«Παραδέξου το Ανδριάνα, μερικά πράγματα σε αυτή τη ζωή φτιάχτηκαν μόνο για να τα χαιρόμαστε» είπε η Ρόζα χαϊδεύοντας με την άκρη των δαχτύλων της, τις κοσμηματοθήκες της και το περιεχόμενό τους.

Η ανιψιά της ενοχλήθηκε.

«Ξέρεις τις απόψεις μου σχετικά με την επίδειξη πλούτου» απάντησε παρακολουθώντας με το βλέμμα της την θεία της.

Η Ρόζα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

«Ξέρεις ποια είμαι και τι είμαι, δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να προσποιηθώ για κάτι περισσότερο ή λιγότερο ξέρεις».

Η Ανδριάνα ακούμπησε την πλάτη της στην πολυθρόνα που καθόταν και κοίταξε αφηρημένα την ώρα στο ρολόι που φορούσε στο χέρι της. Γούρλωσε τα μάτια και πετάχτηκε επάνω σαν να την τσίμπησε καρφίτσα.

«Φεύγω, έχω αργήσει τόσο που ο Μανώλης θα έχει αρχίσει να ανησυχεί» είπε και έτρεξε να πάρει το παλτό της. «Θα έρθει τελικά η Κλειώ;» ρώτησε.
«Φυσικά, κάποιος θα πρέπει να ενημερωθεί για τα αποτελέσματα της εταιρίας» είπε η Ρόζα με σηκωμένο το ένα φρύδι «και να με ενημερώσει για το παρασκήνιο των εγκαινίων του νέου καταστήματός μας. Μην κοιτάς που εσύ τα έχεις φορτώσει στον κόκορα. Ευτυχώς που η Κλειώ είναι πάντα μαζί μου» συνέχισε να λέει, δοκιμάζοντας αδιάφορα ένα περίτεχνο δαχτυλίδι από τη συλλογή της «και πριν φύγεις, πες στην Ολυμπία να ετοιμάσει ένα τσάι όπως ακριβώς το πίνει η Κλειώ» είπε και η Ανδριάνα έσκυψε και τη φίλησε χωρίς να πει λέξη και  προχώρησε προς το σαλόνι.

‘’Τι μπορεί να σκάρωνε πάλι η Ρόζα;’’ αναρωτήθηκε αλλά δεν μίλησε. Την εταιρία, πράγματι την είχε φορτώσει όχι μόνο στον κόκορα αλλά σε όλα τα υπόλοιπα πτηνά. Νοιώθοντας άβολα για αυτά που δεν είχε εξομολογηθεί στην θεία της, γλίστρησε μέσα στο σπίτι αθόρυβα φωνάζοντας «Ολυμπία που είσαι;»

Η Κλειώ είχε οδηγήσει μέχρι το λόφο και περίμενε στο αυτοκίνητό της, ακούγοντας κλασσική μουσική. Περίμενε έως ότου οι δείκτες του ρολογιού να δείξουν δώδεκα ακριβώς. Αναστέναξε δυνατά και υπενθύμισε στον εαυτό της ότι εκείνη είχε ζητήσει αυτή τη δουλειά. Χωρίς τη θέση αυτή, κανένα από τα σχέδιά της δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει.

Φόρεσε τα δερμάτινα γάντια της, κοιτάχτηκε στο καθρέφτη κι έριξε λίγη από την κολόνια που είχε πάντα στην τσάντα της στα μαλλιά της. Βγήκε από το αυτοκίνητο κι ακολούθησε το πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε  στην κεντρική είσοδο του ομολογουμένως όμορφου σπιτιού της Ρόζας. Κοίταξε το μεγάλο πεύκο από μακριά και τις αψίδες με τις βουκαμβίλιες.

Χτύπησε το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε.

«Περάστε στο γραφείο, σας περιμένει» είπε η Γαρυφαλλιά ντροπαλά, παρατηρώντας την νέα γυναίκα να βγάζει τα γάντια της, να τα βάζει μέσα στην δερμάτινη τσάντα της και την ώρα που ξεκούμπωνε το μάλλινο κίτρινο παλτό της προσφέρθηκε να το τακτοποιήσει η ίδια στο βεστιάριο του ισογείου. Τα τακούνια της βοηθού της Ρόζας ακούστηκαν στην σκάλα καθώς ανέβαινε τις σκάλες.

Η Κλειώ σκεφτόταν ότι εκείνη και η Ρόζα είχαν περάσει την προηγούμενη ημέρα εγκαινιάζοντας το καινούργιο κατάστημα της εταιρίας στην Κηφισιά, παραθέτοντας ένα δείπνο στις πιο διακεκριμένες πελάτισσές τους. Ως προσωπική βοηθός της Ρόζας, μια από τις υποχρεώσεις της ήταν να κρατάει τους προβολείς της επιτυχίας στραμμένους πάνω στην ηλικιωμένη γυναίκα.

«Μπορώ να σας βοηθήσω;» ρωτούσε κάθε τόσο τις ξιπασμένες κυρίες της καλής κοινωνίας και από μέσα της απαντούσε ‘’κοιτάξτε με καρακάξες κι εγώ θα σας δείξω τον τρόπο’’.

Βρήκε την Ρόζα να πουδράρει ελαφρά τη μύτη της μπροστά στον μεγάλο βενετσιάνικο καθρέφτη στο γραφείο της. Το τσάι, με μια φέτα λεμόνι, όπως το έπινε η εργοδότριά της, κρύωνε στο πορσελάνινο φλιτζάνι της.

«Ποιο κραγιόν λες να φορέσω;» τη ρώτησε και συνέχισε «αν θέλεις βάλε να πιείς λίγο τσάι, φεύγουμε σχεδόν αμέσως, το πολύ σε είκοσι λεπτά» είπε.
«Για να πάμε που;» ρώτησε η Κλειώ κρατώντας την τσαγιέρα και με τα δυο της χέρια.

Η Ρόζα χαμογέλασε μισοκλείνοντας τα μάτια.

«Έκπληξη» απάντησε, «η δοκιμαστική παρτίδα από το άρωμά μας βγαίνει σήμερα το μεσημέρι, γι’ αυτό μην με καθυστερείς άλλο. Σκέφτηκα ότι θα σε ενδιέφερε να δεις το εργοστάσιο από κοντά, είμαι πολύ ενθουσιασμένη» είπε.
«Μα αν δεν κάνω λάθος, αυτό το ετοιμάζαμε για τις αρχές του επόμενου έτους» είπε ξαφνιασμένη η Κλειώ.
«Και τι πειράζει; Εμείς θα το λανσάρουμε την άνοιξη αν όλα πάνε καλά. Αυτό το άρωμα είναι ιδανικό γι’ αυτή την εποχή του χρόνου» είπε η Ρόζα και χτύπησε ελαφρά τα χέρια της.
«Δεν έχουμε ολοκληρώσει την διαφημιστική μας καμπάνια, μην ξεχνάτε ότι ούτε το μοντέλο που θα χρησιμοποιήσουμε δεν έχουμε βρει» συνέχισε η Κλειώ, «ούτε ξέρουμε πόσα μπορεί να είναι τα πιθανά προβλήματα ακόμα. Χθες μιλώντας με τον χημικό μας …»
«Ω πάψε πια, θα τα καταφέρουμε» είπε η Ρόζα και με απαλές κινήσεις έπιασε την τσάντα της. «Πάμε» είπε και βγήκε από το δωμάτιο.

Κατεβαίνοντας τη μεγάλη σκάλα η Κλειώ διαμαρτυρήθηκε.

«Θέλετε να μου πείτε ότι μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα θα πρέπει να ετοιμάσω την παρουσίαση ενός τόσο καινούργιου προϊόντος; Δεν είμαστε αρωματοποιία ξέρετε».
«Δεν είμαστε αλλά θα γίνουμε. Σου έχω εμπιστοσύνη, εκτός …» είπε και κοντοστάθηκε «αν θέλεις να μου πεις ότι δεν μπορείς να το κάνεις».
«Δεν είπα κάτι τέτοιο» διαμαρτυρήθηκε η Κλειώ.
«Κι όμως έτσι ακούστηκε».
«Δεν εννοούσα φυσικά αυτό» είπε και κατέβασε αμέσως το βλέμμα βλέποντας τα ανασηκωμένα φρύδια της Ρόζας. «Μάλλον δεν τοποθετήθηκα σωστά, ίσως έπρεπε να το διευκρινίσω καλύτερα» συνέχισε να λέει η Κλειώ νοιώθοντας το θυμό της να την κατακλύζει. ‘’Πως ήταν δυνατόν να αφήνει αυτή τη μικροσκοπική γυναίκα να της επιβάλλεται με αυτό τον τρόπο;’’
«Δεν χρειάζομαι διευκρινίσεις και πολύ περισσότερο δεν είναι αναγκαίο να μου λες την άποψή σου όταν δεν στην έχω ζητήσει» είπε η Ρόζα φτάνοντας στο ισόγειο και ισιώνοντας την πλάτη της καθώς η Γαρυφαλλιά της κρατούσε το παλτό και την βοηθούσε να το φορέσει.

«Μην της δίνει σημασία, μάλλον είναι εκνευρισμένη σήμερα» ψιθύρισε η Ολυμπία στην Κλειώ.
«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, θα με βλέπεις για πολλά χρόνια ακόμα» απάντησε χαμηλόφωνα η βοηθός, φτιάχνοντας τον γιακά της.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ακολούθησε τις οδηγίες της Ρόζας για το πώς θα φτάσουν στο μικρό εργοστάσιο.

Στην είσοδο τις περίμενε ο χημικός. Η Ρόζα, χαμογελαστή και αγέρωχη τον ρώτησε τι κάνουν τα παιδιά του και η γυναίκα του.

Η Κλειώ θα ορκιζόταν ότι καθόλου δεν την ενδιέφερε η υγεία της οικογένειάς του, ειδικά τώρα που το νέο άρωμα την περίμενε στα γραφεία του εργοστασίου. Ο χημικός όμως, της μιλούσε με καμάρι για τα παιδιά του και με κάθε λεπτομέρεια. Πόσο βαρετό ήταν όλο αυτό μα την αλήθεια!

«Αγαπημένε μου Λεωνίδα, θα ήθελα να σου συστήσω την Κλειώ, την προσωπική μου βοηθό. Υποθέτω ότι δεν έχετε γνωριστεί από κοντά» είπε και τράβηξε από τον αγκώνα την κοπέλα  κάνοντας μια μικρή παύση. Η Κλειώ συνειδητοποίησε ότι ο Λεωνίδας δεν την είχε γνωρίσει ποτέ.

Ο άντρας άπλωσε το χέρι του σε μια θερμή χειραψία. «Ώστε εσείς έχετε αναλάβει δεσποινίς ολόκληρη την προώθηση του ‘’μυστικού’’ αρώματος;»
«Είναι ακριβώς όπως το είπατε, για την ακρίβεια θα έλεγα το ‘’ένοχο μυστικό’’ μας».
«Τα συγχαρητήριά μου και καλή σας επιτυχία».
«Αφήστε τον πληθυντικό» είπε η Ρόζα «είναι ιδιαίτερα κουραστικός όταν μπροστά μας έχουμε να κάνουμε ένα τόσο όμορφο ταξίδι. Οι συνεργάτες μου, μην ξεχνάτε, ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να είναι φίλοι, διαφορετικά πως θα δουλέψουμε σαν μια ομάδα;»

Ο Λεωνίδα και η Κλειώ κοιτάχτηκαν στα μάτια πάνω από το κεφάλι της Ρόζας η οποία προπορευόταν με το αγέρωχο ύφος της. Ήξεραν και οι δυο αρκετά καλά ότι αυτός ήταν ο ευγενικός της τρόπος για να τους πει ‘’τώρα δουλεύουμε’’.

Στην αίθουσα συνεδριάσεων, ήταν μαζεμένοι όλοι όσοι έπαιρναν μέρος στο νέο εγχείρημα της Ρόζας. Κοίταξαν με θαυμασμό την μικροσκοπική γυναίκα με την αποφασιστική ματιά και το χαμογελαστό πρόσωπο, γεμίζοντάς την με φιλοφρονήσεις που η ίδια η Ρόζα απεχθανόταν.

Ο Λεωνίδας είχε ακουμπήσει την πλάτη του στον τοίχο και παρατηρούσε την μεγάλη γυναίκα με θαυμασμό.

«Είναι μοναδική δεν συμφωνείς;» τον ρώτησε καθώς τον πλησίαζε η Κλειώ.

Ο άντρας που δεν μασούσε τα λόγια του, της έριξε μια λοξή ματιά. «Δεν την συμπαθείς και πολύ, σωστά;»
«Κάνεις λάθος, είναι σπουδαία και ευρηματική επιχειρηματίας και μην ξεχνάς την ηλικία της» απάντησε χωρίς να τα χάσει.
«Παρόλα αυτά θα επιμείνω, δεν την συμπαθείς» είπε κι έσπρωξε τα γυαλιά του που είχαν γλιστρήσει στη μύτη του.
«Τι σε κάνει να το πιστεύεις;»
«Κοίτα κάνει μπαμ από μακριά αλλά υποθέτω ότι η πείρα θα σου διδάξει πολλά ακόμα» είπε «ίσως να έδινες μεγαλύτερη προσοχή στις εκφράσεις του προσώπου σου. Κάνε εξάσκηση μπροστά σε έναν καθρέφτη, βοηθάει ξέρεις να έχεις ένα αδιάφορο ύφος».

«Κλειώ» φώναξε η Ρόζα και της έδωσε το ταγιέ μπουκάλι με την σατέν κορδέλα, «μύρισέ το» είπε και το άνοιξε ευλαβικά. «Πες μου το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό».
«Άνοιξη, νεραντζιές , …»
«Κατάλαβες τώρα γιατί θέλω να είναι έτοιμο το αργότερο μέχρι τις αρχές Μαΐου;»

Η Κλειώ κούνησε καταφατικά το κεφάλι, τίναξε τα μαλλιά της και χαμογέλασε. Η Ρόζα της είχε γυρίσει ήδη την πλάτη και απολάμβανε τις συζητήσεις με την ομάδα παραγωγής.

«Λεωνίδα, θα χρειαστώ τις γνώσεις σου» είπε με τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της η Ρόζα.
«Θα σε περιμένω στο αμάξι» της ψιθύρισε στο αυτί η Κλειώ, «πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα» κι αφού πήρε την έγκρισή της, έφυγε περπατώντας πάνω στα τακούνια της όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ο φύλακας τη ρώτησε «τελειώσατε;»
«Ούτε να το φανταστείς» απάντησε κι άφησε την πόρτα να κλείσει ξοπίσω της. Προχώρησε προς το αυτοκίνητό της και πριν το ξεκλειδώσει κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Η ξαστεριά του χειμώνα της άρεσε πάντα. Αναστέναξε και ακούμπησε μαλακά στο καπό.

Όταν ήταν μικρή η Κλειώ, παρατηρούσε τα αστέρια κι έκανε πάντα μια συγκεκριμένη ευχή. Ήθελε να πετύχει, να αποκτήσει ένα μεγάλο όμορφο σπίτι και να έχει κάποιον να την αγαπάει. Ειδικά αυτό το τελευταίο, έμοιαζε σαν να ζητούσε το φεγγάρι μόνο για λογαριασμό της. Μια δικιά της οικογένεια, αυτή ήταν η πραγματική ευχή της. Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και έκλεισε τα μάτια.

‘’Τι στο καλό της είχε έρθει να παραδεχθεί, έστω έμμεσα στον Λεωνίδα τα συναισθήματά της για την Ρόζα; Όλα αυτά τα χρόνια που εργαζόταν διπλές βάρδιες για να φτάσει όλο και πιο κοντά στο στόχο της, θα πήγαιναν στράφι έτσι κι έκανε το παραμικρό λάθος. Τι σκεφτόταν άραγε, που είχε το μυαλό της;’’

Με την άκρη του ματιού της είδε την Ρόζα και τον Λεωνίδα να βγαίνουν από το εργοστάσιο κι αμέσως μετά εκείνος ο εκκωφαντικός θόρυβος και η ίδια να βρίσκεται πεσμένη με το σαγόνι μπροστά από το αυτοκίνητό της.

Έκρηξη, ποτέ της δεν είχε βρεθεί μπροστά σε κάτι τέτοιο. Αίματα έτρεχαν από το πρόσωπο και τα γόνατά της και γύρω της η Κλειώ δεν έβλεπε τίποτα άλλο πέρα από σκόνη κι αφηνιασμένους ανθρώπους να τρέχουν. Η πίσω πλευρά του εργοστασίου είχε τιναχθεί στον αέρα. Κορμιά σκόρπια ήταν πεσμένα στο έδαφος.

«Ρόζα» φώναξε κι άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Ποτέ της δεν κατάλαβε αν είχαν περάσει ώρες ή δευτερόλεπτα από τη στιγμή που η σκόνη και ο καπνός γέμισαν τα πνευμόνια της, μέχρι το μικρό εκείνο δευτερόλεπτο που άκουσε μια τρεμάμενη κραυγή πόνου.

«Μην με αφήνεις Ρόζα, πες μου μόνο που είσαι» φώναξε κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Οι σειρήνες που άκουγε δεν ήξερε από πού ερχόταν κι ένα χέρι την τράβηξε άγαρμπα.

«Έλα μαζί μου» της φώναξε ο Λεωνίδας «και μην διανοηθείς να πας κατά κει. Δεν είναι ώρα για ηρωισμούς». Η Κλειώ κούνησε το κεφάλι της και με τα μάτια θολά μεν αλλά ορθάνοιχτα, άρχισε να τρέχει προς την τρεμάμενη φωνή.

«Μείνε μαζί μου Ρόζα δεν έχουμε τελειώσει αυτό που αρχίσαμε» είπε κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς πάνω από το λεπτεπίλεπτο σώμα της. «Δεν ξέρω τι θα κάνετε» ούρλιαξε και η φωνή της ξέσκισε τη σιγαλιά της νύχτας «είναι η μητέρα μου».
«Δεν είμαι» ψέλλισε η Ρόζα με όση δύναμη της είχε απομείνει πριν λιποθυμήσει στην αγκαλιά της βοηθού της και τα πάντα χαθούν πριν η αλήθεια έρθει στο φως.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Θα πρέπει να ήταν γύρω στο 1960 όταν η Λουκία, νοιώθοντας ήδη πολύ άσχημα καθώς ήταν αναγκασμένη να ξαπλώσει στο ιατρικό κρεβάτι, να βάλει τα πόδια της πάνω στους μεταλλικούς αναβολείς και να ανοίξει τα γόνατά της για να την εξετάσει ο γυναικολόγος της, στο μικρό νοσοκομείο που είχε πάει» έλεγε η Ρόζα στην Ανδριάνα και στην Κλειώ, μέρες μετά το συμβάν κι αφού πια είχε επιστρέψει σπίτι της.

«Μας εξηγείς τι έγινε; Κοντέψαμε όλοι να τρελαθούμε και ποια είναι αυτή η Λουκία και τι σχέση έχει η Κλειώ με εμάς;» ρωτούσε η Ανδριάνα και κοιτούσε πότε τη μια και πότε την άλλη.
«Ένα-ένα γιατί θα μου έρθει ζαλάδα. Η Λουκία μεγάλωνε στη γειτονιά της μάνας μου».
«Δηλαδή δεν είμαστε συγγενείς;»
«Όχι κι εδώ αρχίζει το μπλέξιμο γιατί η κυρία Ματίνα δεν ήθελε να περάσει το κορίτσι ότι πέρασε εκείνη».
«Δηλαδή;
«Θα σας τα πω όπως τα διηγήθηκε και σε εμάς η Λουκία όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος, Κλειώ άκου με κοπέλα μου, δεν είμαι εγώ η μητέρα σου αλλά ξέρω ποια είναι και η ιστορία ξεκινάει κάπως έτσι ».

‘’Δυστυχώς έχεις βάλει τον εαυτό σου σε μεγάλους μπελάδες’’ της είπε τρίβοντας το πηγούνι του ο γιατρός που τον φώναζε τράγο.
‘’Τι εννοείτε γιατρέ;’’
‘’Είσαι τριών μηνών έγκυος  και αστεφάνωτη και το μόνο καλό που βρίσκω σε αυτή την ιστορία είναι ότι …’’
‘’… ο Αγησίλαος κι εγώ θα παντρευτούμε!’’
‘’Αλήθεια πιστεύεις ότι οι γονείς του θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους να πάρει μια σαν και του λόγου σου;’’
‘’Τι πάει να πει αυτό; Με αγαπάει και θα αποκτήσουμε το δικό μας παιδί’’.
‘’Λουκία, θα ήταν καλό να ενημερώσουμε τη γιαγιά σου ή τέλος πάντων κάποιον δικό σου άνθρωπο’’.
‘’Πείτε μου γιατί αμφισβητείτε τον Αγησίλαο; Τον ξέρετε, σας έχει πει κάτι;’’
‘’Ούτε που τον έχω δει αλλά θα ήταν καλύτερο να το δώσεις το μωρό, συνήθως αυτές οι περιπτώσεις δεν έχουν καλό τέλος’’.
‘’Το μωρό μου δεν θα μου το πάρει κανείς’’ απάντησε η Λουκία, σίγουρη για τον έρωτα του Αγησίλαου.
‘’Δεν έχεις καν κλείσει τα δεκαοχτώ παιδί μου’’ είχε πει ο γιατρός.
‘’Η μαμά μου δεν είχε καν ενηλικιωθεί όταν γεννήθηκα και δεν με έδωσε να με μεγαλώσουν ξένοι άνθρωποι’’.
‘’Οι γονείς σου έφυγαν για να καταφέρουν να σε θρέψουν. Εργάτες είναι στη Γερμανία Λουκία αλλά κι αν ζούσαν εδώ, δεν νομίζω ότι θα συμφωνούσαν μαζί σου και σίγουρα δεν θα ήθελαν να ακολουθήσεις το παράδειγμά τους’’.

Η κοπέλα είχε μαζέψει τα πράγματά της και είχε φύγει χωρίς να δώσει απάντηση στον γιατρό και χωρίς να τον πληρώσει. Αυτό που κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν ότι ο Αγησίλαος για την Λουκία ήταν σκέτο κελεπούρι και δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να της φύγει μέσα από τα χέρια. Ειδικά τώρα, μπορούσε να εκβιάσει ολόκληρη την οικογένεια του χωρίς να την ενδιαφέρει ούτε τι γνώμη είχαν γι’ αυτήν, ούτε αν την συμπαθούσαν.

Αναρωτιόταν μόνο, παρατηρώντας την κοιλιά της στις βιτρίνες του δρόμου, αν η μητέρα του Αγησίλαου, η κυρία Χρύσα, θα την έστελνε να ψωνίσει από το μαγαζί που αγόραζε κι εκείνη τα υπέροχα μεταξωτά της ρούχα. Στη σκέψη της παχουλής μέλλουσας πεθεράς της η Λουκία είχε συννεφιάσει. Ήταν τα λόγια της που είχε κρυφακούσει, περιμένοντας τον Αγησίλαο έξω από το παράθυρο του σπιτιού του, κόβοντας βόλτες όσο εκείνος μιλούσε με την μητέρα του. Τον είχε κατσαδιάσει όσο πιο ευγενικά μπορούσε όταν της είχε πει ότι θα έβγαινε με την Λουκία για φαγητό εκείνο το βράδυ.

‘’Αυτή η πεταχτή δεν αξίζει ούτε μια δεκάρα, να βρεις ένα κορίτσι από καλή οικογένεια, κάποια που να σου ταιριάζει. Αυτό το ξόμπλι, κράτα το για να περνάς την ώρα σου, άντρας είσαι, μα να προσέχεις’’.

Η Λουκία κάθε που έφερνε στο νου της τα λόγια της κυρίας Χρύσας της ερχόταν αναγούλα. Ήξερε πολύ καλά ότι η ίδια ήταν καλύτερη από πολλές από αυτές που εμφανιζόταν στις κοινωνικές στήλες των περιοδικών της εποχής κι ας μην είχε την καταγωγή τους. Επειδή δεν είχε μεγαλώσει μέσα στα πλούτη; Τι πείραζε, θα μεγάλωνε το παιδί της όμως η ίδια, όπως και να είχαν τα πράγματα και γι’ αυτό ήταν αποφασισμένη.

Η γιαγιά της Λουκίας η κυρία Μαρία, γύρεψε και συνάντησε την μητέρα του Αγησίλαου. Που να βάλει με το νου της η κυρία Χρύσα τι ‘’δώρο’’ της έφερνε.

Μετά τα τυπικά και χωρίς πολλές περιστροφές η γιαγιά Μαρία είπε, ‘’να ξέρετε ότι δεν βλέπω με καθόλου καλό μάτι τις προγαμιαίες σχέσεις’’.
‘’Ούτε κι εγώ φυσικά’’ απάντησε η κυρία Χρύσα.
‘’Δεν μεγάλωσα εγώ την εγγονή μου για να ανοίγει τα πόδια της στον γιό σας’’.
‘’Τι θέλετε ακριβώς να πείτε;’’
‘’Αυτό που καταλάβατε’’ είπε η γιαγιά ‘’ο πελαργός έκανε καλά τη δουλειά του. Ώρα είναι λοιπόν να ορίσουμε τον γάμο πριν γίνουμε ρεζίλι των σκυλιών ‘’ είπε κι έτσι έγινε.

Προπαραμονή του γάμου ο Αγησίλαος πέρασε να δει τη Λουκία στο σπίτι της. Κάθισαν όλοι μαζί στην αυλή και η γιαγιά Μαρία δεν έκρυβε τη χαρά της, ούτε το νεαρό ζευγάρι.

‘’Θέλω για τη γυναίκα μου το καλύτερο’’ έλεγε ο μέλλοντας γαμπρός κι έσφιγγε την εγγονή της στην αγκαλιά του.
‘’Αυτά θα τα κάνετε όταν στεφανωθείτε’’ γκρίνιαξε η γιαγιά ‘’τσίπα δεν έχετε πάνω σας;’’
‘’Μα η Λουκία περιμένει ήδη το παιδί μας’’ είπε με καμάρι ο Αγησίλαος και της χάιδεψε την κοιλιά.

Πέρασαν το απόγευμα μαζί και πριν φύγει η γιαγιά Μαρία τον προειδοποίησε.

‘’Αύριο δεν θα εμφανιστείς από εδώ, περιμένουμε να έρθει το νυφικό, είναι γρουσουζιά να δει ο γαμπρός τη νύφη πριν το γάμο’’.
‘’Και πότε θα τον δω;’’ διαμαρτυρήθηκε η Λουκία
‘’Ξέρω-ξέρω σε δυο ημέρες στην εκκλησία, σωστά;’’ είπε γελώντας ο Αγησίλαος.

Η γιαγιά Μαρία δεν απάντησε μόνο τους χαμογέλασε. Τέτοια τύχη για το κορίτσι της που να την φανταστεί. ‘’Μακάρι να ήταν εδώ η μητέρα σου και ο πατέρας σου’’ μονολόγησε και ζήτησε να της γεμίσουν το ποτήρι με φρέσκια λεμονάδα.

‘’Γιατί είσαι κατσουφιασμένη;’’ ρώτησε ο Αγησίλαος την Λουκία μα η κοπέλα δεν ήξερε να απαντήσει.
‘’Θα φταίνε οι ορμόνες’’ είπε και του χαμογέλασε. ‘’Δεν θα μου τη σκάσεις και δεν θα έρθεις στην εκκλησία;’’ ρώτησε και τα μάτια της αμέσως βούρκωσαν. Μα τι είχε πάθει;
‘’Είσαι με τα καλά σου; Εγώ δεν βλέπω την ώρα να σε κλείσω για πάντα στην αγκαλιά μου’’ της είχε απαντήσει ‘’και να μην σηκωθούμε ποτέ από το μεγάλο μας κρεβάτι, ακούς ποτέ’’.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Δύο ημέρες μετά, η εκκλησία ήταν γεμάτη με όμορφα λουλούδια. Όπως ακριβώς η Λουκία είχε ονειρευτεί τον γάμο της. Παντού λευκά τριαντάφυλλα και γυψόφυλλα, το αγαπούσε το λευκό και οι πολυέλαιοι να αστράφτουν από καθαριότητα και να προσδίδουν στο χώρο μια άλλη αίγλη.

Ο Αγησίλαος την περίμενε πιστός στο ραντεβού τους, καταμεσής της μεγάλης εκκλησίας, σοβαρός, ντυμένος με το γαμπριάτικό του κουστούμι. Στο πέτο καρφιτσωμένο ένα όμορφο μπουμπούκι από κλειστό σχεδόν τριαντάφυλλο. Όλα ήταν ακριβώς όπως άρμοζαν στην περίσταση και ο ίδιος, ξαπλωμένος ανάσκελα, στο από μαόνι φέρετρό του.

Η Λουκία δεν μιλούσε. Το νυφικό της κρεμόταν στην ντουλάπα της και η ίδια, μαυροφορεμένη πια, με ξέπλεκα μαλλιά στεκόταν αμίλητη με το βλέμμα να κοιτάζει πότε τον Αγησίλαο και πότε το κενό. Τα χέρια της, της τα κρατούσαν από τη μια πλευρά η γιαγιά Μαρία και από την άλλη η Ματίνα. Η εκκλησία είχε γεμίσει κόσμο, τον ίδιο κόσμο που θα τους συνόδευε στο γάμο τους, μόνο που όλοι φορούσαν μαύρα.

Η κυρία Χρύσα λιποθύμησε, ο πατέρας του Αγησίλαου έστριβε στα χέρια του ένα μαντήλι ρωτώντας κάθε τόσο ‘’γιατί’’ και η Λουκία σκεφτόταν ότι αν δεν τον παγίδευε με αυτό το παιδί ίσως ζούσε, ίσως την τιμώρησε η μοίρα της, ίσως …

‘’Καρδιά’’ τους είχε πει ο γιατρός και τον είχε βρει στον ύπνο, μα σημασία τώρα πια δεν είχε καμία. Έφερνε στο νου της τις τελευταίες ημέρες και το στομάχι της γυρνούσε ανάποδα. Την απόφαση την είχε ήδη πάρει, αν το μωρό ήταν αγόρι θα το έβγαζε Αγησίλαο, φόρο τιμής σε κάποιον που δεν αγάπησε αλλά τον θεώρησε κελεπούρι και να τώρα η τιμωρία της.

Η τελετή τελείωσε στην ώρα της κι αφού έγιναν όλα τα εθιμοτυπικά με σούπα και ψάρι, η Λουκία μαζί με τη γιαγιά της έφυγε από το σπίτι του Αγησίλαου περνώντας πρώτα από το νυφικό δωμάτιο και χαϊδεύοντας με τα χέρια της, τα δυο κεντητά μαξιλάρια. Κουφέτα και ρύζι ήταν απλωμένα επάνω στο κουβερλί και μια αγκαλιά ροδοπέταλα.

‘’Θα γυρίσω’’ είπε και ήταν σαν να δίνει υπόσχεση σε ποιόν; Στον Αγησίλαο ή στο αγέννητο παιδί τους και γύρισε πριν προλάβουν να περάσουν σαράντα ημέρες. Η κυρία Χρύσα που ούτε το όνομά της δεν ήθελε να ακούει και η ανάσα της Λουκίας της τρύπαγε τα αυτιά, το παιδί του παιδιού της στο δρόμο δεν άντεξε να το αφήσει. Ούτε να γεννηθεί ανάμεσα σε μαντρότοιχους με ελενίτ και ακαθαρσίες.

 ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Η Κλειώ έμεινε να την κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα, το ίδιο και η Ανδριάνα αλλά και η Ρόζα είχε την πιο απλή απορία.

«Πως σου ήρθε ότι μπορεί να είμαι εγώ η μητέρα σου μου λες;» ρώτησε την βοηθό της και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα από θυμό και η μπούκλα αναπήδησε ξανά στο κούτελό της.

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο

agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here