Οκτώ χρόνια αργότερα

Η Εριέττα είχε ορκιστεί ότι δεν υπήρχε περίπτωση να παντρευτεί. Ήταν τότε, που το παρτέρι είχε στενάξει μαζί μας από τις νευρικές κινήσεις των χεριών μας. Για να τηρηθούν οι όρκοι που μοιράζαμε με πείσμα, θα έπρεπε να είχαμε κατά νου τη μαγεία της ζωής. Αυτό που δεν είχαμε υπολογίσει είναι ότι ο έρωτας θα μας χτυπούσε την πόρτα για τα καλά. Είχαμε ήδη μπει στα δεκαπέντε. Για την ακρίβεια κάθε σθεναρή μας αντίσταση θα έπεφτε σαν τραπουλόχαρτο στο πρώτο ελαφρύ φύσημα. Μιλώντας για εμένα, ήμουν μονίμως ερωτευμένη. ‘’Το λάδι φταίει που σε άλειψε ο νονός σου’’ έλεγε η μητέρα κουνώντας το κεφάλι της και σημασία δεν της έδινα.

Για την Εριέττα τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Τη ζωή την έπαιρνε στα σοβαρά και τα χτυποκάρδια επίσης. Είχαν χρόνο και διάρκεια σε αντίθεση με εμένα που άλλαζα γνώμη κάθε λίγο. Ο πρώτος μεγάλος της έρωτας ήταν ο Νίκος. Το τι τραβήξαμε μαζί του για τα επόμενα τρία χρόνια, εμείς οι δυο το ξέραμε.  Προτεραιότητα είχε η Εριέττα, εγώ ακόμα θα αργούσα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο για έναν άντρα. Έτσι κι αλλιώς κάθε καινούργιος έρωτας ήταν πάντα ο μεγάλος, ο ένας και μοναδικός. Τόσα ήξερα, τόσα έλεγα.

Για έναν περίεργο λόγο με τα αγόρια του σχολείου μας, ειδικά με τα μεγαλύτερα, νταραβέρια δεν είχαμε. Τον Νίκο τον γνωρίσαμε σε ένα από τα πάρτι της Λεοντείου. Ήταν ξεκάθαρο ότι και για τους δυο τους, ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Τα προβλήματα τα δημιουργούσε η εποχή και οπωσδήποτε η οικογένεια που είχε λαχτάρα και αγωνία να μην χαθεί η ‘’τιμή’’ μας. Τα σκέφτομαι και ανατριχιάζω. Ο Νίκος, κατά γενική ομολογία, ήταν μια χαρά αγόρι και συγκέντρωνε όλα αυτά τα οποία αμέσως-αμέσως θα τον έκαναν αποδεκτό σε κάθε σπίτι. Είχε όλα αυτά που έπρεπε να έχει ο γόνος μιας καλής οικογένειας, τρομάρα μας και η Εριέττα για πρώτη φορά στη ζωή της πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα και αφέθηκε · και το έζησε ολόκληρο. Εγώ ανάμεσα στο ζευγάρι είχα τη θέση του ταχυδρόμου, για να πηγαινοφέρνω τα ερωτικά ραβασάκια μια που ο Νίκος έμενε λίγα τετράγωνα μακριά από εμένα και εννοείται ότι είχα το ρόλο του διαμεσολαβητή σε κάθε τους καυγά αλλά και της ‘ξομολογήστρας.

Κάθε τρεις και λίγο το νεαρό ζευγάρι καυγάδιζε γιατί η οικογένεια της Εριέττας την ήθελε μαζεμένη στο σπίτι, να μην ξεπορτίσει σαν τις άλλες και πάρουν τα μυαλά της αέρα. Ίσως πάλι, κουκούλωναν με αυτό τον τρόπο τις δικές τους ανασφάλειες, ανάγκες, διαφωνίες και εν τέλει το δικό τους γάμο που δεν τα κατάφερε.  Η κυρία Δωροθέα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μην διαλύσει το σπιτικό της. Το τι είχε κουβεντιάσει με τον άνδρα της, τον κύριο Θωμά κανείς ποτέ μας δεν έμαθε. Η Εριέττα είχε κουραστεί να φοβάται, να αγωνιά και να παραφυλάει πίσω από τις πόρτες με ένα ποτήρι κολλημένο στο αυτί. Είχε σκαλίσει την ιστορία της οικογένειά της τόσο πολύ, που της είχε γυρίσει το στομάχι ανάποδα. Ο πατέρας της και η κυρία Μυρσίνη, ήταν μαζί από την εποχή που εμείς τελειώναμε την πρώτη δημοτικού. Όταν έμαθε κι αυτό, το κεφάλι της δεν μπορούσε να χωρέσει το μέγεθος της αλήθειας και ο συναισθηματικός της κόσμος έγινε ένα κουβάρι γεμάτο από κόμπους. Τη μια ημέρα λυπόταν τη μητέρα της και ντρεπόταν για τον πατέρα της, την επόμενη έβλεπε με ξεκάθαρη ματιά ποιοι ήταν οι λόγοι που ο κύριος Θωμάς είχε ‘’ξεστρατίσει’’. Η ίδια όμως βασανιζόταν και ήταν η μόνη που δεν έφταιγε κι εκείνη που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις.

«Καταλαβαίνεις ότι μεταξύ τους υπάρχει χάος» έλεγε «και δεν νομίζω ότι μπορεί να γεφυρωθεί με κανέναν τρόπο».
«Τι έχει συμβεί, αυτοί οι δυο παντρεύτηκαν από μεγάλο έρωτα, έτσι λέει η μητέρα, τι έγινε;»
«Το πιο καθημερινό λάθος, παντρεύτηκαν νωρίς, έφυγαν στο εξωτερικό για να τελειώσει ο πατέρας τις σπουδές και όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα η μητέρα έμεινε στο σπίτι για να μεγαλώσει τις αδελφές μου και στο τέλος ήρθα κι εγώ κερασάκι στην τούρτα».
«Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει φαντάζεσαι; Έτσι γινόταν τότε ,νωρίς οι γάμοι και οι γυναίκες έμεναν στο σπίτι».
«Η μητέρα σου δουλεύει, τι είναι αυτά που λες; και η θεία σου η Ζανέτ έγινε πολιτικός μηχανικός και ανάγκη δεν είχε.»
«Η Ζανέτ είναι ειδική περίπτωση, η μητέρα δουλεύει μεν αλλά και οι συνθήκες της ζωής μας είναι διαφορετικές και οι απαιτήσεις επίσης. Τι συγκρίνεις; Ο πατέρας μου μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν υπάλληλος, τώρα έχει το δικό του μαγαζί. Ο δικός σου είναι νομικός, καταλαβαίνεις ότι στην εξίσωση δεν μας βγαίνουν οι αριθμοί».
«Αναλία, η μητέρα μου έμεινε πίσω. Ο πατέρας προχώρησε και η ίδια, χωρίς να το θέλει, μέσα από την αγάπη και την αφοσίωση στην οικογένεια, έμεινε ‘’στην ίδια τάξη’’ και όσο κι αν πασχίζει τώρα να εξελιχθεί και να γίνει κάτι καλύτερο από αυτό που είναι, το πουλάκι πέταξε από τη φωλιά και πίσω δεν γυρίζει. Άσε που μας έχει τρελάνει όλους μας, εκτός από ξανθιά που δεν της πηγαίνει καθόλου, άρχισε και yoga. Παλεύει να γίνει ίδια με την Μυρσίνη».
«Είναι ξανθιά;»
«Αυτό είναι τα λιγότερο, μπογιά είναι θα φύγει και η yoga μόνο καλό μπορεί να της κάνει αλλά είναι αδύνατον να μπορέσει να φτάσει τη γυναίκα αυτή».
«Γιατί;»
«Ξέρεις ποια είναι;»
«Όχι»
«Έχει τη μεγαλύτερη εισαγωγική εταιρία ρούχων στην Ελλάδα. Πρόσεχε, η ίδια όχι ο άνδρας της και με σπουδές στο εξωτερικό παρακαλώ».
«Είναι και παντρεμένη;»
«Και με μια κόρη στην ηλικία μας ή λίγο μεγαλύτερη. Πως θα μπορέσει να μοιάσει η κυρία Δωροθέα στη Μυρσίνη μου λες; Αν τις βάζαμε δίπλα-δίπλα τι θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν, για το πώς φτιάχνονται οι καλύτεροι λαχανοντολμάδες;»
«Σε βρίσκω άδικη».
«Πως νομίζεις ότι γνώρισε τον πατέρα μου και μπήκε στην παρέα; ποιος την έφερε στον κύκλο τους;»
«Ποιος;»
«Ο πατέρας μου. Γνωρίστηκαν όταν χρειάστηκε νομικές συμβουλές για την εταιρία της. Φαίνεται ότι το ενδιαφέρον ήταν άμεσο και από τις δυο πλευρές. Η Πηγή μου είπε ότι ο πατέρας φρόντισε να γνωριστούν τα δυο ζευγάρια σε ένα επαγγελματικό δείπνο. Πρόφαση ήταν για να μην κινήσουν υποψίες και μετά τα υπόλοιπα τα ξέρουμε πια. Κοίτα, είναι μητέρα μου και την αγαπάω όσο δεν φαντάζεσαι και θα ήθελα ο πατέρας μου να αναγνωρίσει όλες τις υποχωρήσεις που έκανε για να του αφήσει τον δρόμο ανοιχτό. Ναι, είναι ένας από τους μεγαλύτερους δικηγόρους των Αθηνών αλλά η κυρία Δωροθέα φρόντιζε να του ανοίγει τους δρόμους ή τέλος πάντων να μην του δημιουργεί εμπόδια και στα χρόνια της πείνας του κρατούσε σφιχτά το χέρι χωρίς να ζητήσει ποτέ της τίποτα. Σήμερα φοράμε και οι τρεις κόρες βέρα με μπριγιάν, λες και είναι το οικόσημο της οικογένειας. Μας έχει φορτώσει με δώρα όλες μας, σαν να είμαστε λατέρνες. Αξίας βέβαια αλλά λατέρνες. Να σου εξηγήσω τι κάνει ακριβώς ο πατέρας; Ξεπλένει τις ενοχές του. Έτσι λέει η μάνα και την πιστεύω. Από την άλλη όμως, όταν γνώρισε την Μυρσίνη, ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν ήταν το αγόρι των δεκαοκτώ χρονών, το μυαλό του είχε ανοίξει, είχε προχωρήσει μπροστά σαν άλογο κούρσας και η μητέρα είχε μείνει με το ξεσκονόπανο στο χέρι και το φακιόλι. Γυρίζει το βράδυ και πράγματι βρίσκει να τον περιμένουν τα καλύτερα φαγητά φτιαγμένα όλα από τα χέρια της μάνας μου. Τι να σου κάνει όμως μια σπανακόπιτα όταν η ψυχή και το μυαλό ζητάει να πάει ακόμα παραπέρα μου λες;»

Δεν μίλησα, άρχισα να κάνω τη γνωστή γκριμάτσα όπως κάθε φορά που ήμουν νευρική. Σούφρωνα νευρικά τη μύτη μου και δάγκωνα εσωτερικά το μάγουλό μου.

«Σταμάτα να κάνεις το ποντίκι επιτέλους» με μάλωσε.
«Παλεύω να καταλάβω τι προσπαθείς να μου πεις».
«Προσπαθώ να είμαι δίκαιη. Τέλος πάντων, όταν λοιπόν ο πατέρας γνώρισε την Μυρσίνη, πέρα από αρκετά νεότερη, ήταν και είναι τόσο κομψή που σου κόβεται η ανάσα».
«Κι εσύ που το ξέρεις;»
«Τον παρακολούθησα».
«Τι έκανε λέει;» είπα και πετάχτηκα επάνω.
«Έχω μια μάνα στο σπίτι που πριν λίγες ημέρες σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να μας πει τίποτα. Έκανε τρεις ημέρες να φανεί. Κανείς  μας δεν ήξερε που πήγε, ούτε είχαμε ιδέα που να την ψάξουμε. Μετά υπήρχε και η ντροπή, τι να λέγαμε; Έφυγε και μας παράτησε, θα ρωτούσαν όλοι τι έγινε. Η Πηγή πάλι ήταν αυτή που μας ενημέρωσε ότι μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε. Κατάλαβα ότι γύρισε όταν είδα τη μικρή της βαλίτσα στο σαλόνι. Προσπάθησα να της μιλήσω, να την ρωτήσω αλλά δεν τα κατάφερα».
«Γιατί;»
«Γιατί εμείς δεν είμαστε σαν εσάς Αναλία, κρατάμε πάντα αποστάσεις» είχε πει και θυμήθηκα ότι μιλούσε στον πατέρα της στον πληθυντικό και ήταν κάτι που στο μυαλό μου ποτέ του δεν μπόρεσε να χωρέσει. «Εσύ μιλάς πριν προλάβεις να σκεφθείς».
«Εντάξει αλλά τώρα τι σχέση έχει αυτό;»
«Έκλαιγε και πήγα κοντά της, μου ζήτησε να φύγω και να μην μιλήσουμε ποτέ γι’ αυτό».
«Εριέττα στο ορκίζομαι δεν καταλαβαίνω. Θα τα είχα κάνει γυαλιά καρφιά στο σπίτι αν όλα πήγαιναν καθημερινά από το κακό στο χειρότερο και όλοι πάλευαν να μου κρατήσουν μυστικά».
«Δεν θα μπορούσες, στο ορκίζομαι και δεν έχει να κάνει με τον αυθόρμητο χαρακτήρα σου αλλά με τον τρόπο που μεγάλωσες».

Είχε δίκιο. Στο σπίτι της Εριέττας αυτό που πάντα έλειπε ήταν οι ρόδινες αποχρώσεις της ευτυχίας, της γαλήνης και της τρυφερότητας. Η φίλη μου, ήταν ένα πλάσμα τόσο γλυκό, τόσο ανθρώπινο και δοτικό που έμοιαζε με ρόδο ανάμεσα στα αγκάθια αλλά κάτι πάνω της αδιόρατο μεν, σε κρατούσε σε απόσταση.

«Τον πατέρα σου γιατί τον παρακολούθησες;»
«Ήθελα να μάθω την αλήθεια, να καταλάβω. Δεν μπορείς να νιώσεις πως είναι να ζεις τόσα χρόνια μέσα στο σκοτάδι, ενώ υπάρχει μέσα σου μια φωνή που σου ψιθυρίζει αλήθειες που δεν θέλεις να ακούσεις. Είναι τελείως διαφορετική η δική σου οικογένεια».
«Και τελικά τι κατάλαβες παριστάνοντας την Αγκάθα Κρίστη;»
«Τον είδα να την φιλάει και να την παίρνει αγκαλιά μέσα στο Κολωνάκι, ανάμεσα στον κόσμο και ήταν ξεκάθαρο το πόσο πολύ ταιριαστοί ήταν».
«Καλά, ο δικός της άντρας που είναι. Δεν έχει πάρει είδηση τίποτα;  Για το παιδί της έστω δεν την ενδιαφέρει να κρατήσει τα προσχήματα;»
«Τι να σου πω, δεν έχω ιδέα, ίσως να ξέρει η θεία σου η Ζανέτ ή η μητέρα σου».
«Από την Ζανέτ λέξη δεν θα μάθουμε. Η θεία μου έχει αμπάρες στο στόμα της,  από την μητέρα μου όμως ίσως, αν τα καταφέρω» είπα σκεπτική.
«Τι έπαθες τώρα;»
«Την κυρία Δωροθέα σκέφτομαι αλλά κι εσένα. Οι άλλες δυο μια χαρά την έχουν κοπανήσει στα σπίτια τους και τη ζωή τους. Η Λουΐζα είναι τόσο ανεξάρτητη που δεν την απασχολούν αυτά τα θέματα και η Θάλεια τώρα πια ασχολείται με τα μωρά της,  εσύ όμως;»

Η Εριέττα με κοίταξε σαν κουτάβι και ανασήκωσε απλώς τους ώμους.

«Και δεν στα έχω πει όλα» είπε «μέσα σε όλα αυτά, ανακάλυψα ότι η μητέρα μου έχει μπλέξει με καφετζούδες και χαρτορίχτρες».
«Αποκλείεται, η κυρία Δωροθέα δεν υπάρχει περίπτωση να έκανε κάτι τέτοιο, δεν μπορεί, δεν σε πιστεύω».
«Άκου με που σου λέω».
«Εριέττα πας καλά; Ούτε για πλάκα μην λες τέτοια πράγματα».
«Μα δεν τα λέω, γίνονται».
«Κι εσύ πως το ξέρεις; παρακολουθείς τώρα και τη μητέρα σου;»
«Όχι, μου το είπε η Πηγή».
«Αμάν πια, η Πηγή είναι μέσα σε όλα, ξέρει τα πάντα, έτσι δεν είναι;»
«Όλη την ημέρα μαζί με την μητέρα μου είναι και σε πάω στοίχημα ότι είναι η μόνη που ξέρει που πήγε όταν έφυγε με το αυτοκίνητο».
«Και δεν σου είπε κουβέντα για το ταξίδι;»
«Χρυσή την έκαναν αλλά δεν άνοιξε το στόμα της. Πιστεύω όμως ότι αν υπήρχε λόγος να μάθω, θα μου έλεγε και επίσης θα ειδοποιούσε την μητέρα μου αν χρειαζόταν. Η κυρία Δωροθέα είχε αφήσει πίσω της το μαντρόσκυλο, μην ανησυχείς. Ίσως μίλησε στον πατέρα μου αλλά δεν ξέρω».
«Είναι η ψυχοκόρη της».
«Ακριβώς και η μόνη που ξέρει όλη την αλήθεια, γι’ αυτό σου λέω, για να το λέει η Πηγή και να με ενημερώνει έτσι θα είναι».
«Τι θα κάνεις;»
«Δεν έχω ιδέα, αν μιλήσω στη μητέρα μου θα ψάλλει τον αναβαλλόμενο στην Πηγή κι αυτό δεν συμφέρει κανέναν μας, αν από την άλλη την αφήσω να την τρελαίνουν οι μαγίστρες της συμφοράς, τότε μεγάλο μπελά βρήκαμε. Θα την αρρωστήσουν προκειμένου να της τρώνε τα λεφτά».
«Εντάξει, θα προσπαθήσω να μάθω κάτι από τη μάνα μου».
«Μην σε πάρει χαμπάρι, έτσι;»
«Κομμάτι δύσκολο αλλά κάτι θα κάνω» είπα, ενώ γνώριζα ότι σε παγίδες η μητέρα μου δεν έπεφτε. «Να σου πω» συνέχισα «με τον Νίκο είσαστε καλά;»
«Ναι και κανόνισε το Σάββατο να βγούμε όλοι μαζί, δηλαδή εννοώ να φέρει κι έναν φίλο του, τον Σάββα».
«Με τον Σάββα το Σάββατο, ωραία. Προξενιό μου κάνει;»
«Μην δίνεις σημασία το θέμα είναι να βρεθούμε».
«Κι αν αυτός ο Σάββας είναι βλάκας;»
«Έλα μην μου το χαλάσεις τώρα» είπε και δεν της το χάλασα αλλά ο Σάββας κι εγώ δεν μπορέσαμε να κολλήσουμε πουθενά. Το θέμα ήταν η Εριέττα να έχει την κάλυψη που χρειαζόταν, εγώ έτσι κι αλλιώς κάθε βδομάδα είχα μάτια για άλλον, η ζωή για εμένα έμοιαζε με ένα ατελείωτο πάρτι.

Αυτό το τροπάρι, γιατί πως αλλιώς θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω, κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια. Ήμουν δίπλα της και δεν κουβέντιαζα ότι μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η Εριέττα ήταν κάτι παραπάνω από φίλη, ήταν η αδελφή που επέλεξα κι όχι αυτή που βρήκα να με περιμένει στην οικογένεια που γεννήθηκα ή ένα μικρό πλάσμα που θα μπορούσε ίσως να έρθει αργότερα. Αδελφή από επιλογή, μεγάλη απόφαση και ακόμα μεγαλύτερη κουβέντα.

Εκείνο το Σαββατοκύριακο δεν μας ενόχλησε κανείς.

«Και μεταξύ τους στο σπίτι δείχνουν να είναι καλύτερα, τουλάχιστον δεν τσακώνονται» μου είχε πει καθώς περπατούσαμε στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας με κατεύθυνση προς το άγαλμα της Αθηνάς. Γελάγαμε και η ζωή έμοιαζε να παίρνει άλλη μορφή, πιο χαρούμενη. Η Εριέττα πάντα πιο σοβαρή και συγκρατημένη δεν χοροπηδούσε σαν κατσίκι στο πεζοδρόμιο. Αυτά ήταν δικά μου καμώματα.

«Και αύριο Δευτέρα, πάλι σχολείο, αμάν πια τελειωμό δεν έχει» μουρμούρισα.
«Έχεις διαβάσει;»
«Με την εργασία παιδεύομαι στα Αρχαία ακόμα, ευτυχώς έρχονται Χριστούγεννα και θα μπορούμε να καθίσουμε σπίτι, να έχουμε για λίγο την ησυχία μας. Εσύ την άρχισες;»
«Θα αστειεύεσαι!» απάντησε και αρχίσαμε να γελάμε νευρικά και ξέγνοιαστα, ίσως για τελευταία φορά για τα επόμενα χρόνια.

***

Το επόμενο πρωινό ξύπνησα από τον ήχο που έκανε το ξυπνητήρι δίπλα στο κομοδίνο του κρεβατιού. Σηκώθηκα και βρήκα τη μητέρα να κρατάει μια κούπα καφέ στα χέρια και να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Φορούσε τη μεταξωτή της ρόμπα. Κάτι δεν πήγαινε καλά, κανονικά θα έπρεπε να ήταν ήδη ντυμένη και να ετοιμάζεται να πάει στην δουλειά της. Τα τακούνια της θα ακουγόταν στο ξύλινο πάτωμα και ίσως να διόρθωνε το φουλάρι στο λαιμό της και να έβαζε λίγο από το άρωμά της. Θα μου γκρίνιαζε να βιαστώ, όμως όχι. Ήταν Δευτέρα και στεκόταν με την κούπα στα χέρια κοιτάζοντας το δρόμο, το κρεβάτι ήταν στρωμένο και ο πατέρας έλειπε.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησα έντρομη, γιατί η καλημέρα δεν έβγαινε από τα χείλη μου.
«Ξύπνησες αγάπη μου;»
«Μαμά που είναι ο μπαμπάς, γιατί το κρεβάτι είναι στρωμένο;»
«Πάμε στην κουζίνα να σου φτιάξω πρωινό και θα σου πω» είπε μέχρι που με είδε να τρέμω. «Σώπα παιδί μου μην φοβάσαι».
«Έγινε ότι και με τον παππού;» ρώτησα κι άρχισα να κλαίω χωρίς να περιμένω απάντηση. Η μυρωδιά του θανάτου και το άρωμα από ζουμπούλια που είχε πλημμυρίσει το σπίτι τότε, πριν λίγα χρόνια με έκαναν να κλαίω με λυγμούς.
«Όχι, μην κάνεις έτσι» είπε προσπαθώντας να με ηρεμήσει.
«Που είναι ο μπαμπάς μου;» ούρλιαξα.
«Στο νοσοκομείο» είπε αφήνοντας τον καφέ της και σφίγγοντάς με στην αγκαλιά της.
«Ζει;»
«Ναι και θα πάμε να τον δούμε, ησύχασε σε παρακαλώ».
«Τι έχει;»
«Είναι παλιά ιστορία παιδί μου, την πρώτη φορά το έπαθε ένα μήνα αφού παντρευτήκαμε».
«Τι έπαθε, γιατί δεν μου λες;» ρωτούσα μέσα από τα αναφιλητά μου.
«Βγάζει αίμα από τα πνευμόνια» απάντησε με την ήρεμη φωνή της, τον τρόμο στα μάτια της όμως δεν μπορούσε να τον κρύψει. Φοβόταν.
«Θα πεθάνει έτσι δεν είναι;»
«Είπαμε όχι, πάει και τελείωσε» απάντησε αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν το έλεγε σε εμένα που έκλαιγα ή στον ίδιο της τον εαυτό.
«Πότε έγινε, δεν καταλαβαίνω, χθες το βράδυ ήταν εδώ».
«Είχες ήδη κοιμηθεί, ήταν σχετικά αργά».
«Και γιατί δεν με ξύπνησες;»
«Αμαλία» είπε γιατί το πραγματικό μου όνομα ήταν αυτό, Αναλία ήταν η δική μου παράφραση του ονόματός μου από την εποχή που ήμουν τοσοδούλα.  «Αμαλία παιδί μου ήταν αργά, πήγαμε στο νοσοκομείο, του έκαναν τις εξετάσεις που έπρεπε και αποφάσισαν ότι έπρεπε να τον κρατήσουν. Δεν μπορούσαμε να σε αφήσουμε μόνη στο σπίτι, γύρισα για να μην τρομάξεις».
«Και το κρεβάτι γιατί είναι στρωμένο;»
«Δεν προλάβαμε να ξαπλώσουμε».
«Ναι αλλά όταν γύρισες;»
«Δεν κοιμήθηκα παιδί μου».
«Είναι κάτι σοβαρό έτσι δεν είναι;»
«Δεν ξέρουμε ακόμα, θα πρέπει να περιμένουμε».
«Η γιαγιά το ξέρει;» ρώτησα και η μητέρα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν είπα τίποτα σε κανέναν, είσαι η πρώτη που το μαθαίνεις» είπε και κοίταξε το μικρό τετράγωνο χρυσό ρολόι που φορούσε στο αριστερό της χέρι. «Πήγαινε να ετοιμαστείς, θα έρθει το σχολικό».
«Δεν μπορώ να πάω σχολείο μαμά» φώναξα.
«Μην μου βάζεις κι άλλα στο κεφάλι τώρα. Εσύ θα πας στο σχολείο, εγώ στο νοσοκομείο και θα έρθω να σε πάρω το απόγευμα».
«Δεν θέλω» ούρλιαξα.
«Πρέπει να αφήσουμε τους γιατρούς να κάνουν τη δουλειά τους Αμαλία, δεν μπορούμε να είμαστε και οι δυο μας στα πόδια τους, άσε που δεν ξέρω αν σε δέχονται, είσαι ανήλικη».
«Πως θα πάω στο σχολείο έτσι μου λες;» ρωτούσα δείχνοντας τα πρησμένα από το κλάμα μάτια μου, «πως θα σε αφήσω μόνη και ο μπαμπάς; και για να με αποκαλείς Αμαλία τα πράγματα είναι περισσότερο σοβαρά και δεν μου λες αλήθεια».
«Παιδί μου είμαι κουρασμένη, άυπνη και θέλω να πάω πάλι στον πατέρα σου. Θέλεις να με βοηθήσεις;» ρώτησε έχοντας καθίσει στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.
«Ναι» φώναξα «τι θέλεις να κάνω;»
«Να πας στο σχολείο και τα υπόλοιπα να τα αφήσεις επάνω μου» είπε και μου χαμογέλασε τρυφερά «γλυκιά μου Αναλία» είπε και με κράτησε στην αγκαλιά της φιλώντας με στα μαλλιά, «όλα θα πάνε καλά θα δεις, μόνο να ησυχάσεις αγάπη μου».

Ήμουν δεκαπέντε χρονών, πως μπορούσα να καταλάβω και πώς να ησυχάσω. Οι χειρότεροι δράκοι εμφανιζόταν ο ένας μετά τον άλλον. Και μετά τι μας έμελλε να ζήσουμε; Ο φόβος βρήκε χαραμάδα και φώλιασε χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να μπορέσω το μοιραστώ με κανέναν άλλον εκτός από την Εριέττα. Μάθαινα για πρώτη φορά τη γλώσσα της σιωπής και έμπαινα μέσα σε ένα σκοτεινό λαβύρινθο. Αντιστεκόμουν από ένστικτο παριστάνοντας στον εαυτό μου τον παλιάτσο. Μέχρι πότε και για πόσο θα άντεχα; Την τρομαγμένη μου ψυχή δεν ήθελα να τη γνωρίσω. Θα τα κατάφερνα;

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here