Ο καιρός είχε περάσει γρήγορα. Οι πρώτοι τρεις μήνες είχα κυλήσει σαν το νερό. Ο Μάνος δούλευε μέχρι αργά, έτρωγε έξω με φίλους και σύχναζε στην Ιρλανδέζικη παμπ Hairy Canary για μια μπύρα, σχεδόν πάντα μετά την δουλειά.  Του άρεσε αυτό το ετερόκλητο ανακάτεμα του κόσμου που συναντούσε εκεί.  Ένας Βέλγος αστυνομικός, ένας Φλαμανδός πυροσβέστης, εργαζόμενοι από τα γύρω γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρκετές γυναίκες. Όλοι τους μοναχικοί άνθρωποι όπως ήταν κι ο ίδιος που με το πέρασμα της ώρας και μετά από μερικά ποτήρια αλκοόλ,  γινόταν όλοι μια παρέα.

Εκείνο το απόγευμα όμως, το πρόγραμμα είχε διαφοροποιηθεί. Θα πήγαινε στην Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση της εταιρίας, στο Comics Art Museum.  «Στο μουσείο του Τεν-Τεν και των Στρουμφ» του είχε πει ο Παμίνος, αμέσως μετά το τέλος του ωραρίου για τους επισκέπτες.  Βαριόταν θανάσιμα. Όλες αυτές οι εταιρικές εκδηλώσεις, με την υποτιθέμενη καλή διάθεση και το φιλικό ύφος των υψηλόβαθμων στελεχών προς τους εργαζόμενους, του θύμιζε καθρεφτάκια και χάντρες για τους ιθαγενείς.

Έδεσε τη γραβάτα του, ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του, Oban κατά προτίμηση, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και έβαλε την κολόνια του. Eau Sauvage.

Κατέβηκε τρέχοντας τα τρία πατώματα, βγήκε στο δρόμο και στάθηκε να χαζεύει το αυτοκίνητό του. Το πλησίασε με αργά βήματα.  Όταν δήλωσε επιθυμία να το αγοράσει, όλοι του είχαν πει ότι είναι τρελός. Ο Μάνος όμως ήθελε ακριβώς αυτό το αυτοκίνητο. Ίσως γιατί το ονειρευόταν από μικρός. Μια μπορντό Mercedes 190 του ’91. Μπήκε μέσα και άφησε το κορμί του να γλιστρήσει στο δερμάτινο κάθισμα.  Απολάμβανε την κάθε του κίνηση. Στο cd player έβαλε να ακούει Shostakovich, το πιάνο κονσέρτο νούμερο 2. Αυτή η μελαγχολία του πιάνου, του ηρεμούσε το μυαλό.

Κατευθύνθηκε προς την Boulevard Pachéco. Είχε περίπου δέκα λεπτά περίπου για να χαλαρώσει. Σε λίγες ημέρες θα ήταν Χριστούγεννα και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του, που δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει. Το να γυρίσει στην Ελλάδα ήταν μια σκέψη, από την άλλη όμως δεν υπήρχε κανείς και τίποτα που να τον κάνει να θέλει να γυρίσει.  Ο Μάνος ήταν ένας άνθρωπος που είχε χάσει νωρίς τους γονείς του και αδέλφια δεν είχε. Ο ανύπαρκτος γάμος του έτσι κι αλλιώς είχε διαλυθεί. Μπορεί να πήγαινε στο Λονδίνο, είχε φίλους εκεί.

«Καιρός για νέες περιπέτειες» σκέφτηκε πριν κατευθυνθεί προς το πάρκινγκ.

Λίγο μετά τις 7:00 μμ ο Μάνος είχε περάσει από την κεντρική είσοδο και έψαχνε τον Παμίνο. Τον βρήκε μαζί με τον Στεφάν και μερικούς άλλους σε ένα αδιάφορο πηγαδάκι.  Πήρε ένα ποτήρι κρασί και τριγύρισε στο χώρο μιλώντας με συναδέλφους. Από τον εξώστη του πρώτου ορόφου αισθάνθηκε ένα βλέμμα καρφωμένο επάνω του.

Έστρεψε τη ματιά του προς αυτή την κατεύθυνση και ήταν σαν ένας προβολέας να φωτίζει δύο πράσινα υπέροχα γυναικεία μάτια. Για δευτερόλεπτα οι ματιές τους διασταυρώθηκαν και ήταν σαν να είχε παγώσει ο χρόνος. Μόλις έχασε τα πράσινα μάτια από το οπτικό του πεδίο, άφησε την παρέα του και ανέβηκε με βιαστικά βήματα τη σκάλα του εξώστη, σπρώχνοντας και αποφεύγοντας όλους αυτούς τους ανθρώπους που ήταν διασκορπισμένοι παντού.

Δεν την έβλεπε πουθενά και ακολούθησε το ένστικτό του.  Βάδισε στη δεξιά πλευρά του εξώστη και πίσω από μια κολόνα είδε ένα γλυκό αγγελικό πρόσωπο να μιλάει με μια άλλη γυναίκα. Πλησίασε. «Γεια σου, είμαι ο Μάνος» της είπε τεντώνοντας  το χέρι του μπροστά σε ευγενική χειραψία.
«Ελοντίν» απάντησε δειλά με την μελωδική φωνή της και κατέβασε το κεφάλι. Η γυναίκα δίπλα της, μια ψηλή μελαχρινή καθάρισε επιδεικτικά το λαιμό της. Την κοίταξαν, «Κλαιρ» συστήθηκε παρατηρώντας και τους δύο τους με το σκληρό της ύφος.  Αυτό που σκέφτηκε ο Μάνος, ήταν ότι η Κλαιρ είχε το πιο παγωμένο βλέμμα που είχε δει σε γυναίκα.

«Δεν σας έχω συναντήσει στην εταιρία» είπε ο Μάνος.
«Καλεσμένες είμαστε» του απάντησε η Κλαιρ.
«Κάνω ένα πάρτι μεθαύριο το βράδυ, θέλεις να έρθεις;» τον ρώτησε η Ελοντίν κοιτάζοντάς τον στα μάτια σαν μαγνητισμένη. Η Κλαιρ πήγε κάτι να πει αλλά η Ελοντίν της έκανε νόημα να σταματήσει. Ο Μάνος προς στιγμή τα έχασε, αλλά απάντησε αμέσως «φυσικά» και εκεί στα όρθια, πίσω από την κολόνα, αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνου και σημείωσε σε ένα χαρτί τη διεύθυνσή της.
«Ευχαριστώ» είπε, χαμογέλασε, γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε σχεδόν ευτυχισμένος. Πρόλαβε και άκουσε την αυστηρή φωνή της Κλαιρ να ρωτάει την Ελοντίν εάν είχε τρελαθεί. Η απάντηση που της έδωσε δεν τον ενδιέφερε. Κράταγε στο χέρι του το κλειδί της ευτυχίας του.

Καιρό μετά, ο Μάνος, θα θυμόταν ότι για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ήξερε από την στιγμή που η ματιές τους διασταυρώθηκαν, ότι εκείνη η γυναίκα με τα υπέροχα πράσινα μάτια θα γινόταν κομμάτι της ζωής του.

Στριφογύρισε λίγο ακόμα ανάμεσα στον κόσμο και ξεγλίστρησε σαν την σκιά από αυτή τη βαρετή Χριστουγεννιάτικη συγκέντρωση. Τώρα ήξερε σε πιο μέρος του κόσμου θα περνούσε αυτές τις γιορτές.

Την επόμενη ημέρα έφτασε στο γραφείο σιγοτραγουδώντας. Ήταν Παρασκευή. Ο Πάμι κράταγε μια αγκαλιά φακέλους και πήγαινε στην αίθουσα συμβουλίου.
«Τι έγινες χθες; Σε ψάχναμε με τον Στεφάν για να πάμε για ποτό μετά» του είπε και προχώραγε στο διάδρομο.  Ο Μάνος δεν του είπε τίποτα για την γνωριμία του με την Ελοντίν.  Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα και είπε «έφυγα νωρίς, ήμουν κουρασμένος».
«Βαριεστημένος» τον κορόιδεψε ο  Παμίνος και έκλεισε με το πόδι του την πόρτα του γραφείου. Ο Μάνος χαμογέλασε με το λοξό του χαμόγελο.

Μετά το μεσημέρι έξαψε να βρει το χαρτί με το τηλέφωνο και τη διεύθυνση της Ελοντίν. Ήθελε να επικοινωνήσει μαζί της από την άλλη όμως κάτι μέσα του τον κράταγε. Ένοιωσε μια ανεπαίσθητη δειλία και το συναίσθημα αυτό, τον έκανε να νοιώθει αμηχανία. Στριφογύρισε στην καρέκλα του και έπιασε την δερμάτινη τσάντα του. Την άνοιξε και έψαξε σε όλες τις θήκες για το μαγικό χαρτάκι, μόνο που το χαρτί είχε κάνει φτερά. Η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή. Ήταν σίγουρος ότι χθες το βράδυ έβγαλε το χαρτί από την τσέπη του σακακιού του και το έβαλε … που το έβαλε; Έξυσε το κεφάλι του, έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να θυμηθεί που έβαλε το χαρτί με το τηλέφωνο της Ελοντίν. «Δεν μπορεί να την χάσω πριν την βρω» σκέφτηκε και χτύπησε με την παλάμη του το κούτελό του, λες και με αυτή την κίνηση θα του ερχόταν η θύμηση. Τίποτα, τζίφος. «Την καντεμιά μου μέσα» φώναξε.

Σηκώθηκε επάνω. Με τα χέρια στις τσέπες κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.  Το γραφείο του ήταν στο τελευταίο όροφο του γυάλινου κτιρίου με θέα την πλατεία Schuman. Δέκα λεπτά δρόμος με τα πόδια από το σπίτι του. Δεν το σκέφτηκε άλλο. Πήρε το παλτό του, βγήκε από το γραφείο του και είπε στη Μόνικα τη γραμματέα του «όποιος με ζητήσει σε μισή ώρα θα είμαι πίσω» και έφυγε σχεδόν τρέχοντας χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.

Έφτασε στην Avenue d’ Auderghem σχεδόν τρέχοντας και ανέβηκε τα τρία πατώματα για το διαμέρισμά του  σχεδόν πετώντας. Μπήκε μέσα και άρχισε να ψάχνει τις τσέπες από το σακάκι και το παντελόνι του. Τίποτα. Το παλτό, τίποτα. Τριγύρισε στο χώρο μέχρι που το είδε, διπλωμένο πάνω στο πάσο της κουζίνας. Το ξεδίπλωσε με προσοχή, το φωτογράφισε με το κινητό του και το έβαλε στο πρώτο συρτάρι του κομοδίνου του. Φόρεσε το παλτό του και κατέβηκε τη σκάλα τρέχοντας και τρέχοντας μπήκε και στο γραφείο του.

«Μόνικα, έναν espresso παρακαλώ» ζήτησε από την ιταλίδα γραμματέα του και αφέθηκε στην καρέκλα του.

Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στην δουλειά του. Το τελευταίο που είχε ανάγκη ήταν, στην αρχή της σταδιοδρομίας του στις Βρυξέλλες, να τα κάνει θάλασσα. Το μυαλό του όμως, για πρώτη φορά στη ζωή του ίσως, δεν ακολουθούσε τις φιλοδοξίες του. Είχε λοξοδρομίσει.

Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό της Ελοντίν. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκε η μελωδική φωνή της.
«Ελοντίν;» ρώτησε.
«Μανός;» ανταπέδωσε η γυναίκα με την γαλλική προφορά της.

Το μόνο που ακουγόταν για λίγα δευτερόλεπτα ήταν οι αναπνοές τους.
«Είσαι καλά;» ρώτησε και πριν προλάβει η Ελοντίν να απαντήσει ο Μάνος συνέχισε. «Σε πήρα να σε ρωτήσω αν ισχύει η αυριανή πρόσκληση».
«Μα φυσικά» απάντησε η κοπέλα από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Ωραία, θα μου πεις τώρα πώς να έρθω;» συνέχισε τις ερωτήσεις του ο Μάνος. Δεν ήξερε τίποτα, ούτε πια ήταν η περιοχή που έμενε η Ελοντίν, ούτε τι να φορέσει, ούτε για ποιο λόγο έκανε αυτό το πάρτι. Ήταν σίγουρος, πως όλες αυτές οι ερωτήσεις του, θα τον έκαναν να φαίνεται στα μάτια της τελείως ξενέρωτος. Το ξανασκέφτηκε και δηλαδή τι να έκανε; Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, φόρεσε το λοξό του χαμόγελο και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Την Ελοντίν την έκρυψε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του.

Είχε βραδιάσει πια όταν το κεφάλι του Στεφάν ξεπρόβαλε από την πόρτα.
«Πάμε για μια Guinness με τον Πάμι, θα έρθεις;» τον ρώτησε. Ο Μάνος κοίταξε την ώρα και είδε ότι ήταν περασμένες οκτώ. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, έκλεισε στιγμιαία τα μάτια του και έπιασε τον αυχένα του.
«Τελειώνω με ένα mail κι έρχομαι» είπε και στράφηκε πάλι στην οθόνη του υπολογιστή του.

Πήγαν στο Hairy Canary και η αλήθεια ήταν ότι ο Μάνος ήταν ιδιαίτερα κεφάτος.  Η παμπ ήταν γεμάτη κόσμο.  Ανακατεύθηκαν με τον υπόλοιπο κόσμο και άφησαν τη βραδιά να περάσει ευχάριστα ανάμεσα σε χαρούμενες φωνές και βαρελίσια μπύρα.

Την επόμενη ημέρα πήγε στην Grand Place. Οι σοκολάτες Mary, μέσα στα καλαίσθητα κουτιά τους,  ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσε να σκεφτεί για την Ελοντίν.  Κοντοστάθηκε αρκετή ώρα μέχρι να αποφασίσει ποια συσκευασία θα αγόραζε. Το κορίτσι αυτό,  του έβγαζε κάτι ρομαντικό και εύθραυστο. Το Rosin Rose έμοιαζε να της ταιριάζει γάντι, από την άλλη όμως φάνταζε και κάπως υπερβολικό. Προτίμησε να ακολουθήσει την πιο ασφαλή οδό. Ένα λευκό κουτί με χρυσά γράμματα ήταν κομψό και αρκετά απρόσωπο. «Νωρίς ακόμα» σκέφτηκε όπως πλήρωνε. Πήρε το κουτί με τις σοκολάτες και κάθισε στην πλατεία να πιεί τον καφέ του.  Αν και τουριστικό μέρος, η Grand Place του έφτιαχνε πάντα τη διάθεση με όλους αυτούς τους πολύχρωμους ανθρώπους.  Γιατί έτσι του φαινόταν. Μαζεμένοι απ’ όλα τα κράτη στην κεντρική πλατεία. Ήταν κι ο ίδιος ένας πολύχρωμος άνθρωπος.

Ήπιε τον καφέ του και κατευθύνθηκε προς την κάβα που ήταν κοντά στο σπίτι του. Αγόρασε δύο μπουκάλια Oban. Το ένα θα το πήγαινε στο πάρτι παρέα με τα σοκολατάκια. Μπορεί να φαινόταν εγωιστικό, ήθελε όμως να είναι σίγουρος ότι θα μπορούσε να απολαύσει την χαρακτηριστική γεύση από αυτό το ουίσκι.

Στην επιστροφή πέρασε από το Le Jardin de Nicolas, έφαγε μια μερίδα σπαγγέτι  μπολονέζ συνοδευόμενη από μια μπύρα και γύρισε περπατώντας σπίτι του.

Η Ελοντίν έμενε στην Rue Mercelis στην περιοχή Ixelles. Ήταν 20 λεπτά με τα πόδια και προτίμησε να κάνει αυτή τη βόλτα. Στον Μάνο άρεσε το περπάτημα. Είχε υπολογίσει ότι αν έφευγε στις 8.30 θα ήταν στην ώρα του. Η αλήθεια ήταν ότι ήταν περίεργος να δει το σπίτι και τον κόσμο που γνώριζε η Ελοντίν. Δεν γνώριζε τίποτα κι εκείνη την ώρα ακριβώς συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να έχει μια σχέση στη ζωή της ή ακόμα κι έναν γάμο. Η σκέψη αυτή δεν του άρεσε καθόλου από την άλλη θα το αντιμετώπιζε ανάλογα με την κατάσταση. Δεν θα έσκαγε για μια άγνωστη.

Στις 9:00 ακριβώς, χτύπησε το κουδούνι της Ελοντίν. Του άνοιξε σχεδόν αμέσως και ανέβηκε τις σκάλες με τα πόδια όπως έκανε ακριβώς και στο δικό του σπίτι. Τον περίμενε στην πόρτα της εισόδου.

Κοιταζόταν στα μάτια από την στιγμή που το βλέμμα τους διασταυρώθηκε. Ένοιωσε το βήμα του να βαραίνει και να γίνεται πιο αργό. Η Ελοντίν έκλεισε την πόρτα πίσω της. Κλικ, ακούστηκε και έμειναν στη σιωπή που τους χάριζε η σκάλα. Την πλησίασε, με το μπουκάλι ουίσκι στο ένα χέρι και τα σοκολατάκια με τη χρυσή κορδέλα στο άλλο.

Δεν κατάλαβε  τι έγινε, ούτε πως έγινε. Ήταν σαν τα μάτια της να τον μαγνήτιζαν.  Ήξερε μόνο πως ούτε «γεια» δεν πρόλαβε να της πει. Ένοιωσε μόνο το κορμί της κολλημένο επάνω του και με τη γλώσσα της να ψάχνει στο στόμα του τη δικιά του. Του πήρε τα πράγματα από τα χέρια και τα ακούμπησε στην είσοδο της πόρτα. Τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε έναν όροφο παραπάνω κι εκεί στην σκάλα, ανάμεσα στους δύο ορόφους, έβγαλε το μικροσκοπικό φουστάνι της και του ζήτησε να την πάρει κι εκείνος το έκανε.

Στην πραγματικότητα τον γύρισε η φωνή της Κλαιρ και το «merde» που θυμωμένη φώναξε.

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here