Την ίδια ώρα στην Αθήνα η Κλαιρ ένοιωθε το μυαλό της να καίγεται και είχε έναν έντονο πόνο στο στομάχι.

Ζήλευε.  Ήθελε να είναι εκείνη με τον Μάνο.  Δεν μπορούσε να συγχωρέσει στον εαυτό της αυτή την αποτυχία. Έπρεπε με κάθε θυσία να αντιστρέψει τους ρόλους. Δεν την ενδιέφερε τι ένοιωθε η Ελοντίν, ο Μάνος θα γινόταν δικός της.

Η Ελοντίν. Η γλυκιά, άγευστη, άοσμη  Ελοντίν, με όλο τον κόσμο στα πόδια της. Γιατί έπρεπε να έχει και τον Μάνο; Τι είχε ζήσει η Ελοντίν; Τι ήξερε από πόνο, από μάχες και ισοπέδωση; Πότε βρέθηκε μόνη της να έχει να αντιμετωπίσει όλο τον κόσμο; Το ατύχημα των γονιών της. Όλοι γι’ αυτό μιλούσαν. Μα υπήρχαν μεγαλύτεροι πόνοι από αυτό. Ότι κι αν έχασε η Ελοντίν, η ζωή της το επέστρεψε πίσω. Λες και της το όφειλε κι αν η ζωή χρωστούσε στην Ελοντίν, τότε στην ίδια τι; Δεν χρωστούσε κανείς τίποτα;

Η Κλαιρ άναψε ένα τσιγάρο, γέμισε το ποτήρι της με κρασί και αφέθηκε στις σκέψεις της.

- Διαφήμιση -

Englischer Garten, ο Αγγλικός Κήπος. Πόσο πολύ τον αγαπούσε. Να κάθετε στην όχθη του ποταμού, να ξαπλώνει στον ήλιο, να παρακολουθεί τους μεγάλους να πίνουν μπύρες. Να τρέχει με τα άλλα παιδιά και να νοιώθει ελεύθερη.  Τις άρεσαν αυτές οι βόλτες με τους γονείς της. Νόμιζε ότι είχε μια τυπική οικογένεια. Δεν ένοιωθε να διαφέρει σε τίποτα από τα υπόλοιπα παιδιά. Ούτε είχε καταλάβει ότι η μητέρα της ήταν περισσότερο αυστηρή απ’ ότι έπρεπε.  Στο σπίτι πάντα υπήρχαν κανόνες. Για την ίδια όμως αυτό ήταν φυσιολογικό. Έτσι είχε μεγαλώσει. Σε ένα σπίτι με κανόνες που όλοι έπρεπε να τους ακολουθούν. Στα κρυφά, καμιά φορά έβγαζε την γλώσσα της κοροϊδευτικά πίσω από την πλάτη τους. Οι μεγάλοι γίνονται πολλές φορές αστείοι ή μήπως όχι; Οι μεγάλοι ξεπλένουν τις ενοχές τους με διάφορους τρόπους και άλλοτε πάλι, εκδικούνται τα παιδιά τους για τις δικές τους πράξεις. Οι μεγάλοι γίνονται κακοί και άκαρδοι με τα θύματά τους. Με τα παιδιά τους.

Η σκέψη αυτή έκανε την Κλαιρ να πεταχτεί επάνω όρθια.

Πότε έμαθε την αλήθεια; Πόσο χρόνων ήταν; Σίγουρα λίγο πριν πάει σχολείο και μέχρι σήμερα  δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι έπρεπε να το μάθει έτσι.

«Το μόνο που έχεις πάρει από εμένα είναι τα μαύρα μου μαλλιά» έλεγε η μητέρα της κάθε φορά που τις χτένιζε τα μαλλιά και τις τράβαγε τις τούφες σε σφιχτές κοτσίδες.
«Μαμά με πονάς» συνήθιζε να γκρινιάζει η Κλαιρ αλλά η μητέρα της απαντούσε με ένα ξερό «σουτ» και συνέχιζε.
«Στον πατέρα σου μοιάζεις, μάλλον» έλεγε και η Κλαιρ δεν καταλάβαινε. Τι πάει να πει «μάλλον». Κοίταζε τον πατέρα της και δεν έβλεπε κάποια ιδιαίτερη ομοιότητα.
«Τόσο άσχημη είμαι;» ρώταγε απελπισμένη τη μητέρα της. «Ο μπαμπάς έχει μουστάκι και αυτά τα τεράστια γυαλιά» έλεγε αλλά η μητέρα της πάντα της απαντούσε με ένα ξερό «ξέρω εγώ τι σου λέω» και η συζήτηση τελείωνε εκεί.

Ήταν άνοιξη όταν είχαν πάει ξανά στον Αγγλικό Κήπο.  Ο πατέρας της ήταν ιδιαίτερα σιωπηλός στην διαδρομή. Το ίδιο και η μητέρα της. Όταν έφτασαν της ζήτησαν να καθίσουν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Η μητέρα της έστρωνε μια κουβέρτα και ο πατέρα της τακτοποιούσε το πανέρι με τα σάντουιτς. «Θα κάνουμε πικ-νικ» της είχαν πει. Ζήτησε να πάει να παίξει αλλά δεν την άφησαν.

«Μα…» είχε είπε δείχνοντας το ποτάμι και τα παιδιά που ήταν μαζεμένα στην όχθη του.  Η μητέρα της είχε κουνήσει το κεφάλι της αρνητικά και ο πατέρας της κοίταζε αφηρημένος το χορτάρι.

«Κάθισε» της είχε πει η μητέρα της, χτυπώντας ελαφριά με την παλάμη της την κουβέρτα.
«Ποιος θα ξεκινήσει Κουρτ;» είχε ρωτήσει τον άντρα της. Η Κλαιρ παρακολουθούσε μια τον έναν και μια τον άλλον.

«Εσύ, δικιά σου είναι η ιστορία Λίντα» απάντησε ο πατέρας της στην μητέρα της και η Κλαιρ ένοιωσε μια παράξενη ανησυχία.

«Σε λίγο καιρό θα πας σχολείο» είπε η μητέρα της κομπιάζοντας.
«Θα με βάλετε εσωτερική» τσίριξε σχεδόν η Κλαιρ και παρ’ όλο που κάτι τέτοιο στο παρελθόν θα χαρακτηριζόταν ως απαράδεκτο, η μητέρα της δεν της φώναξε, απλώς έκλεισε τα μάτια της.

«Σταμάτα να κάνεις σαν μωρό και άκουσέ με» είπε με τον κοφτό τόνο της φωνή της. Η Κλαιρ μόλις είχε κατεβάσει το κεφάλι αλλά η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή.
«Θα με βάλετε εσωτερική;» ρώτησε μαλακά αυτή τη φορά νοιώθοντας τα μάτια της να την καίνε.
«Όχι» απάντησε ο πατέρα της. «Όχι εσωτερική».
«Άκουσέ με Κλαιρ» πήρε το λόγο η μητέρα της «τώρα που πλησιάζει ο καιρός για να ξεκινήσεις το σχολείο, θα πρέπει να μάθεις την πραγματική σου ιστορία».
«Όλη;» την διέκοψε ο άντρα της σφίγγοντάς της το χέρι δυνατά και παίρνοντας ο ίδιος τον λόγο.
«Αγάπη μου, η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι ο πραγματικός σου πατέρας» είπε ο Κουρτ και πριν προλάβει να συνεχίσει, η Κλαιρ είχε σηκωθεί και έτρεχε προς το ποτάμι φωνάζοντας «ψέματα μου λέτε ψέματα».
«Κλαιρ, Κλαιρ» φώναζε η μητέρα της αλλά η φωνή της δεν έφτανε στα αυτιά της κόρης της.

Η Κλαιρ ήθελε να εξαφανίσει την στιγμή. Δεν ήταν δυνατόν, δεν μπορούσαν να της έχουν πει κάτι τέτοιο. Δεν συνέβαινε στην ίδια αυτό, κάτι άλλο ήθελαν να της πουν. Έτρεχε, έτρεχε και ένοιωθε τον αέρα να της παίρνει τα δάκρυα μακριά.

Ο πατέρας της την ακολουθούσε. Με κομμένη την ανάσα έφτασε κοντά της όταν η Κλαιρ είχε πέσει πάνω στο υγρό χορτάρι και έκλαιγε με λυγμούς.

«Μην κάνεις έτσι» της είχε πει ο πατέρας της. Ο πατέρας της ή μήπως ο Κουρτ; «Μην κάνεις έτσι αγάπη μου, δεν αλλάζει τίποτα» συνέχισε ο Κουρτ. Για την Κλαιρ εκείνη την ώρα, ο πατέρας της εξαφανίστηκε και την θέση του πήρε ο Κουρτ, με το καλοφτιαγμένο μουστάκι και τα χοντρά γυαλιά.

«Δηλαδή δεν μου είσαι τίποτα» είπε η Κλαιρ και συνέχισε «είσαι ένα τίποτα, το ακούς; Ένα τίποτα» συνέχισε και άρχισε να κλαίει δυνατά και γοερά.

Ο Κουρτ προσπάθησε να την πάρει αγκαλιά. Η Κλαιρ όμως αντιστάθηκε. Τον έσπρωξε μακριά της με τους αγκώνες της και τον άκουσε να αναστενάζει.
«Ίδια με την μητέρα σου είσαι όταν θυμώνεις» είπε και συνέχισε «θα μας βρεις κάτω από το δέντρο, μην αργήσεις Κλαιρ, ο καιρός είναι ψυχρός».

Όταν η Κλαιρ σταμάτησε να κλαίει έμεινε για ώρα μπρούμυτα στο χορτάρι κοιτάζοντας το ποτάμι να περνάει από μπροστά της.

«Γειά σου ποτάμι, εσύ έχεις μπαμπά;» ρώτησε αλλά το ποτάμι δεν της απάντησε.

Στο δρόμο της επιστροφής όλοι έκαναν ησυχία. Μια ησυχία που της τρυπούσε το κεφάλι. Η Κλαιρ αρνήθηκε να μιλήσει για ημέρες. Απαντούσε μόνο όταν ήταν απαραίτητο και κλεινόταν ώρες πολλές στο δωμάτιό της παίζοντας με τις κούκλες της.
«Ούτε εσύ έχεις πατέρα» έλεγε στην κούκλα της «μόνο εμένα έχεις» και την έσφιγγε στην αγκαλιά της.

Η μητέρα της προσπάθησε να την συνετίσει όταν όλοι τους συνειδητοποίησαν ότι η Κλαιρ σταμάτησε να φωνάζει τον Κουρτ μπαμπά. Όταν πια του απεύθυνε το λόγο αναφερόμενη σε αυτόν ως Κουρτ.

Ο Ιάσονας όταν έγινε το ατύχημα, βούτηξε την Ελοντίν και την έστειλε στους καλύτερους γιατρούς. Την Κλαιρ όμως, την άφησαν να τα βγάλει πέρα μόνη της. Αλήθεια γιατί; Και γιατί η Ελοντίν της είχε κλέψει τον πατέρα της; Την αγάπη του, το νοιάξιμο του; Όλα για την Ελοντίν σκέφτηκε και έκανε μια ειρωνική γκριμάτσα. «Όλα για την Ελοντίν».

Πήρε τα μπουκάλι με το κρασί, ξάπλωσε στον καναπέ και άναψε κι άλλο τσιγάρο. Το πακέτο σε λίγο θα τελείωνε και το κρασί ίσως αλλά τη σημερινή νύχτα έπρεπε να την ζήσει, να θυμηθεί, να μην ξεχάσει.

Λίγο καιρό αφού ξεκίνησε το σχολείο, η μητέρα της αποφάσισε να την στείλει εσωτερική. Έτσι τουλάχιστον της είπαν. Η Κλαιρ αυτή τη φορά δεν αντέδρασε. Ούτε ήξερε αν η ιδέα αυτή ήταν ιδίας της μητέρας της ή του Κουρτ.

«Τουλάχιστον τώρα δεν θα με έχουν στα πόδια τους». Έτσι είχε νοιώσει κι ας μην ήταν ικανή λόγω ηλικίας να το πει σωστά με λέξεις. Ένοιωθε περιττή ανάμεσα σε δύο γονείς που η καριέρα τους και η ζωή τους είχαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα από την ίδια.

«Βλέπεις αγάπη μου, ο Κουρτ, κέρδισε τη θέση του καθηγητή στο τμήμα νομικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και θα πρέπει να μετακομίσουμε εκεί» είχε πει η μητέρα της προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απόφασή τους. Τώρα που το σκεφτόταν ξανά, ίσως για αυτούς να ήταν απολύτως φυσιολογικό ένα παιδί να πηγαίνει εσωτερικό σε ένα άγνωστο σχολείο, με άγνωστους ανθρώπους και γλώσσα. Η ίδια η μητέρα της, όλη της την ζωή την πέρασε εσωτερική στην Ελβετία, την ίδια μοίρα απέκτησε και η Κλαιρ.

Την Ελβετία την μίσησε. Ακόμα και σήμερα την μισούσε. Την είχαν υποσχεθεί ότι δεν θα δυσκολευόταν ειδικά με την γλώσσα. Δεν της είχαν πει αλήθεια. Παντού στην Ελβετία υπήρχαν διάλεκτοι. Τρομαγμένη όπως ήταν η μόνη της διέξοδος ήταν να μάθει όσο το δυνατόν καλύτερα τα μαθήματά της. Φίλους δεν είχε, μόνο διάβαζε. Έμαθε να είναι ευγενική, να συμμετέχει σε όλες τις δραστηριότητες και να μην δίνει δικαιώματα. Στις γιορτές, γύριζε στο σπίτι της. Ποιο σπίτι της;

Η οικογένειά της είχε μετακομίσει στην Χαϊδελβέργη για να είναι κοντά ο Κουρτ στην πανεπιστημιακή του έδρα. Ποιο σπίτι λοιπόν; Η ίδια δεν είχε ζήσει ποτέ εκεί. Όσο ζούσε στην Ελβετία ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της και μόλις επέστρεφε στην Γερμανία ήθελε να γυρίσει πίσω, στον κοιτώνα της. Στην σιγουριά που της προσέφερε η μοναξιά της. Φίλες δεν είχε και αυτές που είχε κάνει τα πρώτα χρόνια της ζωής της, είχαν μείνει πίσω, στο Μόναχο.

Όλα αυτά μέχρι που την ημέρα που ο Κουρτ άφησε ξαφνικά την τελευταία του πνοή σκαλίζοντας τον κήπο. Η Κλαιρ τότε τελείωνε το σχολείο.  Άφησε την σιγουριά που της προσέφερε ο κοιτώνας της στην Ελβετία και γύρισε πίσω στην Γερμανία. Στην κηδεία του Κουρτ, η μητέρα της την άκουσε να ψελλίζει «μπαμπά». Η ίδια όμως δεν το θυμάται. Αυτό που θυμάται όμως πολύ καλά είναι οι τρελές τύψεις που ένοιωθε. Δεν είχε πει ποτέ στον Κουρτ ότι τον αγαπούσε.  Με τον τρόπο της αλλά τον αγαπούσε και ίσως τελικά να την είχε αγαπήσει και ο ίδιος. Ποιος παντρεύεται μια γυναίκα με ένα παιδί αν δεν την αγαπάει, αν δεν έχει αγαπήσει τελικά το ίδιο το παιδί; «Θα πρέπει να με αγαπούσε» μονολόγησε η Κλαιρ και προτίμησε να κρατήσει τη σκέψη αυτή μέσα της. Χρειαζόταν να νοιώσει ότι κάποιος την είχε αγαπήσει.

Είχε τελειώσει πια το σχολείο και είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Φιλοσοφικής.

«Ο Κουρτ θα ήταν πολύ υπερήφανος για εσένα» είχε πει η μητέρα της.
«Εσύ;» την ρώτησε απότομα η Κλαιρ «εσύ τι νοιώθεις;»
«Μα φυσικά χαίρομαι» απάντησε η Λίντα στην κόρη της.
«Μα φυσικά χαίρομαι» μιμήθηκε κοροϊδευτικά η Κλαιρ τη φωνή της μητέρας της. «Ένοιωσες ποτέ σου κάτι πέρα από ισοπεδωμένα συναισθήματα;» ούρλιαξε η Κλαιρ. «Αγάπησες κάποιον; Τον Κουρτ τον αγάπησες; Εμένα; Τον βιολογικό μου πατέρα; Ποιος είναι ο βιολογικός μου πατέρας; Ποια είμαι;» φώναζε και πέταγε ότι έβρισκε μπροστά της.

Η ιστορία ξεδιπλώθηκε χωρίς περιττές κουβέντες και συναισθηματισμούς. Όπως ακριβώς έγιναν και εκφράστηκαν μέσα από την συναισθηματική ισοπέδωση της Λίντα.

«Γινόταν ένα πάρτι. Το έκανε ένας συμμαθητής μου. Τον ξέρεις, ο Χανς. Οι γονείς του έλειπαν ταξίδι και το σπίτι ήταν ελεύθερο και πολύ μεγάλο. Ο Χανς, κοινωνικός όπως είναι, έτσι κοινωνικός ήταν και τότε. Στο πάρτι αυτό είχε καλέσει όποιον ήξερε και ο κάθε ένας από εμάς μπορούσε να φέρει και από έναν φίλο του. Καταλαβαίνεις ότι οι περισσότεροι δεν γνωριζόμασταν μεταξύ μας και δεν μας ενδιέφερε. Υπήρχε πολύ αλκοόλ και τσιγαριλίκι. Όποιος ερχόταν έφερνε και ένα μπουκάλι ποτό. Ότι έπινε ο κάθε ένας δηλαδή. Ο Χανς είχε βάλει μόνο το σπίτι. Υπήρχε και η κλασσική φοιτητική αφραγκιά αλλά κανέναν δεν ενδιέφερε αυτό. Το ζουμί ήταν στο πάρτι. Είχαμε πιεί όλοι μας και είχαμε καπνίσει έστω και για πλάκα, για να δοκιμάσουμε, για την περιέργεια από ένα τσιγαριλίκι. Χόρτο. Είχαμε φτιαχτεί. Περισσότερο απ’ όλους είχε φτιαχτεί όμως ένας έλληνας. Ήταν σαν Θεός, με το σπαστό του το μαλλί και σφιχτό του κορμί. Τα μάτια του λαμπύριζαν μέσα από τα μικροσκοπικά γυαλιά του. Νομίζω ότι τον ερωτεύθηκα αμέσως. Τον πλησίασα όταν τον βρήκα μόνο του κάτω από την σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα του σπιτιού του Χανς. Ήμουν προκλητική το ξέρω. Με βοηθούσαν οι ουσίες. Ξεπερνούσα τον εαυτό μου έτσι. Ο άγνωστος αυτός έλληνας με πήρε εκεί στα όρθια, κάτω από την σκάλα. Χωρίς συναισθηματισμούς και υποσχέσεις. Ούτε το όνομά μου δεν ρώτησε, ούτε εγώ το δικό του» είπε η Λίντα.

«Σε σιχαίνομαι, νομίζω ότι σε σιχαίνομαι» είπε η Κλαιρ
«Γιατί Κλαιρ; Νομίζεις ότι όλα τα παιδιά είναι καρποί ενός αθεράπευτα μεγάλου έρωτα;» είπε η Λίντα καγχάζοντας. «Δεν σου φτάνει αλήθεια το γεγονός ότι εγώ σε ήθελα και σε κράτησα;» ρώτησε την κόρη της. «Είσαι δικό μου παιδί Κλαιρ, μόνο δικό μου παιδί. Ούτε του Κουρτ, ούτε του ωραίου έλληνα» είπε η Λίντα κοιτάζοντας την κόρη της στα μάτια.

Η Κλαιρ πήρε την τσάντα της και έφυγε από το σπίτι. Μπήκε στο αυτοκίνητό της, ένα Mini Cooper που της είχε χαρίσει η μητέρα της, με τις οικονομίες του Κουρτ, όταν πέρασε στο Πανεπιστήμιο. «Μακάρι να μπορούσες να μου απαντήσεις από εκεί που βρίσκεσαι μπαμπά, μπόρεσες ποτέ να αγαπήσεις αυτή την παγοκολόνα;» αναρωτήθηκε η Κλαιρ καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή.

Η Χαϊδελβέργη από το Μόναχο ήταν τρεισήμισι ώρες δρόμος. Όταν η Κλαιρ χτύπησε το κουδούνι του Χανς η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Της άνοιξε την πόρτα ένα μεσήλικας ξεμαλλιασμένος.

«Κλαιρ» είπε μην προσπαθώντας να κρύψει το ξάφνιασμά του.
«Χανς» ανταπέδωσε η γυναίκα και έσπρωξε την πόρτα μπαίνοντας ακάλεστη στο σπίτι του. «Ποιος είναι αυτός ο ωραίος έλληνας; Ο βιολογικός μου πατέρας;» ρώτησε τον Χανς χωρίς εισαγωγή. «Έλα μου τα είπε όλα η Λίντα» τον βοήθησε.

Ο Χανς κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Ο ίδιος το ξέρει;» ρώτησε η Κλαιρ.
«Όχι, η Λίντα ζήτησε να μην μάθει ποτέ την αλήθεια.  Είχε πει ότι είσαι μόνο δικό της παιδί» απάντησε ο Χανς.
«Είσαστε όλοι σας ηλίθιοι, ο άνθρωπος είναι πατέρας ενός παιδιού το οποίο το αγνοεί;» ούρλιαξε η Κλαιρ. «Πως τον λένε; Ποιος είναι; Θέλω να μάθω τον βιολογικό μου πατέρα» συνέχισε η Κλαιρ. Ο Χανς όμως τα είχε χαμένα.
«Κλαιρ, μπορεί να μην θέλει, η Λίντα τουλάχιστον σίγουρα δεν θέλει».

Η Κλαιρ έπιασε από το πέτο της πιτζάμας τον Χανς. «Ποιος χέζει την Λίντα; Μια ζωή σκατά τα έκανε κι εσύ, συμπεριφέρθηκες σαν τιποτένιο σκουλήκι Χανς» είπε.
«Εγώ γιατί;» ρώτησε ο Χανς.
«Γιατί αυτός ο άνθρωπος, μπορεί να με ήθελε Χανς. Μπορεί αν με έβλεπε, να ένοιωθε κάτι για εμένα. Να μην πέρναγα τόση μοναξιά όλη μου τη ζωή. Κατάλαβες;»

Πέρασαν στην κουζίνα. Ο Χανς έφτιαξε τσάϊ και για τους δυο τους και είπε στην Κλαιρ ό,τι θυμόταν από αυτό το περιβόητο πάρτι. Με τον Ιάσονα είχαν κρατήσει σχέσεις όλα αυτά τα χρόνια. Ποτέ δεν υπήρξαν οι αδελφικοί φίλοι αλλά πάντα μάθαινε νέα του. Ήξερε για την Ελοντίν, για το ατύχημα και για την αδυναμία που της είχε ο Ιάσονας. Τα είπε όλα στην Κλαιρ και ευχήθηκε μέσα του να έχει κάνει το σωστό. Ποιος όμως μπορούσε να αποφασίσει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Ίσως η ίδια η ζωή.

Η Κλαιρ με όλα τα στοιχεία στην τσάντα της μπήκε στο αυτοκίνητό της και πριν γυρίσει στην Χαϊδελβέργη πέρασε από το παλιό της σπίτι. Ένοιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της και κατευθύνθηκε προς το πλησιέστερο ξενοδοχείο. Ήταν πολύ αργά για να πάρει το δρόμο της επιστροφής.

Την άλλη ημέρα, γύρισε πίσω. Μάζεψε τα πράγματά της και έκλεισε εισιτήριο για την Ελλάδα.

Ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει τον πατέρα της ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα. Είχε κι εκείνη δικαίωμα να την αγαπούν. Είπε στην μητέρα της για την απόφασή της αλλά η Λίντα δεν μπορούσε και ίσως δεν ήθελε πια να την σταματήσει.

«Θα γυρίσεις;» την είχε ρωτήσει
«Δεν ξέρω» είχε απαντήσει η Κλαιρ κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Στην Ελλάδα προσγειώθηκε χωρίς να έχει κανονίσει τίποτα. Πήρε την βαλίτσα της και πήγε κατευθείαν στα γραφεία της εταιρίας.

Στην ρεσεψιόν τον ζήτησε με το μικρό του όνομα. Το επώνυμο του πατέρα της, συνειδητοποίησε ότι δεν το θυμόταν. Μπορεί πάλι και να μην της το είχαν πει. Η κοπέλα ξαφνιασμένη την οδήγησε στην προσωπική του γραμματέα του Ιάσονα. Μια γυναίκα σοβαρή και απροσπέλαστη.
«Τι ακριβώς θα θέλατε;» την ρώτησε σε άψογα αγγλικά «δεν είναι εδώ αυτή την στιγμή και απ’ ότι βλέπω δεν έχει κάποιο ραντεβού σήμερα. Το όνομά σας;» ρώτησε την Κλαιρ η οποία της απάντησε με καθαρή φωνή,

«Η κόρη του, είμαι η κόρη του».

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here