Το στόμα της η Ανδριάνα το κρατούσε σφαλιστό. Κανείς δεν μπορούσε να της πάρει λέξη και κανείς δεν την ρωτούσε γιατί δεν ήξερε.

Αυτό το πνίξιμο που ένοιωθε τις τελευταίες ημέρες, όλο και χειροτέρευε την κατάστασή της. Προσπαθούσε να απομονωθεί από τον κόσμο με κρυφές αόρατες κινήσεις νόμιζε.

«Νομίζω ότι χρειάζεται να βγαίνεις περισσότερο έξω» έλεγε ο Μανώλης. «Οι εταιρείες δεν διοικούνται από το σπίτι».

Δίκιο είχε, μα οι κλωστές, τα κουμπιά και οι κουβαρίστρες δεν της έλεγαν πια τίποτα. Το ήξερε ότι η ώρα της αλλαγής είχε έρθει, μα τσάκωνε τον εαυτό της να παίζει κρυφτό με τη σκιά της.

Φοβόταν και είχε έρθει η ώρα να το παραδεχθεί δυνατά, να το ακούσει η ίδια και να πάρει τις αποφάσεις της.

Κοιτούσε τον κόσμο γύρω της κι ένοιωθε ότι τα πάντα άλλαζαν. Μεγάλωνε, περνούσε την προσωπική της κρίση; Τι στην ευχή συνέβαινε και την κρατούσε πίσω;

Ο πατέρα της;

Η Ανδριάνα δεν ήθελε να μιλάει για το παρελθόν της. Κουβαλούσε μέσα της πληγές αλλά κι αστείρευτη αγάπη και είχε δασκάλους καλούς που την έμαθαν να αντέχει και να πατάει στα πόδια της. Τώρα γιατί ένοιωθε ότι κρυβόταν σαν μικρό παιδί κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας;

«Θα ήθελες να γυρνούσαμε το χρόνο πίσω, εκεί γύρω στα τριάντα μας;» την είχε ρωτήσει η Ιωάννα, η παιδική της φίλη στο τελευταίο τους τηλεφώνημα.
«Ούτε να το διανοηθώ κάτι τέτοιο και να περνάγαμε από την αρχή ό,τι έχουμε περάσει; Να μου λείπει» είπε καθώς θυμήθηκε τα χρόνια που το βουβό κλάμα της, ήταν η μόνιμη συντροφιά της.

Πήγε στο γραφείο της, άνοιξε τον υπολογιστή κι έμεινε να κοιτάζει ακούνητη την οθόνη.
Ο κόσμος όλος άλλαζε κι εκείνη ένοιωθε ότι ‘’χάζευε’’. Ο Μανώλης είχε δίκιο, είχε βάλει την εταιρία στον αυτόματο πιλότο και έβρισκες διαρκώς ‘’δικαιολογίες’’.

Η αλήθεια ήταν ότι κάθε μέρα ξημέρωνε φέρνοντας τις δικές της εκπλήξεις, οι άνθρωποί της περνούσαν τα δικά τους μικρά βάσανα και η ίδια είχε πιάσει τον προσωπικό της πάτο στο βαρέλι της ζωής της. Ήταν σίγουρη ότι η Κλειώ, η προσωπική βοηθός της Ρόζας, θα άκουγε τις εντολές που έστελνε η Ανδριάνα και θα κουνούσε το κεφάλι της συγκρίνοντας τις δυο γυναίκες μεταξύ τους.

Ήξερε ότι είχε μια μεγάλη ευκολία να μπαίνει στα ‘’παπούτσια’’ των άλλων, να αντιλαμβάνεται συναισθήματα και καταστάσεις, μα την ένοιαζε πια; Ή μήπως αυτό ήταν η μεγάλη τροχοπέδη της;

Σηκώθηκε όρθια κι έφερε μια βόλτα στο σπίτι.

Την έπνιγαν όλα, η ζωή της, οι αποφάσεις που δεν έπαιρνε, τα μυστικά που κουβαλούσε, το νοιάξιμο για τους δικούς της ανθρώπους και το μυαλό και η ψυχή της ζητούσαν τρόπο να ξεφύγουν.

Ονειρευόταν να πάει σε μέρη που μόνο σε φωτογραφίες τα είχε δει. Να αποκοπεί … Να αποκοπεί από τι και από ποιόν; Και γίνεται να αποκοπείς από το ίδιο σου το μυαλό;
Πολλά θέματα είχε ‘’ρίξει πάνω στο τραπέζι’’, μα τώρα σαν να είχε αρχίσει να ξεχωρίζει ο ‘’χάρτης’’ της δικιάς της ζωής.

Ο Σπύρος και η Στέλλα, ένα κεφάλαιο που της τριβέλιζε το κεφάλι αλλά και μια καλή δικαιολογία για να μην ξεφύγει από τα σίγουρα μονοπάτια του εαυτού της. Λυπηρό μα αληθινό.

Ο ήχος από το τηλέφωνο που χτυπούσε την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της.

«Τι κάνεις αγάπη μου; Είπα να πω ένα γεια»

֎֎֎֎֎

Ο Μανώλης είχε καταλάβει τις τελευταίες ημέρες ότι η Ανδριάνα δεν ένοιωθε καλά. Δεν ήταν ο εαυτός της. Ήταν το απότομό της ύφος, η αδιαφορία της για όλα και αυτή η αίσθηση που είχε, ότι σε όλες τις κοινωνικές τους συναναστροφές δεν της άρεσε πια τίποτα.

«Γιατί έχεις γίνει έτσι ξινή;» την είχε ρωτήσει ένα βράδυ ενοχλημένος.
«Έχω πολλούς καλικαντζάρους που μου ροκανίζουν το μυαλό, μην μου δίνεις σημασία».
«Μα πως, εσύ πρώτη απ’ όλους μας λες πόση σημασία έχει για το ζευγάρι να μοιράζεται τις σκέψεις του, τις ανησυχίες του και συ μου λες να αδιαφορήσω;»
«Δεν είμαι έτοιμη να απαντήσω γιατί δεν έχω βάλει τις σκέψεις μου σε τάξη»
«Σε νοιώθω φευγάτη Ανδριάνα, να ανησυχώ;» είχε ρωτήσει με ύφος μικρού παιδιού.
«Είμαι φευγάτη, μα όχι από σένα» του είχε απαντήσει δίνοντάς του ένα φιλί ανάλαφρο στο στόμα. «Χρόνο δώσε μου μόνο να βάλω το μυαλό μου σε τάξη κι όλα τα άλλα θα τα βρω εγώ».
«Δεν καταλαβαίνω …»
«Φαντάσου μια αποθήκη, γεμάτη πράγματα μέχρι το ταβάνι, πεταμένα φύρδην μίγδην. Έτσι νοιώθω τη ζωή και τις σκέψεις μου».
«Χρειαζόμαστε διακοπές» είχε απαντήσει ο Μανώλης μα η Ανδριάνα είχε ήδη αρχίσει να περπατάει βιαστικά.

֎֎֎֎֎

«Έχω τόσο πολύ δουλειά που δεν προλαβαίνω» απάντησε.
«Να μην σε ενοχλώ …»
«Δεν με ενοχλείς αγάπη μου, απλώς με βρήκες σε μια δύσκολη στιγμή. Πρέπει να απαντήσω σε έναν προμηθευτή» απάντησε η Ανδριάνα λέγοντας ένα μικρό ψέμα.
«Η δουλειά προηγείται».
«Μανώλη …»
«Ναι;»
«Μην αργήσεις να γυρίσεις αν μπορείς».
«Έχω ένα ραντεβού κατά τις επτά αλλά αν θέλεις έλα μαζί μου» της απάντησε με ενθουσιασμό. «Θα σου αρέσει, είναι δίπλα στη θάλασσα και …»
«Είναι επαγγελματικό;»
«Ναι, βέβαια».
«Δεν μπορώ Μανώλη να παριστάνω τη γλάστρα ούτε την κυρία του κυρίου».
«Για σένα το λέω κούκλα μου, να βγεις λίγο παραέξω, να πάρεις αέρα».
«Δεν μου λείπει η διασκέδαση και τέλος πάντων τα επαγγελματικά ραντεβού τα βαριέμαι ατελείωτα. Δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου» διαμαρτυρήθηκε.
«Έχεις ένα δίκιο …»
«Το ξέρω, γι’ αυτό λοιπόν αν δεν σε δω σήμερα, αύριο θα ξυπνήσουμε πιο νωρίς για να απολαύσουμε παρέα ένα όμορφο πρωινό» είπε χαμογελώντας.
«Δεν μου αρέσει να γυρίζω και να σε βρίσκω να κοιμάσαι».
«Δεν μπορώ να μένω ξάγρυπνη χωρίς λόγο» απάντησε κι έκλεισαν το τηλέφωνο.

Ο Μανώλης, τον τελευταίο καιρό ήταν πιο κοντά της. Ίσως έφταιγαν τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει στη ζωή του Αχιλλέα και της Πηνελόπης. Έμοιαζαν με αφορμή για να μιλήσουν περισσότερο, για να ανοίξουν τις ψυχές τους. Ειδικά ο Μανώλης που πάντα φρόντιζε να είναι με το χαμόγελο και τους πόνους και τις ανησυχίες ήξερε καλά να τα κρύβει.

֎֎֎֎֎

‘’Πάλι τα ίδια;’’ Την ρώτησε η εσωτερική της φωνή. ‘’Είπαμε να ασχοληθούμε με εσένα σήμερα κι εσύ αφήνεις το μυαλό σου να τριγυρνάει σε υποθέσεις άλλων, αφού το βλέπεις, είσαι έτοιμη να σκάσεις σαν μεγάλο μπαλόνι που θα κάνει θόρυβο’’.

Η Χρυσάνθη, παλιά της γνώριμη, είχε ξεκινήσει πριν μερικά χρόνια τις σπουδές της στην Κινεζική Σχολή. Όταν είχαν βρεθεί ξανά, αυτό που της είχε περιγράψει, ήταν το ίδιο με αυτό που ένοιωθε η Ανδριάνα. Είχε βαρεθεί την δουλειά της. Για την ακρίβεια, της είχε πει ότι είχε φτάσει να σιχαίνεται την καθημερινότητά της. Δούλευε σε πολυεθνική εταιρία, ανάλογες σπουδές, γλώσσες μα υστερούσε κάπου. Η Χρυσάνθη είχε ήθος κι αυτό στεκόταν εμπόδιο μπροστά σε αυτά που έπρεπε να κάνει, σε φρούδες υποσχέσεις που ήταν αναγκασμένη να δώσει στον κόσμο και το ‘’είναι’’ της, τής φώναζε δυνατά ‘’δεν θέλω άλλο’’ και το άκουσε, η Χρυσάνθη, όχι η Ανδριάνα.

«Ξύπναγα κάθε μέρα και ένοιωθα να έχω βαρίδια στα πόδια. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα απ’ όλα αυτά που με υποχρέωναν» της είχε πει κι έχοντας για στήριγμα τον άνδρα της, η γυναίκα ξεκίνησε να σπουδάζει από την αρχή και να δουλεύει για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα.

«Πήρα εξειδίκευση στον αισθητικό βελονισμό προσώπου» της είχε πει και η αλήθεια ήταν ότι η Ανδριάνα το είχε δοκιμάσει.

Είχε αφεθεί στα χέρια της Χρυσάνθης και είχε δει το πρόσωπό της να ανθίζει μέσα σε τρεις μήνες, χωρίς φάρμακα και χωρίς επεμβάσεις. Χωρίς να αλλοιωθεί το πρόσωπο και να παγώσουν οι εκφράσεις της.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν πίστευε στα μάτια της, έλαμπε και φωτογράφιζε τον εαυτό της πριν από κάθε συνεδρία αλλά και μετά.

Στην αρχή το είχε κρύψει από τον Μανώλη, όταν όμως όλοι της έλεγαν πόσο είχε ομορφύνει, τους έδειξε τις φωτογραφίες με τις βελόνες στο πρόσωπο.

«Δέκα συνεδρίες έκανα» είχε πει στους φίλους τους που είχαν μαζευτεί μια Κυριακή μεσημέρι στου Ψυρρή για μεζέδες και τσίπουρα. Την κοιτούσαν και δεν το πίστευαν, μα το θέμα δεν ήταν εκεί. Γυρνώντας ο νους βόλτα προς τα πίσω, ανακάλυπτε ανθρώπους που είχαν βρει την άκρη τους και είχαν τολμήσει να κάνουν τη μεγάλη τους αλλαγή.

‘’Τι φοβάμαι;’’ αναρωτιόταν.
‘’Να μην χάσεις τη βολή σου’’ της απαντούσε ο εαυτός της.

Η κουβέντα ανάμεσα σε εκείνη και τον εαυτό της έμοιαζε να έχει ενδιαφέρον.

‘’Τι πάει να πει αυτό;’’
‘’Ότι προτιμάς να μεταμορφώνεσαι σε κακομοίρα από το να τολμήσεις να ανοίξεις τα φτερά σου’’.
‘’Τα οικονομικά φοβάμαι, τα χρόνια που έρχονται, το γήρας …’’
‘’Κι εσύ φαντάζεσαι ότι θα τα καταφέρεις όπως η Ρόζα αν δεν κάνεις κάτι που σου αρέσει;’’
‘’Γιατί, στη Ρόζα άρεσαν οι κλωστές και οι κουβαρίστρες;’’
‘’Ε, όχι δα!’’
‘’Δηλαδή;’’
‘’Αυτά που εσύ σήμερα υποτιμάς, κάποτε, για τη γυναίκα αυτή, ήταν ένας κόσμος άπιαστος. Η ίδια λέει πως μέσα στις λάσπες ζούσε, εκεί μεγάλωσε κι όλο αυτό, ήταν το μεγάλο δώρο της ζωής της’’.
‘’Την βοήθησε ο θείος Γιωργής αλλά και η γιαγιά Ζωή’’.
‘’Τη Ρόζα και κανείς να μην την βοηθούσε, θα έβρισκε το δρόμο μόνη της και ξέρεις γιατί;’’
‘’…’’
‘’Γιατί είχε τσαγανό και θέληση, δεν έκατσε να κλαίει τη μοίρα της και να φοβάται… Καλά, δεν ντρέπεσαι καθόλου; Ό,τι κι αν άρχισες το άφησες μισό. Θυμάσαι το μάθημα σταυροβελονιάς που σου έκανε η μητέρα σου;’’
‘’Ωχου, που το θυμήθηκες τώρα αυτό; Σε εκείνο τον καμβά με το τυπωμένο λιοντάρι! Δεν μου άρεσε, ούτε το κέντημα, ούτε τα πλεκτά’’.
‘’Και γιατί τα έκανες;’’
‘’Για να μην χαλάσω το χατίρι στη μάνα μου. Ήταν χρυσοχέρα, ό,τι έπιανε το έκανε τόσο όμορφο! Θυμάμαι …’’
‘’Κάτσε εσύ να θυμάσαι κι άσε τον κόσμο να τρέχει δίπλα σου κι εσύ να μένεις πίσω, ριζωμένη σαν δέντρο ακούνητη. Ξύπνα Ανδριάνα, οι τολμηροί πάνε μπροστά’’.
‘’Και τι να κάνω; Να τα παρατήσω όλα;’’
‘’Κάτι άλλο πιο έξυπνο δεν έχεις για λύση;’’
‘’Να τα κάνω όλα μαζί’’.
‘’Έτσι μπράβο, θα παρατήσεις το εισόδημά σου χωρίς να έχεις αποφασίσει τι θέλεις να κάνεις; Ή μήπως πρώτα πρέπει να δεις ότι σου αποδίδει αυτό το καινούργιο που επιθυμείς και μετά να κάνεις τις αλλαγές; Ή δεν θα κάνεις τίποτα ή θα τα κάνεις όλα άνω-κάτω; Δεν σε καταλαβαίνω’’.
‘’Σαν να έχεις δίκιο …’’
‘’Πάντα έχω δίκιο αλλά ποιός με ακούει; Και δεν μου λες, ποιά είναι αυτή η μεγάλη αλλαγή που θέλεις να κάνεις;’’
‘’Δεν ξέρω, δεν ξέρω από πού να αρχίσω …’’
‘’Δεν θα τα πάμε καλά τελικά εμείς οι δύο, νομίζω ότι έχω αρχίσει να σε βαριέμαι’’.
‘’Τι θέλεις να κάνω; Η κριτική είναι εύκολη, οι λύσεις όμως;’’

Αν η Ανδριάνα έπρεπε να περιγράψει τη σκηνή αυτή, θα έλεγε ότι το μυαλό της ήταν το σκηνικό μιας θεατρικής παράστασης. Ένα καθαρό, στρογγυλό μεταλλικό λευκό τραπέζι καφενείου, βρισκόταν καταμεσής με δυο ξύλινες αντικριστές καρέκλες. Στη κάθε μια από αυτές, καθόταν οι δυο διαφορετικές όψεις της Ανδριάνας. Η δυνατή και η αδύναμη, η καλή και η κακή και κάθε φορά, ο μονόλογος αυτός είχε καινούργια αποτελέσματα αλλά και συναισθήματα. Δεν ήταν ποτέ το ίδιο ‘’έργο’’.

‘’Πάμε από την αρχή με την προϋπόθεση ότι θα πεις αλήθειες όμως. Είσαι;’’
‘’Είμαι’’
‘’Ωραία. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θέλεις να αλλάξεις;’’
‘’Τη δουλειά μου’’.
‘’Γιατί;’’
‘’Δεν έχει δημιουργία, μου λείπει η αίσθηση αυτή. Εισπράττω μόνο …’’.
‘’Και είναι αυτό κακό;’’
‘’Υπάρχει περίπτωση να κάνεις κάτι καλά όταν αυτό δεν σου αρέσει;’’
‘’Όχι βέβαια!’’
‘’Τότε;’’
‘’Ξέρεις τι καταλαβαίνω, ότι φοβάσαι να πεις ακόμα και σε εμένα την αλήθεια. Γιατί κρύβεσαι Ανδριάνα; Γιατί δεν βγαίνεις προς τα έξω να πεις την αλήθεια, ποια πραγματικά είσαι;’’
‘’Αυτό θα γίνει αργότερα’’
‘’Φαντάζεσαι ότι ο χρόνος περιμένει εσένα; Έχεις ήδη καθυστερήσει’’
‘’Το ξέρω’’
‘’Τότε τι κάθεσαι;’’

Η Ανδριάνα είχε αρχίσει να νοιώθει ήδη άβολα. Σηκώθηκε από τη θέση της και πήγε ξανά στο γραφείο της.

Τον τελευταίο καιρό είχε διαπιστώσει ότι τα Αγγλικά της χώλαιναν.

‘’Τρεις γλώσσες έμαθα και τώρα … ‘’
‘’Μην γκρινιάζεις, εσύ τα παράτησες όλα, εσύ θα τα διορθώσεις και θα το κάνεις τώρα’’.

Με γρήγορες κινήσεις άνοιξε τον υπολογιστή της και άρχισε να ψάχνει γι’ αυτό που ήθελε. Της πήρε λίγες ώρες μέχρι να καταλήξει και αρκετά τηλεφωνήματα. Μίλησε και με την Ιωάννα, της μετέφερε τις σκέψεις και τις ανησυχίες της και η τελική της κίνηση ήταν να δει το υπόλοιπο των χρημάτων στο λογαριασμό της. Έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό στο κεφάλι της και μονολόγησε ‘’θα τα καταφέρω’’ και μόλις έκανε την εγγραφή της ένοιωσε αμέσως καλύτερα.

Επιτυχία Νο. 1, έγραψε στο ηλεκτρονικό της σημειωματάριο.

Η Ανδριάνα μόλις είχε πληρώσει τα δίδακτρα του πρώτου μήνα για να παρακολουθήσει μαθήματα Αγγλικών για ενήλικες.

֎֎֎֎֎

«Είσαι με τα καλά σου; Τρεις γλώσσες μιλάς!» είπε έκπληκτη η Ρόζα όταν πήγε να τη βρει.
«Να σου πω την αλήθεια; Τα έχω φορτώσει όλα στην Κλειώ κι εγώ δεν κάνω τίποτα» απάντησε με συστολή.
Η θεία της σήκωσε διακριτικά το φρύδι.
«Καιρός ήταν να το καταλάβεις» της είπε και την αποστόμωσε. «Ανδριάνα …» ξεκίνησε να λέει. «Δεν είναι μόνο αυτά που πρέπει να αλλάξεις αλλά και άλλα βαθύτερα».
«Τι εννοείς;»
«Γιατί ασχολείσαι τόσο με τον Σπύρο και τη Στέλλα; Δεν βαρέθηκες;»
«Μα είναι δυνατόν να τον αφήσω μόνο του; Μας έχει ανάγκη».
«Να σου πω την αλήθεια;»
«Εννοείται».
«Λοιπόν, η απάντηση είναι μια ‘’κολοκύθια’’» είπε και τίναξε με τα ακροδάχτυλά της το φουστάνι της και συνέχισε «δεν βαρέθηκες παιδί μου να γεμίζεις τη ψυχή σου με τα αποφάγια των άλλων;»
«Ορίστε;»
«Αυτό που σου λέω. Να αφήσεις τον Σπύρο να βγάλει το φίδι από την τρύπα μόνος του. Ολόκληρος άντρας είναι πια, εσύ τι παριστάνεις τη νταντά του;»
«Όχι δεν …» ψέλλισε και ένοιωσε ότι η αυτή η παύση δευτερολέπτων έμοιαζε με αιώνα.
«Εγώ κορίτσι μου βρίσκομαι στη δύση μου. Οι μέρες μου μπορεί να είναι μετρημένες πια, ο Θεός μόνο ξέρει».

Η Ανδριάνα κάτι πήγε να πει μα η Ρόζα δεν την άφησε.

«Γυρνάς και τριγυρνάς όλο στα ίδια και στα ίδια. Με λίγα λόγια ‘’δικαιολογίες’’ για το τίποτα».
«Δικαιολογία όταν …»
«Σου είπα μην μιλάς. Τι φαντάζεσαι Ανδριάνα; Όταν ο Σπύρος με το καλό ξεφορτωθεί αυτό το μίασμα, θα καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια;»
«Υποθέτω πως όχι».
«Καλά κάνεις και το υποθέτεις, οι άντρες μόνοι τους δεν ζουν και σαν βρει την επόμενη ‘’μην τον είδατε’’ και κάτσε εσύ να χάνεις τις ημέρες σου».
«Και τι να κάνω Ρόζα να μην τον βοηθήσω;»
«Άλλο βοήθεια, άλλο παίρνω το γομάρι στη πλάτη. Μωρέ κάνεις σαν να μην καταλαβαίνεις. Δες τον Γρηγόρη και την Δήμητρα. Δες και την εγγόνα μου, την παροιμία που λέει, ‘’ζαβός ζαβή παντρεύτηκε ζαβά παιδιά θα κάνουν” είναι για το ‘’ζεύγος’’ αλλά μην νομίζεις, το ίδιο ισχύει και για τον Σπύρο».
«Άρα;»
«Χωρίς άρα, γυρνάς τώρα σπίτι σου και ασχολείσαι αποκλειστικά με τον εαυτό σου. Σταμάτα να είσαι γεμάτη ενοχές, δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν».

Η Ρόζα κοίταξε την ανιψιά της σπρώχνοντας το λαιμό της λίγο προς τα πίσω.

«Ανδριάνα, πάχυνες και δεν πειράζει. Στην ηλικία της εμμηνόπαυσης όλες γινόμαστε ‘’στρογγυλές’’. Εγώ όμως πίσω από αυτό, βλέπω έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είναι ευτυχισμένος. Τον ξοδεύεις τον εαυτό σου, τσάμπα και βερεσέ. Τράβα λοιπόν σπίτι σου, κάνε τα μαθήματά σου αφού έτσι θέλεις και σήκω πάλι στα πόδια σου. Εγώ θυμάμαι μια κοκέτα γυναίκα η οποία όμως στο δρόμο ξεχάστηκε. Γιατί;» είπε και περίμενε για να πάρει μια ανάσα.

«Μην απαντήσεις, θα σου πω τι νομίζω και κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Ύψιστος. Κουράστηκες αγάπη μου απ’ όλους κι από όλα. Κοίτα να ικανοποιήσεις και την Ανδριάνα, όχι λίγο αλλά πολύ. Για πέταμα εγώ δεν σε έχω, η απόφαση όμως είναι όλη δική σου» είπε κι άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό καθώς έπαιζε με τα δαχτυλίδια που φορούσε στο δεξί της χέρι.

«Θα ήθελα να φύγω» είπε η Ανδριάνα
«Βέβαια και να φύγεις, μην κάθεσαι» απάντησε με κατανόηση η θεία της.
«Όχι από εδώ, δεν κατάλαβες, όταν λέω θέλω να φύγω εννοώ ότι …»
«Εννοείς ότι θέλεις να το βάλεις στα πόδια» είπε η Ρόζα και πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο, όσο της το επέτρεπε η φυσική της κατάσταση.

«Σήκω φύγε Ανδριάνα, πήγαινε να ζήσεις παρέα με τις μαϊμούδες και να τρως καρύδες, πήγαινε τι κάθεσαι κι αν δεν έχεις χρήματα για το εισιτήριο πες μου να σου δώσω εγώ» είπε φωνάζοντας.

Η Γαρυφαλλιά εμφανίστηκε στην πόρτα τρέχοντας.

«Είσαστε καλά;» ρώτησε ανήσυχη μα συμπλήρωσε «συγγνώμη» μόλις αντίκρισε την Ανδριάνα κι εξαφανίστηκε.

«Εγώ» ξεκίνησε να λέει η Ρόζα χτυπώντας με την παλάμη της το στήθος της «τα παράσιτα της ζωής μου, τα ψεκάζω και τελειώνω μια και καλή μαζί τους, κατάλαβες; Όπως έκανα στην άκρη τους γιούς μου, δεν το έχω και πολύ να κάνω και εσένα. Ένα πράγμα σας ζητάω και φαίνεται ότι είναι το δυσκολότερο στον κόσμο. Να ζήσετε, να τολμήσετε, να κάνετε λάθη, μα να μην μείνετε άλλο στην αφετηρία κι εσείς φοβόσαστε. Όχι τίποτα άλλο, αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως σε αυτή την οικογένεια, η πιο ξύπνια είναι τελικά η Δήμητρα και ξέρεις κάτι, γελάει καλά όποιος γελάει τελευταίος και για την ώρα γελάει η Δήμητρα» είπε και συμπλήρωσε,
«Φύγε Ανδριάνα και γύρνα όταν θα έχεις αποφασίσει να πιάσεις τον ταύρο από τα κέρατα. Το δώρο της ζωής δεν το χαλαλίζουμε για κανέναν κερατά, όποιος κι αν είναι αυτός» είπε κι άφησε την ανιψιά της σύξυλη.
«Κι αυτή τη φορά, κοίτα να πάρεις δέκα με τόνο, όχι στα Αγγλικά αλλά στη ζωή».

֎֎֎֎֎

Ο Μανώλης δεν άργησε να γυρίσει.

Όταν άνοιξε την εξώπορτα, βρήκε την Ανδριάνα με ισιωμένο το μαλλί, φορώντας ένα μακρύ αέρινο μεταξωτό κιμονό και να πίνει σε χαμηλό ποτήρι ουίσκι χωρίς πάγο. Ο ήχος της jazz, τα χαμηλωμένα φώτα και το λάγνο βλέμμα της, του θύμισε τη γυναίκα που είχε γνωρίσει λίγα χρόνια πριν.

«Ω!» πρόλαβε να πει μόνο γιατί η γλώσσα της Ανδριάνας, απαιτητική όπως μπήκε μέσα του, τον ταξίδεψε σε μια μακριά, νύχτα γεμάτη πάθος.

Ο έρωτάς της, το βράδυ εκείνο είχε κάτι διαφορετικό …

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο: agnostoi.gr στο Viber

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here