Το τηλέφωνο χτύπησε νωρίς το πρωί. Ο Μανώλης ήταν ήδη στην πόρτα και κοντοστάθηκε.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ανήσυχος κοιτώντας το ρολόι στο χέρι του.
«Η Ρόζα, ποιος άλλος» απάντησε εύθυμα η Ανδριάνα βλέποντας τον αριθμό που καλούσε. Έδωσε ένα γλυκό φιλί στον Μανώλη και όπως κάθε πρωί του είπε σιγανά «καλημέρα να έχουμε αγάπη μου» και έκλεισε ξωπίσω της την πόρτα.

«Να ανησυχήσω ή πήρες για να πιούμε τον πρωινό μας καφέ παρέα;» είπε στη θεία της.
«Καθόλου να μην ανησυχήσεις, είδα όνειρο».

Η Ρόζα πίστευε στα όνειρα που έβλεπε και στα μελλούμενα που αυτά της έλεγαν. Τα αγόρια την κορόιδευαν, η Ανδριάνα πάλι όχι. ‘’Η δύναμη που κρύβει το υποσυνείδητο και αυτά που αντιλαμβάνεται είναι τόσο δύσκολο να τα εξηγήσει ένας απλός άνθρωπος’’, απαντούσε στα ξαδέλφια της, τα δυο αγόρια όμως την κορόιδευαν λέγοντας ότι ζούσε μονίμως στα σύννεφα.

«Είδα τον παππού σου, Ανδριάνα, στο παλιό μας σπίτι, ήταν κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και πολύ ανήσυχος. Το σπίτι ήταν γεμάτο από κόσμο κι αυτός πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο. Θυμάμαι ότι μπήκα μέσα για να τον ηρεμίσω. Πολύ φοβάμαι παιδί μου, να προσέχεις».
«Τι να προσέχω;»
«Δεν ξέρω, αλλά ο παππούς σου, σού είχε πολύ μεγάλη αδυναμία. Τι δουλειά είχε να έρθει στο όνειρό μου ο πατέρας της μητέρας σου μου λες;»
«Έλα και μην ταράζεσαι, όνειρο ήταν, δεν έχει καμία λογική όλο αυτό και δεν ξέρω πως τα συνδέεις έτσι μεταξύ τους».
«Ξέρω εγώ, κάτι κακό θα συμβεί αλλά ποτέ σας δεν με ακούτε. Να προσέχεις έτσι;»
«Ναι» απάντησε βαριεστημένα η Ανδριάνα κάνοντας γκριμάτσες μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου.
«Νομίζω ότι δεν με παίρνεις στα σοβαρά» συνέχισε η θεία της.
«Ρόζα, έχω δουλειά και αλήθεια δεν θέλω να αργήσω».
«Που θα πας;»
«Μέχρι την Κόρινθο» απάντησε διαλέγοντας ταυτόχρονα ένα άνετο φουστάνι για το οδήγημα.
«Τι θα κάνεις εκεί;» ρώτησε ανήσυχη.
«Έχω ένα ραντεβού για δουλειά, ψάχνω για καινούργιους προμηθευτές Ρόζα και φρέσκιες ιδέες, πρέπει να κάνω αλλαγές στην εταιρία και σταμάτα να ξεφυσάς, με αγχώνεις» διαμαρτυρήθηκε η Ανδριάνα.

Η Ρόζα, χωρίς να της δώσει απάντηση άλλαξε θέμα συζήτησης επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στην εταιρία.

«Τι εννοείς αλλαγές;»
«Θα σου πω από κοντά, αύριο το πολύ μεθαύριο, να κάνω κι αυτή τη συνάντηση να τελειώνω».
«Αγάπη μου γλυκιά θα σε περιμένω» απάντησε όλο χαρά η μεγάλη γυναίκα. Η ζωή με την ανιψιά της, ήταν πάντα ένα μικρό πανηγύρι.

«Να μου πεις πότε θα έρθεις για να φτιάξουμε γεμιστά» συνέχισε η γυναίκα.
«Για να μην αδυνατίσω ποτέ» γκρίνιαξε η κοπέλα χαμογελώντας καθώς έκλεινε το τηλέφωνο.

Στο δωμάτιό της η Ανδριάνα στάθηκε μπροστά στην ντουλάπα αναποφάσιστη.  Διάλεξε ένα κίτρινο σκούρο φουστάνι, χωρίς μανίκια. Στη μέση έδεσε μια λεπτή δερμάτινη ταμπά ζώνη και αναρωτήθηκε για ένα λεπτό, ποια παπούτσια θα πήγαιναν καλύτερα. Φόρεσε τα αθλητικά της για το οδήγημα και τα δετά σανδάλια θα τα έβαζε στην τσάντα της για να τα φορέσει μετά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και το αποτέλεσμα την απογοήτευσε.

Το ραντεβού της ήταν με ένα νέο, δροσερό, κορίτσι που έφτιαχνε με τα χέρια του μικροαντικείμενα τέχνης. Θα συναντούσε μια νέα καλλιτέχνιδα κι εκείνη θα πήγαινε ντυμένη σαν να είχε ραντεβού με τραπεζίτη; Γέλασε μόνη της, έβγαλε τα ρούχα της και διάλεξε τελικά ένα τζιν παντελόνι, το αγαπημένο της λευκό αμάνικο μπλουζάκι με τα τρία μικρά κουμπιά, τέσσερα πολύχρωμα βραχιόλια, τα άσπρα αθλητικά της παπούτσια κι έπιασε τα μαλλιά της ψηλά σε μια όμορφη αλογοουρά.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και χαμογέλασε ικανοποιημένη στο είδωλό της. ‘’Τώρα μάλιστα’’ είπε δυνατά, πήρε την τσάντα της, κλείδωσε το σπίτι κι έφυγε σφυρίζοντας.

Στη διαδρομή μέχρι την Κόρινθο είχε το χρόνο που χρειαζόταν για να σκεφθεί την χθεσινή συζήτηση με τον Μανώλη.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν της είπε κάτι καινούργιο για τη ζωή του. Η ίδια είχε τοποθετηθεί διαφορετικά κι αυτό έπρεπε να το αναγνωρίσει στον εαυτό της.

Πέρασε τα διόδια με κατεύθυνση προς την Ελευσίνα. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός και είχε διάθεση να πατήσει το γκάζι του αυτοκινήτου λίγο παραπάνω, να το νοιώσει να τρέχει λες κι αυτό θα την έκανε να αισθανθεί ελεύθερη. Δεν το έκανε, συνέχισε με χαμηλή ταχύτητα, δεν υπήρχε λόγος άλλωστε.

Το μυαλό της γύρισε στη Marjory.

«Ήταν μια περίεργη ιστορία πάθους» είχε πει ο Μανώλης και το τσίμπημα της ζήλιας που είχε νοιώσει η Ανδριάνα μεγάλο. «Τι τα θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις;» είχε πει προσπαθώντας να αποφύγει τη συζήτηση χωρίς όμως να τα καταφέρει.

Η Ανδριάνα αμίλητη και σοβαρή τον κοιτούσε κατάματα και ο Μανώλης κατάλαβε ότι δεν υπήρχε σημείο διαφυγής. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε την εξιστόρησή του.

«Όταν πήγα στο Λονδίνο, μετά το συνέδριο στην Αθήνα, ήταν για εμένα άλλο ένα επαγγελματικό ταξίδι. Έπρεπε να επισφραγίσουμε την τελική συνεργασία των εταιριών μας. Βλέπεις, είχα καταφέρει να γίνουμε το ‘’υποκατάστημά’’ τους στην Ελλάδα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή άτυπα, όμως είχε έρθει ο χρόνος να υπογράψουμε συμβόλαια που δήλωναν πλέον ξεκάθαρα τη συνεργασία μας και το οικονομικό μας πλαίσιο. Ξέρεις, ποσοστά, συμφωνίες και όλα όσα χαρακτηρίζουν έναν συνεταιρισμό.

Το ίδιο βράδυ μαζί με τους δικηγόρους των δυο εταιριών, βγήκαμε να φάμε. Θεώρησα ότι θα είναι ένα τυπικό δείπνο».

«Μισό λεπτό, θέλεις να μου πεις ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχες γοητευθεί από την Marjory;» ρώτησε η Ανδριάνα.

«Η Marjory δεν είναι η γυναίκα που θα περάσει απαρατήρητη για κανέναν λόγο» είπε «μετά το δείπνο, μου πρότεινε να την συνοδεύσω για ένα ποτό στο μπαρ του ξενοδοχείου. Ξαφνιάστηκα αλλά κολακεύτηκα και ναι, είχα διάθεση για άλλο ένα ποτό με μια όμορφη γυναίκα δίπλα μου.

Μόλις έφυγαν οι δικηγόροι, μου είπε ότι το μπαρ ήταν η δικαιολογία, το ποτό θα το πίναμε σπίτι της.

Δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο μα δεν το έδειξα.

Οδηγούσε η Marjory και βγήκαμε έξω από το Λονδίνο, στα περίχωρα σε μια έπαυλη από αυτές που βλέπεις μόνο στον κινηματογράφο.

Με το που περάσαμε την κεντρική είσοδο του σπιτιού, ζήτησε από το προσωπικό να μας αφήσουν μόνους. Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να συνεχίσω;» ρώτησε την Ανδριάνα βλέποντας το παγωμένο ύφος της. Η κοπέλα κούνησε απλώς το κεφάλι.

Ο Μανώλης ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το κρασί του και αμέσως μετά δυσανασχέτησε.

«Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες, αυτό που μου ζητάς είναι αδύνατο και άρρωστο μαζί. Εσείς οι γυναίκες μιλάτε διαφορετικά μεταξύ σας, είναι λογικό να μου ζητάς λεπτομέρειες για …»

«Μανώλη, δεν θέλω να μάθω τι κάνατε τις νύχτες, ούτε θέλω να ακούσω λέξη για τις ‘’ιδιαίτερες’’ στιγμές σας» απάντησε η Ανδριάνα «θέλω να μάθω γιατί η Marjory είναι ακόμα ανάμεσα στα πόδια μας, γιατί εδώ υπάρχει κάτι παραπάνω» είπε χτυπώντας μαλακά το δάχτυλό της στο τραπέζι.

«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω, γι’ αυτό σε ρωτάω. Με κάποιο τρόπο ξεκίνησε και τελείωσε; υπήρξε κι ένα ενδιάμεσο στάδιο το οποίο, απ’ ότι φαίνεται,  δεν την αφήνει να προχωρήσει μπροστά, σωστά;»

«Κοίτα δεν ξέρω τι εννοείς. Το δικό σας μυαλό σκέφτεται διαφορετικά από το δικό μας. Εκεί που σταματάει η δικιά μας φαντασία ξεκινάει η δικιά σας απλή λογική! Θα σου τα πω με τα δικά μου λόγια κι αν θέλεις να μάθεις κάτι περισσότερο με ρωτάς» απάντησε ο Μανώλης και συνέχισε τη διήγησή του.

Η Marjory είναι πάρα πολύ πλούσια. Μαζί της έζησα στιγμές που δεν θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα ζούσα και κάθε φορά που πήγαινα στο Λονδίνο έμενα σπίτι της.

Ταξιδέψαμε παρέα σε όλη τα υποκαταστήματα στην Ευρώπη. Πήγαμε διακοπές σε μέρη που θα ζήλευε κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Δουλεύαμε μαζί πάνω σε κάθε καινούργια ιδέα. Τα οικονομικά θέματα, για να μην έρθουμε ποτέ σε ρήξη, τα είχε αναθέσει στα κατάλληλα άτομα, λογιστές και δικηγόρους, καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Έτσι λοιπόν η δικιά μας σχέση έμενε αλώβητη από τις προστριβές που μπορεί να φέρει ένας συνεταιρισμός και κάθε οικονομικό αλισβερίσι».

«Τι πήγε λάθος Μανώλη;»

«Οι ουσίες».

«Δηλαδή;»

«Ήταν μια σχέση που με βόλευε Ανδριάνα, κακά τα ψέματα, με την Marjory όμως δεν θα μπορούσα να μείνω και δεν ήθελα.

Εντυπωσιάστηκα από όλα. Την θηλυκότητά της, τα σπίτια με τις πισίνες, γιοτ, οικονόμους και ζούσα μια ζωή παραμυθένια.

Το γεγονός ότι ο γάμος μου και το παιδί μου δεν την απασχολούσαν καθόλου και δεν έδινε σημασία καμία, ήταν εντυπωσιακό και ξεκούραστο. Εγώ έμεινα στο ξεκούραστο γιατί δεν μου δημιουργούσε κανένα άγχος.

Κάπνιζε πολύ, μα όχι τσιγάρα. Της άρεσε να φτιάχνεται και να ‘’ταξιδεύει’’ όπως έλεγε».

«Εσύ;»

«Ούτε που το έχω δοκιμάσει και της είχα ζητήσει μπροστά μου να μην καπνίζει. Με ενοχλούσε αφάνταστα.

Ένα βράδυ, εδώ στην Αθήνα, είχε κλείσει σουίτα στο γνωστό ξενοδοχείο που μένει πάντα. Όταν πήγα να την βρω, με ενημέρωσαν από το εστιατόριο ότι η Marjory είχε αφήσει μήνυμα να ανέβω στο δωμάτιο.

Μπαίνοντας μέσα την βρήκα μισοαναίσθητη και τα πορτατίφ από τα κομοδίνα πεσμένα στις μοκέτες. Οι κόρες των ματιών της ήταν διεσταλμένες και έμοιαζε να έχει πεθάνει. Ειδοποίησα αμέσως την ρεσεψιόν, ήρθε ασθενοφόρο και καταλήξαμε σε ιδιωτική κλινική.

Εκεί με ενημέρωσαν ότι ήταν γεμάτη από ουσίες κι αλκοόλ κι αν είχα φτάσει στο δωμάτιό της λίγο αργότερα, μπορεί και να μην την προλάβαινα. Καταλαβαίνεις τι σκάνδαλο θα γινόταν.

Ταυτοχρόνως, γιατί όλα μαζί συμβαίνουν, πόναγε η κοιλιά του Αχιλλέα. Η Πηνελόπη με καλούσε κι εγώ βάλει το τηλέφωνο στη σίγαση. Δεν ξέρω πόσες αναπάντητες κλήσεις βρήκα κι όταν την κάλεσα, άκουσα της φωνές μιας γυναίκας που είχε μετατραπεί, δικαίως, σε ύαινα.

Παράτησα τη Marjory κι έτρεξα στο νοσοκομείο που είχε πάει η Πηνελόπη το παιδί. Σκωληκοειδίτιδα μας είπαν οι γιατροί και από τις τύψεις που είχα δεν έφυγα ούτε ένα δευτερόλεπτο από δίπλα του. Όπως τον έβλεπα μικρό κι ανήμπορο στο κρεβάτι, να πονάει και να φοβάται αναρωτήθηκα τι ακριβώς κάνω και στο ορκίζομαι ότι ντράπηκα για λογαριασμό μου. Η Πηνελόπη έφτασε σε σημείο να με φτύσει κατάμουτρα στην κυριολεξία από τη λύσσα και το φόβο της κι όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, ακόμα και σήμερα πιστεύω ότι είχε δίκιο.

Τηλεφωνούσα στη Marjory στα κλεφτά, μόνο για να βεβαιωθώ ότι δεν κινδύνευε. Όταν γυρίσαμε σπίτι και ήμουν πλέον σίγουρος ότι τα παιδί μου ήταν μια χαρά, πήγα και τη βρήκα στο Λονδίνο.

Ήταν τρομερά ενοχλημένη από την αδιαφορία μου αλλά δεν με απασχολούσε καθόλου. Στην αρχή νόμιζα ότι το περιστατικό με τον Αχιλλέα είχε υπερκαλύψει κάθε ενδιαφέρον μου για αυτή την γυναίκα. Η αλήθεια όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ναι, πρέπει να το παραδεχτό ότι μπροστά στην υγεία του παιδιού μου, κανέναν δεν έβαζα και ήμουν αλλά και είμαι αποφασισμένος να στέκομαι στο πλευρό του ως άξιος πατέρας κι εδώ βάζουμε τελεία και παύλα σε ότι αφορά τον Αχιλλέα.

Η Marjory όμως είχε όλα τα καλά του κόσμου και μόνη της κατέστρεφε τη ζωή της ρίχνοντας τον εαυτό της στις ουσίες, για να ‘’ταξιδεύει’’ γιατί βλέπεις, η δικιά της ζωή ήταν γεμάτη από πλούτο και ύλη.  Δεν υπάρχει κάτι που να ονειρεύεται που ένας άνθρωπος και η Marjory να μην το έχει κάνει.  Χρειαζόταν κάτι ακόμα παραπάνω από όλα αυτά, που για εκείνη ήταν δεδομένη καθημερινότητα και ενοχλητικά τετριμμένα για να μπορέσει να αισθανθεί χαρά. Μεγάλο κρίμα αν το σκεφτείς».

«Μα τι λέμε τώρα, ότι όσοι πλούσιοι το ρίχνουν στις ουσίες;» ρώτησε εκνευρισμένη η Ανδριάνα.

«Όχι, αλλά σε αυτή την περίπτωση ήταν και είναι έτσι κι εγώ ψυχολόγος δεν είμαι για να μπορώ να αποκρυπτογραφήσω αυτές τις συμπεριφορές και επίσης δεν με ενδιαφέρει να το κάνω, είναι χαμένος χρόνος.

Πέρα όμως από τα ‘’βοηθήματα’’ που είχε ανάγκη, εμφάνιζε κατά καιρούς και περίεργες σεξουαλικές ανάγκες».

«Δηλαδή;»

«Ας πούμε ότι ήθελε να έχουμε ‘’παρέα’’ ορισμένες φορές».

«Πλάκα μου κάνεις».

«Όχι, καθόλου. Στην αρχή ήταν ωραία, ήταν διαφορετικά, εμπειρίες που κάθε ένας άνδρας θέλει να ζήσει μετά όμως άρχισε να με ενοχλεί γιατί γινόταν δεδομένο. Κάθε φορά που πήγαινα στο Λονδίνο ήξερα τι θα συναντούσα».

«Μήπως ερωτεύθηκες;»

«Ούτε κατά διάνοια, ξέρεις τι με ενοχλούσε και δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω; Πως μια γυναίκα μπορούσε να ζει χωρίς ίχνος συναισθήματος».

«Μισό λεπτό, δεν είναι απαραίτητο να μην είχε συναισθήματα…»

«Μην αρχίσεις τις αναλύσεις γιατί ειλικρινά βαριέμαι. Σε απλή γλώσσα η Marjory φερόταν σαν άντρας κι εκεί έχασε όλη τη γοητεία της. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί μου, εγώ αυτό που κατάλαβα ήταν ότι έχασε το ‘’παιχνίδι’’ της, γιατί κακά τα ψέματα αυτό ήμουν. Αν δεχόμουν τα καπρίτσια της, θα με άφηνε μέσα σε μια εβδομάδα, με κυνήγησε γιατί δεν μπορούσε να με έχει, τόσο απλό».

«Δεν ένοιωσες ποτέ σου τίποτα;»

«Μετά τον ενθουσιασμό μόνο οίκτο. Είναι τραγικό να μην μπορείς να ευχαριστηθείς την καθημερινότητά σου. Να τα βαριέσαι όλα εκτός από το κυνήγι του χρήματος».

«Και στο σπίτι μας γιατί ήρθε;»

«Είπαμε, είμαι το θήραμα, τίποτα περισσότερο από αυτό».

«Και με την εταιρία τι γίνεται;»

«Ανδριάνα, θέματα της εταιρίας δεν τα αγγίζουμε, ειδικά όταν οι συνεργασίες είναι επικερδείς».

«Δεν φοβάσαι μήπως σε εκδικηθεί χρησιμοποιώντας την εταιρία;»

«Το σκέφτηκα, το χρήμα όμως είναι η μοναδική της χαρά, η οικογένειά της, το δημιούργημά της, το παιδί της. Τι λες, να το αφήσει να της φύγει μέσα από τα χέρια; Δεν νομίζω» είπε χαμογελώντας ο Μανώλης.

«Μια τελευταία ερώτηση, μαζί μου γιατί είσαι;»

«Κοίτα Ανδριάνα, στη δικιά μου τη ζωή οι λέξεις χωρίς ουσία δεν έχουν θέση παρά μόνο οι πράξεις. Σε αγαπάω πολύ αλλά μην περιμένεις να σου το λέω όπως κάνεις εσύ. Είμαι μαζί σου γιατί έτσι νοιώθω, διαφορετικά δεν θα ήμουν εδώ. Γιατί θέλω να ξυπνάω κάθε πρωί δίπλα σου».

«Μανώλη, θέλω να πάρεις διαζύγιο από την Πηνελόπη» είπε η Ανδριάνα πολύ σοβαρά.

«Αυτό είναι το τυπικό της υπόθεσης» απάντησε λίγο βαριεστημένα.

«Όχι, είναι το βαρίδι της υπόθεσης» είπε η κοπέλα.

«Δεν κατάλαβα…»

«Αν σου πω ότι για να παραμείνουμε μαζί πρέπει να χωρίσεις θα ακουστεί εκβιαστικό» είπε η Ανδριάνα «και δεν έχω κανέναν λόγο να κάνω κάτι τέτοιο. Όμως οι σχέσεις πρέπει να είναι αμφίδρομες Μανώλη».

«Τι εννοείς;»

«Υπάρχουν πράγματα τα οποία θα ήθελα να κάνω μαζί σου αλλά δεν μπορώ γιατί υπάρχει η Πηνελόπη».

«Μα δεν υπάρχει» διαμαρτυρήθηκε ο άνδρας.

«Στη ζωή μας, ένα κι ένα κάνουν δυο και όχι τρία και σε αυτή τη σχέση είτε σου αρέσει είτε όχι, εγώ είμαι το τρίτο πρόσωπο και αυτό είναι κάτι που δεν μου το επιτρέπω.

Το παρελθόν σου, όσο και να θέλεις να κρυφτείς πίσω από το δάχτυλό σου και να λες ψέματα στον εαυτό σου, δημιουργεί αβεβαιότητα στη σχέση. Δεν μπορώ να χτίσω τίποτα σωστό μαζί σου Μανώλη όσο κι αν σε αγαπάω».

«Είναι πολύ σοβαρό αυτό που λες».

«Βέβαια και είναι. Θα σου πω κάτι πολύ απλό, αν σου συμβεί κάτι, η μόνη που έχει νομικά δικαίωμα απέναντί σου είναι η Πηνελόπη και τώρα πια και ο Αχιλλέας. Μαζί μου μένεις και φροντίζουμε ο ένας τον άλλο, μόνο που εγώ δεν έχω δικαίωμα στη ζωή σου Μανώλη. Σου φαίνεται δίκαιο;»

Ο άντρας το σκέφτηκε λίγο έσφιξε τα χείλη και κούνησε το κεφάλι λέγοντας «έχεις δίκιο».

«Θέλω να μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι μαζί αν το θελήσουμε. Δεν πρόκειται όμως να κάνω ούτε ένα βήμα μαζί σου γιατί ταυτοχρόνως κάνω ‘’συνέταιρο’’ στη ζωή μου και την Πηνελόπη.

Μπορεί φαινομενικά όλα να είναι εντάξει, την ημέρα όμως που θα θέσεις θέμα διαζυγίου, υπάρχει περίπτωση και να ζήσουμε εκρήξεις που με το μυαλό σου δεν τις βάζεις. Βλέπεις, όταν το οικονομικό συμφέρον μπαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους, τα συναισθήματα φεύγουν από το παράθυρο κλοτσηδόν.

Οικογένειες ολόκληρες έχουν φάει τις σάρκες τους για κληρονομικά θέματα. Εγώ δεν θέλω τίποτα από εσένα, θέλω όμως να νοιώσω ελεύθερη να δημιουργήσω μαζί σου μια καινούργια ζωή παίζοντας όμως και οι δυο το παιχνίδι αυτό επί ίσοις όροις.

Σκέψου τα με την ησυχία σου γιατί εγώ τα σκέφτηκα και κατέληξα ότι δεν είμαι η Ελενίτσα Κοκοβίκου και δεν κάνω εκπτώσεις στα θέλω μου. Ως εδώ, η απόφαση τώρα είναι δικιά σου» είχε πει η Ανδριάνα.

Στο τραπέζι για λίγα δευτερόλεπτα έπεσε ο βαρύς ίσκιος της σιωπής. Ο Μανώλης πήρε το κινητό του και κάλεσε τον λογιστή του.

«Έχεις τακτοποιήσει το θέμα των χωριστών δηλώσεων» τον ρώτησε χωρίς περιστροφές, «ήταν μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, σωστά;»

Η Ανδριάνα έμεινε με ανοιχτό το στόμα.

«Τι χρειάζεται να κάνω για να δηλώσω ότι ζω με την Ανδριάνα; Μόνο αυτό; Περίμενε μισό λεπτό» είπε και στράφηκε προς την κοπέλα «πες μου το ΑΦΜ σου τώρα» της ζήτησε και η κοπέλα άρχισε να λέει έναν-έναν τους αριθμούς.

Έκλεισε το τηλέφωνο και της είπε, «αν ο δικός σου λογιστής κάνει αποδοχή ότι με φιλοξενείς στο σπίτι σου, από φέτος θα ζούμε επίσημα και μαζί. Η διαδικασία για το διαζύγιο μόλις μπήκε μπροστά, κυρία Κοκοβίκου μου».

Η Ανδριάνα χαμήλωσε ταχύτητα. Κάπου εδώ ήταν το εργαστήριο που είχε το ραντεβού της. Κοίταξε την ώρα και δεν είχε χρόνο για άλλες αναπολήσεις. Τράβηξε μαλακά το χειρόφρενο, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και ένοιωσε χαρούμενη. Επιτέλους, τα πράγματα έμπαιναν σε μια σωστή πορεία.

Η Ρόζα θα τα μάθαινε όλα με την επιστροφή της στην Αθήνα. Της τηλεφώνησε αμέσως μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο.

«Αύριο το μεσημέρι θα είμαι εκεί».

 

 

~συνεχίζεται~

(φωτογραφία: pinterest.com)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here