Η Κλαιρ βγήκε από το διαμέρισμα της Άννας στις Βρυξέλλες κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά. Μπήκε στο ταξί που την περίμενε στην είσοδο και κατευθύνθηκε για το ξενοδοχείο της.

Το πρόσωπό της ήταν σαν παγωμένη μάσκα. Είχε ακούσει πολύ προσεκτικά την Άννα και τώρα είχε έρθει η ώρα για να πάρει τις οριστικές της αποφάσεις. Έπρεπε να τελειώνει με όλα αυτά.

Ανέβηκε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Πήρε το κινητό της, φόρεσε τα ακουστικά και άκουσε προσεκτικά το διάλογο που είχε καταγράψει με την γυναίκα. Ούτε η ίδια δεν πίστευε αυτά που είχε ακούσει. “Τόσο μίσος λοιπόν;” σκέφτηκε και η επόμενη κίνησή της ήταν  να αντιγράψει τα πάντα στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή της. Φόρτωσε τα αρχεία στο προσωπικό της mail και τα έστειλε στον Μάνο και στην Ελοντίν. Χαμογέλασε. Κανείς τους δεν θα μπορούσε να πιστέψει αυτά που θα άκουγε και πολύ περισσότερο κανείς δεν θα πίστευε ποιός ήταν ο αποστολέας.

Την ίδια χρονική στιγμή, η Ελοντίν πέρναγε την είσοδο των γραφείων του ομίλου συνοδευόμενη από έναν νεαρό με ξεσκισμένο παντελόνι τζίν και μια μπλούζα ένα νούμερο μεγαλύτερη του. Στα χέρια του κρατούσε ένα βαλιτσάκι.

Ο θυρωρός μόλις την είδε σηκώθηκε από τη θέση του.

Η Ελοντίν, με μια κίνηση του χεριού της, τον σταμάτησε και το μόνο που είπε ήταν “δεν θα αφήσεις κανέναν να ανέβει στα γραφεία χωρίς την άδειά μου”. Ο θυρωρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι και με βλέμμα ανέκφραστο σαν κέρινη μάσκα, συνέχισε να κοιτάζει το κενό μπροστά του αμίλητος.

Η Ελοντίν και ο νεαρός, που όλοι τον αποκαλούσαν Mr. X, μπήκαν στο γραφείο της Άννας. Η κοπέλα πήγε να ανάψει το φώς. Ο Mr. X όμως την σταμάτησε πιάνοντας το χέρι της και κουνώντας το κεφάλι του της είπε “μην γίνεσαι στόχος” και με μια βιαστική κίνηση κάθισε στη θέση της Άννας.

Η Ελοντίν κάτι πήγε να πει αλλά ο Mr. X την σταμάτησε.

“Ή δεν θα μιλάς ή σήκω φύγε και μην ανάψεις φώτα” είπε και η κοπέλα σιώπησε και έκατσε παράμερα.

Ο νεαρός έβγαλε από την τσάντα του ένα μικρό laptop και μερικά καλώδια. Η Ελοντίν δεν καταλάβαινε τι έκανε, ήξερε όμως ότι αυτό που του είχε αναθέσει, θα τις κόστιζε μια μικρή περιουσία. Ήταν όμως αποφασισμένη να πληρώσει όσα χρειαζόταν για να ανακαλύψει την αλήθεια.

Το κινητό της χτύπησε. Ο Mr. X την αγριοκοίταξε. Σαν μαθήτρια που την έπιασαν στα πράσα, έκλεισε τον ήχο κι έβαλε την δόνηση. Παρατήρησε, ότι στην θυρίδα των mail είχε φτάσει στα εισερχόμενα ένα καινούργιο μήνυμα. “Διαφημιστικό θα είναι” σκέφτηκε “αν ο Μάνος ήθελε κάτι θα την καλούσε στο κινητό”. Άνοιξε την τσάντα της και το έβαλε μέσα. Έκλεισε τα μάτια και αναρωτήθηκε αν αυτό που ζούσε ήταν αλήθεια ή αν έβλεπε αστυνομική ταινία.

“Αλήθεια τώρα, όλοι αυτοί που έπαιρναν αποφάσεις και ήταν το κέντρο επιρροής του κόσμου, ήταν μπλεγμένοι μέσα σε ιστορίες που έμοιαζαν βγαλμένες από ταινίες του James Bond;” αναρωτήθηκε η Ελοντίν. “Τι κόσμος κι αυτός!”

Σηκώθηκε και πατώντας στα ακροδάχτυλά της βγήκε από το γραφείο της Άννας. Πήγε στην αίθουσα συνεδριάσεων για να μπορεί να κοιτάζει τον δρόμο με τα φώτα από τα μεγάλα παράθυρα. Ήθελε να μην σκέφτεται όσο μπορούσε. Ο γρήγορος ήχος των πλήκτρων αλλά και αυτό που μονολογούσε διαρκώς ο Mr. X “έλα μωρό μου δώστο μου, ναι, ναι”, της την έδιναν στα νεύρα.

Το τηλέφωνο της Ελοντίν χτυπούσε σαν δαιμονισμένο στη δόνηση μέσα στην τσάντα της που αφηρημένη όπως ήταν, την είχε αφήσει στο γραφείο της Άννας πάνω στον καναπέ.

Ο Μάνος από το διαμέρισμά του φώναζε οργισμένος “σήκωσέ το Ελοντίν ανάθεμά σε” και αμέσως μετά πέταγε το κινητό του στον καναπέ για να το ξαναπιάσει σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Η Ελοντίν κοίταζε τα φώτα της πόλης και παρακαλούσε ο Mr. X να της έδινε αυτό που τόσο επιθυμούσε. Την ελευθερία της.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει όταν τον άκουσε να φωνάζει από μακριά “ναι, ναι, ναιιιι” λες κι ερχόταν σε οργασμό και αμέσως μετά άκουσε ένα χειροκρότημα. Άνοιξε την πόρτα και έτρεξε κοντά του.

“Τι έγινε;” τον ρώτησε με αγωνία.
“Ωραία μου κυρία, έχουμε όλο τον έλεγχο της εταιρίας στα χέρια μας και τα αρχεία που χρειάζεσαι είναι όλα εδώ” είπε ο Mr. X. χτυπώντας με τα ακροδάχτυλά του τον μικρό υπολογιστή του και ανοίγοντας την παλάμη του χεριού του με νόημα.

Η Ελοντίν άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε το κινητό και έκανε την μεταφορά του ποσού στον λογαριασμό που της είχε δώσει. Το πράσινο φωτάκι αναβόσβηνε αλλά η κοπέλα βιαζόταν να φτάσει στο τέρμα αυτής της διαδρομής μια ώρα νωρίτερα.

Μόλις ο Mr. X. άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο της κατάθεσης των χρημάτων, με ένα ντιν στο κινητό του, χαμογέλασε.

“Είσαι πολύ εντάξει, είχε δίκιο ο κολλητός σου” είπε και της χάρισε ένα λαμπερό χαμόγελο.
“Τι κάνουμε τώρα;” τον ρώτησε όλο αγωνία.
“Χρειάζομαι κάποιον που να καταλαβαίνει απ’ όλα αυτά, για να του εξηγήσω πως θα μπορεί από εδώ και στο εξής να βρίσκει τα κατεστραμμένα αρχεία” είπε βαριεστημένα ο Mr. X.

Η Ελοντίν του έκανε νόημα ότι φεύγουν.

“Πάμε έχουμε δουλειά ακόμα” είπε και έσκυψε να πιάσει την τσάντα της.
“Το κινητό σου χτύπαγε διαρκώς στη δόνηση” της είπε γκρινιάζοντας το αγόρι αλλά η Ελοντίν δεν τον άκουσε. Είχε προχωρήσει ήδη στην πόρτα του ασανσέρ σχεδόν χορεύοντας. Τώρα ήταν εκείνη που ήθελε να φωνάξει “δώστα όλα μωρό μου” αλλά δεν το έκανε.

Μπήκαν στο μικρό του αυτοκίνητο και με ταχύτητα έφυγαν για το σπίτι του Μάνου.

Η Ελοντίν χτύπησε το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε και μαζί με το αγόρι ανέβηκαν σχεδόν τρέχοντας τα τρία πατώματα για να φτάσουν στο διαμέρισμα του Μάνου.

“Που στην ευχή είσαι Ελοντίν;” ούρλιαξε ο άντρας.

Η κοπέλα τον κοίταξε απορημένη.

“Μαζί μου” πετάχτηκε ο Mr. X.
“Σκάσε εσύ” απάντησε θυμωμένος ο Μάνος.
“Ωραίους τρόπους έχει ο φίλος σου” είπε το αγόρι.

Η Ελοντίν κοίταγε αποσβολωμένη.

“Το κινητό σου το είδες;” ρώτησε ο Μάνος και πριν προλάβει να απαντήσει η Ελοντίν, ο άντρας συνέχισε.

“Τα στοιχεία όλα μας τα έχει στείλει η Κλαιρ” είπε.
“Ορίστε;” ψέλισε πλέον σαν χαμένη η Ελοντίν ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια της.

“Εμένα με χρειάζεστε;” ρώτησε ο Mr. X. και η Ελοντίν κούνησε το κεφάλι της καταφατικά δείχνοντας το γραφείο του Μάνου. “Κάθισε εκεί και ερχόμαστε” είπε στο αγόρι.

“Τι εννοείς Μάνο;” ρώτησε τον άντρα. “Ο Mr. X. έχει όλα τα στοιχεία που χρειάζεσαι για την Άννα. Η Κλαιρ τι δουλειά έχει;”

Ο Μάνος κοίταξε το αγόρι. “Mr. X. και δεν είσαι ούτε είκοσι χρονών;” είπε.

Το αγόρι σήκωσε αδιάφορα του ώμους. “Θα έρθεις να σου δείξω;” τον ρώτησε βαριεστημένα και ο Μάνος, έχοντας αφήσει την Ελοντίν να ψάχνει το κινητό της, κάθισε δίπλα στο αγόρι και κοίταγε έναν ολόκληρο ηλεκτρονικό κόσμο εκβιασμού, να ξεδιπλώνετε μπροστά του.

Ο Mr. X. πέρασε τα αρχεία στον υπολογιστή του Μάνου και του έδειξε με ποιό τρόπο θα μπορεί να ελέγχει τις κινήσεις της εταιρίας ηλεκτρονικά.

“Δεν είναι δικιά μου δουλειά αυτό” είπε.
“Και ποιός θα το κάνει αυτό Μάνο;” ρώτησε η Ελοντίν που πάσχιζε ακόμα με τον κινητό της.
“Ο πιτσιρίκος από το σπίτι του” είπε ο Μάνος.
“Mr. X.” είπε ο νεαρός αυτάρεσκα
“Όταν θα δεις τι μισθό θα παίρνεις, θα αφήσεις τις μπούρδες” του απάντησε ο Μάνος “και τώρα δίνε του”.

Ο πιτσιρίκος έφυγε μαζεύοντας τα υπάρχοντά του και σφυρίζοντας κατέβηκε τις σκάλες.

“Ξέρετε που θα με βρείτε” φώναξε από μακριά κι από το βάθος άκουσαν την εξώπορτα να κλείνει.

Στο διαμέρισμα είχαν μείνει οι δυο τους.

“Τι ήταν αυτό που μου έλεγες για την Κλαιρ;” ρώτησε η Ελοντίν και ο Μάνος της έβαλε να ακούσει την μαγνητοφωνημένη συζήτηση που τους είχε στείλει η Κλαιρ.

Η Ελοντίν είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

“Η Κλαιρ το έκανε αυτό;” ρώτησε τον Μάνο κι εκείνος της απάντησε κλείνοντας το στόμα της με το πιο μακρόσυρτο φιλί.

“Η σιχαμένη Κλαιρ” της ψιθύρισε ο Μάνος όπως την ξάπλωνε πάνω στο γραφείο του.

 

 

(συνεχίζεται)

(φωτογραφία κειμένου: https://gr.pinterest.com/pin/295267319315733368/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here