Ο Μάνος  με τα χέρια στις τσέπες και το κεφάλι γεμάτο σκέψεις, στεκόταν όρθιος μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του γραφείου του έχοντας εστιάσει την αφηρημένη του ματιά στο απέναντι κτήριο.

Όσο και να ήθελα να δουλέψει, η σκέψη του ήταν κολλημένη στον Ιάσονα, στην Ελοντίν αλλά πρωτίστως στις αποφάσεις που ο ίδιος θα έπρεπε να πάρει για την ζωή του.

Μετά το άνοιγμα της διαθήκης και το απίστευτο video που είχε σκαρφιστεί ο Ιάσων, να τους μιλάει λες και ήταν καθισμένοι και οι τρεις απέναντί του, ο κάθε ένας από τους παρευρισκόμενους, πήρε από μια επιστολή χειρόγραφη και με την υπογραφή του Ιάσονα.

Τα συναισθήματα του Μάνου ήταν ανάμικτα. Διάβασε το γράμμα πολλές φορές. Ανησυχούσε μέσα από την απλότητά των λέξεων που είχε χρησιμοποιήσει ο Ιάσονας, μήπως υπήρχε κάποιο σημείο το οποίο του διέφευγε. Είχε μάθει να αναλύει με επιχειρηματικό πνεύμα τις πιο περίπλοκες καταστάσεις και τώρα βρισκόταν μπροστά σε μια απλότητα την οποία δεν ήταν σε θέση να καταλάβει.

Με λίγα λόγια ο Ιάσονας του είχε ζητήσει να μην αφήσει την εταιρία, να μην αφήσει την Ελοντίν και να οδηγήσει τον όμιλο Μάες στην νέα εποχή. Πίστευε, όπως είχε γράψει, στο ιδιαίτερο μυαλό του Μάνου. Πίσω από τα γεγονότα και από τους αριθμούς. Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να αποφασίσει μόνος του ο Μάνος. Υπήρχε μια ολόκληρη αλυσίδα ανθρώπων πάνω από τον ίδιο ιεραρχικά που θα ήθελαν την θέση αυτή. Έμπειροι οικονομολόγοι, δυνατά στελέχη με περισσότερα χρόνια στην εταιρία. Ήταν σίγουρος ότι στα χέρια του κρατούσε μόνο το ένα κομμάτι του παζλ. Το άλλο θα πρέπει να το είχε η Ελοντίν.

Συνειδητοποιούσε, ότι ο θάνατος του Ιάσονα αλλά και οι επιθυμίες του, τους είχαν απομακρύνει. Η σχέση τους, είχε πάψει να είναι ξέγνοιαστη. Για την ακρίβεια, δεν ήξερε τι τροπή θα έπαιρνε μέσα στις ημέρες που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους. Η θέση του στην εταιρία είχε πάψει να έχει ισχύ μόνο για δύο χρόνια. Η δοκιμαστική περίοδος είχε ήδη περάσει.  Αν έφευγε θα ήταν είτε γιατί το επιθυμούσε ο ίδιος είτε γιατί ο όμιλος Μάες θα του έδειχνε την πόρτα εξόδου. Δεν υπήρχε κανένα συμβόλαιο που να δεσμεύει την εταιρία απέναντί του. Όπως ακριβώς ήταν το λογικό και το αναμενόμενο.

Τι έπρεπε να κάνει;

Ποιες ήταν οι δικές του προτεραιότητες;

Ο Μάνος ακούμπησε το κεφάλι του στο παγωμένο τζάμι, έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθειά ανάσα. Το μόνο που φαινόταν σωστό για την ώρα ήταν να μιλήσει με την Ελοντίν. Υπήρχε όμως κάτι που τον ενοχλούσε. Σαν η απόφαση αυτή να του βάραινε τα πόδια. Ασυναίσθητα κοίταξε τα παπούτσια του. Η Ελοντίν, η σχέση τους και η τρέλα που ένοιωθαν ο ένας για τον άλλο είχε μετατραπεί σε μια παγωμένη σκοτεινή λίμνη. Ένας θάνατος, που έμελε να τους κάνει να νοιώθουν σαν μαριονέτες.

«Μόνικα, τι ώρα ξεκινάει ακριβώς η σύσκεψη;» ρώτησε τη γραμματέα του βγάζοντας το μισό κεφάλι από την εσωτερική πόρτα που χώριζε τα δύο γραφεία.
«Σε μισή ώρα» απάντησε η γυναίκα.
«Και μετά υπάρχει κάτι σοβαρό που πρέπει να ελέγξω; Έντυπα να υπογράψω;» συνέχισε ο Μάνος
Η Μόνικα σηκώνοντας τα μάτια της από τον υπολογιστή, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, προς ικανοποίηση του Μάνου.
«Θα πρέπει να λείψω για όλο το υπόλοιπο της ημέρας, ότι θελήσεις θα με βρεις στο κινητό» είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του, σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και σχημάτισε τον αριθμό.

«Ναι» απάντησε η Ελοντίν έχοντας ένα κράτημα στη φωνή της.
«Εγώ είμαι» είπε ο Μάνος λίγο αμήχανα.
«Το ξέρω» συνέχισε η κοπέλα.
«Πρέπει να βρεθούμε» συνέχισε ο Μάνος χωρίς περιστροφές.
«Ναι πρέπει» του απάντησε.
«Σήμερα;»
«Ναι Μάνο σήμερα» είπε ξερά «κατά τις 8:00 το βράδυ στο σπίτι μου σε παρακαλώ» και αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό έκλεισε το τηλέφωνο.

Στην μικρή αίθουσα συμβουλίου, ο Παμίνος, ο Στεφάν και ο Μάνος περίμεναν τους υπόλοιπους. Είχαν μαζευτεί λίγο νωρίτερα. Ο Παμίνος ήταν ανήσυχος.
«Έχετε καταλάβει ότι πρέπει να αποκτήσουμε νέο πρόεδρο όσο το δυνατόν γρηγορότερα» είπε παίζοντας νευρικά με το στυλό του.
«Μην βιάζεστε» απάντησε ο Μάνος.
«Τι εννοείς;» συνέχισε ο Παμίνος.
«Τι να εννοεί; Ο όμιλος θα κάνει αυτό που ορίζει το καταστατικό» είπε ο Στεφάν.
«Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα» συνέχισε ο Πάμι.
«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Στεφάν.
«Τώρα το μεγαλύτερο πακέτο των μετοχών βρίσκεται στα χέρια της Ελοντίν, οι αξία των μετοχών πέφτει και η κοπέλα είναι άσχετη» είπε ο Παμίνος.
«Την απόφαση όμως θα την πάρει το Διοικητικό Συμβούλιο» απάντησε ο Μάνος σκεφτικός και πριν προλάβει να ρωτήσει ο Παμίνος αυτό που τον ανησυχούσε, άνοιξε η πόρτα και άρχισαν να μπαίνουν ο ένας μετά τον άλλο.

Το συμβούλιο δεν κράτησε πολύ ώρα. Η τυπική εβδομαδιαία συνάντηση των στελεχών, οι διαφωνίες ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα και οι αποφάσεις για τις επόμενες ημέρες και ένα αδήλωτο ερωτηματικό και μια αγωνία για τον επόμενο πρόεδρο.

Όταν ο Μάνος βγήκε στην πλατεία Schuman συνειδητοποίησε, ότι όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα αν είχαν γνωρίσει προσωπικά τον Ιάσονα ή όχι, ήθελαν έναν καινούργιο τιμονιέρη. Κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να περιγράψει την ανασφάλειά τους μέσα σε μια φράση, «όπως νιώθει ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι».

Το κουδούνι της Ελοντίν ο Μάνος  το χτύπησε ακριβώς στις 8:00, έχοντας περάσει πρώτα από το γυμναστήριο για να εκτονώσει την έντασή του και να βγάλει το κοστούμι από πάνω του. Τώρα, ντυμένος πιο ανάλαφρα, ανέβαινε προς το διαμέρισμα της κοπέλας που υποτίθεται ότι μοιραζόταν μαζί της την ζωή του. Με βήμα ανάλαφρο και με ένα σφίξιμο στο στήθος.

Τον περίμενε στην πόρτα, χαμογελαστή, χλωμή και απόμακρη. Έσκυψε και την φίλησε απαλά στα χείλια. Την άγγιξε και τραβήχτηκε αμέσως μακριά της σαν να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα.

«Πάμε μέσα» του είπε και ο Μάνος ακολούθησε την κοπέλα στο σαλόνι. Περιεργάστηκε τον χώρο και ήταν σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν σαν να τους τύλιγε ένα παγωμένο ρεύμα αέρα.

«Να βάλω ένα ουίσκι;» τον ρώτησε και ο Μάνος κούνησε το κεφάλι καταφατικά.  Η Ελοντίν έφερε δύο κρυστάλλινα ποτήρια με βαρύ πάτο και το μπουκάλι με το ποτό.

«Μάλλον θα έχουμε δύσκολη νύχτα» ψιθύρισε η κοπέλα.
«Μάλλον» είπε ο Μάνος  και σερβίρισε και τους δύο τους.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ήταν ο Μάνος που τινάχτηκε επάνω μην μπορώντας να σταθεί ακίνητος ούτε λεπτό.

«Τι θα κάνουμε Ελοντίν;» την ρώτησε
«Ειλικρινά δεν έχω ιδέα» απάντησε η κοπέλα «τα έχω χαμένα Μάνο και δεν ξέρω από πού να αρχίσω» είπε σφίγγοντας με το χέρι της το μέτωπό της.

Ο Μάνος μίλησε πρώτος.

«Το γράμμα του Ιάσονα σε έχει μπερδέψει, σωστά;» ρώτησε. Η Ελοντίν κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Κι εμένα» συνέχισε ο Μάνος συμπληρώνοντας «το έχω φέρει μαζί μου, νομίζω ότι πρέπει να τα διαβάσουμε και τα δυο μαζί. Μόνον έτσι θα βγάλουμε άκρη» είπε και η κοπέλα αμίλητη σηκώθηκε από τον καναπέ για να επιστρέψει αμέσως κρατώντας τον λευκό φάκελο με το όνομά της.

«Ας αρχίσουμε» είπε και αντάλλαξαν τους φακέλους μεταξύ τους. Δεν χρειάστηκε πάνω από δύο ίσως τρία λεπτά για να διασταυρώσουν τις σκοτεινιασμένες τους ματιές.  Ο Ιάσονας ζήταγε κάτι συγκεκριμένο. Ο Γιάν Πέτερς, ο μέχρι τώρα αντιπρόεδρος και πιο ικανός από τα στελέχη της εταιρίας, θα έπρεπε να αναλάβει ως πρόεδρος. Μέσα στις υποχρεώσεις του θα ήταν και η εκπαίδευση του Μάνου. Ο Γιάν ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία και σε λίγα χρόνια θα αποχωρούσε. Ο Μάνος θα ήταν αυτός που θα οδηγούσε τον όμιλο Μάες στην νέα εποχή. Φτάνει να αποκτούσε τις βάσεις που απαιτούσε η θέση.

Αυτό που ο Μάνος δεν ήξερε αλλά μόλις έμαθε, ήταν ότι ο Γιάν Πέτερς κρατούσε στα χέρια του έναν αντίστοιχο φάκελο που του τον είχε παραδώσει η ίδια η Ελοντίν με τις προθέσεις, επιθυμίες και συμβουλές του Ιάσονα.

«Το Διοικητικό Συμβούλιο θα αποδεχθεί τον Γιάν αμέσως» είπε η Ελοντίν «εκείνος θα προτείνει εσένα για αντιπρόεδρο».
«Έχεις μιλήσει με τον Γιάν και έχει συμφωνήσει;» ρώτησε ο Μάνος αν και ήξερε ήδη την απάντηση.
«Ναι» απάντησε η Ελοντίν.

Ο Μάνος ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και αμέσως μετά μια δεύτερη και άδειασε όλο το ποτήρι. Κανονικά θα έπρεπε να πετάει από τη χαρά του. Όλα του τα όνειρα μόλις είχαν πραγματοποιηθεί αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι. Υπήρχε ένας μέχρι τώρα αστάθμητος παράγοντας και αυτός δεν ήταν άλλος από την ίδια την Ελοντίν.

Πήρε το μπουκάλι και πρόσθεσε λίγο από το ποτό.

«Ξέρεις» της είπε «ότι αν δεχθώ τη θέση αυτή, τότε δεν θα μπορούμε να είμαστε μαζί Ελοντίν» είπε και τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν.
«Το υποψιαζόμουν» απάντησε με βραχνή φωνή η κοπέλα «και τι θα κάνεις Μάνο;» τον ρώτησε σκουπίζοντας τα πρώτα δάκρυα που έτρεξαν στα μάγουλά της.
«Αυτό θα το αποφασίσουμε παρέα» είπε ο Μάνος και πλέκοντας τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της, της κράτησε το κεφάλι ακίνητο για να της δώσει το πιο βαθύ, υγρό και ατελείωτο φιλί της ζωής της. Μόνο που η Ελοντίν ένοιωθε ότι ο Μάνος μόλις την αποχαιρετούσε και ξέσπασε εξφενδονίζοντας το κρυστάλλινο ποτήρι στον τοίχο.

«Ποτέ ξανά» φώναξε.

 

(φωτογραφία κειμένου: https://bit.ly/2XVJjsd)

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here