Ο Ιάσονας ήταν απορροφημένος από την οικονομική έκθεση που διάβαζε. Άκουσε μια ενοχλητική βουή να έρχεται έξω από την πόρτα του. Δεν έδωσε σημασία. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί κρατώντας σημειώσεις και δημιουργώντας παραπομπές, με την πένα του στο δεξί περιθώριο των εγγράφων του όπως πάντα.

Γινόταν σχολαστικός. Αυτές όμως οι καθημερινές συνήθειες, των γλύτωναν από πολύ κόπο. Ήξερε πάντα που να ψάξει. Η ζωή του ήθελε να βρίσκεται σε απόλυτη τάξη.  Δεν μπορούσε τους ανθρώπους που ζούσαν χωρίς πειθαρχία. Στο γραφείο του, στην ζωή του και στο μυαλό του υπήρχε ευταξία.

Οι φωνές έξω από το γραφείο του δυνάμωναν. Έσμιξε τα φρύδια και με γρήγορο βηματισμό έφτασε μέχρι την πόρτα.

«Ζήτησα να μην με ενοχλήσει κανείς σήμερα» είπε αυστηρά, κρατώντας χαμηλά τον τόνο της φωνής του.

Η γραμματέας του η Άννα, στεκόταν όρθια στο γραφείο της και απέναντί της ήταν μια νέα, εντυπωσιακή, μελαχρινή γυναίκα, με την οποία ήταν ολοφάνερο ότι μόλις είχαν λογομαχήσει.

«Άννα, τι θέλει η κυρία;» συνέχισε ο Ιάσων.
«Πρέπει να σας μιλήσω» απάντησε η γραμματέας του, σφίγγοντας ελαφρά το λαιμό της φανερά αμήχανα.
«Σε παρακαλώ να πάτε στην αίθουσα συμβουλίου, σου έχω πει, να κάνεις εκεί όλα τα ραντεβού σου» είπε ο Ιάσονας ενοχλημένος και χωρίς να κρύψει τον εκνευρισμό του, γύρισε απότομα την πλάτη του στις δύο γυναίκες. Μόνο που πριν προλάβει να περάσει το κατώφλι της πόρτα του, άκουσε την άγνωστη να του λέει,

«Είμαι η κόρη σου. Αλήθεια πώς να σε φωνάζω; Μπαμπά ή Ιάσονα;» είπε η Κλαιρ ειρωνικά.

Ήταν η στιγμή που ο χρόνος θα έπρεπε κανονικά να παγώσει. Που όλοι θα περίμεναν ότι ο Ιάσονας θα έμενε κοκαλωμένος, έστω για κλάσματα του δευτερολέπτου. Αντιθέτως ήταν σαν μην άκουσε λέξη. Μπήκε στο γραφείο του και έκλεισε ξωπίσω του την πόρτα.

Από την ενδοσυνεννόηση ακούστηκε η φωνή του.
«Άννα, σήμερα να μην με ενοχλήσει κανείς και το εννοώ. Κατάλαβες;» είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε, «φέρε μου μόνο έναν καφέ» και άφησε τις δυο γυναίκες να στέκονται η μία απέναντι στην άλλη.

«Είμαι η κόρη του» συνέχισε η Κλαιρ, «μόνο που δεν το ξέρει» είπε κοιτάζοντας την Άννα στα μάτια. Η καρδιά της χτύπαγε γρήγορα. Αυτή την αντίδραση του πατέρα της δεν την περίμενε. Είχε σκεφτεί πολλά. Φωνές, αντιδράσεις, δικαιολογίες, απορίες αλλά αυτό δεν το είχε βάλει με το μυαλό της. Η Κλαιρ ένοιωσε αόρατη. Γι’ αυτόν τον άντρα ήταν αόρατη. Δεν γύρισε να την κοιτάξει δεύτερη φορά. Ούτε καν σταμάτησε τον βηματισμό του. Ο χρόνος δεν πάγωσε και τα μάτια του δεν ανοιγόκλεισαν.

«Θα με περνάτε για τρελή, σωστά;» ρώτησε την Άννα η οποία μέχρι τώρα δεν είχε κουνηθεί από την θέση της.
«Σας παρακαλώ να περάσουμε στην αίθουσα του συμβουλίου» πρότεινε η γραμματέας.
«Δεν έχω ραντεβού μαζί σας» είπε η Κλαιρ,
«Ναι αλλά δεν έχετε ούτε με τον Ιάσονα» είπε η Άννα και έχοντας βρει την αυτοκυριαρχία της συνέχισε «παρεμπιπτόντως, δεν γνωρίζετε ούτε το επώνυμο του πατέρα σας. Παράξενο δεν σας φαίνεται όλο αυτό;» είπε και πάτησε ένα κουμπί στην συσκευή τηλεφώνου.

Στην πόρτα εμφανίστηκε ένας γεροδεμένος άντρας.

«Χρήστο, συνόδευσε την κυρία έξω από το κτίριο, έχει μπερδευτεί μάλλον» είπε η Άννα στον φύλακα του κτιρίου.

Η Κλαιρ άρχισε να φωνάζει δυνατά έξω από την πόρτα του Ιάσονα,  «είμαι η κόρη σου, ρώτα τον Χανς στο Μόναχο». Ο Χρήστος την πλησίασε ευγενικά προσπαθώντας να την πιάσει από τον αγκώνα. «Μην με αγγίζεις» ούρλιαξε η Κλαιρ.

Η πόρτα άνοιξε και ο Ιάσονας βγήκε έξω.

«Ποια είσαι;» είπε θυμωμένος.
«Η κόρη σου, ρώτα τον Χανς» επέμεινε η Κλαιρ.
«Τον Χανς;» είπε ξαφνιασμένος ο Ιάσονας και τα μάτια του άστραψαν. Είχε δει ένα mail στον υπολογιστή του από τον Χανς αλλά δεν το είχε ανοίξει. Δεν το είχε βρει δα και τόσο επείγον. Πήγε μέχρι το γραφείο του και βρήκε το mail του Χανς, όρθιος και σκυμμένος πάνω από την οθόνη διάβαζε.

«Αγαπητέ Ιάσονα, έχουμε να τα πούμε καιρό και ελπίζω το γράμμα μου αυτό να σε βρίσκει καλά στην υγεία σου» έγραφε ο Χανς και μέσα σε λίγες σελίδες και κάμποσες αράδες, ο φίλος του από το Μόναχο του εξιστόρησε τα πιο συγκλονιστικά νέα της ζωής του. «Είσαι ο βιολογικός πατέρας της Κλαιρ» αυτή η φράση θόλωνε το μυαλό του Ιάσονα.

«Άννα, οδήγησε την … Κλαιρ, στην σουίτα των φιλοξενούμενών μας στο ξενοδοχείο και θα έρθω εγώ αργότερα» είπε ο Ιάσονας εμφανώς χλωμός.

Οι δύο γυναίκες έμειναν σιωπηλές. Η Άννα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και πήρε την κατάσταση στα χέρια της. «Θα φωνάξω την βοηθό μου να με αντικαταστήσει και θα πάω εγώ την Κλαιρ στο ξενοδοχείο» είπε έχοντας βρει ήδη την αυτοκυριαρχία της και γυρνώντας στην Κλαιρ συμπλήρωσε «να φανταστώ ότι δεν θα έχεις γευματίσει» είπε και απάντηση δεν περίμενε, μόνο μάζεψε τα πράγματά της και μίλησε για λίγο στο τηλέφωνο. Σε λίγο μια νέα γυναίκα εμφανίστηκε στο γραφείο.

«Θα καθίσεις στη θέση μου όσο χρειαστεί» είπε η Άννα και η βοηθός της χωρίς να ρωτήσει τίποτα τακτοποίησε τα χαρτιά που είχε κουβαλήσει στο γραφείο.

«Πάμε» είπε η Άννα χαμηλόφωνα παρατηρώντας την Κλαιρ και τον Ιάσονα να κοιτάζονται στα μάτια. Ζύγιαζαν ο ένας τον άλλον. Τους κοιτούσε, μέχρι που ο Ιάσονας, με σκυφτό το κεφάλι και ζαρωμένα τα φρύδια έκλεισε την πόρτα πίσω του. Γύρισε στην βοηθό της και της ψιθύρισε «δεν θα τον ενοχλήσεις για κανέναν λόγο» είπε, έπιασε την Κλαιρ από την μέση και την οδήγησε προς το ασανσέρ.

Ο οδηγός του Ιάσονα τις περίμενε στην είσοδο για να τις οδηγήσει στο ξενοδοχείο. Η Άννα ήξερε ότι δεν μπορούσε αλλά και δεν επιτρεπόταν να ρωτήσει τίποτα. Στη διαδρομή η Κλαιρ κοίταγε έξω από το παράθυρο σκεφτική χωρίς να βλέπει τίποτα.

Η Άννα την ρώτησε, «πρώτη φορά στην Αθήνα;» και η Κλαιρ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Θα ήταν μια ημέρα, μπορεί και νύχτα, γεμάτη ενδιαφέρον σκέφτηκε η Άννα και μην έχοντας αντιμετωπίσει άλλη παρόμοια κατάσταση στη ζωή της, δεν ήξερε από πού να πιάσει αυτό το κουβάρι, που θύμιζε περισσότερο ωρολογιακή βόμβα.

Στο γραφείο ο Ιάσονας έπιανε το στήθος του. Ένοιωθε την ανάσα του να του έχει κοπεί και το κεφάλι του να γυρνάει.

Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε στο Μόναχο.

«Πως μπόρεσες να μου κρύψεις κάτι τέτοιο;» ρώτησε τον Χανς. Ο φίλος του, ντροπιασμένος και κομπιάζοντας άρχισε να του εξηγεί. Ούτε ο ίδιος ο Χανς είχε σκεφτεί ποτέ την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα. Ο Ιάσονας άκουγε χωρίς να διακόπτει. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από εκείνη τη βραδιά, τουλάχιστον όχι μετά από ένα σημείο. Υπήρχε τόσος κόσμος. Ετερόκλιτος κόσμος, φοιτητές από παντού. Γνωριμίες της μιας βραδιάς, της μιας στιγμής. Φάτσες και ονόματα που δεν του έλεγαν απολύτως τίποτα και αυτή η Λίντα, ποια στην ευχή ήταν; ειλικρινά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα.

«Μα τώρα είμαστε σοβαροί, κάτω από την σκάλα, στα όρθια;» ρωτούσε ξανά και ξανά με απορία και από την άλλη άκρη της γραμμής ο φίλος του απαντούσε κάθε φορά με ένα απόκοσμο «ναι».

Ο Ιάσωνας άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και πήρε ένα από τα ροζ χάπια που του είχε δώσει ο γιατρός για το στρες.

«Δεν γίνονται έτσι αυτά, ούτε δέχομαι ότι ένα παιδί ανήκει μόνο στην μητέρα του. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε για ποιόν λόγο να το πει στην κόρη της Χανς; Γιατί δεν το κράτησε κρυφό όλη της την ζωή;» ρώτησε τον φίλο του. Ο Χανς δεν απάντησε, ίσως γιατί δεν ήξερε τι να απαντήσει.

«Ξέρεις κάτι, νοιώθω ότι όλοι σας με έχετε βιάσει. Εσύ με την σιωπή σου, η Λίντα ή όπως την λένε τέλος πάντων, με τον απύθμενο εγωισμό της να γίνει μητέρα και η Κλαιρ με τον παρορμητισμό της να βρει τον άγνωστο πατέρα της. Δεν ξέρω ποιος είναι το μεγαλύτερο θύμα, η Κλαιρ ή εγώ; Είσαστε όλοι σας ανεύθυνοι και καταστρέφετε ζωές», είπε ο Ιάσονας και κοπάνησε το τηλέφωνο με δύναμη.

Σηκώθηκε από το γραφείο και άνοιξε το μπαρ με τα ποτά. Έπιασε το μπουκάλι με το Cardhu και έβαλε μια διπλή μεζούρα στο κρυστάλλινο βαρύ ποτήρι.

Κάθισε στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Δεν έβλεπε τη λεωφόρο που ήταν γεμάτη από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Ούτε τον ήλιο που ακόμα έλαμπε. Ο νους του έτρεχε στο παρελθόν.

«Δεν θα πας στην αλάνα αν δεν διαβάσεις» φώναζε η μητέρα του. Ο πατέρας του έλειπε σχεδόν πάντα από το σπίτι. Έκανε τρεις δουλειές για να τους ζήσει. Η κυρία Αλεξάνδρα ήταν πολύ απαιτητική με τον Ιάσονα. «Μια υποχρέωση έχεις απέναντι στον πατέρα σου, να είσαι άριστος μαθητής» έλεγε και κάθε φορά η λίστα μεγάλωνε. Άριστος μαθητής, καλός άνθρωπος, σεβαστικός και όλο πρόσθετε και πρόσθετε.

Πολλές φορές θυμόταν να έχει γυρίσει ο πατέρας του σπίτι και να μυρίζει φτηνό αλκοόλ. Του πήρε χρόνια για να καταλάβει τον κόπο που έκαναν για να τον μεγαλώσουν. Ο παππούς του με άνοια, ζούσε μαζί τους σε ένα σπίτι, που όλο μαζί ήταν δεν ήταν σαράντα τετραγωνικά.

Ο Ιάσωνας είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι θα πετύχει, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Το μόνο που ονειρευόταν ήταν να φύγει μακριά. Να σπουδάσει, να αλλάξει, πόλη, χώρα, μόνο να φύγει. Να μην μυρίζει το φτηνό αλκοόλ, να μην ακούει τους βραδινούς καυγάδες και τις αλλόκοτες κουβέντες του παππού του. Καταπιάστηκε με αυτό που καταλάβαινε καλύτερα. Τους αριθμούς. Τα πάντα στη ζωή του έγιναν αριθμοί. Σαν έναν παιχνίδι χωρίς τέλος. Οι λέξεις έγιναν αριθμοί, οι σελίδες είχαν αριθμούς, οι βαθμοί ήταν αριθμοί. Οι άνθρωποι κρινόταν με αριθμούς, στο σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, στη ζωή. Ο πατέρας του κρινόταν από τα πόσα λεφτά έφερνε στο σπίτι. Ο αριθμός των χρημάτων έπρεπε να είναι καλός, αποδεκτός. Να μην είναι μικρός, να είναι μεγάλος. Ένας καλός αριθμός έκρινε την πορεία σου. Σου άνοιγε πόρτες. Ακόμα και οι γυναίκες ήταν αριθμοί. Όσο περισσότερες μάζευες στη ζωή σου, τόσο μεγάλωνε ο αριθμός τους άρα και η επιτυχία σου. Στην πολυεθνική την επιτυχία σου την έδειχναν οι αριθμοί. Την αξία του σπιτιού σου την έκριναν τα τετραγωνικά και η ανθρώπινη υπόστασή σου αλλά και η αξιοπρέπειά σου μετριόταν σε πλήθος νομισμάτων στον τραπεζικό σου λογαριασμό. Οι αριθμοί …

Δεν θέλησε ποτέ να παντρευτεί. Τότε που έγινε το ατύχημα ήταν αρραβωνιασμένος με την Υβόννη. Μια όμορφη Ολλανδέζα. Ψυχρή στην ψυχή όσο και ο ίδιος, το μυαλό της όμως κοφτερό σαν ξυράφι και το κορμί της σκέτος θάνατος. Με την Υβόννη ήταν σίγουρος ότι θα είχαν έναν πετυχημένο γάμο. Θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια αυτοκρατορία αν η ίδια δεν το έβαζε στα πόδια μετά το ατύχημα. Ο Καρλ και η Σαντάλ ήταν νεκροί και η Ελοντίν; Τι θα γινόταν με την Ελοντίν; Αυτό το πλάσμα είχε κατακτήσει την καρδιά του. Η μικρή χαριτωμένη Ελοντίν. «Η νεράιδα μου» έτσι την αποκαλούσε και η Σαντάλ, κάθε φορά που τον άκουγε του έλεγε ότι είχε έρθει η ώρα να κάνει την δική του οικογένεια. Ο ίδιος όμως δεν ένοιωσε ποτέ αυτή την ανάγκη. Δεν ένοιωσε ούτε μια στιγμή αυτά τα συναισθήματα αγάπης που μοιράστηκαν ο Καρλ, η Σαντάλ και η Ελοντίν και για παιδί ούτε κουβέντα.

Σήμερα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στη ζωή του θα ήθελε να είναι εδώ ο Καρλ. Ίσως ήταν ο μόνος άνθρωπος που πραγματικά είχε εμπιστευτεί και είχε ανοίξει την καρδιά του. Ο αγαπημένος του φίλος, ο συμφοιτητής του. Κοίταξε στο πρεβάζι του παραθύρου του και χάζεψε τις φωτογραφίες του Καρλ και της Σαντάλ. Ήθελε πάντα να μπορεί να τους βλέπει, να μην ξεχάσει.

Ο Καρλ ήταν αυτός που του έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Τον ανέβασε σκαλοπάτια, του έδειξε διαδρομές και τόπους που αγνοούσε. Ο Καρλ τον βοήθησε να γίνει πολίτης του κόσμου. Ο Καρλ και το δώρο που του άφησε. Την Ελοντίν. Όσα προβλήματα κι αν είχαν δημιουργηθεί το πλάσμα αυτό του χάριζε ζωή. Ήξερε ότι τον αγαπούσε αλλά αυτή η απόσταση του δημιουργούσε ασφάλεια. Δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω. Ήταν και θα είναι πάντα εκεί γι’ αυτό το κορίτσι αλλά μέχρι εκεί. Ήθελε και ο ίδιος να ζήσει τη ζωή του, έτσι όπως εκείνος όριζε. Απερίσπαστος. Με την συνείδησή του ήταν ήσυχος. Είχε τιμήσει τη μνήμη του Καρλ και είχε φροντίσει το παιδί του όπως όφειλε να κάνει.

Ο Ιάσονας είχε μια ζωή έτσι όπως την ήθελε. Οι καλύτεροί του φίλοι οι αριθμοί, δεν τον είχαν προδώσει ποτέ. Η ζωή έμοιαζε με σκάκι. Τα πάντα ήταν θέμα στρατηγικής και καλής προετοιμασίας. Συμβούλια, διαβουλεύσεις, συμβόλαια πάνω αλλά και κάτω από το τραπέζι, ταξίδια, σχέδια, ιδέες και λεφτά. Γυναίκες και το μόνιμο συναίσθημα της νίκης. Το έπαθλο. Αυτή η γεύση του σάλιου στο στόμα.

Μετά από κάθε νίκη, έκανε δώρο στον εαυτό του, ένα μυστικό ταξίδι στο πατρικό σπίτι της οικογένειάς του στο νησί. Το φρόντιζε αλλά το είχε αφήσει όπως το είχε βρει. Φόρο τιμής στο παρελθόν του. Εκεί ήταν το κρησφύγετο του.  Κανείς δεν ήξερε για το νησί αυτό και στο νησί κανείς δεν μίλαγε. Οι ντόπιοι ήξεραν, ότι θα έχαναν τα κονδύλια που αδρά έπεφταν κάθε χρόνο αλλά και τις δωρεές.

Γύρισε στα χαρτιά του. «Αρκετά μέχρι εδώ» είπε, σε λίγο έπρεπε να φέρει εις πέρας άλλη μια νίκη. Άλλο ένα συμβόλαιο έπρεπε να κλειστεί. Άλλος ένας πελάτης να προστεθεί στο λογαριασμό της εταιρίας. Η μεγαλύτερη ψυχοθεραπεία για τον Ιάσονα ήταν η δουλειά.

Ήταν περασμένες δέκα το βράδυ όταν έφτανε με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο. Κάλεσε την Άννα στο κινητό της.

«Που βρίσκεστε;» την ρώτησε
«Στο εστιατόριο του ξενοδοχείου» απάντησε η γραμματέας του.

Βρήκε τις δύο γυναίκες να τρώνε το φαγητό τους και να μιλάνε μεταξύ τους. Η Κλαιρ φαινόταν να χαμογελάει. Τις πλησίασε.

«Κάθισε» του πρότεινε η Άννα.

Ο Ιάσονας γύρισε και κοίταξε την Κλαιρ.

«Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα πως πρέπει να σε αποκαλώ» της είπε.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here