Στο λιμάνι του νησιού είχαν έρθει περπατώντας κάτι τεράστιοι κάκτοι. Ήταν μόνο λίγο μεγαλύτεροι από ένα βαν και μέσα στο σούρουπο που τους τύλιγε σιγά σιγά στο σκοτάδι, το αργό μα σταθερό περπάτημά τους στο ρηχό νερό δημιούργησε την πιο απόκοσμη σκηνή που είχε δει ποτέ της η Μίνα.

Μυστήρια πράγματα, μουρμούρισε σιγανά.
Μα δεν είναι γοητευτικά πλάσματα αυτοί οι κάκτοι; είπε ονειροπόλα και κάπως θεατρικά ο καθηγητής βοτανολογίας που στεκόταν δίπλα της, πάνω σε ένα ξύλινο κιβώτιο κοιτώντας το θέαμα μέσα από ένα ζευγάρι τεράστια κιάλια.

Η Μίνα ήταν πολύ απορροφημένη από τους κάκτους. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τους κοιτάει μαγνητισμένη. Μα για να λέμε την αλήθεια δεν ήταν όλοι τόσο φιλικοί με τους κάκτους. Για παράδειγμα στο Δημαρχείο γινόταν πανικός.

Δύο χιλιάδες εννιακόσια πενήντα τρία ελβετικά φράγκα κύριε Δήμαρχε! Δύο χιλιάδες εννιακόσια πενήντα τρία, είπα! φώναζε έξαλλος ο τραπεζίτης.
Το ζήτημα είναι απλό: Πρέπει να τους εξοντώσουμε όλους, ψιθύρισε με τη βραχνή φωνή του ο Χιούγκο ο αντιδήμαρχος.
Απαράδεκτο, σφύριξε ψυχρά η δημοτική σύμβουλος.
Παρακαλώ ησυχία! είπε λαχανιασμένα ο δήμαρχος. Ήταν υπέρβαρος και κάθε φορά που ταραζόταν κοκκίνιζε ολόκληρος και δυσκολευόταν να ανασάνει.
Λοιπόν, είπε όταν ξαναβρήκε τη φωνή του, θέλω ψυχραιμία. Θα καταφέρουμε να διώξουμε τους κάκτους. Θέλω μόνο υπομονή και ψυχραιμία.

Ίσως αυτό που τους ενοχλούσε πιο πολύ ήταν το ότι μέσα στους κάκτους ζούσαν άνθρωποι.

Τι; Ζουν άνθρωποι; Δεν σε πιστεύω! είπε η Μίνα όλο έκπληξη.
Και όμως αγαπητή μου, της απάντησε ο καθηγητής, οι κάκτοι αυτοί προσφέρουν καταφύγιο σε μερικούς που το χρειάζονται.
Πώς;
Θα σου πω αμέσως, είπε ευχαριστημένος, μιας και ο καθηγητής λάτρευε να εξηγεί. Αυτοί οι κάκτοι είναι νομάδες που ταξιδεύουν παντού. Δεν τους νοιάζει ποιοι μπαίνουν και βγαίνουν, ποιοι έρχονται και φεύγουν ή ποιοι τους συνοδεύουν. Το μόνο πράγμα που κάνουν είναι να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να πηγαίνουν, και να…
Που;! Διέκοψε η Μίνα.
Πουθενά. Απλά πηγαίνουν. Κανείς δεν ξέρει που, και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει.
-Και τι σόι άνθρωποι ζουν εκεί μέσα τώρα;

Ο καθηγητής πήρε μια βαθιά ανάσα. Χωρίς να πει κουβέντα κατέβηκε από το κιβώτιο, το άνοιξε, έβαλε μέσα τρεις κουβέρτες, το έκλεισε, το πήρε στα χέρια του και είπε,

Δεν ξέρω. Πάντως θα ήθελα να πάμε να δούμε. Πάω στοίχημα ότι χρειάζονται και προμήθειες. Έδειξε το κιβώτιο.
Να πάμε εκεί; Σίγουρα; Δεν τους πολυσυμπαθούνε στο δημαρχείο ξέρεις, υπενθύμισε η Μίνα.
Ανοησίες, είπε δυνατά ο καθηγητής κοιτώντας το υπερπέραν. Πάμε λοιπόν.
Και σίγουρα είμαστε ασφαλείς; Ρώτησε η Μίνα.

Ο καθηγητής ανασήκωσε τους ώμους και άρχισε να περπατάει προς τους κάκτους. Η Μίνα αναστέναξε και έπιασε τον καθηγητή από τον αγκώνα.

Στην προβλήτα πηγαινοερχόταν λίγος κόσμος κρατώντας κιβώτια προφανώς για τον ίδιο λόγο. Τα πάντα ήταν τόσο υποτονικά. Οι άνθρωποι έμοιαζαν πιο πολύ να ρέουν αντί να περπατάνε. Πριν η Μίνα τελειώσει αυτή τη σκέψη, βρισκόταν ήδη μπροστά από ένα κάκτο. Ήταν πολύ πιο μεγάλοι από κοντά. Τότε άνοιξε μια στρογγυλή πόρτα, σαν υποβρυχίου, και από μέσα ξεπρόβαλλαν τρία αναμαλλιασμένα κεφάλια με μια πολύ σοβαρή έκφραση στα πρόσωπά τους. Αυτό που κέντριζε πιο πολύ την προσοχή ήταν η αντίθεση που δημιουργούσε η νεαρή τους ηλικία με τη σοβαρότητά τους. Έμοιαζαν λες και είχαν μόλις γκρεμίσει το τείχος του Βερολίνου.

Καλημέρα, σας φέραμε αυτό, είπε ο καθηγητής που είχε ανέβει σε κάτι βράχους, για να φτάσει την πόρτα.

Ένας άντρας πήρε το κουτί χωρίς να μιλήσει, κάνοντας όμως ένα νεύμα ευγνωμοσύνης. Θα μπορούσες να πεις πως αυτή η συμπεριφορά ήταν ενοχλητική, μα στα πρόσωπά τους φαινόταν μεγάλος πόνος από το παρελθόν και όσο και να προσπαθούσες να το αγνοήσεις δεν θα το κατάφερνες.

Θα παρακαλούσαμε να απομακρυνθείτε από τους κάκτους, ακούστηκε μια βραχνή φωνή από πίσω.

Η Μίνα χαμένη στη σκέψη της γύρισε έκπληκτη και είδε όλα τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου. Ο δήμαρχος λαχανιασμένος με το ένα χέρι στην καρδιά του σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του με ένα μαντήλι και άρχισε να μιλάει.

Ζητώ να απομακρυνθείτε από αυτά τα πλάσματα αμέσως, ξερόβηξε. Όσο για τους κάκτους και τους κατοίκους τους απαιτώ να φύγετε τώρα γιατί σκοπεύουμε να περάσουμε σε πιο δραστικά μέτρα για την απομάκρυνσή σας και δεν φοβόμαστε να το κάνουμε.

Ο άντρας που είχε πάρει το κιβώτιο από τον καθηγητή αναστέναξε αποδοκιμαστικά και αδιάφορα και έκλεισε την πόρτα του κάκτου, χωρίς καν να τον κοιτάξει.

Τολμάτε να αμφισβητείτε τα λεγόμενά μας; φώναξε παγερά η δημοτική σύμβουλος.
Τολμάτε να αμφισβητείτε τις ικανότητες μας; συνέχισε βραχνά ο αντιδήμαρχος.

Τότε ένα φινιστρίνι σε έναν άλλο κάκτο άνοιξε και από μέσα βγήκε μια όμορφη, χλωμή, καστανόξανθη κοπέλα.

Δεν θα μας πείτε εσείς πότε θα φύγουμε, τους φώναξε, ούτε τα μέτρα σας, ούτε οι καιρικές συνθήκες, ούτε καν οι ίδιοι μας οι εαυτοί. Έκανε μια μικρή παύση και κάρφωσε το βλέμμα της στο συμβούλιο.

Θα φύγουμε όταν είναι να φύγουμε και δεν ξέρουμε πότε είναι να φύγουμε ούτε μας νοιάζει.

Μπήκε ξανά μέσα και έκλεισε το φινιστρίνι.
Τα μέλη του συμβουλίου κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σαστισμένα. Ύστερα πήρε το θάρρος να μιλήσει ο τραπεζίτης.

Έχω να πω…

Η ομιλία του όμως διακόπηκε από μια δυνατή βοή. Το έδαφος ταρακουνήθηκε ενώ οι κάκτοι άρχισαν να κινούνται πιο έντονα από ποτέ. Ξαφνικά ένας από αυτούς έβγαλε μια μεγάλη κληματσίδα μέσα από το νερό και έριξε το δημοτικό συμβούλιο κάτω. Συνάμα άρχισαν να περπατούν. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Μίνα είδε τους κάκτους. Κρίμα. Θα ήθελε πολύ να ξανάρθουν.

(κληματσίδα:κληματόβεργα,είδος περικοκλάδας που φυτρώνει και σκαρφαλώνει στα δάση και στους φράχτες)

(φωτογραφία: https://gr.pinterest.com/pin/387520742936181706/)

Dafni

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here