Το τηλέφωνο του Μάνου χτύπησε την ώρα ακριβώς που ο απόηχος των λέξεων της Ελοντίν δεν είχε προλάβει να καταλαγιάσει. Ήταν από την εταιρία.

“Ναι Μόνικα, σε ακούω” είπε ο Μάνος στη γραμματέα του και στη συνέχεια η Ελοντίν είδε στο πρόσωπό του την ανησυχία να ζωγραφίζεται. “Πότε έγινε αυτό; είναι καλά; που βρίσκεται;” ρώταγε ο Μάνος και η Ελοντίν καταλάβαινε ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί.

Σηκώθηκαν από το τραπέζι τους με μια κίνηση του χεριού του Μάνου. Το πρόσωπό του είχε ασπρίσει.

“Τι συμβαίνει;” ρώτησε η κοπέλλα νοιώθοντας την αγωνία του Μάνου να την πλημμυρίζει.
“Ο Ιάσων” είπε ο Μάνος και κατάπιε όσο σάλιο είχε στο στόμα του.

Η Ελοντίν κοντοστάθηκε, πήρε μια βαθειά ανάσα και έσφιξε τις γροθιές της τόσο, μέχρι που τα νύχια της την πλήγωσαν. Κοίταγε στα μάτια τον Μάνο χωρίς να τολμάει να ρωτήσει. Μόνο έσφιγγε τις γροθιές της, μέχρι που άρχισε να τρέμει.

“Ησύχασε”, της είπε ο Μάνος, “θα γίνει καλά” είπε και είδε τα μάτια της Ελοντίν να γεμίζουν δάκρυα. Την πήρε αγκαλιά και την χάϊδευε σαν μωρό. “Θα γίνει καλά στο ορκίζομαι” της είπε και την άφησε να ξεσπάσει επάνω του όλη την αγωνία της.

Οι κινήσεις του Μάνου ήταν γρήγορες και αποφασιστικές. Έκλεισε εισιτήρια αμέσως για την Ελλάδα και κανόνισε με το γνωστό ξενοδοχείο που έκλεινε πάντα στο κέντρο των Αθηνών, να τα έχουν όλα έτοιμα. Πήγαν στο σπίτι της Ελοντίν και ετοίμασαν ένα σάκο στα γρήγορα και αμέσως μετά κατευθύνθηκαν για το δικό του.

Με τις αποσκευές στα χέρια και την Ελοντίν δίπλα του, έφτασαν βιαστικοί στα γραφεία της εταιρίας. Είχε ήδη ειδοποιήσει τη Μόνικα να μην φύγει και είχε καλέσει έκτακτο συμβούλιο. Ο Παμίνος και ο Στεφάν τον περίμεναν στην αίθουσα συνεδριάσεων.

“Εσύ σε παρακαλώ να με περιμένεις εδώ” είπε ο Μάνος στην Ελοντίν οδηγώντας την στην ησυχία του γραφείο του. “Ό,τι θελήσεις θα σου το φέρει η Μόνικα” της είπε, πήρε έναν μεγάλο φάκελλο από το γραφείο του και πριν εξαφανιστεί την ρώτησε “είσαι εντάξει;”

Η Ελοντίν κούνησε το κεφάλι της και του είπε με σπασμένη φωνή “μην αργήσεις μόνο” και κάρφωσε το βλέμμα της στο μεγάλο παράθυρο που έβλεπε προς την πλατεία Schuman χωρίς να βλέπει τίποτα. Έμοιαζε με παγωμένη κούκλα.

“Σας κάλεσα εδώ σήμερα γιατί τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα και μάλλον επικίνδυνα” είπε ο Μάνος μιλώντας στους δύο άντρες. “Ο Ιάσονας βρίσκεται ήδη στο νοσοκομείο και δεν μπορώ να ξέρω αν θα τα καταφέρει” είπε και η ατμόσφαιρα έμοιαζε σαν να είχε σκεπαστεί από ένα παγωμένο σύννεφο.

“Τι συμβαίνει;” ρώτησε ο Παμίνος.
“Ο Ιάσονας μεταφέρθηκε εκτάκτως στο νοσοκομείο. Είχε ενοχλήσεις στο στήθος και πήγε να κάνει κάποιες εξετάσεις. Τα αποτελέσματα όμως δεν ήταν καλά” είπε.
“Καρδιά;” ρώτησε ο Στεφάν.
“Ανεύρυσμα στην καρδιά” είπε ο Μάνος και οι δύο άντρες σιώπησαν.
Στην αίθουσα επικράτησε σιγή και ρίγη.
“Θα αντέξει;” ρώτησε ο Παμίνος. “Θα τα καταφέρει Μάνο;”

Ο Μάνος ανασήκωσε τους ώμους του και κούνησε το κεφάλι του μην γνωρίζοντας τι να απαντήσει. Άνοιξε το φάκελο και μοίρασε στον καθ’ ένα τους τις αρμοδιότητες που έκρινε ότι έπρεπε να αναλάβουν. Καταπιάστηκαν αρκετή ώρα με τα θέματα της εταιρίας μέχρι που χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο και ήταν η Μόνικα.

“Το αυτοκίνητο σας περιμένει για το αεροδρομίο του είπε” και ο Μάνος χαιρέτισε τους συνεργάτες του.

“Για κάθε τι θα επικοινωνείτε μαζί μου ανεξαρτήτως ώρας” τους είπε και έσφιξαν τα χέρια.

“Μάνο, τι θα γίνει εάν …” ρώτησε ο Στεφάν.
“Ούτε να το σκέφτεσαι” απάντησε ο Μάνος, έκανε μεταβολή και βγήκε από την αίθουσα συμβουλίου.

Στο αεροδρόμιο Ζάβεντεμ των Βρυξελλών ο Μάνος και η Ελοντίν έφτασαν σχεδόν αμίλητοι. Ο κοπέλα φορούσε διαρκώς τα γυαλιά ηλίου της χωρίς να υπάρχει λόγος. Χωρίς να υπάρχει ήλιος. Ο Μάνος της κρατούσε το χέρι και είχε αποφασίσει ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να την αφήσει στην ησυχία της. Ήταν σίγουρος ότι έπρεπε να κάνει αυτή τη διαδρομή μόνη της. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν το παρελθόν της. Οι συγκρίσεις που θα έκανε, η αγωνία που θα ένοιωθε. Ο Μάνος δεν είχε ξαναβρεθεί σε ανάλογη κατάσταση. Τι έπρεπε άραγε να κάνει; Ασυναίσθητα θέλησε να επικοινωνήσει με τον Ιάσονα, να τον ρωτήσει πως θα καταφέρει να προστατεύσει το κορίτσι από τον εαυτό της αλλά και από το παρελθόν της.

Στο αεροπλάνο η Ελοντίν κάθισε και ακούμπησε το κεφάλι της στο παράθυρο. Τα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα αλλά δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν, ούτε να βάλει κάτι στο στόμα της.

“Άσε με” είπε στο Μάνο και μίλησαν ξανά μόνο κατά την προσγείωση.

“Θέλω να πάω κατευθείαν στο νοσοκομείο” είπε η κοπέλα και ο Μάνος κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
“Μην σε στενοχωρεί τίποτα, τα έχω κανονίσει όλα έτσι όπως πρέπει” της είπε με τον τόνο της σιγουριάς στη φωνή του. Μόνο που από μέσα του αναρωτιόταν διαρκώς τι έπρεπε να κάνει. Δεν ήταν μόνο η Ελοντίν, ήταν η εταιρία στην Ελλάδα, το εδώ προσωπικό, η έδρα των Βρυξελλών, οι συνεργάτες και τα σούσουρα. Έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία του και να εύχεται να πάνε τα πράγματα από το καλό στο καλύτερο.

Με το που έφτασαν στο νοσοκομείο η Ελοντίν έτρεχε σχεδόν στους διαδρόμους. Κοιτάζοντάς την από πίσω και προσπαθώντας να την φτάσει ο Μάνος, συνειδητοποίησε ότι το κορίτσι αυτό έμοιαζε σαν χαμένο παιδί. Την άρπαξε από το χέρι και σχεδόν την μάλωσε.

“Γιατί τρέχεις; ξέρεις που πρέπει να πας;” τη ρώτησε αυστηρά ο Μάνος.
“Με χρειάζεται, το καταλαβαίνεις;” τσίριξε η Ελοντίν και ο Μάνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. “Εκεί πάμε, μόνο που πρέπει να ρωτήσουμε που τον έχουν” της είπε όσο πιο γλυκά μπορούσε. Η Ελοντίν έκλαιγε.

Ρώτησε στην υποδοχή του νοσοκομείου και τους έστειλαν στην αίθουσα αναμονής. Εκεί, μια μελαχρινή ψηλή γυναίκα, αδύνατη με ρούχα τσαλακωμένα και ένα χάρτινο μεγάλο ποτήρι καφέ ανάμεσα στα χέρια καθόταν σε μια γωνία κουλουριασμένη. Ήταν η Κλαιρ.

Ο Μάνος περίμενε ότι μια από τις δύο θα έκανε κάποια κίνηση. Η Ελοντίν ίσως που ήταν πάντα αυτή που προσπαθούσε να εξισορροπήσει τις καταστάσεις. Όμως όχι. Αυτή τη φορά είδε μπροστά του ένα πλάσμα που σχεδόν δεν το γνώριζε. Το κορίτσι αυτό, μόλις είδε την Κλαιρ, ήταν σαν να μετατράπηκε σε ένα κομμάτι πάγου.

“Γιατί δεν με ειδοποίησες;” ρώτησε θυμωμένη την Κλαιρ η οποία δεν της απαντούσε. Είχε τα μάτια της καρφωμένα σε μια οθόνη τηλεόρασης αλλά ο Μάνος ήταν σίγουρος ότι δεν έβλεπε τίποτα. Ίσως, μόνο χρώματα να χοροπηδάνε.

“Γιατί δεν με ειδοποίησες;” φώναξε η Ελοντίν και η Κλαιρ της απάντησε ένα ξερό “άντε γαμήσου” και το χαστούκι που προσγειώθηκε στο μάγουλο της Κλαιρ από το χέρι της Ελοντίν έκανε έναν εκκωφαντικό ήχο. Ο Μάνος τα έχασε. Δεν είχε ικανή την Ελοντίν για μια τέτοια κίνηση. Αν δεν το έβλεπε με τα μάτια του, αν δεν το ζούσε, δεν θα το πίστευε.

Η Κλαιρ δεν κουνήθηκε από την θέση της. Ούτε έδωσε καμία σημασία στην Ελοντίν η οποία έβραζε από θυμό.

Ο Μάνος μπήκε στη μέση να τις χωρίσει. Ένας γιατρός, εμφανίστηκε στην πόρτα και ζήτησε να μιλήσει στους συγγενείς του Ιάσονα. Η Κλαιρ πετάχτηκε από τη θέση της.

“Σε εμένα παρακαλώ, είμαι η κόρη του” είπε και έδιωξε επιδεικτικά την Ελοντίν από δίπλα της. “Στους συγγενείς είπε Ελοντίν, όχι σε εσένα” κι εκείνη την ώρα η Ελοντίν συνειδητοποίησε την πιο απλή και οδυνηρή αλήθεια. Στα χαρτιά, στα πρωτόκολλα και στους νόμους, η αγάπη και μια ζωή ολόκληρη που είχε μοιραστεί με τον Ιάσονα δεν είχαν καμία σημασία. Η Ελοντίν ήταν ένα τίποτα, τα νήματα της ζωής του Ιάσονα τα κράταγαν στα χέρια τους οι γιατροί και η Κλαιρ. Το αρπαχτικό.

Στάθηκαν λίγο πιο πίσω με τον Μάνο. Πίσω από την Κλαιρ. Ο γιατρός μιλούσε και εξηγούσε ότι η κατάσταση του Ιάσονα ήταν κρίσιμη και ίσως όχι χειρουργήσιμη.

“Είναι ο νονός μου, ο άνθρωπος που με μεγάλωσε” είπε η Ελοντίν σχεδόν παρακαλετά. “Τι εννοείτε όταν λέτε ότι ο Ιάσονας μπορεί να μην τα καταφέρει;” ρώτησε με φωνή που έτρεμε. “Θα φύγει; θα τον χάσουμε;” είπε και γύρισε στην αγκαλιά του Μάνου αφήνοντας το κλάμα να βγει από μέσα της σαν χείμαρος που η βουή του τραντάζει το σύμπαν.

Ο γιατρός είπε ένα ξερό “λυπάμαι” και ζήτησε στις δύο κοπέλες να τον ακολουθήσουν στο γραφείο του.

Δύο ώρες μετά οι δύο τους, αμίλητες, σκυθρωπές, με μάτια διάπλατα από την αγωνία και κατάχλωμες, επέστρεψαν στην αίθουσα αναμονής.

“Τι έγινε; τον είδατε;” ρώτησε ο Μάνος με αγωνία.

Οι δύο γυναίκες έμοιαζαν με άϋλες φιγούρες.

“Ο Ιάσονας δεν είναι πια εδώ Μάνο” είπε η Ελοντίν και σφίγγοντας την τσάντα της πάνω στο κορμί της, έκανε μεταβολή και έφυγε τρέχοντας.

Ο κύκλος άραγε τώρα άνοιγε ή τώρα έκλεινε;

 

 

(συνεχίζεται)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here