Θα ήθελα πριν προχωρήσω να σας κάνω μερικές συστάσεις. Η μητέρα μου, η Ηώ. Μικροκαμωμένη και όμορφη με μια μεγάλη αδυναμία στα μεταξωτά μαντίλια, τα κραγιόν, τις γούνες βιζόν, τα αμέτρητα παπούτσια με τα ψηλά τακούνια, για κάθε τι όμορφο και καλοφτιαγμένο, τα κρύσταλλα και τα ασημικά, τα ασημένια μαχαιροπήρουνα και τα ατελείωτα σερβίτσια. Όλα διαφορετικά μεταξύ τους το κάθε ένα από αυτά και για άλλη χρήση.  Πεισματάρα και δοτική, σε σημείο εκνευριστικό μπορώ να πω ορισμένες φορές, με ένα χαμόγελο γλυκό και κοκέτα μέχρι εκεί που μπορούσε. Μαλλί καρέ με μες από τα χέρια του κομμωτή Άγγελου και κανενός άλλου. Τα χέρια της ήταν φτιαγμένα για να μεγαλουργούν αλλά μάλλον το κατάλαβε αργά ή δεν πήρε ποτέ τον εαυτό της στα σοβαρά, ίσως γιατί δεν την άφησαν να σπουδάσει. Η ντουλάπα μου ήταν γεμάτη από ρούχα που μου έφτιαχνε η ίδια με τα ρετάλια που χρησιμοποιούσε από τα δικά της υφάσματα. Μερικές φορές δεν προλάβαινα να τα φορέσω έτσι όπως ψήλωνα. Βλέπετε η κυρία Ηώ είχε αδυναμία στη ραπτική, στην ποίηση, τις ξένες γλώσσες που τις μιλούσε φαρσί και στην ξένη μουσική. Για δε τη μαγειρική της προτιμώ να μην μιλήσω. Ένα φαγητό δεν έφτιαχνε καλό κι αυτό ήταν τα μπιφτέκια, ίσως γιατί δεν άρεσε και στην ίδια. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μπιφτέκι άργησα πολύ να βάλω στο στόμα μου. Τραγουδούσε από το πρωί μέχρι το βράδυ ό,τι κι αν συνέβαινε. Ακόμα κι εκεί που η γη ήταν γεμάτη από κακοτράχαλες πλαγιές, η Ηώ θα ανακάλυπτε πάντα ένα μικρό κυκλάμινο έτοιμο να ανθίσει και με φώναζε κοντά της για να μου το δείξει. Όπως η φύση έκανε το δικό της, κατά τον ίδιο τρόπο και η μητέρα έβρισκε τον τρόπο να κερδίζει την παρτίδα στα ζάρια της ζωής με πείσμα και υπομονή.

Ο πατέρας μου, ο Λουκάς, είχε λατρεία στη μητέρα μου αλλά και στους γονείς της. Είχε χάσει νωρίς τους δικούς του και είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της οικογένειας τους και την έκανε δική του. Έμπορος, αξιοσέβαστος, τίμιος άνθρωπος με αρκετή δόση χιούμορ για τους άλλους αλλά όχι για εμένα. Αργότερα τον έκρινα ως αρκετά φυγόπονο  που το χούι του αυτό, μας έβαλε σε μπελάδες. Εκ των υστέρων σκεπτόμενη, αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν να κρίνουμε έναν άνθρωπο που τους πόνους της ζωής του μόνο ο ίδιος τους ξέρει και ποιοι είμαστε εμείς που θα βάλουμε να ζυγίσουμε στο καντάρι τον πόνο. Πόσος είναι και πως ζυγίζεται, με το κιλό; Η αλήθεια είναι, ότι ο πατέρας μου κι εγώ την άκρη για να φτιάξουμε μια ισορροπημένη σχέση δεν τη βρήκαμε ποτέ. Καυγάδες δεν είχαμε αλλά αυτή τη λαχτάρα για να χωθώ στην αγκαλιά του δεν την ένιωσα. Για την ακρίβεια συνέβαινε το αντίθετο. Τον έβλεπα και ήθελα να κρυφτώ γιατί πάντα υπήρχε λόγος για να ενοχλείται.  Ήταν κι αυτή η μουντάδα που κουβαλούσε μονίμως στην ψυχή του που δεν τον άφηνε να χαρεί και να χαμογελάει. Όχι σε εμένα τουλάχιστον. Ποτέ δεν κατάλαβα πως αυτοί οι δυο άνθρωποι κατάφεραν να ερωτευθούν, να συνεννοηθούν, να ονειρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Ήλιος φωτεινός η Ηώ, φεγγάρι σκοτεινό ο Λουκάς κι εγώ στη μέση να πασχίζω να καταλάβω και να πληρώνω τα σπασμένα.

***

Την ημέρα που ο πατέρας επέστρεψε από το νοσοκομείο, μετά από μια νοσηλεία που κράτησε καιρό, φανταζόμουν ότι το σπίτι θα ήταν γεμάτο χαρά και φρέσκα λουλούδια στα βάζα. Έκανα λάθος αλλά κανείς δεν μου έλεγε την αλήθεια, ούτε δόθηκαν εξηγήσεις σε ερωτήματα που δεν τόλμησα να κάνω. Οι μέρες περνούσαν και το κλίμα ολοένα και βάραινε και ο πατέρας για δουλειά δεν πήγαινε και οι μήνες περνούσαν ανυπόφορα αργά βλέποντάς τον να μαραζώνει καθημερινά φορώντας μια καμηλό ρόμπα και κυκλοφορώντας μέσα στο διώροφο σπίτι έχοντας πλέον γίνει η σκιά του εαυτού του.

Το γωνιακό σπίτι της γιαγιάς, ήταν χωρισμένο σε δυο διαφορετικά διαμερίσματα με εσωτερική μαρμάρινη σκάλα και κοινή πόρτα εξόδου. Στο ισόγειο που ήταν το σπίτι της, υπήρχαν δυο μεγάλα υπνοδωμάτια, το γραφείο του παππού, σαλόνι, τραπεζαρία, χωλ, κουζίνα και μπάνιο. Ήταν από τα παλιά ψηλοτάβανα που για να μπορέσω να κοιτάξω τις κουρτίνες σήκωνα κάθετα προς τα πάνω το κεφάλι. Το γραφείο του παππού ήταν γεμάτο από τα βιβλία του. Κανείς από εμάς δεν τόλμησε ποτέ να τα αγγίξει. Εκεί που κάποτε για εμένα ήταν το δωμάτιο της χαράς, ο πατέρας έστηνε σιγά-σιγά τον δικό του χώρο.  Στην αρχή ήρθε το μεταλλικό γραφείο μαζί με την καρέκλα του και μια ντάνα με ντοσιέ. Όταν είδα τους μεταφορείς να τα στοιβάζουν στο γραφείο του παππού με τις μεγάλες γυάλινες πόρτες, αγριεύτηκα. Δεν ήταν μόνο που ο πατέρας έμοιαζε ξένο σώμα μέσα στο δωμάτιο αυτό, ήταν και οι δικές μου μνήμες που χώρο δεν μπορούσαν αλλά και δεν ήθελαν να κάνουν. Εκεί, παρέα με τον παππού, παίζαμε με το κίτρινο καναρίνι, τον Τζίλη. Πριν πάω νηπιαγωγείο, μου έφτιαχνε πάντα το πρωινό και μαζί, οι δυο μας τρώγαμε δίπλα στο μεγάλο παράθυρο με τις πόρτες και παράθυρα κλειστά για να πετάει το καναρίνι και να τιτιβίζει ξέγνοιαστα. Ο παππούς είχε φύγει για τη χώρα του ποτέ, ο Τζίλη επίσης και για κάποιον λόγο δεν ήθελα κανείς άλλος να πάρει τη θέση του μέσα στο χώρο, ούτε καν ο πατέρας.

Το μεσημέρι εκείνο που τόλμησα να ρωτήσω, η μητέρα είχε φτιάξει ομελέτα. Η αλήθεια ήταν ότι για μεσημεριανό πρώτη φορά τρώγαμε ομελέτα. Στο σπίτι, την ώρα που είχα γυρίσει από το σχολείο, τη βρήκα μόνη της. Δεν είπα τίποτα αλλά στάθηκα και αφουγκράστηκα τους ήχους κοιτώντας την στα μάτια. «Πουκίτσα μου» είπε μόλις με είδε, έτσι με φώναζε χαϊδευτικά παραφράζοντας το μπουκίτσα και άστραψε το πρόσωπό της από το χαμόγελο. Φορούσα ακόμα τη στολή από το σχολείο και η πρώτη κίνηση που έκανα ήταν να σηκώσω νευρικά τα μανίκια του πουλόβερ.

«Μαμά τι συμβαίνει;» ρώτησα και ήταν ξεκάθαρο στη ματιά μου ότι καταλάβαινα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Που είναι η Γιαννούλα; ο πατέρας;».
«Πήγαινε να πλυθείς, βγάλε τη στολή που σέρνεστε όλη την ημέρα με την Εριέττα όπου βρείτε κι έλα να φας».
«Δεν πεινάω».
«Έλα και μην με στενοχωρείς, τόσο κόπο έκανα».
«Να φτιάξεις μια ομελέτα;»
«Κάνε ό,τι σου λέω και στο ορκίζομαι ότι θα μιλήσουμε μόλις τελειώσουμε με το φαγητό».

Έκανα ό,τι μου ζήτησε και πήγα στην κουζίνα για να καθίσω στο στρογγυλό τραπέζι με το στρωμένο τραπεζομάντηλο και το σερβίτσιο που ήταν στρωμένο με τέτοιο τρόπο σαν να περίμενε κάποιον σπουδαίο φιλοξενούμενο.
«Όλα αυτά για εμένα;» ρώτησα.
«Δεν είναι όμορφα έτσι;»
«Ναι αλλά δεν είναι κάπως υπερβολικά;»
«Ήθελα να δώσω ένα τόνο χαράς και αισιοδοξίας» απάντησε η μητέρα και παρατήρησα τα όμορφα χτενισμένα της μαλλιά. Κάθισα στη θέση μου και ήρθε από πάνω μου για να με σερβίρει.
«Έλα σε παρακαλώ» γκρίνιαξα ενοχλημένη. «Τι υπερβολές είναι αυτές μου λες; Ούτε τη Γιαννούλα δεν αφήνω και γιατί λείπει σήμερα;»
«Δοκίμασε πρώτα να μου πεις αν σου αρέσει και μετά γκρινιάζεις».

Στο μέσον του τραπεζιού με το λευκό τραπεζομάντηλο, είχε βάλει ένα τόσο δα μικρό βάζο γκαλέ με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε κόψει από την αναρριχώμενη τριανταφυλλιά του μπαλκονιού. Τα μπαλκόνια και η ταράτσα ήταν σαν δάσος και το πιο συνηθισμένο στο σπίτι μας ήταν να βλέπεις στα βάζα λουλούδια φρέσκα.  Ξεκίνησα να τρώω την σαλάτα και δοκίμασα με την άκρη του πιρουνιού την ομελέτα.
«Τι αριστούργημα είναι αυτό» είπα και το εννοούσα.
«Ισπανική συνταγή, για εσένα την έφτιαξα».
«Μαμά τι συμβαίνει;» ρώτησα και άφησα τα μαχαιροπήρουνα απότομα στο πιάτο. Αναστέναξε και έπλεξε τα χέρια της μεταξύ τους. Ήπιε μια γουλιά από την κούπα με τον καφέ της και με κοίταξε στα μάτια. «Δυστυχώς δεν υπάρχουν ωραίες λέξεις για να σου πω ότι η φετινή χρονιά θα είναι και η τελευταία που θα πας σε αυτό το σχολείο. Μετά το καλοκαίρι θα συνεχίσεις στο δημόσιο της γειτονιάς μας».
«Γιατί;» ρώτησα μην πιστεύοντας στα αυτιά μου.
«Γιατί παιδί μου μόλις γίναμε φτωχοί» είπε ψύχραιμα.
«Τι πάει να πει αυτό;»

Η μητέρα κούνησε το κεφάλι της και αναστέναξε προσπαθώντας ταυτοχρόνως να χαμογελάσει.

«Ο πατέρας σου δεν μπορεί να εργαστεί άλλο, το μαγαζί πρέπει να το κλείσουμε».
«Μα έχουμε βάλει όλα μας τα χρήματα εκεί, τα δικά σου δηλαδή, δεν γίνεται να το κλείσουμε, πάει μια χαρά».
«Είναι που δεν θέλει και ο συνέταιρος να συνεχίσει κάτω από αυτές τις συνθήκες».
«Ποιες συνθήκες δεν καταλαβαίνω».
«Κοίτα, όταν άνοιξαν το μαγαζί, είχαν κάνει μια συμφωνία με τον Φαίδωνα, εκείνος θα έβαζε το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου που χρειαζόταν αλλά δεν θα δούλευε, μόνο θα εισέπραττε από τα κέρδη».
«Ωραία συμφωνία! Τα δικά σου λεφτά που πήγαν μαμά;»
«Στο μαγαζί φυσικά και εδώ που τα λέμε και ο πατέρας σου δεν τον ήθελε στα πόδια του».
«Γιατί;»
«Διότι ο Φαίδωνας παιδί μου, μπορεί να έχει μεγάλη περιουσία κληρονομήσει από τους δικούς του, δεν έχει όμως εργαστεί ποτέ στη ζωή του, άρα το μόνο που θα έκανε θα ήταν να τον μπερδεύει και να τον εκνευρίζει».
«Μισό λεπτό, δεν είναι ένα απλό μαγαζί, είναι ολόκληρη εταιρία που στήθηκε από χρήματα δικά σου και του Φαίδωνα, σωστά;»
«Ναι».
«Γιατί δεν κρατάμε εμείς την εταιρία;»
«Ποιοι εμείς;»
«Εσύ κι εγώ και τι πάει να πει ότι ο πατέρας δεν μπορεί να εργαστεί άλλο; Κέρδος θα έχουμε όλοι».
«Αναλία άκου, ο μπαμπάς σου έχει μια ασθένεια στα πνευμόνια και θα του πάρει αρκετό καιρό μέχρι να μπορέσει να γυρίσει στην δουλειά του, για την ακρίβεια δεν γνωρίζουμε ούτε πότε θα μπορέσει να γίνει αυτό αλλά ούτε αν θα αντέξει».
«Θα πεθάνει;»
«Τι λες παιδί μου, όχι βέβαια, είναι όμως άρρωστος. Ζήτησα να πάρω εγώ τη θέση του μέχρι να αναρρώσει τελείως αλλά ούτε ο ίδιος ούτε και ο Φαίδωνας δέχονται να ακούσουν κάτι τέτοιο».
«Γιατί δεν καταλαβαίνω και τέλος πάντων ο Φαίδωνας δεν έχει να χάσει και τίποτα».
«Γιατί είμαι γυναίκα και δεν έχω ιδέα από εμπόριο».
«Μαμά θα μας φάει ότι έχουμε και δεν έχουμε ο κατά τα άλλα αγαπητός και αξιοσέβαστος φίλος του πατέρα;» φώναξα και την είδα να κουνάει το κεφάλι της. «Δεν γίνεται, κάτι θα μπορούμε να κάνουμε, να επιμείνουμε, να φωνάξουμε, να εκβιάσουμε, δεν θέλω που μας συμβαίνει αυτό το καταλαβαίνεις; και δεν θέλω να αλλάξω σχολείο και να χάσω τους φίλους μου, ούτε να αλλάξω καθηγητές».
«Το ξέρω αλλά δεν γίνεται αλλιώς, έτσι τουλάχιστον μας συμβούλεψε ο δικηγόρος του πατέρα σου».
«Να πάτε σε άλλον».
«Δεν υπάρχουν χρήματα Αναλία κι εγώ θα ψάξω να βρω δεύτερη δουλειά για να τα φέρουμε βόλτα».
«Τι δουλειά μαμά, πότε θα είσαι σπίτι; εγώ τι θα γίνω;»
«Δουλειά είπα Αναλία, δεν θα φύγω στο εξωτερικό» απάντησε και κοίταζε την ομελέτα που πάγωνε στο πιάτο μου. «Φάε» είπε και για πρώτη φορά στη ζωή μου το έβαλα στα πόδια. Πήγα στο δωμάτιό μου και έπεσα μπρούμυτα πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι μου και έκλαιγα για όλα αυτά που έδειχναν να ξεδιπλώνονται μπροστά μας. «Η Γιαννούλα;» φώναξα με το κεφάλι χωμένο μέσα στο μαξιλάρι.
«Δεν θα έρθει άλλο, της βρήκαμε δουλειά σε άλλο σπίτι» απάντησε και με άφησε να ξεσπάσω.

***

Τα χρόνια που ακολούθησαν είδα την μητέρα μου από ένα εύθραυστο πλάσμα να μεταμορφώνεται σε μια λέαινα. Σκοπός της ήταν ένας και μοναδικός να δει το παιδί της να μεγαλώνει και να του προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Στη ζωή μας είχαν έρθει τα πάνω-κάτω από ένα ιατρικό λάθος. Αυτό που είχε παραβλέψει να μου πει, ήταν ότι ο πατέρας, είχε βγει από το νοσοκομείο με μια διάγνωση που προοριζόταν για οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον ίδιο. «Έχετε καρκίνο στον πνεύμονα» του είχαν πει και είχαν κάνει λάθος. Την αλήθεια την ανακαλύψαμε αργότερα, αφού πρώτα είχαμε κλείσει την εταιρία, είχαμε χάσει όλα μας τα λεφτά και το όμορφο μαγαζί επί της οδού Μελετίου 10-12 στην Κυψέλη με τις μεγάλες βιτρίνες και τα τελευταίας τεχνολογίας ηλεκτρικά ήδη, είχαν πουληθεί ή είχαν επιστραφεί στις εταιρίες. Τότε πίστευα και ακόμα και σήμερα το πιστεύω, ότι τόσο η μητέρα όσο κι εγώ θα το κρατούσαμε το μαγαζί μια χαρά και τελικά ο πατέρας θα επέστρεφε εκεί που ήταν η βάση του. Ήταν και η γραμματέας η Μαρία που είχαν στην εταιρία, μια γυναίκα έξυπνη και πρόθυμη που ήμουν σίγουρη ότι θα έδινε τον καλύτερό της εαυτό της και τις γνώσεις της. Όμως από τη μια πλευρά ήταν ο πατέρας που είχε κιοτέψει και από την άλλη ο Φαίδωνας που απαιτούσε το μερίδιό του πίσω και εξαργύρωσε σε βάρος της οικογένειάς μας χωρίς δισταγμό και φιλική αλληλεγγύη και την τελευταία του δραχμή με τόκο και χωρίς αιδώ. Η Κ.Λ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε.Π.Ε. έκλεισε το 1979 κι ακόμα όποτε περνάω από τον δρόμο αυτό, νιώθω ένα τσίμπημα στην καρδιά. Στην αρχή το ‘’γιατί’’ που με βασάνιζε ήταν μεγάλο, στη συνέχεια όμως κατάλαβα ότι η σωστή απάντηση ήταν ‘’αυτό μπορούσαν κι αυτό έκαναν’’ και τώρα πια είμαι σίγουρη ότι το ίδιο ισχύει για όλους μας.

Όταν είπα στην Εριέττα τα νέα με κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα. Είχα πάει στο σπίτι της να την βρω και είχαμε κλειστεί στο δωμάτιό της. Η αλήθεια ήταν μέσα σε εκείνο το μεγάλο διαμέρισμα στο Χαλάνδρι, με τα όμορφα σκαλιστά έπιπλα και την κυρία Δωροθέα με το αυστηρό και σχεδόν αγέλαστο πρόσωπο, με έπιανε η καρδιά μου. Μέσα σε αυτό το αψεγάδιαστο περιβάλλον, θυμάμαι τον κύριο Θωμά να κάθεται στην μεγάλη μπερζέρα στο βάθος του σαλονιού και να ανακατεύει τον καπνό του με δεξιοτεχνία. Καλοντυμένο πάντα και με το μεταξωτό του φουλάρι στο λαιμό. Ατσαλάκωτος και στην πένα πάντα. Η κυρία Δωροθέα χωρίς να το θέλει, θύμιζε ‘’κυρία του Ερυθρού Σταυρού’’ έλεγε η μητέρα που δεν καταλάβαινε την έλλειψη κοκεταρίας από την μια, ενώ ταυτόχρονα καταλάβαινε καλύτερα απ’ όλους μας την ανάγκη του κυρίου Θωμά να είναι με την Μυρσίνη κι ας διαφωνούσε κι ας υποστήριζε την μητέρα της Εριέττας.
«Θα φας μαζί μας σήμερα και θα περάσει να σε πάρει η μητέρα σου το βράδυ» με ενημέρωσαν λες και δεν το ήξερα. Πάλι θα τρώγαμε μέσα στη σιωπή, χωρίς κανείς να ανοίγει το στόμα του να πει μια λέξη και θα περνούσαν μπροστά μου στρατιές οι πιατέλες με τα τουλάχιστον τέσσερα φαγητά,  στα φερμένα σερβίτσια από την Αγγλία και τα βαριά μαχαιροπήρουνα που κανέναν άλλον δεν ενδιέφεραν, εκτός από την κυρία Δωροθέα η οποία κάθε τόσο έδινε εντολές στην Πηγή. Η φωνή της μητέρας μου ήχησε στα αυτιά μου ‘’δεν είναι γυναίκα τούτη δω, Στρατηγός είναι κι έτσι όπως συμπεριφέρεται τον σπρώχνει όλο και περισσότερο στην αγκαλιά της άλλης’’. Αυτές ήταν κάποιες από τις κουβέντες που είχα ακούσει τότε, με το κολλημένο αυτί στην πόρτα που μιλούσε στη θεία Ζανέτ. Στην Εριέττα κουβέντα δεν είπα, συμφωνούσα μόνο μαζί της στην έλλειψη ζεστασιάς και χρώματος μέσα στο σπίτι της. Τη μοναδική χαρούμενη νότα την έδινε ο μικροκαμωμένος Μπλάκυ, το κανίς της Εριέττας που δεν ξεκολλούσε από πάνω της κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τραβήξει την προσοχή όλων μας. Καθίσαμε οκλαδόν στο κρεβάτι της με το κάλυμμα και τα μαξιλάρια της Laura Ashley.  Έπαιξα λίγο με τον Μπλάκυ αλλά στην αγκαλιά μου κράτησα τον Πάτρικ, τον κούκλο, που στο στόμα του είχε ακόμα μια πετρωμένη λευκή γραμμή από νερό και ταλκ όταν ακόμα τον ταΐζαμε. Την κοίταξα και συνοφρυώθηκα. Ένιωσα ότι ξαφνικά μεγαλώναμε και ο χρόνος έτρεχε και μας έσερνε μαζί του.

«Ωραία πάμε και οι δυο οικογένειες» είπε η Εριέττα παίζοντας νευρικά με τις κοτσίδες της. «Πίστευα ότι εσύ κι εγώ τουλάχιστον δεν θα χωρίζαμε αλλά απ’ ότι φαίνεται …».
«Φοβάμαι, δεν ξέρω τι είναι αλήθεια και τι ψέμα».
«Καταλαβαίνω αλλά τι μπορούμε να κάνουμε;»
«Δεν ξέρω, για το μόνο που είμαι σίγουρη είναι ότι θέλω να αρχίσω να δουλεύω».
«Από τώρα; Θα αφήσεις το σχολείο;» ρώτησε γυρνώντας νευρικά στο χέρι την βέρα από μπριγιάν. Χαμογέλασα, «τα καλοκαίρια μόνο, πρέπει να μαζέψω χρήματα για τα προσωπικά μου έξοδα, πόσα να κάνει η μητέρα μου;»
«Δεν θέλω να φύγεις από το σχολείο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα;»

Και δεν μπορούσαμε. Ακολουθήσαμε τη μοίρα μας περιμένοντας να έρθει η ώρα να ξημερώσει η ώρα της δικιάς μας αποφοίτησης και η ώρα που θα αρπάζαμε τη ζωή από τα κέρατα και ήρθε.

«Και τώρα» είπε η Εριέττα κρατώντας το απολυτήριο στο χέρι, πίνοντας παρέα τον απογευματινό μας καφέ στο κέντρο των Αθηνών, « ο πατέρας όπου να ‘ναι θα αφήσει τη συζυγική στέγη για να ζήσει με την Μυρσίνη».
«Πιστεύεις αλήθεια ότι θα το κάνει;»
«Να είσαι σίγουρη, μόνο που δεν θα είμαι εκεί να το ζήσω».
«Και η κυρία Δωροθέα;»
«Πόσα πράγματα θα σηκώσουμε στις πλάτες μας μου λες; Τι θέλεις να κάνω να γεράσω μαζί της πριν την ώρα μου; Δες τις αδελφές μου έφυγαν και ζουν την ζωή τους κι αν το σκεφθείς καλά, έτσι πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Εσύ σκέφτεσαι κάτι διαφορετικό;»
«Θέλω να σπουδάσω αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά που υπάρχουν δεν με ενδιαφέρουν. Καλών Τεχνών ήθελα να μπω αλλά λεφτά για φροντιστήρια και σχέδιο δεν υπήρχαν και οι καλοκαιρινές δουλειές ίσα για τα έξοδά μου έφταναν. Δεν τα κατάφερα, αυτό ξέρω».
«Δεν είσαι η μόνη» είπε γελώντας και ανεμίζοντας το απολυτήριο. «Τι θα κάνεις;»
«Θα συμβιβαστώ, δεν έχω άλλη επιλογή».
«Υπάρχει όμως ιδιωτική σχολή που …».
«Εριέττα δεν υπάρχει περίπτωση να αντέξουμε αυτά τα δίδακτρα, όσο και να δουλέψω, όσο και να βοηθήσω. Κι εδώ που τα λέμε, με την τέχνη δεν χόρτασε κανείς. Ας ξεκινήσω έτσι και βλέπουμε. Εσύ;»
«Αποφάσισα να δώσω δεύτερη φορά αλλά μέχρι τότε θα δουλεύω μαζί με την Λουΐζα. Το έχει κανονίσει η ίδια. Δεν σου είπα» είπε με μια φυσικότητα «χωρίζει».
«Πότε παντρεύτηκε και πότε χωρίζει μου λες;»
«Υποθέτω ότι έχει γυρίσει πάλι σε εκείνον τον παντρεμένο, τι να σου πω είναι τελείως ξεμυαλισμένη και ειλικρινά το μόνο που θέλω είναι να φύγω από το σπίτι, με έχουν ζαλίσει όλοι τους και μετά αναρωτιούνται γιατί άραγε δεν είχα μυαλό για διάβασμα».

Και κάπου εδώ ξεκινάει η ιστορία ενός μεγάλου πραγματικά έρωτα που έκανε την Εριέττα να βιάζεται να φύγει για το εξωτερικό αλλά ακόμα δεν γνωρίζαμε τίποτα για όλα αυτά που θα μας καλούσε η ίδια η ζωή να ζήσουμε ανάμεσα στη μαγεία της Ανατολής και της Δύσης για δυο μπλε μάτια ενός Ιταλού με το όνομα Αντόνιο ή Τόνυ όπως τον φώναζε η ελληνικής καταγωγής μητέρα του. Ενός άντρα που όμοιος του δεν υπήρξε.

~συνεχίζεται~

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here