Στην πλατεία της Πεντέλη η Ανδριάνα πήγε κατευθείαν σε ένα μικρό καφέ που είχε ανακαλύψει τυχαία πριν λίγα χρόνια.

Τα πρωινά συνήθως δεν είχε κόσμο και σήμερα ήταν αυτό ακριβώς που είχε ανάγκη. Πέρασε από την κεντρική σάλα και κατευθύνθηκε στον πίσω χώρο, εκεί που ήταν η μικρή ξύλινη βιβλιοθήκη με τα βιβλία και τα περιοδικά. Έκατσε στον γωνιακό καναπέ με το ριγέ κάλυμμα και τα πολύχρωμα μαξιλάρια, δίπλα από το παλιό, φωτεινό παράθυρο. Ευτυχώς δεν το είχαν αντικαταστήσει,  διατηρώντας με αυτό τον τρόπο την παλιά του μορφή και την ατμόσφαιρα που χάριζε. Δίφυλλο με πηχάκια, έτσι ώστε το κάθε ένα τζάμι  να χωρίζετε σε έξι μικρά παραλληλόγραμμα. Έξω το καταπράσινο δέντρο έφτιαχνε ένα σκηνικό που ήθελες δεν ήθελες σε ταξίδευε μακριά, ταξίδι σε άλλη εποχή.

«Τι θα πάρετε;» την ρώτησε ευγενικά η σερβιτόρα.
«Ένα διπλό ελληνικό, μέτριο προς το γλυκό παρακαλώ και να είναι σε κούπα, όχι σε φλιτζάνι» είπε ενώνοντας τις παλάμες μεταξύ τους και χαρίζοντας στο νεαρό κορίτσι το πιο γλυκό της χαμόγελο.

Στο μυαλό της οι σκέψεις είχαν στήσει χορό και τα λόγια της Βέρας σφυροκοπούσαν το κεφάλι της.

Ακούμπησε τους δυο τις αγκώνες πάνω στο μαρμάρινο στρογγυλό τραπέζι κι άφησε το βλέμμα της να απολαύσει τα χρώματα της φύσης. Ένας ασπρόμαυρος γάτος πέρασε από το περβάζι του παραθύρου, κοντοστάθηκε για λίγο,  κοίταξε την Ανδριάνα βαριεστημένα και συνέχισε την πορεία του εμφανώς αδιάφορος.  Εκείνη τη στιγμή η καρδιά της λαχτάρισε να πάρει τον γάτο αγκαλιά και  να του γεμίσει το μουσούδι με χιλιάδες φιλιά, όπως τότε που ήταν μικρή. Να τον ξαπλώσει ανάσκελα στα πόδια της και να του χαϊδεύει τα αυτιά, την κοιλιά και να παίζει με την ουρά του. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. ‘’Αυτός μου έλειπε τώρα’’ σκέφτηκε. Η πλάτη της δεν άντεχε να σηκώσει κι άλλες ευθύνες. Αναστέναξε κι άφησε το γάτο να συνεχίσει την αμέριμνη βόλτα του στη φύση. ‘’Θα ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσε να του κάνει’’ παραδέχτηκε παρατηρώντας τον να τρυπώνει μέσα σε μια φτέρη. ‘’Ούτε έναν βασιλικό δεν έχω στον μπαλκόνι μου φέτος, ο γάτος με μάρανε’’ σκέφτηκε.

Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και η απόλαυση που ένοιωσε ήρθε παρέα με λίγη δόση γαλήνης. Τώρα ήταν η κατάλληλη ώρα για να τα ‘’μιλήσει’’ με τον εαυτό της. Να σταθεί η μία Ανδριάνα απέναντι από την άλλη και να τα πουν μια και καλή μπας και ξεμπερδέψουν με το δικό τους κουβάρι.

Όφειλε να παραδεχθεί ότι η Βέρα την είχε βάλει στη θέση της για τα καλά, η ίδια όμως ήταν ικανή να θέσει τα όρια που έπρεπε για να μπορέσει επιτέλους να ζήσει τη ζωή που ονειρευόταν αλλά και που άξιζε; Και τελικά τι ήθελε, να παριστάνει τον σωτήρα ή μήπως είχε έρθει η ώρα για να ζήσει;

Η απάντηση ήταν μια. Τώρα ήταν η ώρα της για να αφήσει τον ελεύθερο και να κάνει όλα αυτά που κάποτε ήθελε. Άρχισε μονομιάς να σκαλίζει το σεντούκι των επιθυμιών της για να βρει που στην ευχή είχε κρύψει τα όνειρά της. Σκάλιζε τα μέσα της μα τίποτα. Σαν να είχε τρυπώσει σε σκοτεινό πατάρι.

Τρόμαξε. Ήταν σίγουρη ότι είχε όνειρα και κρυφές επιθυμίες, μα δεν τα έβρισκε! Ήταν δυνατόν; Κάθε ευτυχισμένο παιδί είχε και η ίδια υπήρξε ευλογημένη. Ήταν από τα παιδιά εκείνα που η ψυχή τους ήταν γεμάτη με φως, πίστη και χαρά. ‘’Λες και είχα καταπιεί τον ήλιο’’ ψιθύρισε και το συναίσθημα της ευτυχίας το ένοιωσε για λίγο φευγαλέα. Έφερε νοητά, μια γύρα στις άκρες του μυαλού ψάχνοντας για όλα αυτά που πίστευε ότι κάπου είχε καταχωνιάσει, δεν γινόταν να μην μπορούσε να θυμηθεί, αυτό δεν ήταν φυσιολογικό ή μήπως όχι;

Ήξερε τι είχε συμβεί, όμως δεν ήταν της παρούσης να βάλει κι αυτό μέσα στη μέση. Έφτανε η ίδια η ζωή που περίπλεκε τα πράγματα από μόνη της, ας μην έβαζε κι εκείνη το χέρι της παραπάνω.

Ασυναίσθητα σήκωσε τις δυο παλάμες της ψηλά σαν έλεγε στον ίδιο της τον εαυτό ‘’παραδίνομαι’’. Ήπιε μια δεύτερη γουλιά από τον καφέ της για να επαναφέρει το μυαλό της σε τάξη και κοίταξε στα κλεφτά αν κάποιος είχε έρθει στο διπλανό τραπέζι. Ήθελε να μείνει μόνη της.

Τα κουκιά ήταν μετρημένα. Ή θα άλλαζε τακτική ή θα σερνόταν η ζωή της πίσω από τις βουλές του Σπύρου και τις αποφάσεις της θείας της.

Στη σκέψη της Ρόζας η καρδιά της γέμισε με αγάπη και η αδυναμία που της είχε ήταν τόσο μεγάλη που θεωρούσε μάταιο αλλά και γελοίο να τα βάλει με την γυναίκα αυτή που έδωσε την ψυχή της για όλη την οικογένειά της. Όχι, η Ρόζα θα έμενε στη θέση που η ίδια με κόπο είχε κερδίσει. Όλα τα υπόλοιπα όμως θα έπρεπε να μπουν σε τάξη.

Ο Σπύρος, το φλέγον θέμα της ζωής όλων τους είχε έρθει η ώρα να ‘’φορέσει’’ τα δικά του παπούτσια και να μάθει να περπατάει αλλά και να τρέχει. Η δικαιολογία ότι τον αγαπούσε και κρατούσε το μυστικό της Στέλλας  για να μην τον διαλύσει, έπρεπε να πάψει να είναι η καθημερινή της καραμέλα αλλά και βαρίδι. Νισάφι πιά!

Με την Στέλλα είχε εξηγηθεί από την καλή αλλά κι από την ανάποδη. Την ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους, που αποδείκνυε περίτρανα τις πράξεις της πρώην συζύγου του ξαδέλφου της, την είχε κοινοποιήσει σε δικά της διαφορετικά mail κι ένα αντίγραφο όλων αυτών των τα είχε καταθέσει στο δικηγόρο της. Την Στέλλα την είχε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί, αν συνέχιζε να της κάνει τον ‘’νταή’’ ήξερε τι την περίμενε.

Όχι δεν φοβόταν μήπως η δεύτερη σύζυγος του Σπύρου προσπαθούσε να της κάνει κακό, η γυναίκα αυτή τόσο παράλογη δεν ήταν, θρασύδειλη ήταν κι αυτό που συνέβαινε και κουβαλούσε μέσα της θα το βάφτιζε ‘’ένα τσουβάλι γεμάτο με συμπλέγματα’’. Όμως την Στέλλα αν την άφηνες ελεύθερη, θα έβγαζε στην επιφάνεια όλη την αυτοκαταστροφική της φύση και τα σκάγια θα έπαιρναν όχι μόνο τον Σπύρο ή την Ρόζα αλλά και την Μυρτώ και το πλάσμα αυτό κινδύνευε να γίνει μια νέα Ιφιγένεια από την ανευθυνότητα της μάνας της.

Ξαφνικά ένοιωσε σαν να σηκώθηκε η βαριά σκονισμένη κουρτίνα που ήταν πεσμένη τόσα χρόνια μπροστά στα μάτια της και το φως έδειξε την πραγματική εικόνα.

Δεν ήταν μόνο ο Σπύρος αυτοκαταστροφικός αλλά και η Στέλλα καθώς επίσης και η πρώτη σύζυγος του ξαδέλφου της, η Κατερίνα. Ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο ανέθετε την ευθύνη του εαυτού του στους άλλους κι εύκολα ζητούσαν τα σπασμένα για τις δικές τους αποφάσεις αλλά και πράξεις. Η ίδια, μέσα στο σκηνικό αυτό ήταν το εύκολο θύμα. Έτρεφε τον εαυτό της με την ‘’ικανοποίηση’’ ότι βοηθούσε τους άλλους για να αποδειχθεί τελικά ότι κατάφερε να ζήσει στο περιθώριο της ζωής της. ‘’Συγχαρητήρια’’ ψιθύρισε.

Η Ανδριάνα ένοιωσε σαν την έριξε κάποιος ένα δοκάρι κατακούτελα.

Είχε δίκιο η Βέρα, άλλο στηρίζω κι άλλο σέρνομαι σαν έρμαιο πίσω από τις ζωές των άλλων. Είδε την εικόνα του εαυτού της και δεν της άρεσε καθόλου. Επαίτης της ζωής, έτσι ένοιωσε.

Αν της ζητούσαν να περιγράψει όλα τα προηγούμενα χρόνια μέσα σε μια μόνο πρόταση, θα έγραφε ‘’ξέχασα να ζήσω’’. Η Ανδριάνα είχε αρχίσει να μένει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στις δικές τις αποκαλύψεις.

Ο γάτος σκαρφάλωσε για άλλη μια φορά στο περβάζι, έγλυψε τη γούνα του και κάθισε έξω από το παράθυρο κοιτώντας με περιέργεια αυτά που συνέβαιναν μέσα στο καφέ.

Άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε το μπλοκ με τις σημειώσεις της κι άρχισε να γράφει με τη μέθοδο 1,2,3, όλα αυτά που ξεπηδούσαν μέσα από το κεφάλι της.

‘’Θα ακολουθήσω τον Σπύρο και τις γυναίκες του στο κοινό αυτοκαταστροφικό τους ταξίδι;’’ Η απάντηση, αυθόρμητη και χωρίς περιστροφές, ήταν ‘’όχι’’ και το όχι αυτό το έγραψε με μεγάλα γράμματα για να το θυμάται.

Η υπόθεση της Στέλλας, η αλληλογραφία και το μυστικό που βάραινε τη συνείδηση της Ανδριάνας, ήταν μια ιστορία που δεν θα έμενε στην άκρη, εκτός αν η Στέλλα έδινε το διαζύγιο στον Σπύρο χωρίς περαιτέρω παράλογες απαιτήσεις.  Τον είχε είδη καταστρέψει με πολλούς τρόπους αλλά αυτό ήταν κάτι που την Στέλλα δεν την ενδιέφερε. Το ‘’χαστούκι’’ όμως της ζωής έπρεπε να το φάει και η ζωή βερεσέδες δεν χάριζε. Έτσι η ίδια επέλεξε, έτσι θα γινόταν. Τσάμπα συγχωροχάρτια κανείς δεν βρήκε πουθενά.

Στο νούμερο δυο, έγραψε ‘’ίντριγκα’’ με κεφαλαία γράμματα κι όσο κι αν σιχαινόταν τη λέξη αυτή, η Ανδριάνα δεν θα έκανε πίσω, γιατί αυτό που αναγκάστηκε να ζήσει και τις αποφάσεις που πήρε  εξαιτίας των ραδιουργιών της Στέλλας, δεν θα μπορούσε ούτε να το συγχωρέσει μα ούτε να το παραβλέψει ποτέ. Υπάρχουν πράξεις που δεν γίνεται να μένουν ατιμώρητες. Ότι η Στέλλα ήταν μια οχιά στον κόρφο τους, αυτό η Ανδριάνα το ήξερε καλύτερα και από την μάνα που τη γέννησε. Μετά την λέξη ‘’ίντριγκα’’ έβαλε τελεία και παύλα. «Το καλό που της θέλω να αλλάξει πλανήτη» σκέφτηκε κι άφησε κάτω το μολύβι της.

Ο Μανώλης κρατούσε το νούμερο τρία γιατί η Ανδριάνα γνώριζε πολύ καλά πως αν δεν τακτοποιούσε τα δικά της προσωπικά θέματα κι αν δεν έβαζε εκείνη όρια μεγάλα και ευδιάκριτα στους ανθρώπους που την περιστοίχιζαν, τότε η προσωπική της ζωής θα έφευγε από το παράθυρο και κανένας Μανώλης δεν θα έφταιγε.

Εδώ όμως υπήρχε κάτι παράδοξο που άγγιζε τα όρια του γελοίου.

Ζούσε μαζί, στο δικό της σπίτι με έναν άνδρα παντρεμένο. Η οπτική της δεν ήταν ίδια με αυτή της Ρόζας. Ούτε τι έλεγε ο κόσμος την ενδιέφερε μα ούτε το θέμα του γάμου. Σε αυτή τη σκέψη ο νους της κοντοστάθηκε. Ανοιγόκλεισε νευρικά το στυλό της κι άρχισε να το δαγκώνει όπως έκανε όταν ήταν μικρή.

Τι την ενοχλούσε ακριβώς πάνω στον Μανώλη;

Η δικαιολογία να μεγαλώσει ο Αχιλλέας, να μην διαταραχθεί η μαθητική του επίδοση και η ψυχική του ηρεμία, είχε εξαντληθεί προ καιρού. Το παιδί του μέσα στα χρόνια αυτά τα είχε κάνει όλα και ο Μανώλης, είχε στηρίξει με κάθε μέσο το γιό του και ναι, συμφωνούσε ότι έτσι έπρεπε να κάνει. Στο τέλος του ‘’έργου’’ υπήρχε όμως ένα ‘’αλλά’’.

Στο μυαλό της Ανδριάνας η ζωή χωρίζεται σε κεφάλαια και το κάθε κεφάλαιο έχει αρχή, μέση και τέλος και η σημασία του κάθε ενός, μεγάλη και καθοριστική.

Για το τυπικό του θέματος της λήξης του γάμου, είχαν μιλήσει αρκετές φορές με τον Μανώλη. Για την ακρίβεια το είχε θέσει ο ίδιος και είχε ξεκαθαρίσει ότι με την Πηνελόπη ήθελε να τελειώνει, ανεξάρτητα με το τι θα συνέβαινε στη ζωή του και τι αποφάσεις θα έπαιρναν με την Ανδριάνα. Την θεωρούσε σε πολλά σημεία επιπόλαιη και οικονομικά αλισβερίσια μαζί της δεν ήθελε. Είχε καταφέρει να φάει όλη την περιουσία της και να βάλει χέρι και στη δική του από λάθος χειρισμούς κι όχι από πρόθεση. Το μεγάλο βήμα όμως ακόμα δεν είχε γίνει.

Λίγο η καθημερινότητα και  λίγο η αμέλεια, ο Μανώλης παρέμενε τυπικά παντρεμένος με την Πηνελόπη.

Αυτό το ‘’τυπικά’’ την Ανδριάνα την ενοχλούσε κι αν ήθελε να παραδεχθεί όλη την αλήθεια στον εαυτό της, καλό θα ήταν να το κάνει τώρα και να σταματήσει να γυροφέρνει το θέμα.

Ένας γάμος που έχει τελειώσει πρέπει να επισφραγίζεται και με το χαρτί του διαζυγίου. Αυτά τα ημίμετρα δεν αφήνουν καμία πλευρά να προχωρήσει σωστά. Η Πηνελόπη ακόμα και χωρίς να το θέλει ή να το επιδιώκει, υποσυνείδητα βασιζόταν στην οικονομική κατάσταση του Μανώλη. Από την άλλη πλευρά η Ανδριάνα, αντιλαμβανόμενη ότι έτσι είχαν τα πράγματα, δεν άφηνε τον εαυτό της ‘’ελεύθερο’’ να ζήσει τη σχέση της όπως θα έκανε αν απέναντί της είχε έναν άνθρωπο ελεύθερο.

Η Βέρα είχε πει, ότι οι σωστές σχέσεις πρέπει να είναι ισότιμες και για να είναι ισότιμες πρέπει και οι ρόλοι να είναι αντίστοιχοι. Οι παντρεμένοι με τους παντρεμένους και οι ελεύθεροι με τους ελεύθερους. Αυτό το τουρλουμπούκι που είχε γίνει η καινούργια μόδα, στην ουσία δεν απελευθέρωνε κανέναν. Ήταν ζωές ανάμεσα σε δυο κύκλους και τίποτα δεν ξεκαθάριζε.

Η ζωή του Μανώλη ήταν μια ερμαφρόδιτη κατάσταση και η Ανδριάνα δεν ήθελε καθόλου να ζήσει άλλο έτσι και ούτε με αυτούς τους όρους.

Είχε σκέψεις τις οποίες δεν κουβέντιαζε αλλά ούτε πραγματοποιούσε. Με τον Μανώλη θα μπορούσαν να κάνουν μαζί πράγματα και να εκτοξεύσουν ίσως, την επαγγελματική τους καριέρα ενώνοντας τις δυνάμεις τους. Η ιδέα πάντα της άρεσε, η αλήθεια όμως ήταν ότι δεν είχε σκοπό να μοιραστεί με καμία Πηνελόπη τις δικές της φιλοδοξίες και τον δικό της κόπο. Κακά τα ψέματα, αν είχαν μοιραστεί την επαγγελματική τους στέγη, η Πηνελόπη ως νόμιμη σύζυγος θα μπορούσε να επωφεληθεί από πολλά, έτσι λοιπόν η πρόταση που πριν από κάποιο καιρό έγινε, τώρα έμεινε κι αυτή στο περιθώριο.

Αν ο Μανώλης ήθελε να συνεχίσει να μένει μαζί της και να έχει λόγο στη ζωή της αλλά και στις αποφάσεις της, τότε θα έπρεπε να πάρει διαζύγιο. Αν ήθελε βέβαια …

Στο νούμερο τέσσερα, η λέξη διαζύγιο υπογραμμίστηκε αν και η Ανδριάνα ήξερε ότι τώρα, με το καμένο αυτοκίνητου του Αχιλλέα, τις ανακρίσεις από την πυροσβεστική και τα χρήματα που ζητούσαν ως αποζημίωση οι γείτονες, δεν ήταν ένα θέμα το οποίο θα έπεφτε στο τραπέζι. Πόσα μπορούσε να αντέξει κι ο Μανώλης μαζεμένα.

Άπλωσε τα πόδια της μπροστά και παρατήρησε τον ασπρόμαυρο γάτο που είχε κουλουριαστεί και κοιμόταν ήσυχος. Μέσα στη μακαριότητα του τον ζήλεψε. Ποτέ κανένας γάτος δεν θα καθόταν με χαρτί και με μολύβι να γράφει και να απαριθμεί τα προβλήματα της ζωής του. Θα όρμαγε μπροστά και θα ξέσκιζε τον εχθρό, μόνο που η Ανδριάνα δεν μπορούσε να το κάνει γιατί ο δικός της εχθρός ήταν ο αναποφάσιστος εαυτός της. Μάλιστα!

‘’Τα προβλήματα που λες γατούλη θα γίνουν χειρότερα αν δεν κινηθώ γρήγορα. Ο Αχιλλέας, από την υπερπροστασία του πατέρα του και το νεαρό της ηλικίας του γινόταν όλο και πιο απαιτητικός και άμυαλος. Είναι απίστευτο το πώς οι άνθρωποι ξεπλένουμε τις ενοχές μας απέναντι στα παιδιά μας μοιράζοντας χρήματα αλλά δυστυχώς καμία παιδεία κι εγώ, είμαι η τελευταία που θα μπορούσα να μιλήσω και να εκφέρω άποψη και ξέρεις γιατί; Γιατί πολύ απλά θα μου απαντήσουν ότι δεν έχω παιδί, άρα πρέπει να το βουλώσω. Φερμουάρ λοιπόν.

Διαφωνώ βέβαια, γιατί παιδί μπορεί να μην έχω, αλλά έχω υπάρξει παιδί και θυμάμαι όλα τα συναισθήματα που κουβαλάει αυτός ο ρόλος. Άρα γατούλη τι πρέπει να κάνω; Να σωπάσω και περιμένω να περάσει ο μπουχός αλλά να μην ξεχάσω ότι αυτό είναι ένα θέμα που με καίει και με τσουρουφλίζει κι όσο κάθομαι και περιμένω, οι λύσεις μόνες τους δεν θα έρθουν.

Στο νούμερο πέντε έγραψε με τεράστια γράμματα ‘’δουλειά’’ με άνω και κάτω τελεία και δίπλα με ακόμα μεγαλύτερα γράμματα τη λέξη ‘’ολέ’’ προσθέτοντας μπόλικα θαυμαστικά.

Η Ανδριάνα επιθυμούσε να κάνει μια μεγάλη στροφή στη ζωή της. Τίποτα απ’ όλα αυτά που μέχρι τώρα έκανε δεν την ευχαριστούσαν. Η απόφαση αυτή όμως ήταν δύσκολη. Δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τα τινάξει όλα στον αέρα και να αρχίσει από την αρχή αλλά ούτε και το σθένος. Όφειλε να το παραδεχθεί δυνατά, η κάθε σημαντική αλλαγή θέλει κότσια. Μέσα από το κουκούλι της ασφάλειας  τίποτα δεν γίνεται και η Ανδριάνα είχε βολευτεί για τα καλά.

Μπαίνοντας στην οικογενειακή επιχείρηση που όταν η Ρόζα την πήρε στα χέρια της την έκανε να ανθίσει, εκείνη βρήκε τρύπα να κρυφτεί.

Η ζωή προχωρούσε με ταχύτητα και ναι, ο σαρωτικός χαρακτήρας της Ρόζας δεν επέτρεπε και πολλές πρωτοβουλίες αλλά κι εκείνη δεν ζήτησε να ανοίξει τα φτερά της. Δειλή δεν ήταν, οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς της την έκαναν να ξεχάσει ή και να αδιαφορήσει για τα δικά της όνειρα και μέχρι εδώ όλα ήταν κατανοητά. Η Ανδριάνα είχε την δικαιολογία στο τσεπάκι. Δεν πρόλαβε να ζήσει γιατί τα προβλήματα της ζωής έτρεχαν πιο γρήγορα από την ίδια, όμως τώρα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια μεγάλη αλήθεια. Οι γονείς της είχαν πεθάνει και μαζί με αυτούς είχαν πεθάνει και οι δικές της δικαιολογίες. Επιτέλους, είχε αρχίσει να παραδέχεται την αλήθεια της ζωής της!

Τι ήθελε να κάνει ακόμα δεν είχε αποφασίσει. Έσκυψε πάνω από το μπλοκ της, γύρισε σελίδα και έγραψε με μεγάλα γράμματα.

‘’Θέλω να πετύχω’’

Και σαν έγραψε τις τρεις αυτές λέξεις, το μυαλό της πλημμύρισε με τις εικόνες ενός κοριτσιού που γέμιζε τον κόσμο όλο με ζωγραφιές και ήταν ανακατωμένο μονίμως με χρώματα και με μπογιές και το μυαλό τους ήταν γεμάτο από παραμύθια που τα έκανε να παίρνουν σάρκα και οστά και τότε θυμήθηκε ότι ονειρευόταν να χωθεί στο χώρο της μόδας. Τα υφάσματα, τα χρώματα και τα αρώματα οι μεγάλες της αδυναμίες. Το όνειρό της για ταξίδια, για να ανακαλύψει καινούργιες κουλτούρες και να ζήσει έξω από τα συνηθισμένα. Να πάρει τα πινέλα της και να ζωγραφίσει και να νοιώσει όλη αυτή την ελευθερία που η τέχνη προσφέρει. Ήθελε να δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο, τόσο όμορφο που οι λέξεις δεν τον χωρούσαν.

«Με την τέχνη δεν τρως» ήταν η απάντηση της οικογένειάς της σε μια εποχή που εκείνοι να την στηρίξουν οικονομικά δεν μπορούσαν και η ίδια δεν είχε το θάρρος να τους εγκαταλείψει.

Τώρα όμως όλα αυτά είχαν πάψει να υπάρχουν, ήταν δικαιολογίες μιας ζωής που έμεινε ξεχασμένη σε ένα ξεχασμένο μπαούλο.

«Το ξέρω ότι μπορώ να πετύχω ό,τι ονειρευτώ» παραδέχθηκε δυνατά και η ζωή της άλλαξε μονομιάς αποχρώσεις.

«Η ζωή μας είναι γεμάτη με ευκαιρίες» σκέφτηκε και άνοιξε το κινητό της.

«Που είσαι και σε ψάχνω όλη την ημέρα» ούρλιαξε ο Μανώλης από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Συμβαίνει τίποτα;» ρώτησε και όταν ο άντρας της εξήγησε ότι  είχε τρελαθεί από την ανησυχία του τότε του ζήτησε να πάρει το αυτοκίνητο και να πάει να την βρει στην Πεντέλη.

«Δεν μου φτάνει ο Αχιλλέας με τα κρυφά μυστικά της ζωής του που με έχουν τρελάνει, τώρα έχω κι εσένα. Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε θυμωμένος.

Η Ανδριάνα γέλασε, «σχεδιάζω την καινούργια μου ζωή» είπε και συνέχισε «κερνάω δείπνο για δυο στην Πεντέλη, θα έρθεις;»

«Η καινούργια σου ζωή περιλαμβάνει κι εμένα;» ρώτησε κι άκουσε την κοπέλα να γελάει ξέγνοιαστα μετά από πολύ καιρό .

«Κι εσένα και τον κόσμο όλο αλλά πρωτίστως εμένα» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

 

 

 

~συνεχίζεται~

 

(φωτογραφία: https://gr.pinterest.com/pin/854628466777939826/)

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here