Το κινητό της Ανδριάνας χτύπησε αρκετές φορές πριν το σηκώσει.

«Τι κάνεις αγάπη μου; Θέλω να βρεθούμε» ζήτησε η Ρόζα.

Η Ανδριάνα τη φοβόταν αυτή τη στιγμή. Ήξερε πάντα ότι θα ερχόταν η ημέρα που θα έπρεπε να δώσει εξηγήσεις. Στη Ρόζα, στο Σπύρο αλλά και στα παιδιά. Για τη θεία της καμία εξήγηση δεν ήταν ποτέ αρκετή, εάν αυτό που άκουγε με τα αυτιά της δεν ήταν ξεκάθαρο. Ήθελε οι σκέψεις και τα συναισθήματα να λάμπουν σαν το κρύσταλλο και δεν έκανε  ποτέ πίσω αν δεν μάθαινε όλη την αλήθεια. Την αλήθεια που αφορούσε την ίδια προσωπικά και την οικογένειά της. Ειδικά την οικογένειά της.

Κοίταξε το είδωλό της καθώς αντιφεγγίζονταν  στο τζάμι του παραθύρου κι έκανε μια γκριμάτσα, σαν να κορόϊδευε τον εαυτό της.

Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε συμφιλιωθεί με εκείνο το γεγονός. Δεν ήξερε τι την ενοχλούσε περισσότερο. Ο εαυτός της μάλλον και τα κατά συνθήκη ψεύδη που αναγκαζόταν τόσα χρόνια να λέει κι ας μην το παραδεχόταν και κάθε που ερχόταν αντιμέτωπη με τις μνήμες της, θύμωνε όλο και περισσότερο και γέμιζε το είναι της με πίκρα. «Ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε στο διάβα της οικογένειάς μας» έλεγε από μέσα της.

Το μυαλό της ήταν γεμάτο από τις εικόνες εκείνου του απογεύματος. Ανατρίχιασε. Έτριψε γερά με τις παλάμες τα δυο της μπράτσα, πήρε μια βαθειά αναπνοή και κούνησε το κεφάλι της για άλλη μια φορά με κατανόηση.  Κατανόηση για όλους όσους αγαπούσε και προστάτευε. Μόνο που η δικιά τους προστασία και γαλήνη κόστιζαν στην ίδια την ψυχική της ηρεμία. Ένοιωθε σαν να της έχουν φυτέψει αγκάθια στη καρδιά.

Η Στέλλα δεν είχε ένα μόνο μυστικό. Είχε και άλλα, χωμένα στο σεντούκι της ψυχής και του μυαλού της και αυτό που αναρωτιόταν μονίμως η Ανδριάνα ήταν, σαν ερχόταν η ώρα να βγουν στην επιφάνεια, τι φουρτούνες θα ξέσπαγαν και πόσοι θα βρισκόταν πληγωμένοι με χαρακιές ανεξίτηλες και  χωρίς να φταίνε; Θύματα μιας άλλης οικογένειας που ασελγούσε στις ψυχές των ανθρώπων με το έτσι θέλω. Μια κατάρα είχαν βάλει  εν αγνοία τους,  μέσα στο ίδιο τους το σπίτι με τη μορφή και τη φρεσκάδα μιας νέας κοπέλας. Τότε.

Ο νους της Ανδριάνας γύρισε πολλά χρόνια πίσω.  Μετά από εκείνη την νύχτα που τις χτύπησε το κουδούνι ο Σπύρος, σειρά είχε η γνωριμία της με τη Στέλλα.

Είχε γυρίσει σπίτι από το γραφεί και βρήκε τη γυναίκα στη κουζίνα του σπιτιού της να ξεπλένει ένα τηγάνι στο νεροχύτη.

Η Στέλλα δεν την είχε αντιληφθεί. Η Ανδριάνα πάλι, μόλις την είδε κοντοστάθηκε και παρατηρούσε αυτό το θηλυκό που είχε εισβάλει στο σπιτικό της. Δεν της άρεσε. Δεν ήξερε γιατί αλλά την ενοχλούσαν όλα επάνω της.

Η πιο πρόχειρη δικαιολογία που συνήθως έλεγε, ήταν ότι την είχε ενοχλήσει η εικόνα της Στέλλας στο νεροχύτη της. Το έβρισκε αφύσικο σε ένα ξένο σπίτι να ανακατεύεσαι στην κουζίνα χωρίς την άδεια της νοικοκυράς. Θυμόταν ότι είχε σκοπό να βάλει τον ξάδελφό της στη θέση του. Στο δικό της σπίτι κουμάντο έκανε μόνο η ίδια. Δεν είχε καταλάβει ακόμα τι την περίμενε.

Ο Σπύρος βγαίνοντας από το σαλόνι την είδε να στέκεται και να παρατηρεί τη Στέλλα.

«Καλώς ήρθες, γνωριστήκατε εσείς οι δύο;» είχε ρωτήσει και το τηγάνι μόλις είχε ξεφύγει από τα χέρια της Στέλλας.  Η γυναίκα κάτι ψέλλισε, έκλεισε τη βρύση με το νερό και σκούπισε πρόχειρα τα χέρια της πάνω στο μαύρο της φουστάνι.  Ένα φουστάνι λίγο κοντό, μέχρι πάνω από το γόνατο γεμάτο με σειρές από κρόσσια που χόρευαν σε κάθε κίνησή της. Ψηλές γόβες, μαύρο καλσόν και αντί για κοσμήματα, αυτό που στόλιζε την εμφάνισή της ήταν ο ξανθός καταρράκτης των μαλλιών της και τα νιάτα της.

Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν στα μάτια σαν να ζύγιαζαν τις δυνάμεις τους μέσα στα δευτερόλεπτα της σιωπής τους . Δεν είχαν συμπαθήσει η μια την άλλη. Έτσι αναίτια, για τους λόγους που το γυναικείο ένστικτο ξέρει, πριν οι πράξεις βγουν στο φως. Η Ανδριάνα, έλεγε στην Ρόζα ότι την έβρισκε αγέλαστη, χωρίς ίχνος χιούμορ και λίγο  «μα πώς να στο εξηγήσω Ρόζα μου, αυτό το φουστάνι με τα κρόσσια και το τηγάνι στο χέρι είχαν κάτι δεύτερο» έλεγε για να δικαιολογήσει την έλλειψη συμπάθειας προς την γυναίκα του ξαδέλφου της.

Η Ρόζα γέλαγε «και τι νομίζεις ότι ήμουν εγώ όταν μπήκα στο σπίτι του Γιωργή; Πριγκίπισσα; Στους μαχαλάδες μεγάλωσα και στα λασπόνερα γι’ αυτό να αφήσεις την Στέλλα στην ησυχία της. Στην κυρία Ζωή τα οφείλω όλα και στον πεθερό μου. Από αυτούς να πάρεις παράδειγμα και να αφήσεις τις βλακείες» τη μάλωνε.

«Ναι αλλά είναι αγέλαστη» συνέχιζε η Ανδριάνα.
«Και που ξέρουμε εμείς παιδί μου τι βάσανα κουβαλάει;» την ρώταγε η θεία της.

Τότε δεν γνώριζαν. Σήμερα όμως που η Ανδριάνα είχε μάθει από την καλή και από την ανάποδη την αλήθεια, «ή μέρος της αλήθειας» όπως έλεγε από μέσα της, δεν ήξερε τι να κάνει και ήταν πολλά τα χρόνια που ζούσε με αυτό το μαρτύριο γιατί η Στέλλα, μέσα από τα ανείπωτα γεγονότα της ζωής τους, την τυραννούσε καθημερινά.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει από την ημέρα εκείνη που είχε αναγκαστεί να την πετάξει από το σπίτι της; Τα μέτραγε και τα ξαναμέτραγε η Ανδριάνα και κάθε φορά όλο και πιο πολλά της φαινόταν, γιατί ο χρόνος κυλούσε βιαστικά και έφευγε μέσα από τα χέρια τους και μέσα από τη σιωπή τους.

Μετά από εκείνο το βράδυ, η Ανδριάνα έκανε να κοιμηθεί μήνες. Είχε πάρει την ψυχολόγο της τηλέφωνο και της είχε ζητήσει την βοήθειά της, με λάθος τρόπο.

Ήταν ημέρες γιορτών. Χριστούγεννα κοντά.

«Θα τα πούμε μετά τις γιορτές, μπορείς να χειριστείς τις καταστάσεις και μόνη σου» της είχε απαντήσει.

Σήμερα, δεν αδικούσε την Βέρα για εκείνη την απάντησή. Είχε στεγνώσει με επιμονή τα δάκρυα από τα μάτια της, είχε καθαρίσει τη φωνή από τα αναφιλητά και είχε βρει τη δύναμη να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Ήταν αδύνατον να καταλάβει η Βέρα τι είχε ζήσει η Ανδριάνα λίγη ώρα πιο πριν. Η ίδια η Ανδριάνα είχε μόνο πει «δεν είμαι πολύ καλά θέλω να σε δω» χρησιμοποιώντας εκείνο τον ανάλαφρο και φρέσκο τόνο στη φωνή της. Μόνο όταν έμαθε η Βέρα, μετά τις γιορτές τι είχε συμβεί, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό κι ας ήταν ψυχολόγος.

«Τόση ανηθικότητα;» είχε ψελλίσει χωρίς να το θέλει, βλέποντας την Ανδριάνα να υποφέρει μέσα από την διήγηση της ιστορίας της.

«Τι θα κάνω; Πως θα το χειριστώ;» έλεγε η κοπέλα και κοίταγε στα μάτια την Βέρα ψάχνοντας απεγνωσμένα για απαντήσεις που κανείς δεν της έδινε.

Την Βέρα αυτό που την ενδιέφερε, ήταν να κρατήσει όρθια και στη θέση της την Ανδριάνα και τα κατάφερε. Τις απαντήσεις θα τις έβρισκε η κοπέλα μόνη της. Αυτό ήταν το δύσκολο μονοπάτι που έπρεπε να τραβήξει. Ο δικός της Γολγοθάς, η συγγνώμη που έπρεπε να δώσει στον εαυτό της.

Ήξερε ότι αν μίλαγε τα λόγια της θα έφερναν καταστροφή και είχε προτιμήσει να σιωπήσει. Σήμερα το ίδιο ακριβώς περιστατικό θα το είχε χειριστεί διαφορετικά, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί τώρα πια ήταν μια ώριμη γυναίκα και όχι ένα κοριτσόπουλο.

Κοριτσόπουλο ήταν όμως και η Στέλλα τότε, αλλά με ψυχή και μυαλό πλημμυρισμένα από σκοτάδι.

Της είχε ζητήσει να μην πληγώσει τον Σπύρο. Να φύγει, να τον αφήσει ήσυχο. Η Στέλλα δεν ήθελε να φύγει από τον γάμο της. Τώρα πια καταλάβαινε γιατί, τότε θεώρησε ότι έπρεπε να της δώσει άλλη μια ευκαιρία. Είχε καθίσει μαζί της ώρες και ημέρες ατελείωτες. Την πήγε στην Βέρα. Η Στέλλα έπρεπε να βοηθηθεί αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.  Κάθε τόσο άλλαζε ψυχολόγους και πάντα υπήρχε κάτι που της έφταιγε. Ο Σπύρος πλήρωνε τους λογαριασμούς, ελπίζοντας ότι κάτι καλύτερο θα ξημερώσει η επόμενη ημέρα. Τσάμπα περίμενε. Η Στέλλα, έχοντας τα πόδια της ψυχής της βουτηγμένα στο βάλτο, πνιγόταν μέσα σε κραυγές που κανείς δεν μπορούσε να ακούσει. Κανείς εκτός από την Ανδριάνα που ήταν σαν να στεκόταν μάρτυρας μπροστά στο τέλος της γυναίκας,  χωρίς να μπορεί ή να θέλει να βοηθήσει.

Το μυαλό της γύρισε ξανά στο τηλεφώνημα της Ρόζας. Ήταν φυσικό να θέλει να μιλήσουν. Τέτοιο «δώρο» που τους έκανε η Στέλλα με ποια άλλη θα το κουβέντιαζε; Με τη Δήμητρα; Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι της απελπισμένη. Που τις βρήκε αυτές τις νύφες η Ρόζα; Τι είχαν πάθει τα αγόρια αυτής της οικογένειας; «Δεν μπορεί, από το πολύ χάδι έχουν γίνει εντελώς μαμούχαλοι» έλεγε κι ας είχε αδυναμία στον Σπύρο.

Ο Σπύρος έπινε. Δεν ήξερε αν ήταν πραγματικά αλκοολικός και ούτε με ποια μεζούρα αυτό οριζόταν και δεν την ένοιαζε. Αυτό που της έκανε την καρδιά βαριά σαν μολύβι, ήταν το κροτάλισμα του πάγου στο κρυστάλλινο ποτήρι και τα λόγια του Σπύρου, την ώρα που το λάμδα και το ρο προσπαθούσαν να σχηματίσουν μια λέξη. Τον παρακαλούσε να ζητήσει βοήθεια αλλά ο Σπύρος δεν άκουγε λέξη.

Πάντα έπινε. Από τότε που ήταν παιδιά θυμόταν ότι ο Σπύρος είχε αδυναμία στο αλκοόλ. Τα προβλήματά του τα ξεπερνούσε με ένα ποτήρι στο χέρι. Αν η ίδια βρισκόταν στη θέση της Στέλλας θα τον είχε χωρίσει από το πρώτο λεπτό. Αυτό του το έλεγε πάντα. Η Στέλλα όμως δεν τον χώριζε. Στην αρχή πίστευε ότι ήταν ο έρωτας που την κράταγε. Όμως όχι, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια μόνο ο έρωτας για τον Σπύρο δεν ήταν. Η Στέλλα δεν χώριζε γιατί δεν ήθελε να γυρίσει στην κυρία Αθηνά και τον κύριο Δημητρό. Γιατί δεν ήθελε να χάσει κάτι από την οικονομική της βολή και τις παροχές της Ρόζας.

Από το βράδυ εκείνο, ο Σπύρος σιγά-σιγά άρχισε να πίνει περισσότερο. Κανείς δεν καταλάβαινε το γιατί, το ίδιο όμως δεν ίσχυε και για την Ανδριάνα.

Το ένστικτο του ξάδελφού της δυστυχώς δεν τον γελούσε. Πολλές φορές της είχε εξομολογηθεί ότι η Στέλλα δεν τον αγαπούσε πια και η ψυχή του σπάραζε γιατί εκείνος ήταν ακόμα ερωτευμένος με τη γυναίκα του.

Η Ανδριάνα όμως δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε ορκιστεί ότι το μυστικό εκείνης της νύχτας, θα το έπαιρνε στον τάφο μαζί της και τώρα, τα πράγματα είχαν γίνει ακόμα πιο περίπλοκα από πριν. Υπήρχε στη μέση όχι μόνο ο Νικόλας αλλά και η Μυρτώ.  Τις ζωές πόσων παιδιών έπρεπε να καταστρέψει η Ανδριάνα για να σώσει τον Σπύρο;

Παρατηρούσε το ζευγάρι σε κάθε του κίνηση και οι λέξεις της Ρόζας ερχόταν διαρκώς στο μυαλό της.

«Η γυναίκα κρατάει το γάμο της και η γυναίκα τον διαλύει. Η γυναίκα κρατάει την οικογένεια ενωμένη και η γυναίκα την καταστρέφει» έλεγε η θεία της και όσο τα χρόνια περνούσαν τόσο περισσότερο συμφωνούσε μαζί της.

Ξαναγύρισε στις σκέψεις της.

Η Στέλλα δεν είχε δικαιολογίες και όσο γι’ αυτό, ήταν περισσότερο σίγουρη από ποτέ. Μπορούσε να έχει φύγει πολλά χρόνια πριν φέρει στον κόσμο την Μυρτώ. Δώδεκα χρόνια μετά από τη γνωριμία της με τον Σπύρο αποφάσισε να μείνει έγκυος και να γεννήσει το παιδί της. Δώδεκα χρόνια είναι πολλά  και ήξερε ακριβώς τι μπορούσε να περιμένει από τον άνδρα της. Όχι, όσο και να ήθελε να βρει δικαιολογίες για τη Στέλλα δεν μπορούσε. Τις είχε εξαφανίσει η ίδια η Στέλλα με τα καμώματά της.

Το κεφάλι της την πονούσε. Πόση ώρα άραγε στεκόταν με το κούτελο ακουμπισμένο στο παραθύρο; Θόλωσε με το χνώτο της το τζάμι και ζωγράφισε μια μεγάλη καρδιά. Ποιους θα έκλεινε στη θαλπωρή της καρδιάς της  και ποιους θα τσαλαπατούσε σαν θα έφτανε η ώρα να μιλήσει για την αληθινή ζωή της Στέλλας;

Αυτό θα το αποφάσιζε η Στέλλα με τις πράξεις της. Την απόφασή της την είχε πάρει και ήταν οριστική.

Κοίταξε το ρολόι στο χέρι της και πετάχτηκε από τη θέση της.

«Ρόζα βάλε καφέ και έρχομαι» είπε στη θεία της κρατώντας το ακουστικό με το ένα χέρι και με το άλλο να ψάχνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου της.

«Πάλι ψέματα θα αραδιάσω» είπε και έκλεισε ξωπίσω της την πόρτα.
butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία κειμένου: https://bit.ly/32g8jwI)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here