Η Ολυμπία πηγαινοερχόταν στην αίθουσα αναμονής των αφίξεων και η αναστάτωσή της, έφερνε στα χείλη της Ρόζας ένα μικρό χαμόγελο.

Την παρατηρούσε και την καμάρωνε συνάμα. Αντάρα ανάκατη με χαρά θα είχαν τα μέσα της. Η κοπέλα έτριβε κάθε τόσο νευρικά τα χέρια της και αμέσως μετά, τα σκούπιζε στο φουστάνι της.

«Δεν ξέρω να πάω μόνη μου στο αεροδρόμιο» της είχε πει και η φωνή της έκρυβε ένα παράπονο.
«Μαζί θα πάμε κορίτσι μου, μην σε νοιάζει» είχε απαντήσει η Ρόζα και για άλλη μια φορά τα είχε κανονίσει κατά όπως έκρινε εκείνη σωστό.

Μετά την ανακατωσούρα που είχε γίνει με το γάμο της Φαίδρας και τα λόγια που είπε στον πρωτότοκό της, η Ρόζα είχε ζητήσει να γνωρίσει τους γονείς του μέλλοντα γαμπρού τους, του Κωνσταντίνου.

Για έναν λόγο που η ίδια δεν καταλάβαινε, όλοι είχαν τις αντιρρήσεις τους, η ίδια όμως ήταν ανένδοτη, θα έκανε αυτό που ήθελε.

«Άκου να σου πω Ανδριάνα μου» είχε πει στην ανιψιά της, «γάμο έχουμε, είναι δυνατόν να παντρεύεται η εγγονή μου και να μην έχω δει τον γαμπρό;»
«Μα αφού δεν τον συμπαθείς και όσα έχεις πει για το μέλλον των παιδιών … »
«Και τι σημασία έχει αυτό; Είπα, ξείπα. Αν μπορούσα να προβλέψω το μέλλον, θα ήμουν Πυθία και θα μασούλαγα δάφνες. Είναι δυνατόν να γνωρίσουμε την οικογένεια του γαμπρού την ημέρα του γάμου; Αν θέλουν, αν δεν θέλουν, ας πάνε στο συμβολαιογράφο να υπογράψουν αυτό το χαρτί το ‘’πως το λένε’’ που είναι και της μόδας. Μονά ζυγά δικά τους, δεν γίνεται».
«Τι εννοείς;» είχε ρωτήσει αφηρημένη η Ανδριάνα.
«Σαν προσγειωθείς στη γη πάρε με τηλέφωνο» είχε απαντήσει η Ρόζα, σπρώχνοντας ελαφρά την ανιψιά της για να συνέλθει και συνέχισε λέγοντας «τι να σου πω βρε παιδάκι μου, ή εγώ έχω γεράσει ή εσείς δεν ξέρετε τι σας γίνετε.

Όποιος θέλει θρησκευτικό γάμο και ζητάει να ακολουθήσει τα ήθη και τα έθιμα, τότε θα κάνει κι αυτά που δεν του αρέσουν. Κάνω ό,τι με βολεύει και ειδικά με τις ‘’πλάτες’’ αλλουνού εδώ δεν παίζει, κατάλαβες;».

«Ρόζα τι περιμένεις; Αλήθεια τώρα, να δεις αν σου αρέσουν οι γονείς του Κωνσταντίνου, να δώσεις τη συγκατάθεσή σου;»

«Λες να έχω τρελαθεί; Η πιθανότητα δυο οικογένειες να τα βρουν μεταξύ τους, είναι απειροελάχιστες. Οι άνθρωποι μπορεί να είναι θαυμάσιοι αλλά πώς να συνταιριάξουν οι φαμίλιες όλες μαζί, τα χούγια του καθενός. Αυτά αγάπη μου συμβαίνουν στα παραμύθια, η πραγματική ζωή, αν ήταν κινηματογραφική ταινία, θα είχε τίτλο ‘’μακριά και αγαπημένοι’’. Όχι λοιπόν, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν περιμένω, μου είναι όμως τραγικά δυσάρεστο, για να μην σου πω και ντροπιαστικό, να συναντήσω την οικογένεια του Κωνσταντίνου την ημέρα του γάμου, λες και είμαι η ψωριάρα.

Θέλω να ‘’κόψω κίνηση’’, να δω ‘’τα ρέστα τους’’ που έλεγε και η προγιαγιά σας, για να έχω άποψη ποιους θα καλέσω στο σπίτι μου και ποιους όχι για το γάμο, μην γίνουμε τελείως ρεζίλι κι επιτέλους, το να πιούμε κι ένα ποτήρι κρασί μαζί δεν βλάπτει. Διαφωνείς;»

Η Ανδριάνα δεν διαφωνούσε, από την άλλη δεν την ενδιέφερε και ιδιαίτερα ο γάμος της Φαίδρας. Λάθος ή όχι, ήταν δικιά της επιλογή και πίστευε ότι είχε δικαίωμα να κάνει όσα λάθη τραβούσε η ψυχή της. Αυτό το είχε πει στη Ρόζα.

«Φυσικά» είχε απαντήσει η θεία της τραβώντας το τελικό άλφα με νόημα. «Με τις πλάτες αλλονών κάνω κι εγώ όσες αρλούμπες θέλεις» είχε απαντήσει και η τούφα από τα μαλλιά της που έπεφτε ατίθαση στο κούτελο, είχε χοροπηδήσει σαν ελατήριο.

Το δείπνο είχε κανονιστεί.

«Τίποτα το ιδιαίτερο» είχε πει η Ρόζα στο Γρηγόρη, «ένα κρασί θα πιούμε έτσι για το καλό».
«Μάνα μην αρχίσεις τις υπερβολές».
«Είσαι με τα καλά σου; Επίδειξη της τσέπης μας θα κάνουμε;»
«Μια που σε ξέρω καλά, θα με αφήσεις να ανησυχώ» είχε απαντήσει ο γιός της.
«Ωραία, κανόνισέ το για την Κυριακή το μεσημέρι σε παρακαλώ γιατί έρχεται και η Γαρυφαλλιά και θέλω να τα προλάβω όλα».
«Το αποφάσισες τελικά; Θα φέρεις γιαγιά και κόρη στο σπίτι σου;»
«Τίποτα δεν αποφάσισα Γρηγόρη, τα πράγματα έρχονται μόνα τους, θα δούμε» είχε απαντήσει και το εννοούσε.
«Ποια ανάγκη σε σπρώχνει μάνα να φέρεις τη Γαρυφαλλιά στο σπίτι;»
«Άκου παιδί μου, άλλοι μεγαλώνουν γάτες, άλλοι σκύλους, κι άλλοι τσαλαπετεινούς. Εγώ δεν τους κρίνω, υποθέτω όμως ότι δίνουν την αγάπη τους στα ζωντανά του Θεού. Σε πνίγει η αγάπη άμα δεν έχεις που να την δώσεις. Θηλιά στο λαιμό γίνεται. Εμένα αν με ρωτήσεις θέλω παιδιά δίπλα μου, να τα βοηθώ και να τα βλέπω να μπουμπουκιάζουν και να ανθίζουν. Το έχω ξαναπεί, κρίμα που δεν έκανα όσα περισσότερα μπορούσα.

Και με τα πολλά και με τα λίγα τα παιδιά μεγαλώνουν, αγάπη χρειάζονται Γρηγόρη και σωστές βάσεις, τα υπόλοιπα τα ακούω βερεσέ. Αυτό το κορίτσι, όταν το είδα στις φωτογραφίες της Ολυμπίας, κάτι ένοιωσα μέσα μου διαφορετικό. Πείτε με τρελή, μπορεί και να είμαι αλλά νοιώθω πως η περίσσια αγάπη μου, εδώ θα πιάσει τόπο, ότι θα δώσω μια ευκαιρία σε ένα πλάσμα που το έχει ανάγκη.

Από την ημέρα που μου καρφώθηκε αυτή η ιδέα στο κεφάλι, δεν σου κρύβω ότι έχω ανανεωθεί. Λες και βρήκα νόημα στη ζωή μου. Εγωιστικό;»

«Πολύ».

«Ναι αλλά δεν είναι κακό, έτσι δεν είναι; Στην τελική ανάλυση μια πρόταση έκανα, την απόφαση θα την πάρουν οι τρεις γυναίκες μαζί, γιαγιά, μητέρα και κόρη».

«Αναρωτιέμαι πως θα τα βγάλεις πέρα με την μητέρα της Ολυμπίας. Το σκέφτηκες καλά;»

«Για την ακρίβεια δεν το σκέφτηκα καθόλου, τώρα όμως το λόγο μου πίσω δεν μπορώ να τον πάρω. Θέλω οικογένεια Γρηγόρη, ανθρώπους δίπλα μου, εμείς έχουμε σκορπιστεί σαν τα φύλλα που τα φύσηξε ο άνεμος κι αν το καλοσκεφτείς, ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να μου συμβεί;»

«Να μην τις αντέχεις. Μάνα είναι δύσκολο πράγμα να έχεις ξένους ανθρώπους στο σπίτι σου μόνιμα».

«Ποιο δύσκολη είναι η μοναξιά Γρηγόρη και ξέρεις, μου είναι πιο εύκολο να ανοίξω την αγκαλιά μου σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη από το να κρέμομαι πάνω στα δικά μου παιδιά. Εσείς, κάνατε τις επιλογές σας και τη ζωή σας με τον τρόπο που κρίνατε σωστό, τώρα είναι η δική μου η σειρά. Αφήστε με να κάνω τις δικές μου επιλογές και τα δικά μου λάθη. Εντάξει;»

Ο γιός της κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Να σου πω κάτι; Σαν να έχεις δίκιο, κάνε ό,τι τραβάει η ψυχή σου και τώρα θα είμαστε εμείς εδώ για να σου κρατάμε το χέρι κι αν ‘’παραπατήσεις’’ θα σε κρατήσουμε όρθια, όπως έκανες εσύ για εμάς, σε όλη μας τη ζωή» είπε.

«Με τη Δήμητρα τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Ρόζα.

«Τι εννοείς; Αν θυμάμαι καλά την πέταξες από το σπίτι, δεν νομίζω ότι έχουμε πολλές επιλογές».

«Ναι, μόνο που έχουμε γάμο μπροστά μας κι αυτός ο γάμος θα γίνει στο κτήμα μας και μην ξεχνάς την Κυριακή ότι έχουμε το τραπέζι γνωριμίας».

«Κυρία Ρόζα» είπε ο Γρηγόρης χαμογελαστά «μήπως το έχετε μετανιώσει λιγάκι σχετικά με την Δήμητρα;»

«Όχι παιδί μου, δεν έχει υπάρξει ούτε ένα δευτερόλεπτο που να έχω μετανιώσει για τις κουβέντες μου. Οι νύφες μου είναι οι μεγάλες αποτυχίες της οικογένειάς μας. Όμως, για χάρη της Φαίδρας και του γάμου, θα πρέπει να φορέσουμε τις ‘’μάσκες’’ μας. Οι γονείς του Κωνσταντίνου δεν χρειάζεται να μάθουν τα χάλια μας, γι’ αυτό σε παρακαλώ κανόνισε με τη Δήμητρα να έρθει την Κυριακή. Κατά τ’ άλλα τίποτα δεν αλλάζει. Σύμφωνοι;»

«Κρίμα μάνα, κρίμα».

«Δεν μπορείς να επιβάλεις σε καμία από τις δυο μας να τα βρούμε. Σε παρακαλώ δέξου το και κάνε αυτό που σου λέω. Εσύ κι εγώ θα βλεπόμαστε όποτε θέλουμε, τη γυναίκα σου όμως δεν την θέλω στα πόδια μου, εκτός από ειδικές περιπτώσεις φυσικά, όπως είναι αυτός ο γάμος.

Γρηγόρη, ο κάθε ένας από εμάς χάραξε το δικό του μονοπάτι. Ας το σεβαστούμε όλοι μας. Είμαστε σύμφωνοι και χωρίς να κρατάμε κακία ο ένας στον άλλον;»

Ο γιός της κούνησε το κεφάλι του και κράτησε σφαλιστά το χέρι της ανάμεσα στις δυο παλάμες του.

«Αχ Κυρία Ρόζα μου» είχε πει και το φίλησε.

«Ωραία, τώρα μετράμε άτομα για το τραπέζι, τρεις εσείς, και τρεις η οικογένεια του Κωνσταντίνου μας κάνουν έξι, ο αδελφός σου με την κόρη του οκτώ …»

«Για μισό λεπτό, στη Στέλλα δεν θα πεις να έρθει;»

«Παιδί μου τα έχεις χάσει εντελώς; Με συγχωρείς αλλά μου βγήκε αυθόρμητα. Τι δουλειά έχει η Στέλλα σπίτι μας; Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε, ε ώρα της καλή και κουβέντα δεν θέλω».

«Ούτε στο γάμο θα της πούμε τίποτα;»

«Άκου τι θα σου πω Γρηγόρη και βάλε το καλά στο μυαλό σου. Ο Σπύρος έχει περάσει μέσα από συμπληγάδες που τον τσάκισαν. Αν την Δήμητρα δεν την θέλω μια φορά στο σπίτι μου, για την Στέλλα οδηγώ μπουλντόζα και περνάω από πάνω της χωρίς τύψεις. Χαλκομανία το κάνω το βρωμοθήλυκο. Κατάλαβες;

Τα δικά μου παιδιά δεν τα έχω για πέταμα. Όχι, η Στέλλα διάλεξε να φύγει με τον χειρότερο τρόπο. Ας πάει στα τσακίδια λοιπόν και να θυμάσαι ότι δεν θα στρίψουμε το μαχαίρι στην πληγή του Σπύρου περισσότερο. Ναι είναι αδύναμος, εμένα όμως με νοιάζει η τεράστια προσπάθεια που κάνει να κόψει το ποτό, να βρει τον εαυτό του και τα πατήματά του. Θέλω να τον δω να ανοίγει τα φτερά του και να πετάει όσο πιο ψηλά μπορεί.

Τον παρακολουθώ από μακριά, τι νομίζεις, μάνα είμαι κι έχω μάτια ακόμα και στη πλάτη. Δεν θέλω άλλο να ανακατευθώ αγόρι μου, αρκετό κακό σας έκανα με τις ‘’παρεμβάσεις’’ μου. Η υπέρμετρη υπερπροστασία μου, δικαιολογία για τα στρεβλά του δικού μου του χαρακτήρα. Ας είναι, για να ωριμάσεις πρέπει να πονέσεις, να συρθείς στο χώμα, η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν από εμάς. Διόδια πληρώνουμε όλοι μας, πανωτόκια για τις αποφάσεις που δεν πήραμε, για κάθε στιγμή που φοβηθήκαμε και κάναμε πίσω. Ο Σπύρος έμεινε στην αφετηρία, δίνοντας ‘’συγχωροχάρτι’’ στον εαυτό του με αιτιολογία ποια νομίζεις; ‘’Ευαισθησία και έρωτα’’. Κολοκύθια με τη ρίγανη δηλαδή…».

«Μήπως είσαι λίγο άδικη;»

«Σύνελθε, η ενήλικη ζωή θέλει πυγμή κι εγώ τον άφησα να κλαίει στον ποδόγυρό μου. Λοιπόν για να τελειώνουμε, η τιμωρία είναι διπλή, αυτή που πληρώνει ο Σπύρος και αυτή που πληρώνω εγώ. Η καρδιά της μάνας θρυμματίζεται σαν το κρύσταλλο σαν βλέπει τα παιδιά της να υποφέρουν. Που είχαμε μείνει; Α, ναι!

Με τη Μυρτώ οκτώ, η Ανδριάνα και ο Μανώλης δέκα κι εγώ με την κουμπάρα δώδεκα άτομα. Μια χαρά δηλαδή, να μην σου πω ότι τα έχω όλα έτοιμα μέσα στο κεφάλι μου».

«Η Γαρυφαλλιά;»

«Ναι, τι;»

«Δεν θα καθίσει μαζί μας;»

«Πρώτον δεν ανήκει σε αυτή την οικογένεια, δεύτερον πως θα ένοιωθες εσύ αν ήσουν καλεσμένος σε ένα τραπέζι και η μητέρα σου σερβίριζε;» ρώτησε κοιτώντας το γιό της στα μάτια.

«Αυτό δεν το είχα σκεφθεί» μονολόγησε ο Γρηγόρης.

«Και να ήταν μόνο αυτό …»

«Είπες κάτι;»

«Μπααα, σου φάνηκε» απάντησε η Ρόζα.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος οι πόρτες στην αίθουσα αναμονής των αφίξεων, ανοιγόκλειναν συνέχεια. Η Ολυμπία είχε καθίσει δίπλα στη Ρόζα κρατώντας ένα χαρτομάντιλο που το τύλιγε και το ξετύλιγε διαρκώς.

Ακούστηκε ένα δυνατό ‘’φραπ’’ από το επιδεικτικό άνοιγμα της βεντάλιας της Ρόζας. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν.

«Γιατί δεν εμφανίζεται, αφού έχει προσγειωθεί» ρωτούσε με αγωνία η Ολυμπία.
«Μην με ζαλίζεις, κάνε υπομονή, πρέπει να πάρει τη βαλίτσα της».
«Κι αν χαθεί;»

Η Ρόζα αναστέναξε.

«Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι για την κόρη σου αυτό το ταξίδι; Πρώτη φορά μπαίνει σε αεροπλάνο. Θυμάμαι πως ένοιωσα όταν ο Γιωργής κι εγώ …»

«Μαμά» ακούστηκε η νεανική φωνή της Γαρυφαλλιάς.

Η Ολυμπία πετάχτηκε επάνω και κόντεψε να σωριάσει από την καρέκλα της την Ρόζα.

«Σιγάααα» φώναξε κάποιος μα η Ολυμπία δεν άκουσε μόνο έτρεξε να αγκαλιάσει το παιδί της. Η Ρόζα χαμογελούσε ευχαριστημένη από την πρώτη σειρά καθισμάτων και παρακολουθούσε τη σκηνή απορροφημένη, λες και έβλεπε θεατρική παράσταση.

O νους της ακόμα δεν το χωρούσε. Τι εξαναγκασμό είχε υποστεί η Ολυμπία για να κρύβει το παιδί της. Δεκαέξι χρονών κορίτσι, πάνω στο λουλούδιασμά της και η μάνα της, να αναγκάζεται να λέει ψέματα για να προστατεύσει το ‘’ψωμί’’ που της έδινε. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό.

«Δεν είσαι πάντα εντάξει» Του είπε και περίμενε υπομονετικά στη θέση της μέχρι να έρθει η δικιά της η σειρά για να αγκαλιάσει την Γαρυφαλλιά.

Οι συστάσεις έγιναν από την Ολυμπία με τον τρόπο που είχε μάθει στο σπίτι της Ρόζας, μα η μεγάλη η γυναίκα δεν άντεχε άλλο τις τυπικές χειραψίες. Σπρώχνοντας με τη μπουνιά της το κάθισμα, σηκώθηκε κι άνοιξε την αγκαλιά της διάπλατα.

«Κορίτσι μου …» είπε κι ένας χείμαρρος από καστανά μαλλιά κι ένα ανεπιτήδευτο χαμόγελο, ήταν αυτά που πρόλαβε να δει πριν, η Γαρυφαλλιά κουρνιάσει πάνω της σαν μικρό ελάφι.

Η Ολυμπία βλέποντας την Ρόζα με την κόρη της στην αγκαλιά της βούρκωσε και τα δάκρυα έτρεχαν σαν το καθαρού νερό του ποταμού πάνω στα μαγουλά της.

«Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ» έλεγε η Γαρυφαλλιά και σφιγγόταν στην αγκαλιά της μεγάλης γυναίκας.
«Σιγά αγάπη μου, θα σπάσω» απάντησε γελώντας η Ρόζα, που μπροστά στο όμορφο κορίτσι, έμοιαζε τόσο εύθραυστη, όσο μια μικρή πορσελάνινη κούκλα.

Γύρισαν στο σπίτι με ταξί.

Η Γαρυφαλλιά δεν πίστευε στα μάτια της με αυτό που έβλεπε. Πέρασαν την καγκελόπορτα του κήπου και το σπίτι φάνηκε πίσω από το μεγάλο πεύκο.

«Εδώ μένεις;» ρώτησε τη μητέρα της καταπίνοντας το σάλιο της.

Η Ρόζα δεν περίμενε, ήξερε ότι έπρεπε να δράσει πριν η μικρή αποπροσανατολιστεί εντελώς.

«Γαρυφαλλιά» είπε, «θα ανέβεις στον επάνω όροφο με τη μητέρα σου να σου δείξει το δωμάτιό σου και μετά …»
«Θα έχω δικό μου δωμάτιο;»
«Ναι κορίτσι μου, θα σου δείξει η μαμά σου. Όλες μαζί και η κάθε μια στο δωμάτιό της θα μείνουμε στον πάνω όροφο. Τακτοποιήσου, κάνε κι ένα μπάνιο αν θες και μετά θα μιλάμε μέχρι το πρωί».
«Κυρία Ρόζα …» είπε η Γαρυφαλλιά κοκκινίζοντας, η δε Ολυμπία κρατούσε την ανάσα της.
«Έλα κόρη μου να σου δείξω το δωμάτιό σου» είπε στο παιδί της «και μετά θα ετοιμάσω να φάμε» είπε μα η Ρόζα είχε άλλη άποψη.

«Κορίτσια, σήμερα έχουμε γιορτή και στο δικό μου σπίτι τον κόσμο τον φιλοξενούμε με τον καλύτερο τρόπο.

Ολυμπία, σήμερα τα ξεχνάς όλα».

«Τι εννοείτε;»

«Θα πάμε να φάμε και οι τρεις μας έξω, να το ευχαριστηθούμε και να γνωριστούμε καλύτερα κάτω από τις κληματαριές, ξέρεις, στην ταβέρνα στον παρακάτω δρόμο».

Το πρόσωπο της Ολυμπίας φωτίστηκε και η χαρά της δεν μπορούσε να κρυφτεί.

«Άντε τώρα, ανεβείτε να τακτοποιηθεί η μικρή κι εγώ θα τηλεφωνήσω στην Ανδριάνα» είπε, έκανε μεταβολή, πήρε το τηλέφωνο και βγήκε στον κήπο.

Η Γαρυφαλλιά μόλις μπήκε στο σπίτι γούρλωσε τα μάτια της κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Αυτό είναι παλάτι» είπε ψιθυρίζοντας και κοιτώντας την μεγάλη σκάλα που ανέβαινε στον πάνω όροφο, «μαμά τι είναι εδώ;» ρώτησε κι ακολουθούσε την Ολυμπία σαν μαγνητισμένη.

Στον πάνω όροφο η μικρή μετρούσε υπνοδωμάτια.

«Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Ποιο σπίτι έχει τέσσερα υπνοδωμάτια;» φώναξε δυνατά.
«Σώπα και μην κάνεις έτσι» τη μάλωσε η μητέρα της και την οδήγησε στο μικρό διάδρομο που ήταν τα δυο υπνοδωμάτια των αγοριών. Άνοιξε μια πόρτα και ο κόσμος έλαμψε από τις ακτίνες του ήλιου.
«Εδώ θα μείνω;» ρώτησε η Γαρυφαλλιά μην πιστεύοντας στα μάτια της και χοροπηδώντας γύρω από τη μητέρα της.

Η Ολυμπία χαμογέλασε τρυφερά σαν η ματιά της έπεσε πάνω στο σφυρήλατο βάζο. Χάιδεψε τις άκρες του γιασεμιού και της βουκαμβίλιας. Τους κώδικες της ‘’κυρά της’’ τους είχε πια αποκρυπτογραφήσει.

«Το βλέπεις αυτό κόρη μου; Είναι το καλωσόρισμα της κυρίας Ρόζας, δεν είχα ιδέα ότι σου έφτιαξε μπουκέτο για να σε καλοκαρδίσει» είπε κι έσφιξε το παιδί της επάνω της. Ούτε εκείνη περίμενε τέτοια ευτυχία. Την ξενάγησε στα γρήγορα και τις έδωσε τις πετσέτες για το μπάνιο. «Τακτοποιήσου και θα σε περιμένουμε στον κήπο, κάτω από το πεύκο» είπε και την φίλησε ξανά και ξανά.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Ρόζα μιλώντας με την Ανδριάνα έλεγε «όσο και να μην χωνεύω τον μουσικάντη, θα κάνω ένα τραπέζι που θα ντραπεί και να καθίσει».
«Και τότε γιατί θα το κάνεις;» ρώτησε η ανιψιά της.
«Γιατί όλοι πρέπει να καταλαβαίνουν ποιος είναι ο αρχηγός της αγέλης. Αυτόν τον ανεπρόκοπο θα τον βγάλω από την μέση».
«Ειλικρινά τώρα το πιστεύεις αυτό που λες; Και τι θα κερδίσεις Ρόζα μου, θα κάνεις και την Φαίδρα περισσότερο δυστυχισμένη απ’ ότι είναι ήδη; Εσύ μας το λες κάθε τόσο, άσε τη ζωή να δείξει».
«Ξέρεις τι εκνευρίζει περισσότερο απ’ όλα;»
«Τι;»
«Ότι έχεις δίκιο» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο στην Ανδριάνα πριν προλάβει να της πει δεύτερη κουβέντα.

Όταν η Ολυμπία με την Γαρυφαλλιά έκαναν την εμφάνισή τους και η Ρόζα  παρατήρησε καλύτερα το ψιλόλιγνο κορίτσι με τα μακριά μαλλιά και το τεράστιο χαμόγελο. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν ένα μεγάλο «ωχ!» μα δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε.

«Τώρα να δούμε πόσα απίδια χωράει ο σάκος κυρ Κωνσταντίνε» είπε και κούνησε το κεφάλι της με θαυμασμό μπροστά στο νιόφερτο κορίτσι.

 

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here