξω όλα αυτά;» αναρωτήθηκε. Κουτιά με φωτογραφίες, ούτε ήξερε από πότε ήταν τοποθετημένα μέσα στα κουτιά από τα μπισκότα και τα αμυγδαλωτά. Άλμπουμ με την μητέρα της να λάμπει και τον πατέρα της ευθυτενή και χαμογελαστό μέσα στο κουστούμι του. Από το γάμο τους, από τη γέννησή της, από τα καλοκαίρια εκείνα τα φωτεινά και τα γεμάτα όνειρα.

«Τι θα κάνω εγώ με όλα αυτά;» αναρωτήθηκε αλλά η σκόνη και η κλεισούρα την έκαναν να βγει τρικλίζοντας σχεδόν από το ανήλιαγο μέρος. Το οξυγόνο λίγο, ούτε παράθυρο ούτε εξαερισμός.

Μπήκε στο μπάνιο κατευθείαν. Το κρύο νερό που έριξε επάνω της, έκαναν στο μυαλό της χώρο και η ανάσα της λες και καθάρισε. Τυλίχθηκε με την πετσέτα και πήγε στο γραφείο της. Άνοιξε τον υπολογιστή και χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να ψάχνει αυτό που ήθελε. Μόλις το βρήκε πήρε τηλέφωνο.

«Παλαιοβιβλιοπωλείο των αστέγων;» ρώτησε και πήρε όσες πληροφορίες χρειαζόταν. Τώρα το μόνο που της έμενε ήταν να οπλισθεί με θάρρος. Τι θα κρατούσε τι θα έδινε;

Για να πουλήσει όλους αυτούς τους μικρούς θησαυρούς που είχε στα χέρια της, ούτε που το κουβέντιαζε, το ένοιωθε σαν προδοσία. Τουλάχιστον, ας ζούσαν από τα βιβλία άνθρωποι που τα είχαν ανάγκη. Ο παππούς της θα ήταν περήφανος γι’ αυτή, ήταν σίγουρη κι ας γέμιζαν τα μάτια της με μικρά διαμαντάκια δακρύων.

Έριξε ένα πρόχειρο φουστάνι επάνω της και χώθηκε ξανά στην αποθήκη. «Πόσες εγκυκλοπαίδειες μπορούσε να είχε μια οικογένεια;» αναρωτήθηκε ξεφυλλίζοντας ένα-ένα βιβλίο και τοποθετώντας το στη μεγάλη βαλίτσα με τα ροδάκια.

Όταν ο Μανώλης γύρισε σπίτι τη βρήκε ξεμαλλιασμένη ανάμεσα σε ένα αχούρι χαρτιών με μάτια πρησμένα.

«Τι έγινε εδώ μέσα;» αναρωτήθηκε σμίγοντας τα φρύδια του.
«Ελευθερώνω το σπίτι για να βρουν χώρο και να θρονιαστούν η χαρά και η ευτυχία».

Ο Μανώλης την κοίταξε γεμάτος απορία. Αυτά τα ‘’αλαφροΐσκιωτα’’ της Ανδριάνας ούτε τα καταλάβαινε μα ούτε τα είχε συνηθίσει.

«Θέλω να αλλάξουμε το σπίτι» του εξήγησε, «νοιώθω ότι ζω τη ζωή των προγόνων μου και όχι τη δική μας» συνέχισε η Ανδριάνα. «Αυτό δεν είναι σπίτι ανθρώπων που έχουν ξεφύγει από το παρελθόν, μουσείο ψυχών είναι» είπε.

Ο Μανώλης την κοίταξε και δεν πίστευε στα αυτιά του. «Εσύ θα αποχωριστείς όλα;» ρώτησε.
«Όλα όχι, μα τα περισσότερα ναι. Να βγουν ξανά στο φως, να ζήσουν σε άλλα σπίτια, να ακούσουν άλλες ιστορίες και να γράψουν και τις δικές τους. Εδώ απλώς τα έχω στοιβαγμένα μέσα στο σκοτάδι και αντί να μου δίνουν χαρά με πνίγουν θυμίζοντάς μου όλους αυτούς τους αγαπημένους που δεν θα ξαναδώ» είπε με παράπονο.

«Υπερευαισθησίες άχρηστες» απάντησε σοβαρά ο Μανώλης. «Η ζωή τραβάει μπροστά Ανδριάνα κι εμείς οφείλουμε να την ακολουθούμε, νομίζω ότι έχεις πάρει μια πολύ σωστή απόφαση» είπε και την τράβηξε στην αγκαλιά του.

«Μανώλη» ρώτησε η Ανδριάνα «με το διαζύγιο τι θα γίνει;»
«Τι σε έπιασε τώρα;»
«Βρίσκομαι σε φάση μεγάλης εκκαθάρισης» απάντησε «κι έχω ανάγκη να βάλω τα συρτάρια της ζωής μου σε τάξη».
«Το καταλαβαίνω μόνο που πρώτα θέλω να τακτοποιήσω το θέμα με τον Αχιλλέα. Έχουν πέσει όλα μαζί. Γιατί όμως τέτοια επιμονή; Τι θα αλλάξει στη ζωή μας;» ρώτησε.

«Πάω να φτιάξω καφέ κι επιστρέφω να τα πούμε» είπε η Ανδριάνα.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ο Μανώλης είχε μια καλύτερη ιδέα. Θα πήγαιναν για άλλη μια φορά κάτω από τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο.

Η παραγγελία έκλεισε με καλαμάρι ψητό και ούζο.

«Λοιπόν» είπε και περίμενε.
«Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις» ξεκίνησε να λέει η Ανδριάνα.
«Δύσκολο μπορεί να μην είναι, απλώς νόμιζα ότι όλα αυτά τα ‘’τυπικά’’ σε άφηναν αδιάφορη».
«Η τυπικότητα δεν έχει καμία απολύτως σχέση Μανώλη, είναι πολύ πιο ουσιαστικό το θέμα».
«Σε ακούω» είπε και γέμισε τα ποτήρια τους με πάγο «στην υγειά μας» συμπλήρωσε και της χάρισε το πιο γλυκό του χαμόγελο. Του άρεσε να είναι μαζί της, να την ακούει να μιλάει και να βρίσκονται δίπλα στη θάλασσα.

«Δεν είμαι ήρεμη όσο το διαζύγιο δεν έχει βγει» είπε και ο Μανώλης κόντεψε να πνιγεί.
«Τι εννοείς;»
«Δεν είμαι καν ο εαυτός μου»
«Αυτό δεν το καταλαβαίνω και δεν περίμενα να το ακούσω από εσένα» είπε έκπληκτος.
«Ούτε εγώ το είχα συνειδητοποιήσει αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Έχω μέσα μου ένα μεγάλο ‘’κράτημα’’ και δεν με αφήνω να ζήσω τις στιγμές μας» είπε και έβρεξε το στόμα της με μια γουλιά από το ούζο της.
«Δεν μιλάς σοβαρά» είπε έκπληκτος.
«Γιατί εκπλήσσεσαι; Πως θα ένοιωθες εσύ αν είχα στο ενεργητικό μου έναν γάμο από τον οποίο δεν είχα πάρει διαζύγιο;»
«…»

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Δύσκολη ερώτηση;»
«Με έβαλες στη θέση σου με μια μόνο ερώτηση» της απάντησε.
«Άρα;»
«Κοίτα, για εμένα τα πράγματα είναι καθαρά διαδικαστικά, δεν έχω να κρύψω τίποτα και ειλικρινά το θέμα του διαζυγίου ήταν κάτι που δεν το είχα στο μυαλό μου. Όχι τουλάχιστον έτσι όπως το θέτεις εσύ».
«Θέλω να ‘’μιλήσεις’’ με τον εαυτό σου. Αν έχει πράγματι τελειώσει ο γάμος σου με την Πηνελόπη, είναι ώρα να κάνεις το επόμενο βήμα».
«Μα τι λες τώρα; Αν έχει τελειώσει ο γάμος μου; Είναι κουβέντες αυτές;»
«Ναι αγάπη  μου, γιατί καμιά φορά βολευόμαστε μέσα σε ένα απέραντο τίποτα».
«Τι εννοείς;»
«Πες ότι εμείς τσακωνόμαστε πολύ άσχημα, ως νόμιμος σύζυγος της Πηνελόπης μπορείς να διεκδικήσεις να επιστρέψεις στο σπίτι. Μπορεί να είναι δικό της αλλά δεν παύει να είναι η συζυγική σας στέγη. Εμείς οι δυο τι έχουμε;».
«Δεν το είχα σκεφθεί ποτέ αυτό!»
«Νοιώθω ανασφαλής, θέλω να το καταλάβεις και να δώσεις σημασία σε αυτό που σου λέω. Δεν μπορώ να κάνω όνειρα, δεν μπορώ να δω το μέλλον μας μαζί όσο συνεχίζεται αυτή η ερμαφρόδιτη κατάσταση. Όταν ένας γάμος τελειώνει πρέπει να μπαίνει τελεία και παύλα. Όσο αυτό δεν γίνεται υπάρχουν εκκρεμότητες ανοιχτές με το παρελθόν».
«Δεν αισθάνομαι ότι έχω καμία εκκρεμότητα κορίτσι μου».
«Ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις, οι κύκλοι που δεν έκλεισαν γίνονται τσιμεντόλιθοι στα πόδια μας και δεν μας αφήνουν να βαδίσουμε».
«Ανατρίχιασα» είπε και συνέχισε «μόλις ξεμπλέξω με τον Αχιλλέα θα τα τακτοποιήσω όλα, στο υπόσχομαι» είπε και τα μάτια του έλεγαν ότι της λέει την αλήθεια.

Η Ανδριάνα έβαλε μια μπουκιά από το ψητό καλαμάρι στο στόμα της, έστρεψε τα μάτια της προς τον φωτισμένο Ναό του Ποσειδώνα και μετά κοίταξε τον ξάστερο ουρανό.

‘’Η Πηνελόπη ήταν σίγουρη ότι δεν θα ήθελε να ξεβολευτεί στο μέλλον’’ σκέφτηκε.

«Ξέρεις, ονειρεύομαι να δημιουργήσουμε μαζί πράγματα κι όλα αυτά τα ανακατωμένα συναισθήματα φέρνουν πάνω από τις ημέρες μας μικρά σκοτεινά σύννεφα. Δεν θέλω να συνεχίσω άλλο έτσι» είπε κι άκουσε το κινητό της να χτυπάει αλλά σημασία δεν έδωσε.

«Σήκωσέ το ή κλείσε το σε παρακαλώ» είπε ο Μανώλης. Με ενοχλεί ο ήχος του σε αυτό το περιβάλλον.

Με ύφος βαριεστημένο άρχισε να ψαχουλεύει μέσα στην τσάντα της.

«Πολύ φασαρία για το τίποτα» είπε «να το έκλεισαν» και κοίταξε τον αριθμό που μόλις την είχε καλέσει. Πάγωσε, το παρελθόν έκανε την εμφάνισή του σε λάθος στιγμή.

«Ποιος ήταν;» ρώτησε ο Μανώλης.

 

 

~συνεχίζεται~

Image by JL G from Pixabay

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here