Αναποφάσιστη κοίταζα τη φιγούρα μου στον καθρέφτη, δοκιμάζοντας τα ρούχα που είχα διαλέξει έχοντας μόλις βγει από το δοκιμαστήριο. Η εποχή άλλαζε και τα τρύπια μου χέρια ζητούσαν να αδειάσω μέχρι και την τελευταία δεκάρα από το πορτοφόλι μου σε μια ανόητη κρίση καταναλωτισμού, λες και μου περίσσευαν. Η δικαιολογία ήταν πάντα το γραφείο, οι πελάτες, οι νυχτερινές βόλτες  και σε καμία περίπτωση η κοκεταρία μου. Απροσδιόριστο ήταν αυτό που με έκανε να σηκώσω τα μάτια και να κοιτάξω έξω από τη βιτρίνα. Την είδα να περνάει κοιτάζοντας ευθεία μπροστά της, ψηλή, σοβαρή, όμορφη όπως πάντα με τα κοντά της τα μαλλιά. Αγέρωχη, η Εριέττα.

«Σας πηγαίνει πολύ, δεν νομίζετε;» έλεγε η πωλήτρια.
«Ναι, ναι» απάντησα αφηρημένη κοιτάζοντας με βλέμμα μαγνητισμένο τη φιγούρα της να βαδίζει και να χάνετε.
«Να το αφήσω στο ταμείο μαζί με τα υπόλοιπα;» ρώτησε η νέα γυναίκα και κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Αν η Εριέττα έκανε ένα βήμα πίσω και με έβλεπε, σκέφτηκα και ανατρίχιασα. Τη  συνέχεια δεν ήθελα να τη ζήσω κι έτρεξα να κρυφτώ στην ασφάλεια των  αποδυτήριων βγάζοντας προσεχτικά τα καινούργια μου ρούχα. Ντύθηκα και με κοίταξα για άλλη μια φορά στον καθρέφτη. Μόνο που αυτή τη φορά έμοιαζα θαμπή και η ματιά μου είχε συννεφιάσει. Η χαρά έκανε στην άκρη κι έδωσε τη θέση της στη θλίψη και τη μελαγχολία. Εριέττα μου, πως στην ευχή τα κάναμε έτσι;

***

Όποιος μας ρωτούσε πότε και πως γνωριστήκαμε, η απάντηση ήταν μια. ‘’Από την εποχή που είμαστε δυο μικρά ολοστρόγγυλα αυγά φωλιασμένα, περιμένοντας να έρθει η δική μας ώρα για να βγούμε στο φως’’. Η κυρία Δωροθέα, η μητέρα της Εριέττας και η δική μου, συμμαθήτριες από το σχολείο. Παρέα δεν έκαναν αλλά τα έφερε η ζωή έτσι ώστε να βρεθούν ξανά μαζί, κυρίες πια, παντρεμένες και με παιδιά. Οι οικογένειες έδεσαν και έγιναν αχώριστες. Εμείς οι δυο εμφανιστήκαμε μερικά χρόνια αργότερα, με δυο μήνες διαφορά η μια από την άλλη. Δεν μπόρεσα ποτέ να βάλω στο μυαλό μου ότι θα ερχόταν η ημέρα που δεν θα τρέχαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης. Ότι θα έβλεπα την Εριέττα να περνάει έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού και θα την παρατηρούσα κρυμμένη πίσω από το μεγάλο καθρέφτη, στο κατάστημα ρούχων στο Φάρο Ψυχικού. Το αυτονόητο μας είχε γυρίσει την πλάτη μουτρωμένο. Ποια έφταιγε θα ρωτήσετε, είτε από περιέργεια είτε από ενδιαφέρον. Η κάθε μια είχε τη δικιά της εκδοχή να σας διηγηθεί. Το σίγουρο ήταν, ότι η Εριέττα θα κοιτούσε με απορία το τεράστιο ερωτηματικό που είχα ζωγραφίσει μέσα στο κεφάλι της. Στο δικό της ‘’γιατί’’ εγώ δεν είχα απαντήσει κι αντί να σταθώ στο ύψος μου και να τη βάλω απέναντί μου, όπως κάναμε πάντα, ξεκαθαρίζοντας συναισθήματα και αποφάσεις, διάλεξα το δρόμο της φυγής και εξαφανίστηκα μέσα στη σιωπή, κλαίγοντας βουβά και πενθώντας μόνη μου για χρόνια.

Πλήρωσα, βγήκα από το κατάστημα με τα ρούχα και μπήκα κατευθείαν στο απέναντι με τα χειροποίητα ασημένια κοσμήματα. Η σφυρήλατη καρδιά με τον ημιπολύτιμο ακατέργαστο ροζ χαλαζία ήταν αυτό που έπιασα πρώτο στα χέρια μου. Το δοκίμασα και το αγόρασα χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Μια καρδιά, αυτό μου έλειπε κι αυτό αγόρασα. Έφτασα μέχρι το ταμείο και κοντοστάθηκα προσπαθώντας να καταπνίξω την επιθυμία μου να σηκώσω όλο το μαγαζί και τα κατάφερα μόνο όταν άνοιξα το πορτοφόλι και διαπίστωσα ότι με τα ρέστα θα μπορούσα να πιώ έναν γευστικό καφέ, λίγο πιο κάτω σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα μπιστρό της περιοχής. Θα καθόμουν στη μπάρα ή ίσως σε ένα μικρό τραπέζι και θα χάζευα τον κόσμο. Μόνη μου, χωρίς την Εριέττα, γνωρίζοντας ότι τα είχα κάνει όλα λάθος.

Φορτωμένη με τις τσάντες, μπήκα μέσα στο καφέ. Κοίταξα μέσα από τα σκούρα γυαλιά ηλίου δεξιά κι αριστερά και εντόπισα ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Καταμεσής είχε ένα μεταλλικό κυλινδρικό βάζο με ένα κλαδί από πυράκανθο. Χαμογέλασα, από παιδί αγαπούσα τους πυράκανθους. Βιαστικά πέρασα ανάμεσα από τον κόσμο, τακτοποίησα τις τσάντες  και περίμενα.

«Καλώς ήρθατε, θα είσαστε μόνη σας;» με ρώτησε ευγενικά η σερβιτόρα, με το ένα χέρι πίσω από την πλάτη και με το άλλο να μου σερβίρει παγωμένο νερό από την κανάτα.
«Ναι» απάντησα.
«Να σας φέρω έναν κατάλογο;»
«Όχι, έναν καφέ θα ήθελα μόνο. Διπλό καπουτσίνο, μέτριο προς το γλυκό και με την κανέλλα στο ενδιάμεσο παρακαλώ».
«Κάτι άλλο; έχουμε ωραία γλυκά».
«Όχι, ευχαριστώ» είπα και έστρεψα το κεφάλι μου προς το παράθυρο. Κόσμος πήγαινε, κόσμος ερχόταν. Το κενό βλέμμα στα μάτια μου, τα έλεγε όλα.

***

Η πρώτη θύμηση ήταν η Εριέττα κι εγώ να καθόμαστε σε ένα από τα παρτέρια του σχολείου. Φορούσαμε τη στολή μας και είχαμε τεντωμένα τα πόδια. Λευκές κάλτσες μέχρι το γόνατο και παπούτσια Sebago. Τότε ήταν της μόδας να βάζουμε ένα χρυσό κέρμα στη σχισμή για να κάνει το σκέρτσο του. Διαφορά καμία, όλες το ίδιο κάναμε και τα αγόρια κυκλοφορούσαν μονίμως με παπούτσια αθλητικά. Στα διαλλείματα αγόρια και κορίτσια συγκεντρώνονταν ανά παρέες κάτω από τις μπασκέτες ή το φιλέ του βόλεϊ. Άλλοι προτιμούσαν τις κερκίδες, μα εμείς οι δυο θέλαμε να νιώθουμε το χορτάρι στα πόδια μας κι ας μας έκαναν παρατήρηση.

«Συμβαίνουν πράγματα καθημερινά στο σπίτι που με κάνουν και δεν αντέχω άλλο» έλεγε η Εριέττα παίζοντας νευρικά με την άκρη της κοτσίδας της, λύνοντας και δένοντας το λάστιχο που τη συγκρατούσε. Τα λυγερόκορμα αγόρια που χάζευα μέχρι εκείνη τη στιγμή, έπαψαν να έχουν ενδιαφέρον.
«Τι εννοείς;» ρώτησα και ανασηκώθηκα λίγο απότομα.
«Ο μπαμπάς …»
«Ναι, τι; Συμβαίνει κάτι;»
«Μάλλον έχει …»
«Τι έχει Εριέττα, μην μου βγάζεις την ψυχή».
«Τους άκουσα να τσακώνονται με την μαμά για εκείνη τη γυναίκα».
«Πάλι;»
«Κάθε μέρα τα ίδια και χειρότερα. Όσο είμαστε όλοι μαζί, παριστάνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα, όταν βραδιάσει όμως …»
«Ξέρεις ποια είναι; Πάει το μυαλό σου σε κάποια;»
«Δεν έχω ιδέα, μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω αλλά δεν ξέρω τι να σου πω» είπε και ανασήκωσε τους ώμους σφίγγοντας ταυτόχρονα τα χείλια.
«Είσαι σίγουρη ότι τα προβλήματα έχουν να κάνουν με μια άλλη γυναίκα;»
«Δυστυχώς, όσο και να προσπαθούν να το κρύψουν, μην ξεχνάς ότι το δωμάτιό τους συνορεύει με το δικό μου και κάθε βράδυ, μα κάθε βράδυ όμως ακούω τα ίδια και τα ίδια».

Να ρωτήσω τι έλεγαν δεν τολμούσα. Μπορεί πάλι και να μην ήθελα, για εμένα το θέμα ήταν η Εριέττα και η μόνιμη στεναχώρια που είχε εξαφανίσει το γλυκό χαμόγελο από τα χείλη της.

«Τι θα κάνω;» μονολογούσε.
«Πιστεύεις ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι;»
«Να μαθαίναμε έστω ποια είναι».
«Και τι θα άλλαζε;»
«Θα πήγαινα να την βρω».
«Αλήθεια λες;» ρώτησα και πετάχτηκα από τη θέση μου «και θα της έλεγες τι, μην ενοχλείτε τον πατέρα μου;»
«Δεν ξέρω αλλά θα ήθελα να την χαστουκίσω. Η μητέρα μου υποφέρει και κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει τον πατέρα κοντά μας».
«Με τις αδελφές σου το έχετε κουβεντιάσει;»
«Μπα, με την Θάλεια μόνο αλλά κι εκείνη έχει τα μυαλά της πάνω από τη σκούφια της. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να τελειώσει το σχολείο μια ώρα νωρίτερα για να παντρευτεί».
«Από τώρα, μικρή δεν είναι;»
«Έχει πει σε όλους μας ότι με το που θα αποφοιτήσει, έχουν κανονίσει με τον Αλέξανδρο να παντρευτούν».
«Δεν μιλάτε όμως για αυτά που γίνονται σπίτι;»
«Ούτε η Θάλεια ξέρει» είπε η Εριέττα και κάθισε οκλαδόν, «λες να μην την έχω ρωτήσει;»
«Η Λουΐζα;»
«Αυτή δεν την πλησιάζω έτσι κι αλλιώς, βλέπεις είναι η μεγαλύτερη κι έχει φύγει από το σπίτι. Δεν μπορεί να ασχολείται με εμάς, έτσι είπε στην μητέρα. Την ξέρεις τώρα, είναι πιο σκληρή και από κοτρόνα, δεν περιμένω τίποτα από αυτή, άσε που έχει καβαλήσει το καλάμι».
«Γιατί το λες αυτό;»
«Ξέρεις με ποιον έχει δεσμό και μας κουνιέται λες και έπιασε το δέκα το καλό;»
«Με ποιόν;»
«Με τον παντρεμένο διευθυντή της, γι’ αυτό σου λέω, να τελειώνουμε από το σχολείο και να φύγουμε όλοι γι’ αλλού. Ο πατέρας περιμένει να κλείσω τα δεκαοχτώ για να φύγει από το σπίτι και να ζήσει με την … Κάθε βράδυ αυτό ακούω, πως τη λένε και ποια είναι μόνο δεν ξέρω και με πληγώνει ότι η μάνα θα πρέπει να ζει μέσα σε αυτό το βασανιστήριο μέχρι να τελειώσουμε εμείς το σχολείο. Ποτέ δεν θα παντρευτώ, με ακούς;»
«Έχω μια ιδέα, τώρα μου ήρθε».
«Για λέγε».
«Η μητέρα μου κάθε απόγευμα που ο πατέρας λείπει στο μαγαζί, μιλάει στο τηλέφωνο χαμηλόφωνα με τις ώρες και κλείνετε στο υπνοδωμάτιο».
«Με ποιόν μιλάει ξέρεις;» ρώτησε η Εριέττα τραβώντας μια τούφα χορτάρι από το παρτέρι.
«Υποθέτω με την θεία μου. Γιατί κλείνει την πόρτα αν δεν έχει μυστικά;»
«Λες; Δεν μπορεί αποκλείεται».
«Ειλικρινά δεν ξέρω, όμως πάντα μιλάει για τον πατέρα σου με τα καλύτερα λόγια. Συχνά έχουμε την κουβέντα του».
«Ναι αλλά δεν γίνεται, βρισκόμαστε συνέχεια μαζί, δεν μπορώ να πιστέψω ότι σκέφτηκες κάτι τέτοιο. Η μητέρα σου με τον πατέρα μου;» ρώτησε έντρομη «κι εμείς, εσύ κι εγώ τι θα γίνουμε;»
«Δεν ξέρω Εριέττα, με έχεις βάλει σε υποψίες και το μόνο που έχω να κάνω είναι να την παρακολουθήσω».
«Και πως θα γίνει αυτό;»
«Να κρυφακούω τις συνομιλίες όταν η πόρτα είναι κλειστή».
«Δεν είναι σωστό το ξέρεις έτσι;»
«Γιατί Εριέττα εσύ τι κάνεις;»
«Βάζω κι ένα ποτήρι στον τοίχο, έτσι ακούω καλύτερα».
«Πλάκα μου κάνεις τώρα;»
«Όχι καθόλου, με συμβούλεψε να το κάνω η Πηγή».
«Ξέρει η Πηγή;»
«Μάλλον τα περισσότερα» είπε και τράβηξε άλλη μια τούφα από το χορτάρι. «Κοίτα, καραφλό το άφησα» και άρχισε να σκεπάζει με πετραδάκια την τρύπα που είχε ανοίξει. «Πάμε» είπε και σηκώθηκε όρθια «το τελευταίο πράγμα που έχουμε ανάγκη είναι μια αποβολή».

Το μεσημέρι χωρίσαμε για να πάμε η κάθε μια στο σχολικό της. «Θα προσπαθήσω να κάνω αυτό που μου είπες με το ποτήρι αλλά δεν ξέρω, φοβάμαι λίγο. Αν δεν καταφέρουμε να μιλήσουμε σήμερα, θα τα πούμε αύριο» της υποσχέθηκα και το έκανα. Εκείνη την ημέρα η μητέρα δεν μίλησε στο τηλέφωνο, ούτε την επόμενη μα την ημέρα που η πόρτα του υπνοδωματίου έκλεισε, κόλλησα το αυτί μου στην πόρτα και άκουσα όσα χρειαζόμουν. Η καρδιά μου είχε πάει στη θέση της, η φιλενάδα του κυρίου Θωμά Δημητρίου, του πατέρα της Εριέττας δεν ήταν η μητέρα μου, ούτε η θεία μου. Όμως κάτι συνέβαινε και στο δικό μου σπίτι αλλά να το προσδιορίσω δεν μπορούσα. Κόλλησα περισσότερο το αυτί μου στην πόρτα κι άκουσα ένα όνομα, ‘’Μυρσίνη’’. Ποια ήταν αυτή, εμείς δεν γνωρίζαμε καμία Μυρσίνη, περίμενα με κομμένη την ανάσα και ταυτοχρόνως κοιτούσα δεξιά κι αριστερά. Ούτε ξέρω τι θα γινόταν στο σπίτι έτσι και με έβλεπαν να κρυφακούω. Σηκώθηκα κι έφυγα πατώντας στις μύτες των ποδιών μου.

Την επόμενη ημέρα δεν περίμενα να έρθει η ώρα του πρώτου διαλλείματος. Καθίσαμε με την Εριέττα δίπλα-δίπλα στο θρανίο και έβγαλα το τετράδιο της προσωπικής μας αλληλογραφίας που στο εξώφυλλο έγραφε ‘’Πρόχειρο’’.

‘’Μιλούσε η μητέρα με τη θεία Ζανέτ. Δεν κατάλαβα πολύ καλά τι έλεγαν αλλά άκουσα ένα όνομα για πρώτη φορά. Μυρσίνη, εγώ δεν ξέρω καμία από την παρέα τους με αυτό το όνομα, εσύ; (ποτήρι δεν έβαλα στην πόρτα, φοβήθηκα)’’.

‘’Είσαι σίγουρη ότι άκουσες το όνομα Μυρσίνη, είναι πολύ σοβαρό αυτό που σε ρωτάω’’.

‘’Στο ορκίζομαι’’.

‘’Θα τα πούμε στο διάλλειμα’’ έγραψε και κλείσαμε το τετράδιο. Φρόνιμες, η Εριέττα με τις δυο κοτσίδες της να της στολίζουν το κεφάλι κι εγώ με τα μαλλιά ξέπλεκα και ανακατωμένα, παριστάναμε ότι παρακολουθούσαμε το μάθημα. Με το που ακούσαμε το πρώτο κουδούνι τρέξαμε γρήγορα στο προαύλιο. Αυτή τη φορά καθίσαμε στις κερκίδες και η Εριέττα κοιτούσε τις μύτες των παπουτσιών της. Τράβηξε τις κάλτσες της μέχρι το γόνατο και είπε ‘’ώστε Μυρσίνη’’.

«Δεν είμαστε σίγουρες, ένα όνομα άκουσα, μπορεί να μην έχει καμία σχέση».
«Δυστυχώς έχει, αυτό το όνομα το έχω ακούσει κι εγώ αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Για μια Μυρσίνη ξεκίνησαν οι καυγάδες. Ποια είναι όμως μου λες;»

Απάντηση δεν είχα, ανασήκωσα τους ώμου και την πήρα αγκαλιά. «Έλα κάτι θα σκεφτούμε» είπα.
«Δεν εξαρτάται από εμάς Αναλία, δεν βλέπεις την Σάσα πως έχει γίνει;»
«Πως έχει γίνει;» ρώτησα ψάχνοντας με τα μάτια να βρω την συμμαθήτριά μας φυσώντας  τα ανακατωμένα μου μαλλιά.
«Ήθελα να ‘ξερα πως βλέπεις ανάμεσα από τόσα μαλλιά».
«Δεν βλέπω αλλά δεν έχει σημασία, εμένα μου αρέσουν. Τι μου είπες για τη Σάσα;»
«Οι γονείς της χώρισαν αλλά υποτίθεται ότι δεν το ξέρει κανείς μας, μόνο που έχει βουίξει όλο το σχολείο, δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση της, έχει σταματήσει να βγαίνει στο προαύλιο. Μένει στην τάξη γιατί ντρέπεται».

«Δεν το ήξερα ειλικρινά. Μπορούμε να κάνουμε κάτι;»
«Ναι να σωπάσουμε, ώρες-ώρες κάνεις σαν μικρό παιδί. Τέλος πάντων, ώστε Μυρσίνη λοιπόν …» είπε η Εριέττα και τότε απλώς κάθισα με τα χέρια ανάμεσα στα γόνατα και την κοιτούσα προσπαθώντας να καταλάβω τι ένιωθε.
«Ξέρεις, η μητέρα μου έβαψε τα μαλλιά της ξανθά».
«Η κυρία Δωροθέα ξανθιά, δεν μπορώ να τη φανταστώ καν! Και ο κότσος;»
«Πάει και ο κότσος και ξεκίνησε γιόγκα».

Έξυσα το κεφάλι μου. «Ε;»
«Προσπαθεί να μοιάσει στην Μυρσίνη φαίνεται».
«Κάτσε βρε Εριέττα, ένα όνομα είπαμε δεν σημαίνει ότι …».
«Εγώ δεν την ξέρω, έχω ακούσει όμως τη μητέρα μου να κατηγορεί τον πατέρα μου για αυτή την άλλη ξανθιά γυναίκα».
«Μην βγάζουμε συμπεράσματα, βιάζεσαι».
«Το ένστικτο με οδηγεί, ώστε τελικά τη λένε Μυρσίνη. Για δες τι άλλο μπορείς να μάθεις».
«Αυτό στο υπόσχομαι» είπα και την υπόσχεση την τήρησα.

***

«Μπορώ να σας πληρώσω;» είπα ευγενικά στην σερβιτόρα. Είχε έρθει η ώρα να κατηφορίσω στο σπίτι μου, με το πορτοφόλι άδειο, για άλλη μια φορά στη ζωή μου. Το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου ήταν γεμάτο βενζίνη. Πήρα τις τσάντες μου και τις άφησα στο πίσω κάθισμα. Η Λεωφόρος Κηφισίας ήταν μποτιλιαρισμένη για άλλη μια φορά. Μα να μην μιλήσουμε με την Εριέττα, γίνονται αυτά τα πράγματα;

Έβαλα την πρώτη ταχύτητα και ξεκίνησα για να σταματήσω στα φανάρια λίγο πιο κάτω. Πόσα πράγματα είχαμε ζήσει μόνο εμείς οι δυο το γνωρίζαμε και πως περνούσε η ζωή μας τόσο γρήγορα; Τη σκορπάγαμε αφήνοντας την να κυλάει σαν την καυτή ψιλή άμμο ανάμεσα από τα ανοιχτά μας δάχτυλά. Θυμήθηκα την κυρία Δωροθέα, πόσα ένιωσε, πόσα ονειρεύτηκε και πόσο την πόνεσε η ζωή χαρίζοντας τα πιο πικρά δώρα που μπορούσε να γευτεί ένας άνθρωπος. Η Εριέττα δεν έφταιγε, το λάθος ήταν δικό μου αλλά δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά παρά μόνο να φύγω, ήταν η ζωή που μας είχε κάνει να πάρουμε διαφορετικούς δρόμους. Τότε δεν το είχα συνειδητοποιήσει αλλά ζούσαμε τη δικιά μας δοκιμασία. Θα την ξεπερνούσαμε τελικά και ποιο θα ήταν το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσουμε;

Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Την ημέρα του γάμου της Εριέττας ένιωθα τόσο υπερήφανη που με τίποτα δεν έβαζα στο μυαλό μου όλα αυτά που θα μας υποχρέωνε η ζωή να ζήσουμε. Μου έλειπε, για εμένα ήταν η αδελφή που ποτέ δεν είχα και κανένα συναίσθημα δεν είχε αλλάξει. Οι δικές μας πορείες είχαν ακολουθήσει άλλες διαδρομές και αφήσαμε η μια το χέρι της άλλης. Την ήθελα πίσω στη ζωή μου, όπως παλιά, όπως τότε, πως όμως θα κατάφερνα να της εξηγήσω τι είχε συμβεί χωρίς να την πονέσω; Ένα ήταν σίγουρο, δεν ήμουν έτοιμη να αντιμετωπίσω ούτε την Εριέττα αλλά ούτε και τον εαυτό μου. Το φανάρι άναψε, σκούπισα τα μάτια μου που είχαν θολώσει και έβαλα την πρώτη ταχύτητα. ‘’Τι κρίμα’’ μονολόγησα και έστριψα το τιμόνι αριστερά στην κάθοδο προς Αθήνα.

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here