Φτάνοντας στο νησί, ο Ιάσονας είχε επιλέξει να μείνει στο μικρό πατρικό του σπίτι. Ήθελε να είναι χωριστά από τα δύο κορίτσια. Το διώροφο με τις καμάρες και τ’ αψιδωτά παράθυρα, το είχε παραχωρήσει στην Ελοντίν και στην Κλαιρ.  Το σπίτι αυτό, το είχε χτίσει μέσα στο ίδιο οικόπεδο με το πατρικό του. Ήταν ο χώρος που η οικογένειά του, τα χρόνια εκείνα,  χρησιμοποιούσε για μποστάνι.  Ο ίδιος όμως ήθελε να μοιράζεται την κρυψώνα του με τους ελάχιστους δικούς του ανθρώπους. Με τους γονείς της Ελοντίν στο παρελθόν. Πόσο θα ήθελε να τους είχε κοντά του τώρα. Ειδικά η Σαντάλ θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει και να αγκαλιάσει την Κλαιρ με τον τρόπο που μόνο μια μητέρα γνωρίζει.

Παρακολουθούσε τις δύο κοπέλες που έπιναν τον καφέ τους στο κήπο, κάτω από το μεγάλο πεύκο, με θέα τα καταπράσινα νερά του Ιονίου.  Η Κλαιρ ήταν μαζεμένη και ήταν ολοφάνερο ότι ένοιωθε άβολα. Η Ελοντίν από την άλλη, ήταν λες και το κορμί της να είχε χυθεί στην ξαπλώστρα.  Μαδώντας μηχανικά ένα πορτοκαλί χωνάκι που ξέφευγε από τον φράχτη, απολάμβανε τον ήλιο και το καινούργιο πρόσωπο που είχε μπει στην οικογένειά τους. Είχε ανάγκη να τοποθετήσει την Κλαιρ στο παζλ της ζωής της, να της δώσει τίτλο και θέση και διψούσε να μάθει τα πάντα για τη ζωή της καινούργια της «φίλης».

Παρατηρώντας τα δύο κορίτσια, ο Ιάσονας είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Κλαιρ ζήλευε. Δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τι. Το ένστικτό του τον οδηγούσε σε αυτό το συμπέρασμα και η αναλυτική του σκέψη.

Η Ελοντίν κυκλοφορούσε με την άνεση που έχει κάθε άνθρωπος στο φυσικό του χώρο. Στο σπίτι του. Η Κλαιρ από την άλλη, έμοιαζε με τρομαγμένο ζώο μέσα στο σπίτι του πατέρα της. Ειρωνικό.

Ήταν ευγενική με την Ελοντίν αλλά του θύμιζε άνθρωπο που περνούσε από συνέντευξη. Έκανε τα πάντα για να της γίνει αρεστή και τα είχε καταφέρει.

Η Ελοντίν, ενώ είχε ζήσει όλα αυτά τα γεγονότα διψούσε για αγάπη και παρέα. Είχε μια ανεξήγητη αθωότητα αυτό το κορίτσι. Ο Ιάσονας δεν μπορούσε να την καταλάβει. Μπορεί να είχε γεννηθεί με αυτό το χαρακτήρα, ίσως πάλι ο σταθερός Καρλ και η Σαντάλ με την μεγάλη αγκαλιά να είχαν δημιουργήσει ένα τόσο υπέροχο πλάσμα. Τον ανησυχούσε πάντα το γεγονός ότι η Ελοντίν δεν έβαζε ποτέ κάτι κακό με το μυαλό της. Η καρδιά της χώραγε όλο τον κόσμο. Την κοίταγε και την καμάρωνε κι εκείνη την μικρή στιγμή διαπίστωσε και τα πρώτα συναισθήματα που μπόρεσε να αναγνωρίσει για την κόρη του. Για την Κλαιρ. Λύπη και ξαφνικά ένοιωσε την καρδιά του να κόβεται στα δύο και τρόμαξε.

Η Ελοντίν ήταν πάντα γι’ αυτόν η καλή του νεραΐδα. Τον γέμιζε χαρά και του ζέσταινε την καρδιά. Την έβλεπε τώρα πως προσπαθούσε να φέρει κοντά της την Κλαιρ και με πόση χάρη το έκανε αυτό και ένοιωθε υπερήφανος για την αγάπη που της είχε. Από την άλλη η κόρη του, είχε τόσο σκοτεινή ματιά που τον τρόμαζε. Δεν υπήρχε τίποτα το καθάριο στο βλέμμα της.  Έβλεπε ένα ζώο που παραμόνευε κρυμμένο και δεν μπορούσε να καταλάβει αν όλο αυτό ήταν φόβος, ζήλια ή μήπως διαταραγμένη ψυχή.

Εκείνο το Πάσχα είχε κυλήσει για τον κάθε έναν τους με διαφορετικό τρόπο. Η μόνη ξέγνοιαστη στην παρέα ήταν η Ελοντίν. Η Κλαιρ προσπαθούσε και ο ίδιος βρισκόταν σε απόγνωση. Είχε μια κόρη που τον έκανε να φοβάται, ότι στη ζωή της Ελοντίν, μόλις είχε τρυπώσει εξαιτίας του ένας εχθρός. Μα είναι δυνατόν ένας πατέρας να βλέπει την κόρη του σαν εχθρό; Και τι είχε γίνει μόλις τώρα; Είχε αποκαλέσει την Κλαιρ κόρη του;

Ένοιωσε τα μαγουλά του να κοκκινίζουν. Είχε λοιπόν δύο κόρες στην ζωή του. Τη βιολογική και την πνευματική. Είχες δυο κόρες που ήταν οι δυο όψεις του νομίσματος. Το φως και το σκοτάδι. Το άσπρο και το μαύρο. Το καλό και κακό; «Μα μπορεί να είναι κακό το δικό μου το παιδί;» αναρωτήθηκε.

Παιδί. Αναλογίστηκε την Κλαιρ ως παιδί του και σφίχτηκε. Είχε ένα παιδί που τον τρόμαζε. Κακό αυτό.

Τις επόμενες ημέρες τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ο Ιάσονας ήλπιζε ότι μετά το Πάσχα η Ελοντίν θα επέστρεφε στο Παρίσι και η Κλαιρ στη Γερμανία. Τα πράγματα όμως δεν έγιναν καθόλου έτσι κι εκεί το παιχνίδι άρχισε να περιπλέκεται.

Το βράδυ της Ανάστασης, με τα κεριά στο χέρι, ακολουθώντας το δρόμο μέσα από το χωριό, ο Ιάσονας και η Ελοντίν χαιρετούσαν τους ανθρώπους που γνώριζαν. Η Κλαιρ κουνούσε μόνο το κεφάλι της και είχε ζωγραφισμένο ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη της και κάθε τόσο με μισόκλειστα μάτια κοιτούσε τη χαμογελαστή Ελοντίν. Ο Ιάσονας το είδε και ένοιωσε άβολα μέσα στο σακάκι του κι έκανε μια κίνηση ασυναίσθητη κουνώντας τους ώμους του.

«Επιτέλους Τζέϊσον, βγάλε το σακάκι, στο χωριό βρισκόμαστε» είπε η Ελοντίν.

Ο Ιάσονας δεν της έδωσε σημασία. Μπορεί και να μην την άκουσε. Συνέχισε την πορεία του, ανάμεσα στον κόσμο με τα αναμμένα κεριά, για την ταβέρνα που ήταν σκαρφαλωμένη πάνω στον βράχο.

Σαν έφτασαν τους υποδέχτηκε η Ευγενία, η ιδιοκτήτρια.

«Καλώς τους, καλώς τους» φώναξε κουνώντας τα χέρια της με χαρά. «Εδώ σας έχω ετοιμάσει, δίπλα στο παράθυρο για να ακούτε τη θάλασσα» είπε και κοίταξε όλο περιέργεια την Κλαιρ καθώς φιλούσε την Ελοντίν εγκάρδια. Ο Ιάσονας δεν της έδωσε σημασία.

«Ξενικιά είναι η κοπέλα;» ρώτησε η Ευγενία περιμένοντας τις συστάσεις που όμως δεν ήρθαν. Ο Ιάσονας απλώς κούνησε το κεφάλι και έδωσε την παραγγελία του.
«Και έχω φτιάξει μια μαγειρίτσα που θα γλύφετε τα δάχτυλά σας» συνέχισε η Ευγενία αλλά ο Ιάσονας χαμογέλασε παγωμένα και γύρισε στα δύο κορίτσια που μιλούσαν μεταξύ τους. Η Ελοντίν την μαγειρίτσα δεν την άγγιζε. Υπέθεσε ότι το ίδιο θα έκανε και η Κλαιρ και δίκιο είχε. Όταν της εξήγησαν τα υλικά η κοπέλα ανατρίχιασε. Τελικά το τραπέζι αυτό ήταν φτιαγμένο μόνο για τον ίδιο.

Έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο. Τι κρίμα που η θάλασσα δεν φαινόταν. Ένοιωθε όμως την απεραντοσύνη της κι άκουγε τον παφλασμό του κύματος κι αυτό τον γαλήνευε. Με την άκρη του ματιού του είδε την Κλαιρ να γνέφει το κεφάλι της και την Ελοντίν να χτυπάει τα χέρια της σαν να χειροκροτεί αθόρυβα.

«Τι έχασα;» ρώτησε όλο περιέργεια.
«Η Κλαιρ θα έρθει να μείνει μαζί μου για ένα χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι να δει τι θα κάνει» αποκρίθηκε η Ελοντίν.
«Μα η Κλαιρ σπουδάζει, όπως κι εσύ άλλωστε» είπε ο Ιάσονας σμίγοντας τα φρύδια του.
«Δεν θέλω να γυρίσω στη Γερμανία» είπε η Κλαιρ και η φλέβα που χτυπούσε στο λαιμό της, έδειχνε την αγωνία της.
«Τζέϊσον, σταμάτα να μας πιέζεις. Μια αναβολή χρόνου ζητάει η Κλαιρ. Τις σπουδές της μπορεί να τις συνεχίσει είτε στο Παρίσι, είτε στις Βρυξέλλες. Αρκετά έχουμε περάσει και οι δύο» είπε η Ελοντίν και συνέχισε «καταλαβαίνεις ότι είμαστε δύο εναντίον σου και είσαι μόνος» είπε και του έκλεισε το μάτι.
Εκείνο το βράδυ θα τους έμενε αξέχαστο για τον καυγά που έστησαν. Ο Ιάσονας ήταν ανένδοτος, ανένδοτη όμως ήταν και η Ελοντίν που υπερασπιζόταν την Κλαιρ με κάθε τρόπο.  Η μητέρα της Κλαιρ, η Λίντα, ήταν σαν να μην υπήρχε καν στην ζωή της κοπέλας.

«Και τι θα γίνει με τη μητέρα σου Κλαιρ; Τι θα της πεις;» ρώτησε εκνευρισμένος ο Ιάσονας.
«Αυτό να το αφήσεις επάνω μου. Δεν νομίζεις όμως ότι έχει έρθει η ώρα να μιλήσετε μεταξύ σας; Γονείς μου είσαστε, είτε αυτό σας αρέσει, είτε όχι» ανταπάντησε η Κλαιρ.
«Τι προτείνεις;» την ρώτησε ο πατέρας της.

Η Κλαιρ ανασήκωσε τους ώμους και ανακάτεψε με το πιρούνι της την σαλάτα της. Ήπιε λίγο από το κρασί της και συνέχισε.

«Να βρεθείτε, να μιλήσετε και επιτέλους να σεβασθείτε τις ανάγκες και τις αποφάσεις μου» είπε με ύφος που δεν σήκωνε και πολλά.

Ο Ιάσονας εκνευρίστηκε. «Να σεβαστούμε τις αποφάσεις σου;» ρώτησε. Πάνω σε ποιανού τις πλάτες βασίζεσαι Κλαιρ; Της μητέρας σου; Τις δικές μου ή της Ελοντίν;
«Τι εννοείς ;» τον ρώτησε αγριεμένη.
«Αυτό που σε ρώτησα. Πως θα πας στο Παρίσι ή στις Βρυξέλλες; Έχεις τακτοποιήσει τα οικονομικά σου;» συνέχισε αγριεμένος ο Ιάσονας.
«Μα δεν υπάρχει οικονομικό πρόβλημα» πετάχτηκε στη μέση η Ελοντίν.
«Εσύ μην ανακατεύεσαι» φώναξε ο Ιάσονας έχοντας γουρλώσει τα μάτια και δείχνοντας με το δάχτυλό του προς το μέρος του κοριτσιού. Η Ελοντίν πάγωσε. Ποτέ στο παρελθόν ο Ιάσονας δεν της είχε μιλήσει έτσι.
«Τζέϊσον;» ψέλλισε η Ελοντίν απορημένη.
«Αυτό που σου είπα» είπε ο Ιάσονας χτυπώντας ελαφρά το χέρι του στο τραπέζι, γύρισε προς την Κλαιρ και συνέχισε «Πες μου, έχεις τακτοποιήσει τα οικονομικά σου; Γνωρίζεις τι θα κοστίσει στην μητέρα σου το να εγκαταλείψεις τις σπουδές σου;»
«Ψυχολογικά ή οικονομικά» ειρωνεύτηκε η Κλαιρ.

Ο Ιάσονας έγινε έξαλλος. «Ποια νομίζεις ότι είσαι;» την ρώτησε και συνέχισε. «Για όσα πράγματα κι αν κλαψουρίζεις στη ζωή σου ένα να θυμάσαι, πως ό,τι έγινε έγινε. Πίσω δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο Κλαιρ. Το δώρο της ζωής στο χάρισε η μητέρα σου και ο άνθρωπος που σε ανάθρεψε ως κόρη του ήταν ο Κουρτ και όχι εγώ. Λυπάμαι αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Αντί να κλαις γι’ αυτά που δεν σε ικανοποίησαν, κοίτα πως θα φτιάξεις τον εαυτό σου. Πως θα τιμήσεις τους ανθρώπους που έκαναν στην τελική ότι καλύτερο μπορούσαν.  Μέχρι εκεί μπορούσαν Κλαιρ και ξέρεις κάτι, είσαι πολύ μικρή για να μπορέσεις να κρίνεις κι ευτυχώς πολύ νέα για να χτίσεις μια ζωή έτσι όπως εσύ θέλεις. Με τα δικά σου πόδια όμως, όχι με δανικά, ούτε με πατερίτσες» είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι.

«Κάτσε κάτω» τον παρακάλεσε η Ελοντίν τραβώντας τον ελαφρά από το μανίκι. «Δεν μπορούμε να φύγουμε έτσι» είπε και ο Ιάσονας κατάλαβε ότι εκείνη την στιγμή ήταν η φωνή της λογικής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έκατσε πάλι στην θέση του.

Τα μάτια της Κλαιρ είχαν βουρκώσει.

«Αισθάνομαι ότι έχω να κάνω με δύο ανόητες έφηβες» είπε. «Ελοντίν, για πρώτη φορά στη ζωή σου μην ανακατεύεσαι. Αυτή η ιστορία δεν σε αφορά, αν θέλεις να βοηθήσεις την Κλαιρ πρέπει να κρατηθείς σε απόσταση μέχρι να μπορέσουμε να βρούμε όλοι τα πατήματά μας στην καινούργια μας ζωή. Κατάλαβες;» ρώτησε έχοντας μετριάσει πλέον τον τόνο της φωνής του. Η Ελοντίν κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

Ο Ιάσονας έστρεψε το βλέμμα του στην κόρη του.

«Κλαιρ, θα γυρίσεις στην Χαϊδελβέργη, στη μητέρα σου και στις σπουδές σου. Θα έρθω να σας βρω εκεί. Χρειάζεται να γνωριστούμε με την Λίντα και να κάνουμε μια μεγάλη συζήτηση οι τρεις μας. Να πάρουμε αποφάσεις τέτοιες που θα είναι προς όφελός σου» είπε κοιτάζοντας την Κλαιρ κατάματα.
«Κι αν δεν θέλω;» ρώτησε η Κλαιρ ανακτώντας το γνώριμο ύφος της.
«Αν δεν θέλεις τι Κλαιρ;» ρώτησε ο Ιάσονας.
«Να γυρίσω στη μητέρα μου και στις σπουδές μου. Αν θελήσω να ακολουθήσω την Ελοντίν» είπε.
«Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις Κλαιρ. Σε αυτή την περίπτωση όμως να ξέρεις ότι από εμένα δεν θα έχεις την παραμικρή βοήθεια» είπε και στράφηκε στην Ελοντίν και τις είπε απόλυτα σοβαρός «Ούτε κι εσύ».

Στο τραπέζι της Ανάστασης είχε πέσει ένα βαρύ πέπλο γεμάτο από ανάμικτα συναισθήματα, υποσχέσεις που δεν ειπώθηκαν και αγάπη που δεν επέζησε στον χρόνο. Ή μήπως όχι;

Ο Ιάσονας σηκώθηκε και πλήρωσε την Ευγενία.

«Σας άρεσε το φαγητό;» ρώτησε όλο περιέργεια και κοιτάζοντας από μακριά την Κλαιρ.
«Όλα ήταν υπέροχα όπως κάθε χρόνο» απάντησε ο Ιάσονας και με μια κίνηση του χεριού του έκανε νόημα στις δύο κοπέλες να σηκωθούν.

«Μα σταθείτε να σας δώσω ένα καλαθάκι με λαμπριάτικα κουλουράκια, με τα χέρια μου τα έχω φτιάξει» μονολόγησε η Ευγενία και χάθηκε τρέχοντας στην κουζίνα της για να γυρίσει με ένα καλάθι γεμάτο αυγά και κουλουράκια «με αμμωνία» όπως τους είπε.

Όπως έσκυψε ο Ιάσονας να φιλήσει το ροδαλό μάγουλο της Ευγενίας, παρατήρησε ότι κάτω από το τραπεζομάντηλο, τα δύο κορίτσια κρατούσαν σφιχτά η μια το χέρι της άλλης. Χαμογέλασε.

Αυτά όμως συνέβαιναν τότε. Σήμερα τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά.

 

 

(συνεχίζεται)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here