Η Ρόζα είχε βγει από το χειρουργείο και την είχαν οδηγήσει στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Τόσο η Ανδριάνα όσο και ο Σπύρος είχαν αναστατωθεί.

«Το κάνουμε για καθαρά προληπτικούς λόγους. Θα πρέπει να καταλάβετε ότι είναι μεγάλη γυναίκα και  οφείλουμε να δείξουμε προσοχή» είχε πει ο χειρουργός της. Τα μάτια της ανιψιάς της είχαν ανοίξει διάπλατα.

«Εντατική;» είχε πει με τρόμο. Ο γιατρός είχε χαμογελάσει με κατανόηση. «Είναι μια χαρά, θα την δείτε το απόγευμα και θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας και πριν το καταλάβετε, θα είναι σπίτι μαζί σας» τους είχε πει.

Ο Σπύρος και η Ανδριάνα έμειναν σιωπηλοί να κοιτάζουν τον γιατρό να ξεμακραίνει.

«Τι ώρα είναι το επισκεπτήριο;» ρώτησε ο Σπύρος μουδιασμένα.
«Στις έξι» απάντησε η ξαδέλφη του.

Ο άντρας κοίταζε το ρολόι του αμήχανα.

«Πάμε να πιούμε έναν καφέ» του πρότεινε η Ανδριάνα. Ο Σπύρος συνέχιζε να κοιτάζει το ρολόι του.
«Θα πεταχτώ μέχρι το γραφείο και θα είμαι πίσω στην ώρα μου» είπε.

Η Ανδριάνα έμεινε να τον κοιτάζει να βαδίζει στον διάδρομο χωρίς να πει τίποτα αυτή τη φορά. Τον είχε ρωτήσει μόνο «θα ενημερώσεις εσύ τους άλλους;» και ο Σπύρος είχε κουνήσει καταφατικά το κεφάλι.

Ένα χέρι την ακούμπησε στον ώμο. Με αργές κινήσεις γύρισε και είδε τον Μανώλη.

«Σε τσάκωσα πάλι και τώρα δεν θα μου ξεφύγεις» της είπε χαρούμενα.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε. Ήταν παράξενο αλλά εκείνη την ώρα αισθάνθηκε ότι ο Μανώλης ήταν ο πιο κοντινός της άνθρωπος. Η μοναξιά των νοσοκομείων δημιουργεί υποστηρικτικές σχέσεις. Το ήξερε και από το παρελθόν αυτό. Ονόματα και μορφές που τώρα τις διέφευγαν, η θύμηση όμως της αίσθησης ότι παραδίπλα υπάρχει ένα αποκούμπι γεμάτο κατανόηση, της ζέσταινε την καρδιά. Παράξενη που ήταν η ζωή.

«Όλα εντάξει με την θεία σου; Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω» είπε.
«Ναι, νομίζω πως ναι, θα σιγουρευτώ όταν την δω. Ξέρεις θα την κρατήσουν στην εντατική για λίγο» αποκρίθηκε σφίγγοντας νευρικά τις δυο παλάμες των χεριών της.
«Άρα μετά τις επτά θα είσαι ελεύθερη να υποθέσω» είπε ο Μανώλης.
«Ελεύθερη;» ρώτησε η Ανδριάνα γεμάτη απορία και η αλήθεια ήταν ότι δεν καταλάβαινε.
«Να πάμε να φάμε» απάντησε ο άντρας.
«Μανώλη, ξέρεις, νομίζω ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή» είπε δειλά.
«Δεν υπάρχει ποτέ η κατάλληλη στιγμή Ανδριάνα.  Η ζωή είναι γεμάτη ευκαιρίες που τις αρπάζεις ή τις χάνεις για πάντα» απάντησε και αυτή τη φορά δεν χαμογελούσε.

Η γυναίκα τον κοίταξε και η αλήθεια ήταν, ότι η ψυχή της ήταν κομμένη στα δυο.

«Εδώ λίγο πιο κάτω υπάρχει ένα όμορφο ιταλικό εστιατόριο. Τι λες;» συνέχισε ο Μανώλης.
«Αισθάνομαι λίγο άσχημα» απάντησε η Ανδριάνα «η Ρόζα να είναι στην εντατική κι εγώ …»
«Εσύ τι Ανδριάνα;» τα χαρακτηριστικά του άνδρα είχαν γίνει αδρά. «Δεν θα φας μέχρι να βγει η θεία σου από το νοσοκομείο;»

Γύρισε και τον κοίταξε και άρχισε να γελάει νευρικά.

«Έχεις δίκιο» αποκρίθηκε «έχεις απόλυτο δίκιο».
«Ωραία, στις επτά η ώρα θα σε περιμένω στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου. Θα πάμε με τα πόδια, θα φάμε με την ησυχία μας και στη συνέχεια θα γυρίσει ο κάθε ένας σπίτι του» είπε ο Μανώλης και η φωνή του ήταν καθησυχαστική και ήρεμη.

Η Ανδριάνα πήρε μια βαθειά ανάσα και για πρώτη φορά χαμογέλασε κι εκείνη. Κούνησε το κεφάλι της, είπε «σε ευχαριστώ» ακουμπώντας το αριστερό χέρι στην καρδιά της κι έκανε μεταβολή και έφυγε.

Κοίταξε το ρολόι της. Είχε πολύ ώρα ακόμα στην διάθεσή της. Άνοιξε την τσάντα της, βρήκε το κινητό της τηλέφωνο και κάλεσε την Κλειώ.

«Σε έχω παρατήσει μόνη σου Κλειώ το ξέρω, αλλά δεν έχω μυαλό για δουλειά» είπε περπατώντας βιαστικά.
«Με έχει ενημερώσει ο Σπύρος, μην ανησυχείς καταλαβαίνω. Η Ρόζα είναι πολύτιμη για όλους εμάς που είμαστε δίπλα της» απάντησε η γυναίκα.

Η Ανδριάνα κάγχασε. «Μην το ορκίζεσαι αυτό» είπε σκεφτόμενη τις δυο νύφες της Ρόζας και η καρδιά της γέμισε θυμό.

«Δεν είναι δουλειά μου Ανδριάνα αλλά εσύ πρέπει να κοιτάξεις την δική σου τη ζωή» της απάντησε η Κλειώ «και μην ανησυχείς για την εταιρία. Όλα για την ώρα πηγαίνουν ρολόι» είπε αλλάζοντας εμφανώς θέμα συζήτησης.

Μίλησαν μέχρι την ώρα που η Ανδριάνα έφτασε στο parking. Έκλεισε το τηλέφωνο, πλήρωσε και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Το νοσοκομείο ήταν πολύ κοντά στο σπίτι της και είχε όσο χρόνο χρειαζόταν στη διάθεσή της.

Άρχισε να σκέφτεται τα γεγονότα από την αρχή. Κάτι έπρεπε να κάνει με τον θυμό της. Στο μυαλό της ήρθε η Βέρα η ψυχολόγος. Θα την ρώταγε «γιατί είσαι θυμωμένη Ανδριάνα;» και η απάντησή της ποια θα ήταν; Ότι ήταν θυμωμένη με τις νύφες της; Με την αδιαφορία τους; Ή μήπως τελικά ήταν θυμωμένη με τον ίδιο της τον εαυτό. Με την σιωπή που κράτησε τόσα χρόνια και την ανείπωτη αλήθεια.

Η Στέλλα και η Δήμητρα ήταν δυο πλάσματα που δεν μπόρεσε ποτέ της να καταλάβει. Γιατί όμως ταλαιπωρούσε τον εαυτό της  με πράξεις και συναισθήματα που δεν την αφορούσαν;

Στριφογύρισε τη σκέψη στο κεφάλι της αρκετή ώρα και η συνειδητοποίηση της δικιάς της αλήθειας ήταν σαν το φύσημα του παγωμένου αέρα.

Η Ρόζα ήταν που κράταγε την οικογένεια ενωμένη και η Ρόζα μια ημέρα θα «έφευγε» και τότε, όλα αυτά που αγαπούσε θα εξαφανιζόταν.  Ακόμα και το σπίτι στο λόφο, θα έχανε την αίγλη που είχε σήμερα. Όχι, έπρεπε να είναι πιο ειλικρινής. Στο σπίτι στο λόφο δεν θα είχε πλέον θέση η Ανδριάνα.

Τα μάτια της βούρκωσαν. Θα ερχόταν κι αυτή η ημέρα, που μαζί με το σπίτι, θα χανόταν και οι δικές τις αναμνήσεις. Η γεύση από το ραγού της Ρόζας και η μυρωδιά της κολόνιας της. Τα παιδικά της χρόνια,  η ξεγνοιασιά  και όλες οι χαρούμενες αναμνήσεις θα έχαναν την ρίζα τους.  Η Ανδριάνα ένοιωσε μετέωρη. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε συνειδητοποιήσει την σημαντικότητα του συγκεκριμένου σπιτιού και των αρωμάτων του. Ούτε το πόσο θα της έλειπε το τρίξιμο στο πόμολο της πόρτας της κουζίνας σαν θα ερχόταν η ώρα να ξεμακρύνει από αυτό το σπίτι.

Είχε ήδη παρκάρει το αυτοκίνητό της και είχε ανέβει την σκάλα του σπιτιού της με τα εικοσιτέσσερα σκαλοπάτια. Η Ανδριάνα ζούσε στον πρώτο όροφο μιας παλιάς διώροφης κατοικίας στην Κυψέλη.

Ξεκλείδωσε την πόρτα, άνοιξε τα φώτα και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βάλει δυνατά τη μουσική.

Έφερε μια βόλτα μέσα στο σπίτι της πετώντας την τσάντα της στον καναπέ. Κοίταζε τα έπιπλα ένα ένα. Ποια ήταν της μητέρας της, ποια της γιαγιάς της και ποια δικά της. Ξαφνικά άρχισε να νοιώθει ότι πνίγεται. Κοίταξε τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Πόσα βιβλία από αυτά δεν είχε διαβάσει; Πόσα βιβλία από αυτά δεν επρόκειτο να αγγίξει ποτέ. Έπιασε ένα στην τύχη. Το ξεφύλλισε. Σκληρόδετο το εξώφυλλο με τίτλο «Σ’ αγαπώ» με χρυσά γράμματα στην ράχη και χαμηλά τυπωμένο το όνομα της μητέρας της.  Στο εσωτερικό του βιβλίου διάβασε, Copyright by «Οι Φίλοι τοῡ Βιβλίου», Athens 1951. Διακόσιες σαράντα επτά σελίδες γεμάτες τρυφερά ποιήματα. Το έφερε κοντά στη μύτη της και πήρε μια βαθειά ανάσα. Η μυρωδιά του χρόνου ανακατεμένη με τη μυρωδιά της μητέρας της. Αναμνήσεις που γέμισαν την ψυχή της και το τεράστιο αίσθημα κενού. Η απώλεια των δικών της ανθρώπων κι ένα σπίτι άδειο από ανθρώπινες ψυχές.

Αλήθεια πόσες απώλειες μετρούσε ήδη;

Μπήκε στο υπνοδωμάτιό της και στάθηκε μπροστά στην τρίφυλλη δρύινη ντουλάπα με τους καθρέφτες που τα χρόνια τα παλιά, κοσμούσε το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς της. Ζούσε με τις αναμνήσεις της αντί να ζήσει την ζωή της. Η Βέρα είχε προσπαθήσει με πολλούς τρόπους να την κάνει να το συνειδητοποιήσει αλλά η ίδια είχε σθεναρά αντισταθεί. Λες κι αν συνέχιζε μπροστά θα πρόδιδε τους αγαπημένους της.

Όσοι είχαν φύγει, είχαν φύγει στην ώρα τους. Σωστά και ήρεμα. Η ίδια είχε μείνει κολλημένη στο παρελθόν και δεν της έφταιγε κανείς γι’ αυτό.

Άνοιξε την ντουλάπα της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της.  Τα αγαπημένα μικρά και μεγάλα αντικείμενα που έβλεπε γύρω της, άρχισαν να την πνίγουν. Αυτό που επιθυμούσε εκείνη την στιγμή ήταν να αλλάξει την ζωή της συθέμελα. Να μυρίσει τη μυρωδιά του φρέσκου και του καινούργιου. Να αγγίξει αντικείμενα που δεν τα βάραιναν οι ιστορίες του παρελθόντος.  Να ανοίξει καινούργια κουτιά και να ξεκολλήσει ετικέτες. Να αλλάξει σπίτι, ζωή και ρότα. Να ξεκαινουργιάσει τα μέσα της.

Η αλήθεια που ξεπήδαγε από την καρδιά της, την συντάραξε. Ό,τι αγαπούσε μέχρι πριν λίγες ώρες, τώρα την ενοχλούσε. Όχι, δεν έλεγε την αλήθεια. Την ενοχλούσε η στατικότητά της, η ζωή που ίδια δεν έζησε. Αυτά που πραγματικά δεν επέτρεψε στον εαυτό της να κάνει. Για να μην προδώσει τι; Ακόμα δεν καταλάβαινε.

Η Ρόζα συχνά την ρωτούσε για τη ζωή της. Ανησυχούσε. «Τι θα κάνεις μόνη σου παιδί μου;» έλεγε. «Μα δεν είμαι μόνη μου, έχω όλους εσάς» απαντούσε.  Δεν έλεγε αλήθεια. Ο κάθε ένας κοίταζε τον εαυτό του, την ζωή του, τις ανάγκες του. Έτσι έπρεπε να συμβαίνει. Αυτό ήταν το σωστό. Να προχωράνε όλοι μπροστά και το ίδιο όφειλε να κάνει κι εκείνη.

Έκανε ένα καυτό μπάνιο και έτριψε το κορμί της δυνατά. Λες και θα άλλαζε δέρμα έτσι. Γέλασε μόνη της. Τυλίχτηκε με την πετσέτα και άρχισε να ασχολείται με τον εαυτό της. Σήμερα, θα έκανε τον κόσμο της να λάμψει.

Ίσιωσε τα μαλλιά της, βάφτηκε διακριτικά και έβαλε το λαδί αέρινο φουστάνι της. Φόρεσε τις nude γόβες της και πήρε το ασορτί κοντό δερμάτινο σακάκι από την ντουλάπα. Άλλαξε τσάντα και πρόσεξε να μην ξεχάσει το τσαντάκι με τα καλλυντικά της. Ψέκασε τα μαλλιά της με την κολόνια της, φόρεσε ένα μεγάλο εντυπωσιακό δαχτυλίδι, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της και ικανοποιημένη από την εικόνα της επέστρεψε στο νοσοκομείο.

Ο Γρηγόρης και ο Σπύρος ήταν ήδη εκεί. Όταν την είδαν σταμάτησαν να μιλάνε και την χάζευαν. «Ουαουυυυυ» είπε ο Σπύρος.

«Σας αρέσω;» ρώτησε φιλάρεσκα και η απάντηση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.

«Ποιος είναι ο τυχερός;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Ξέρω εγώ» απάντησε ο Σπύρος πιάνοντας τρυφερά την Ανδριάνα από τους ώμους. «Να περάσεις καλά κοριτσάκι» της είπε.

Στις έξι ακριβώς, οι πόρτες της εντατικής άνοιξαν. Μπήκαν πρώτα τα δύο αγόρια. Η Ανδριάνα περίμενε τη σειρά της.

«Είναι μια χαρά» της είπαν και τα πρόσωπά τους γελούσαν σαν του μικρού παιδιού. Η γυναίκα τρύπωσε γρήγορα πριν προλάβει να ακούσει τίποτα άλλο. Ήθελε να βεβαιωθεί για την πορεία της Ρόζας.

Η θεία της, της κούνησε το χέρι από μακριά. Η Ανδριάνα πλησίασε φουριόζα. «Πως είσαι;» την ρώτησε τρυφερά.
«Είμαι μια χαρά και σήκω φύγε γιατί με ενοχλεί η κολόνια σου. Να έρθεις όμως αύριο να μου πεις πως τον λένε και που τον γνώρισες. Γιατί ντυμένη έτσι, δεν ήρθες για εμένα. Όλα θα μου τα πεις» είπε η Ρόζα εμφανώς καταβεβλημένη αλλά καλά.
«Σε αγαπάω» της είπε η Ανδριάνα «κι εγώ μικρή μου» της απάντησε η Ρόζα και της έκανε νόημα να φύγει.

Τα αγόρια την περίμεναν απ’ έξω.

«Ησύχασες τώρα;» την ρώτησε ο Σπύρος και αντί για απάντηση πήρε ένα φιλί στο μάγουλο.

Ο Γρηγόρης ρώτησε. «Θα μου πείτε κι εμένα ποιος είναι σήμερα ο τυχερός;»
«Ο Μανώλης» απάντησε η Ανδριάνα.
«Μανώλης σκέτο;» επέμεινε ο ξάδελφός της.
«Για την ώρα Μανώλης σκέτο» αποκρίθηκε η Ανδριάνα «αύριο θα ξέρουμε περισσότερα» είπε, έριξε το δερμάτινο σακάκι της στον ώμο, τους γύρισε την πλάτη και περπατώντας προκλητικά γύρισε και τους κοίταξε χαρίζοντάς τους ένα λαμπερό χαμόγελο.

«Σιγά, θα τον τρελάνεις τον άνθρωπο» της φώναξε ο Γρηγόρης.

Η Ανδριάνα κοίταξε το ρολόι της και κοντοστάθηκε νοιώθοντας τα ανάμικτα συναισθήματα της προσμονής, της λαχτάρας αλλά και της δειλίας.  Η καρδιά της όμως χτυπούσε γρήγορα.

Τέντωσε το κορμί της και προχώρησε προς την κεντρική πύλη του νοσοκομείου. Ο Μανώλης την περίμενε και καθώς τον πλησίασε είδε το ξάφνιασμά του.

«Ανδριάνα …» ψέλλισε.

butterfly

 

 

 

~συνεχίζεται~

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here