Η Ανδριάνα δεν ήθελε να μιλήσει. Σίγουρα όχι με την Ρόζα, από την άλλη όμως γνώριζε πολύ καλά, ότι αν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια για να αποφύγει τη συζήτηση, θα έβαζε τη θεία της στη διαδικασία να σκέφτεται, να υποθέτει και να καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν θα είχαν σχέση με την πραγματικότητα. Η Ρόζα, δεν θα έβαζε ποτέ με το μυαλό της το πόσο διεφθαρμένη υπήρξε η Στέλλα.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διόρθωσε το πολύχρωμο μαντήλι που είχε δέσει σαν κορδέλα στα μαλλιά της. Φρεσκολουσμένα και ανακατωμένα, την έκαναν να δείχνει δροσερή και φρέσκια. Φόρεσε ένα ανάλαφρο λινό κίτρινο φόρεμα κι άφησε τις άκρες του μαντηλιού να κρέμονται χαριτωμένα από τον ένα της ώμο. Πέρασε στο αριστερό της χέρι τα κοκάλινα βραχιόλια, ψέκασε με το άρωμά της τα μαλλιά της, έβαλε τα σανδάλια της και τακτοποίησε στην τσάντα  τα πράγματά της.

Όταν εμφανίστηκε στο σαλόνι, κρατούσε στα χέρια της τα μεγάλα σκούρα γυαλιά της και τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

«Θα πας τελικά;» ρώτησε ο Μανώλης.
«Μπορώ να κάνω κι αλλιώς; Το θέμα είναι να μην υποψιαστεί την αλήθεια, δεν θα το αντέξει η καρδιά της» είπε κι άλλαξε αμέσως θέμα συζήτησης.

«Έχω φτιάξει γεμιστά, μην με περιμένεις  γιατί …»
«Θα σε περιμένω γιατί χρειαζόμαστε χρόνο και για τους δυο μας» απάντησε και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Φεύγει η ζωή Ανδριάνα κι έχω την αίσθηση ότι δεν προλαβαίνουμε να την ζήσουμε».

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Στο δρόμο για το σπίτι στο λόφο, το μυαλό της ήταν γεμάτο από σκέψεις.

Από τη μια πλευρά σκεφτόταν αυτά που δεν θα έλεγε στην Ρόζα και από την άλλη τα λόγια του Μανώλη.

Όλοι δίκιο είχαν κι εκείνη μέσα στη μέση του κύκλου των απαιτήσεων, να πρέπει να μοιράσει κομμάτια από τον εαυτό της και να νοιώθει ένα βάρος ατελείωτο να της πλακώνει το στήθος. Μια κουβέντα μόνο ήθελε να πει ‘’παρατήστε με’’ και να κάνει μεταβολή και να φύγε. Δεν το έκανε όμως, απλώς άλλαξε ταχύτητα κι άρχισε να ανεβαίνει στον λόφο παρατηρώντας τη συστάδα με τις ελιές.

Την προϋπάντησε η Γαρυφαλλιά σχεδόν χοροπηδώντας. Καθώς έκλεινε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, με αυτόματες κινήσεις έπιασε την τσάντα της κι άνοιξε την πόρτα, σκέφτηκε το κορίτσι αυτό σαν χαρούμενο κουτάβι. Αυτό ήταν, ένα αθώο πλάσμα, στην εποχή της μετάλλαξής της. Έβγαινε από το κουκούλι της για να εξελιχθεί σε μια όμορφη πεταλούδα. «Να μάθει να πετάει ψηλά» ευχήθηκε από μέσα της.

«Κυρία Ανδριάνα, τι όμορφα που ήταν όλα χθες το βράδυ. Ακόμα δεν μπορώ να συνηθίσω ότι έχει ξημερώσει. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα και νομίζω ότι όλα θα συνεχιστούν και θα είναι μαγικά, παραμυθένια».
«Σου άρεσε αγάπη μου; Πέρασες καλά;»
«Ήταν η ομορφότερη βραδιά της ζωής μου κι ακόμα δεν έχει τελειώσει».
«Τι εννοείς;»
«Κοιτάξτε πόσο όμορφος είναι ακόμα ο κήπος, δεν έχω προλάβει να ξεκρεμάσω τα φαναράκια και να σας πω την αλήθεια; Δεν θέλω αλλά μην το πείτε σας παρακαλώ».

«Ολυμπία» φώναξε η Ανδριάνα «πες σε παρακαλώ στη Γαρυφαλλιά να μου μιλάει στον ενικό».
«Δεν επιτρέπεται» πρόλαβε να πει μόνο η γυναίκα.
«Όταν το ζητάω εγώ επιτρέπεται» είπε η Ανδριάνα και στράφηκε στο νεαρό κορίτσι, «είσαι ολόκληρη κοπέλα πια, θα μιλάς στον πληθυντικό όπως σου ζητάει η μητέρα σου σε όλους εκτός από εμένα».
«Μάλιστα» είπε η  μικρή με το κεφάλι κατεβασμένο.
«Δεν συμπαθώ τον πληθυντικό Γαρυφαλλιά, αυτό είναι δικό μου θέμα όμως. Είμαστε σύμφωνες;» ρώτησε κοιτώντας στα μάτια την Ολυμπία.
«Βεβαίως» απάντησε η γυναίκα «θα σας παρακαλούσα μόνο να ενημερώσετε τη θεία σας εσείς, δεν θα ήθελα να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις» είπε.

Η Ρόζα καθόταν όπως πάντα κάτω από το μεγάλο πεύκο και κοιτούσε το φύλλωμα των λουλουδιών και τα πορτοκαλί χωνάκια που έπλεκαν όμορφα τα λεπτά τους κλαδιά στο καφασωτό. Παραπέρα ήταν το παρτέρι με τα γιούλια που συχνά-πυκνά έβρισκε όλο και κάποια γάτα να κυλιέται και πιο κάτω η συστάδα με τις πικροδάφνες, όμορφες σαν νύφες.

Τον αγαπούσε τον κήπο της και τις πήλινες γλάστρες με τα γεράνια και τα παχύφυτα. Όλα φυτεμένα από τα χέρια της, με αγάπη και μεράκι. ‘’Είχε έναν σκοπό όμως τότε, να δημιουργήσει, να αφήσει πίσω της κάτι όμορφο, τώρα τι της είχε μείνει;’’ αναρωτιόταν. Η απάντηση που της ερχόταν στο μυαλό ήταν λόγια που συνήθως άκουγε ‘’ό,τι κι αν κάνεις να είναι για σένα’’ αλλά πόσα πράγματα μπορείς να απολαύσεις μόνος σου; Η Ρόζα ήξερε ότι κατά καιρούς ήταν μοναχική γιατί είχε ανάγκη να μιλήσει με τα μέσα της, να τα βρει με τον εαυτό της, να βάλει σε τάξη τα εσωτερικά της συρτάρια, η μοναξιά όμως δεν της άρεσε κι αυτό ήταν το βάσανό της.

«Να τους μιλάς όταν τα ποτίζεις» έλεγε στην Ολυμπία «και το νερό να το ρίχνεις με αγάπη, όπως βύζαινες το παιδί σου, αυτό να θυμάσαι» της έλεγε και με τα ακροδάχτυλά της τα χάϊδευε και τα καθάριζε από τα ξερά φύλλα για να δείχνουν πάντα όμορφα.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Ανδριάνα την παρακολουθούσε καθώς ανέβαινε προς το πεύκο και ένοιωσε τα χρόνια της Ρόζας να της βαραίνουν τη πλάτη αλλά και τη ψυχή. Την καταλάβαινε από το παγωμένο βλέμμα και το ανέκφραστο πρόσωπο.

«Είσαι κουρασμένη;» τη ρώτησε κι έσκυψε να της δώσει ένα φιλί στο μάγουλο.
«Φυσικά και είμαι, μόνο η συγκίνηση έφτανε αλλά το ευχαριστήθηκα και τελικά ήταν τόσο όμορφα που ήταν πέρα από τις προσδοκίες μου» είπε χαμογελώντας «κι αυτός ο Κωνσταντίνος, τι έκπληξη μου έκανε».
«Θα ήθελα σπιτική λεμονάδα έχω σκάσει από τη ζέστη».
«Ξέρω και τα παξιμαδάκια της Ολυμπίας, πήγαινε και πες τους να μας φέρουν, στη μεγάλη κανάτα μόνο να βάλει τη λεμονάδα με μπόλικο πάγο, να την ευχαριστηθούμε και έλα πίσω γρήγορα» είπε.

Αυτή τη φορά τους σερβίρισε η Γαρυφαλλιά με προσοχή και με ένα χαμόγελο φωτεινό σαν τον ήλιο.

«Ό,τι θελήσετε να μας φωνάξετε» είπε κι έφυγε βιαστικά με τον χαρακτηριστικό ανάλαφρο βηματισμό που θύμιζε αίλουρο.

«Σαν γάτα περπατάει αυτό το παιδί» είπε η Ανδριάνα.
«Στο προκείμενο εμείς» απάντησε η θεία της.
«Τι θέλεις να μάθεις πια;»
«Την αλήθεια».
«Για ποια αλήθεια ρωτάς;»
«Ανδριάνα δεν νομίζω ότι με αυτές τις βλακείες θα ξεφύγεις. Τι συμβαίνει επιτέλους με την Στέλλα;»
«Ότι συνέβαινε πάντα» απάντησε αδιάφορα, ανασηκώνοντας τους ώμους και μπουκώνοντας το στόμα της με μια μπουκιά παξιμάδι.
«Ποιος την κάλεσε; Ο Σπύρος;»
«Ουσιαστικά κανείς αλλά βλέπεις η Στέλλα δεν αφήνει ποτέ μόνη της την Μυρτώ. Φταίει και ο γιόκας σου σε αυτό, μην το ξεχνάς» είπε κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση ενός πότη.
«Δεν το ξεχνώ» είπε η μεγάλη γυναίκα κουνώντας το κεφάλι λυπημένη και κοιτώντας τα ζαρωμένα της χέρια «αλλά από την άλλη ήταν εδώ ο αδελφός της, εσύ, τόσος κόσμος και θα μπορούσε επίσης η Μυρτώ να κοιμηθεί εδώ, όπως παλιά».
«Νομίζω ότι είναι μάταιο να το κουβεντιάζουμε και πολύ περισσότερο να φαντάζεσαι ιστορίες με δράκους εκεί που δεν υπάρχουν. Μητέρα της είναι κι εκείνη αποφασίζει».
«Σοβαρά;»
«Τι δεν καταλαβαίνεις Ρόζα;»
«Το πόσο κακότροποι και αγενείς είσαστε όλοι σας. Αν σας αποκαλέσω γαϊδούρια, θα προσβάλω τα έρμα τα ζώα. Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να συμπεριφέρεστε έτσι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;» φώναξε.

Η Ανδριάνα κατάπιε το σάλιο της.

«Τι ξεροκαταπίνεις και μπουκώνεις το στόμα σου με σταφίδες; Για να μην μιλήσεις;»
«Όχι, εγώ δεν …»
«Αν μπορούσα να σου αστράψω μια ανάποδη θα το έκανα ευχαρίστως» είπε.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί όλο αυτό το ξέσπασμα».
«Γιατί με περνάτε όλοι σας για ηλίθια».
«Ρόζα …»
«Μην μιλάς. Αφήσατε όλοι σας μόνη και ασυντρόφευτη την Στέλλα όλο το βράδυ. Είχατε υποχρέωση να της φερθείτε όπως της άξιζε σε μια τέτοια περίσταση. Είναι η μητέρα της Μυρτώς».
«Αυτό κάναμε, της φερθήκαμε όπως ακριβώς της άξιζε. Σαν να έχει πεθάνει».
«Ανδριάνα ή θα σε βρίσω ή θα σε πετάξω από το σπίτι, πριν το κάνω όμως θα μου πεις όλη την αλήθεια και ξαναρωτώ, γιατί;»
«Βαριέμαι να πιάσουμε το κουβάρι πάλι από την αρχή. Ειλικρινά έχω ένα σωρό δουλειές να κάνω».
«Ο Νικόλας γιατί δεν της μίλαγε; Εσύ;»

«……»

«Δεν απαντάς έτσι; Είχατε υποχρέωση απέναντι στην Μυρτώ να της φερθείτε σαν να είναι κυρία και ας μην είναι. Το παιδί δεν φταίει τίποτα, κατάλαβες Ανδριάνα;» είπε και χτύπησε το χέρι της στη μεταλλική ροτόντα.

Η ανιψιά της κοιτούσε τις μύτες των σανδαλιών της κι έπαιζε νευρικά με τα δάχτυλά της με την άκρη του μαντηλιού.

«Και ο Νικόλας γιατί δεν της μίλαγε;»
«Ο Νικόλας Ρόζα, δεν θέλει ούτε να τη βλέπει στα μάτια του».
«Γιατί;»
«Μα τι ρωτάς; Λίγα πέρασε όταν έφυγε ο πατέρας σου από το σπίτι; Όταν έβλεπε την μητέρα του σε εκείνο το χάλι; Νόμιζες ότι το έχει ξεπεράσει;»
«Δηλαδή θέλετε να με πείσετε, ότι τόσα χρόνια μετά τον έπιασε ο πόνος να υπερασπιστεί τη μητέρα του και νομίζετε ότι θα το πιστέψω. Εδώ η ίδια η Κατερίνα της μιλάει και θυμάσαι υποθέτω τα πόσα δώρα έχει στείλει στη Μυρτώ από την ημέρα που γεννήθηκε. Ποια πάτε να κοροϊδέψετε, εμένα; Κι εσύ τι έπαθες; Σε έπιασε ο μεγάλος πόνος για τον Σπύρο τώρα;»
«Είσαι άδικη» ύψωσε τον τόνο της φωνής της η Ανδριάνα.
«Εμένα θα προσέχεις πολύ καλά πως μου μιλάς, δεν είμαι η κολλητή σου, κατάλαβες;»
«Άνθρωπος είμαι κι εγώ Ρόζα, με έχεις εδώ και με ανακρίνεις για τα μούτρα της Στέλλας λες και φταίω εγώ» είπε προσπαθώντας να στρέψει την κουβέντα σε άλλη κατεύθυνση.

«Άκου να σου πω, δεν έχω ξεκουτιάνει» είπε η θεία της και συνέχισε, αφού πρώτα ζήτησε να της φέρουν λίγο νερό.

«Η Στέλλα τον μεγάλωσε τον Νικόλα κι αν όχι έτσι ακριβώς, πάντως βοήθησε με τον καλύτερο τρόπο. Πάντα έλεγε ότι το αγόρι αυτό δεν θα περάσει ότι έζησε εκείνη από το διαζύγιο των δικών της. Σωστά;»
«Σωστά».
«Η δε Κατερίνα, έχει προχωρήσει τη ζωή της, έχει την δικιά της σχέση πια, είναι συντροφευμένη και τον Σπύρο τον αγαπάει όπως αγαπάμε τα μέλη της οικογένειάς μας. Θα το έβρισκα πολύ λογικό να είναι εκείνη αυτή που έχει πρόβλημα και δεν σου κρύβω, πως όταν της έστειλα την πρόσκληση ήμουν σίγουρη ότι θα αρνηθεί. Αντιθέτως όμως με πήρε τηλέφωνο, με ευχαρίστησε και με ρώτησε αν θα μπορούσε να έρθει με τον συνοδό της. Επίσης, έστειλε και δώρο στα παιδιά. Χόρεψε, μίλησε με την Στέλλα και φέρθηκε σαν κυρία ενώ τα δικά μου τα παιδία συμπεριφέρθηκαν σαν τσόλια κι αυτό χωρίς εξήγηση δεν θα περάσει. Ακούω λοιπόν» είπε και σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος.

«Έχεις δίκιο στα περισσότερα, μα είναι κάτι που δεν το βάζεις με το μυαλό σου και χωρίς να το θέλεις αδικείς τον Νικόλα».
«Δηλαδή;» ρώτησε η μεγάλη γυναίκα και ανασηκώθηκε από τη θέση της.
«Όταν ο Σπύρος έφυγε από το σπίτι, ο μικρός ήταν μόλις δέκα ετών και με τον πατέρα του ήταν πολύ δεμένος. Ήταν ο κόσμος του όλος. Το θυμάσαι;»
«Ναι, βέβαια …»
«Σε εκείνη την ηλικία, με ένα κεφάλι γεμάτο ‘’γιατί’’ είχε να διαχειριστεί τον δικό του πόνο και το κλάμα της μητέρας του. Πολύ σωστά τα λες, η ζωή προχωράει, η Κατερίνα συνέχιζε την πορεία της, έχει φτιάξει μια όμορφη σχέση και τον Σπύρο τον αγαπάει σαν αδελφό της. Ο Νικόλας όμως, όσο κι αν ωφελήθηκε από την ‘’συμπάθεια’’ της Στέλλας, συνέχισε να κουβαλάει μέσα του μια καρδιά ‘’συντρίμμια’’ κι όταν γεννήθηκε η Μυρτώ, έπρεπε να διαχειριστεί ότι στα εικοσιένα του χρόνια, θα αποκτούσε μια αδελφή.

Ήρθε, την κράτησε στα χέρια του και από εκείνη την ημέρα δεν έλειψε ποτέ από το πλευρό της. Αναθεώρησε κι άρχισε να βλέπει την Στέλλα διαφορετικά και τη ‘’συγγνώμη’’ που μέχρι τότε δεν της είχε χαρίσει, της την έδωσε απλόχερα».

«Ναι αλλά αυτό …»

«Μην μιλάς Ρόζα, μόνο άκου. Σπούδασε και ξεκίνησε να ζει τη δικιά του ζωή με την ψυχή του πιο ανάλαφρη. Στο δικό του ‘’κουκλόσπιτο’’ ο κάθε ένας από εμάς είχε πάρει τη θέση του και ζούσε μια όμορφη ζωή. Αυτά όμως συμβαίνουν στα παραμύθια, όχι στην πραγματική ζωή.

Ήξερε ότι ο πατέρας του έπινε. Τον είχε ζήσει και μαζί είχε ζήσει και τη ζωή της Στέλλας  χωρίς να κρίνει. Του έφτανε ότι ήταν μαζί κι ας γινόταν η καρδιά του κομμάτια κάθε που έβλεπε τον πατέρα του να παραπαίει.

Όταν ξεκίνησε η οικονομική κρίση, ο Σπύρος για να μην λείψει τίποτα από την οικογένειά του, άρχισε να ‘’βάζει χέρι’’ στα έτοιμα».

«Τι λες Ανδριάνα;»

«Είπα άκου. Στα έτοιμα από την μια πλευρά και οικονομία από την άλλη μέχρι να μπορέσουν να ορθοποδήσουν. Τον ένοιαζε και τον νοιάζει το μέλλον της Μυρτώς. Η Στέλλα όμως ονειρευόταν μια άλλη ζωή. Μην με ρωτήσεις γιατί δεν ξέρω να σου πω. Όταν ο λογαριασμός της τράπεζας άδειασε Ρόζα και ο γιός σου έμεινε στον άσσο, περιμένοντας να ζήσει από κάποια δίκη ή κάποια νομική υπόθεση που όμως δεν ερχόταν. Βλέπεις η κρίση δεν έκανε επιλογές, σαν τον χάρο βγήκε και μας θέρισε. Τότε η Στέλλα έφυγε από το σπίτι αφήνοντάς του χρέη και μόνο χρέη και ποιος νομίζεις ότι τον βόηθησε; Ποιος νομίζει ότι πήγε και του ψώνισε για να έχει να φάει; Ποιος νομίζεις ότι του δάνεισε για να ξεπληρώσει και να φέρει μια ισορροπία με τις τράπεζες;»

«Τι μου λες Ανδριάνα; Αυτά συνέβαιναν σπίτι μου κι εγώ δεν ήξερα τίποτα;» φώναξε πιάνοντας την καρδιά της.

«Είσαι καλά;» ρώτησε η ανιψιά της ανήσυχη.

«Ναι, ναι, ασυναίσθητη κίνηση ήταν, συνέχισε σε παρακαλώ».

«Απάντησέ μου εσύ ξέρεις ποιος βοήθησε τον Σπύρο;»

«Όχι» είπε και τα χείλη είχαν στεγνώσει στο στόμα της.

«Άκου λοιπόν την ιστορία από εμένα και πιες κάτι σε παρακαλώ» είπε και της γέμισε ένα ποτήρι με νερό.

Όταν λοιπόν η Στέλλα έφυγε από το σπίτι μαζί με την Μυρτώ, ο Σπύρος ήταν έτοιμος να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα.

Οικονομικά τον βοήθησε ο γιός του …»

«Τι; Ο Νικόλας δάνεισε χρήματα στον πατέρα του; Που τα βρήκε;»

«Από το μισθό του Ρόζα. Με τις οικονομίες που έκανε πάντα, για να μην ζήσει τα δικά μας λάθη όπως έλεγε, έχει δημιουργήσει ένα μικρό λογαριασμό. Από εκεί έβγαζε και έδινε στον πατέρα του για να ‘’μαζέψει’’ τα χρέη και τις απλήρωτες δόσεις δανείων της Στέλλας».

«Μου κάνεις πλάκα;» ρώτησε με αγωνία η μεγάλη γυναίκα.

«Ποιος φαντάζεσαι ότι πήγαινε στην αγορά και γέμιζε το ψυγείο του Σπύρου;»

«Ο Νικόλας;»

«Όχι, αυτό το έκανα εγώ».

Η Ρόζα είχε μείνει να κοιτάζει την ανιψιά της με ανοικτό το στόμα.

«Και σε εμένα γιατί δεν είπατε τίποτα;» ρώτησε με απόγνωση.
«Δεν ήθελε ο Σπύρος, ντρεπόταν».
«Ντρεπόταν να ζητήσει από τη μάνα του και όχι από το παιδί του; Χρωστάει λεφτά στον Νικόλα, σε εσένα;» είπε κι έσπρωξε με την μπουνιά της το μπράτσο του ξύλινου καναπέ κι έκανε να σηκωθεί.

«Ηρέμησε σε παρακαλώ, όχι αυτή τη στιγμή που μιλάμε ο Σπύρος δεν χρωστάει ούτε ένα ευρώ στον Νικόλα ή σε εμένα. Ό,τι ζήσαμε όμως, τον εγγονό σου κι εμένα μας συσπείρωσε και μας έκανε πιο προστατευτικούς με τον γιό σου.

Από την άλλη, ο Νικόλας έχοντας πονέσει πολύ από τη διάλυση της οικογένειάς του κι έχοντας κάνει μια μεγάλη διαδρομή μέχρι σήμερα για να νοιώθει στην καρδιά του ‘’ειρήνη’’, η κίνηση της Στέλλας τον τσάκισε. Πέρα από τον ίδιο όμως τσάκισε και την Μυρτώ και την έκανε να μπλέξει με παρέες που ένας Θεός ξέρει πως γλύτωσε τελικά και πως προστάτευσε τον εαυτό της. Τότε ήταν που ο Νικόλας πήρε την απόφαση να την έχει από κοντά, να είναι ο ‘’εξομολογητής’’ της και να την κάνει να καταλάβει ότι μπροστά της ανοιγόταν ένας δρόμος γεμάτος με παγίδες. Αποφάσισε ότι θα βοηθούσε την αδελφή του όσο μπορούσε, να βρει τη σωστή διαδρομή κι απ’ ότι φαίνεται κάτι έχει καταφέρει.

Τώρα που ξέρεις την αλήθεια το μόνο που έχω να σου συμπληρώσω είναι να πάψεις να ζητάς από εμένα ή τον Νικόλα, να φερόμαστε σαν να μην τρέχει τίποτα. Δυστυχώς Ρόζα, ούτε για χάρη της Μυρτώς δεν μπορώ να το κάνω.

Βλέπεις, ο πόνος του εγγονού σου είναι διπλός. Δεν μπορεί να συγχωρέσει ότι η Στέλλα και του διάλυσε την οικογένεια και έφερε εν τέλει τον πατέρα του σε τέτοιο αδιέξοδο. Έχει φάει όσα δεν βάζει ο νους σου. Να φανταστείς, ότι ζητάει από τον Σπύρο να αφήσει μέχρι και τα κοινόχρηστα απλήρωτα για να πηγαίνει η αφεντιά της βόλτες. Ο Νικόλας, πέρα απ’ όλα αυτά,  δεν αντέχει να βλέπει την αδελφή του να χαραμίζει τα πιο όμορφα θεωρητικά της χρόνια, ανάμεσα ‘’στα ρεμάλια της ζωής’’ όπως λέει και πέρα από τις παρέες της εννοεί και την μητέρα της.

Η Στέλλα ότι έσπειρε, θερίζει και για την γούνα της έχω ράμματα πολλά. Μπορείς να μου πεις ότι είμαι εμπαθής, εγωίστρια ή ό,τι άλλο θέλεις. Ανάγωγη και βρες επίθετα κοσμητικά να με στολίσεις. Καρφάκι δεν μου καίγεται και να θυμάσαι ένα πράγμα, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ θα εισπράττει αυτό που τις αξίζει. Ένα μεγάλο τίποτα, γιατί και η περιφρόνηση ακόμα έχει την αξία της» είπε και ακούμπησε την πλάτη της στο ξύλινο παγκάκι της θείας της, έπιασε ένα κουκουνάρι που είχε πέσει δίπλα στο πόδι της, το κράτησε σφιχτά στη χούφτα της πιέζοντάς το με δύναμη. Ένα υπόκωφο ‘’κρακ’’ ακούστηκε και τάραξε το τραγούδι των τζιτζικιών. Άφησε τα σπασμένα κομμάτια από το κουκουνάρι να γλιστρήσουν ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Έκλεισε τα μάτια για να μην τη δει η Ρόζα να βουρκώνει. Άνοιξε τα ρουθούνια και ρούφηξε όσο περισσότερο αέρα μπορούσε και μετά τον έβγαλε με δύναμη.

«Τελικά Ρόζα, αυτοί που έχουν πληρώσει τη ‘’νύφη’’ είναι τα δυο παιδιά του Σπύρου και κανένα τους δεν φταίει τίποτα. Ας ευχηθούμε ότι στο μέλλον δεν θα δούμε κι άλλα δράματα» είπε.

Η θεία της είχε σηκωθεί από τη θέση της και βημάτιζε νευρικά κουνώντας κάθε τόσο το κεφάλι. Η γνωστή σαν ελατήριο μπούκλα που έπεφτε στο μέτωπό της, χοροπηδούσε για άλλη μια φορά.

«Κι όλο αυτό τον καιρό εσύ δεν μου είπες τίποτα;» ρώτησε χτυπώντας με την παλάμη της το στήθος της.

«Τις επιλογές του γιού σου δεν θα τις πληρώσω εγώ. Έχω τα δικά μου λάθη που με κυνηγάνε τα βράδια σαν ερινύες, άσε με να πληρώσω αυτά».

«Τι λάθη έχεις κάνει εσύ κορίτσι μου; Για όλους μας έχεις τρέξει …»

«Γιατί Ρόζα, εσύ δεν έχεις κάνει;» τη ρώτησε κι έκανε να σηκωθεί.

«Λάθη εγώ; Με το τσουβάλι! Τι λες τώρα; Κι όλοι έχουμε βρει παρηγοριά στη φράση ‘’ O αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω’’».

«Δεν ξέρω για σένα αλλά για την αφεντιά μου θα με αφήσεις να ορίσω αλλιώς τα πράγματα».

«Τι εννοείς; Από πότε εσύ έγινες απόλυτη και κριτής των πάντων;»

«Τίποτα απ’ όλα αυτά Ρόζα, έχω όμως δικαίωμα της επιλογής και κρίση. Είναι ανάγκη μου να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που δεν μου βρωμίζουν τον αέρα που αναπνέω και πίσω πλέον δεν κάνω για κανενός το χατίρι. Στην τελική ανάλυση ας φροντίσουν οι γονείς για τα παιδιά τους, εγώ ήδη έκανα πολλά» είπε και σηκώθηκε.

«Δεν θα φάμε μαζί; που πας;» τη ρώτησε με ένα παράπονο στη φωνή.

«Θέλω να πάω στον Μανώλη, να τον πάρω και να πάμε να κάνουμε μια βουτιά στη θάλασσα. Με έχετε σκάσει όλοι σας και φταίω εγώ που σας αφήνω. Λοιπόν, αρκεί και φτάνει, πάω να φορέσω το μαγιό μου, να πάρω τον ‘’άντρα’’ μου και σαν νυχτώσει να πιούμε ένα ούζο παρέα. Δεν θα χάσω εγώ τον Μανώλη για καμία Στέλλα» είπε, άνοιξε την αγκαλιά της και φίλησε τρυφερά την θεία της. «Μιλάμε στο τηλέφωνο αύριο και να θυμάσαι ότι σε αγαπάω τόσο όσο δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να καταλάβεις» φώναξε από μακριά κουνώντας το χέρι και βάζοντας βιαστικά μπροστά το μικρό της αυτοκίνητο.

«Περίμενε, να σου δώσω φαγητό, έχουν μείνει από χθες ένα σωρό πράγματα» φώναξε η Ρόζα.

«Δεν κατάλαβες, πάω για βραδινό μπάνιο και ούζο, να τα φάτε με την Γαρυφαλλιά και την Ολυμπία» είπε, έκανε μια απότομη μανούβρα και έφυγε αφήνοντας πίσω της ένα μικρό σύννεφο σκόνης.

Η Ρόζα δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει όταν άκουσε την φωνή της Ολυμπίας.

«Κυρία είσαστε καλά;» ρώτησε η κοπέλα ανήσυχη.
«Νομίζω ότι είμαι καλύτερα από ποτέ» απάντησε νιώθοντας την καρδιά της ανάλαφρη από τη γνώση της αλήθειας. «Στρώστε το τραπέζι στην κουζίνα να φάμε οι τρεις μας, θέλω να ακούσω την Γαρυφαλλιά να ‘’κελαηδάει’’ και να μας πει όλες τις εντυπώσεις της από τη χθεσινή νύχτα» είπε και πιάνοντας την Ολυμπία από το μπράτσο βάδισαν αργά προς το σπίτι.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Όταν η Ανδριάνα γύρισε σπίτι της, βρήκε τον Μανώλη να τσιμπολογάει τα γεμιστά μέσα από το ταψί. Τα μάγουλά του ήταν παραφουσκωμένα.

«Παράτα τα όπως είναι και πάμε για βραδινό μπάνιο και ούζο».
«Είπες την αλήθεια στη Ρόζα;»
«Τρελός είσαι; Τη μισή μόνο, αυτή που μπορούσε να αντέξει η καρδιά της, την άλλη μισή την φυλάω για την ώρα της μεγάλης κρίσης, αν έρθει…»
«Καταλαβαίνεις ότι αν όλα αυτά μαθευτούν, τα βέλη θα στραφούν επάνω σου;»
«Ναι Μανώλη το ξέρω, μόνο που τότε είχα να σώσω τη ζωή δυο ανθρώπων, τώρα αν η Στέλλα κάνει το παραμικρό λάθος απέναντι στον Σπύρο και ειδικότερα στο παιδί της, τότε θα πληρώσει με τον σκληρότερο τρόπο αυτά που ο δικηγόρος μου έχει στα χέρια του.

Υπάρχουν αποδείξεις αγάπη μου, μην το ξεχνάς και μην νομίσεις ούτε για μια στιγμή ότι είμαι τόσα αθώα όσο φαίνομαι» είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. «Πάχυνα λίγο» συμπλήρωσε,  άνοιξε το τρίτο συρτάρι και πήρε το παρέο της.

«Πάμε;»

 

 

~συνεχίζεται~

 

Image by Jill Wellington from Pixabay

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here