Η Κλαιρ κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη. Της άρεσε αυτό που έβλεπε, είχε κάνει μεγάλη διαδρομή μέσα στα δύσβατα εσωτερικά της μονοπάτια για να φτάσει μέχρι εδώ. Οι μάχες με τους κρυφούς της δράκους, είχαν αφήσει τα σημάδια τους.

Άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα στους ώμους της, πήρε την τσάντα και τη ζακέτα της και κατέβηκε για πρωινό. Ήθελε να περάσει και από την παλιά αγορά, να πάρει έναν όμορφο σκαλιστό καθρέφτη αντίκα που είχε βρει. Μετά θα έπινε έναν καφέ στη Grand-Place και θα γύριζε στο ξενοδοχείο να μαζέψει τα πράγματά της. Είχε έρθει η ώρα να γυρίσει στο σπίτι της.

Κατεβαίνοντας στην τραπεζαρία είδε την Ελοντίν να την περιμένει. Κοντοστάθηκε. Με το βλέμμα τους, ζύγιαζαν η μια την άλλη από μακριά. Η αλήθεια ήταν, ότι μέσα της γνώριζε ότι η Ελοντίν θα εμφανιζόταν, ήταν αναπόφευκτο και να τώρα που την είχε μπροστά της και προς στιγμή δεν ήξερε πως να φερθεί.

Αμήχανα, πλησίασαν η μια την άλλη. Κοιτάχτηκαν και μίλησε πρώτη η Κλαιρ.

“Θα καθίσουμε εδώ ή θέλεις να πάμε βόλτα;” ρώτησε.
“Νομίζω ότι εδώ είμαστε μια χαρά” απάντησε η Ελοντίν.
“Πιάσε εκείνο το παράθυρο στην γωνία και έρχομαι” της είπε η Κλαιρ και την φόρτωσε με την τσάντα και τη ζακέτα της.

Αυτό που η Ελοντίν δεν κατάλαβε ήταν ότι η καρδιά της Κλαιρ χτυπούσε σαν τρελή. Αυτό που η Κλαιρ επίσης δεν κατάλαβε, ήταν ότι και η καρδιά της Ελοντίν φτερούγιζε από την αγωνία.

Με τα χέρια γεμάτα πότε με δύο κούπες καφέ και πότε με φρέσκα croissants, η Κλαιρ πηγαινοερχόταν προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.

“Σε παρακαλώ, κάθισε κάτω” είπε η Ελοντίν και η Κλαιρ βολεύτηκε στη θέση της.
“Μήπως θέλεις …” ξεκίνησε να λέει η γυναίκα αλλά η Ελοντίν της έπιασε το χέρι.
“Σε ευχαριστώ Κλαιρ, σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου” είπε η Ελοντίν και είδε την Κλαιρ να κατεβάζει τα μάτια της και δυο μικρά στρογγυλά δάκρυα να ρέουν στα μαγουλά της.
“Συγγνώμη Ελοντίν, συγγνώμη για όλα. Δεν υπάρχουν λέξεις …” προσπάθησε  να εξηγήσει στην φίλη της αλλά ο κόμπος που είχε στο λαιμό της έκανε τη φωνή της να σβήνει. Ήθελε να κλάψει όπως τότε που ήταν μικρή. Να βρεθεί δίπλα στο ποτάμι και να αφήσει τα σκουπίδια της ψυχής της να της τα πάρει το ρεύμα.
“Κλαιρ άκουσέ με, έχουμε δουλειά να κάνουμε” είπε η Ελοντίν “τα υπόλοιπα θα τα βρούμε μετά, στο υπόσχομαι”.

Η Κλαιρ κούνησε το κεφάλι γεμάτη κατανόηση.

“Πες μου τι θέλεις να κάνω” είπε.
“Να μου εξηγήσεις τι ακριβώς έχει γίνει με την Άννα, έχω μπερδευτεί εντελώς, για την ακρίβεια δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πως έφτασε η Άννα σε εσένα; Γιατί τα έκανε όλα αυτά; Τι όφελος είχε; Δεν είχε όφελος, όσο γι’ αυτό είμαι σίγουρη από την άλλη όμως, έχω αρχίσει να αμφιβάλω για όλα” είπε η Ελοντίν με μια αγωνία στη φωνή της.

Η Κλαιρ κούνησε το κεφάλι λέγοντας στην Ελοντίν “σε καταλαβαίνω” και πίνοντας λίγο από τον καφέ της έπιασε να της ξετυλίγει το κουβάρι από την αρχή.

“Θυμάσαι πως ξεκίνησε η γνωριμία μου με την Άννα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου έδωσε ένα χέρι βοηθείας όταν σαν τον τυφώνα, μπήκα στο γραφείο του Ιάσονα” ξεκίνησε την διήγησή της η Κλαιρ.

Η Ελοντίν πήγε κάτι να πει αλλά η γυναίκα την σταμάτησε.

“Μην με διακόψεις σε παρακαλώ, μόνο άκου” είπε και συνέχισε “σε κάθε μου βήμα, η Άννα ήταν από πίσω. Στην αρχή επιφυλακτική, νομίζω ότι με αποδέχτηκε όταν μετά από την εξέταση DNA αποδείχτηκε ότι είμαι κόρη του Ιάσονα. Σαν κάτι να ηρέμησε μέσα της. Τότε φυσικά δεν είχα καταλάβει τίποτα γιατί με βασάνιζαν οι δικοί μου εφιάλτες.

Με τον καιρό και χωρίς να θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό, σε ένα από τα ταξίδια μου στην Ελλάδα, η Άννα με πλησίασε περισσότερο. Ξέρεις, ήταν παιδί χωρισμένων γωνιών και είχε μεγαλώσει κι εκείνη με την μητέρα της. Η Άννα είχε μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της και θεωρούσε υπεύθυνη τη μητέρα της για το διαζύγιο αυτό. Ο πατέρας της αργότερα παντρεύτηκε ξανά και δημιούργησε μια νέα οικογένεια. Η Άννα ζήλευε αυτή τη θαλπωρή που έβλεπε στο νέο σπίτι του πατέρα της. Ήθελε κι εκείνη να είναι αναπόσπαστο μέλος αυτής της οικογένειας αλλά δυστυχώς για εκείνη, έπρεπε να γυρίζει σπίτι της”.

“Δεν είχα ιδέα” είπε η Ελοντίν κοιτώντας με έκπληξη την Κλαιρ.

“Για πολλά πράγματα δεν είχαμε και δεν έχουμε ιδέα” της απάντησε η κοπέλα. “Έτσι λοιπόν η Άννα, έβλεπε σε εμένα ένα κομμάτι του εαυτού της και μην νομίζεις, σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγω τώρα, που συμπληρώνω κι εγώ τα κομμάτια του παζλ της ζωής μας. Τότε ούτε που καταλάβαινα τι συνέβαινε. Ζούσα μέσα στην απόλυτη άγνοια όπως κι εσύ αλλά το σημαντικότερο ήταν, ότι στην ίδια άγνοια ζούσε και ο Ιάσονας”.

“Τι σχέση έχει ο Ιάσονας με όλα αυτά;” ρώτησε έκπληκτη η Ελοντίν.
“Η Άννα ήταν όλη της την ζωή ερωτευμένη μαζί του” είπε η Κλαιρ κρυφογελώντας.
“Τι λες τώρα!” μονολόγησε η κοπέλα με ανασηκωμένα τα φρύδια.
“Η Άννα λοιπόν ήταν μεν ερωτευμένη με τον Ιάσονα, εκείνος όμως δεν της έδινε την παραμικρή σημασία. Δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ο Ιάσονας το ήξερε. Φαντάζομαι, γιατί ήταν πανέξυπνος, ότι θα το είχε καταλάβει. Θέλεις όμως λίγο ότι τον βόλευε, η πιστή του γραμματέας να τον βλέπει σαν Θεό, θέλεις ότι η Άννα μέσα στην ανασφάλειά της δεν ήταν η γυναίκα που θα τολμούσε να κάνει το πρώτο βήμα, άφησε αυτή την ιστορία στην σκιά για πάντα”.

“Κλαιρ σταμάτα, μισό λεπτό, εσύ που τα ξέρεις όλα αυτά;” ρώτησε η Ελοντίν, έχοντας σηκώσει το ένα χέρι στον αέρα για να δώσει έμφαση στο λόγο της.
“Μου τα είπε η Άννα κι εγώ τα έχω μαγνητοφωνημένα όλα” είπε και χτύπησε μαλακά το κινητό της με τα ακροδάχτυλά της. “Να συνεχίσω τώρα;” ρώτησε.

Η Ελοντίν ξεροκατάπιε. Η Κλαιρ γέλασε. “Θα μάθεις να το κάνεις κι εσύ όταν πρέπει να διαφυλάξεις τους δικούς σου ανθρώπους. Στις μάχες δεν υπάρχουν ηθικοί φραγμοί και σταμάτα να κοιτάς το τηλέφωνό μου. Δεν μαγνητοφωνώ. Δεν είσαι εσύ η εχθρός Ελοντίν, δεν ήσουν ποτέ” είπε και πριν προλάβει η κοπέλα να την διακόψει ξανά, συνέχισε.

“Η Άννα, αυτό που έμαθε καλά στη ζωή της είναι να ζηλεύει και να ζει στον ίσκιο των άλλων. Να τους υπηρετεί, περιμένοντας, ότι μια ημέρα θα έρθει και για εκείνη η ώρα να ζήσει το δικό της παραμύθι.

Ο Ιάσονας όμως, όταν έστρεφε το βλέμμα του πάνω σε μια γυναίκα, ήθελε να είναι ανεξάρτητη και να έχει να πάρει αυτό το κάτι, το ξεχωριστό. Να τον ανεβάσει ένα σκαλοπάτι παραπάνω. Δεν υπήρχε περίπτωση να κοιτάξει την Άννα όσο υπέροχη κι αν ήταν σε όλα της. Του έπεφτε λίγη. Η Άννα ζητούσε την θαλπωρή της οικογένειας και ο Ιάσονας ήθελε την απόλυτη δόξα.

Έβλεπε τον Ιάσονα να αλητεύει πότε με την μια και πότε με την άλλη και έτρωγε την ψυχή της με τη ζήλια της. Τι κρίμα, αλήθεια τι κρίμα! Τα ίδια έκανα κι εγώ μαζί σου, τελικά.

Τέλος πάντων. Φτάνουμε στην εποχή του ατυχήματος. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα για εσένα Ελοντίν”.

“Για εμένα; Μα γιατί; Τι σχέση μπορεί να είχα εγώ;” ρώτησε ξαφνιασμένη η κοπέλα.

“Όταν έχασες του γονείς σου, ο Ιάσονας παράτησε τα πάντα για να έρθει να σε προστατεύσει. Αυτό η Άννα δεν μπόρεσε ποτέ της να σου το συγχωρέσει”.

“Τι λες Κλαιρ;” είπε η Ελοντίν σχεδόν χάνοντας τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. “Δεν μπόρεσε να συγχωρέσει σε ένα παιδί, γιατί παιδί ήμουν τότε, ότι έχασε την οικογένειά του;”

“Την αδυναμία που σου είχε ο Ιάσονας δεν μπόρεσε ποτέ της να σου συγχωρέσει” είπε η Κλαιρ συγκαταβατικά.

“Μα αυτό είναι άρρωστο. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω” είπε ξαφνιασμένη. “Κλαιρ είσαι σίγουρη;” ρώτησε.

“Σου είπα τα έχω όλα μαγνητοφωνημένα” απάντησε η κοπέλα.

“Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να κάνεις κάτι τέτοιο; Δεν μπορεί, κάτι υπάρχει εδώ που δεν καταλαβαίνω” φώναξε η Ελοντίν.

“Ησύχασε και θα καταλάβεις, θα σου στείλω και όλο το υλικό το οποίο μπορείς να το δώσεις και στην Άννα να το ακούσει αν θέλεις. Ίσως να σκέφτεσαι ότι το έχω κατασκευάσει αυτό μόνη μου και δεν το θέλω”.

Η Ελοντίν κάτι πήγε να πει αλλά η Κλαιρ της έκλεισε το μάτι “δίκιο θα είχες αν το σκεφτόσουν, εγώ θα το είχε ήδη σκεφθεί” και χαμογέλασαν και οι δυο μαζί.

“Ήσουν το παιδί που θα ήθελε να έχει μαζί του. Κοίτα Ελοντίν, η Άννα μέσα στο μυαλό της και την ψυχή της είχε τρικυμίες που την βασάνιζαν. Όταν εμφανίστηκα εγώ στην ζωή σας, ήρθε με το μέρος μου γιατί με αυτό τον τρόπο αισθανόταν ότι επιτέλους τα έβαζε μαζί σου. Εσύ για την Άννα τα είχες όλα. Λεφτά, μια αυτοκρατορία χρήματος και τον Ιάσονα να σε υπεραγαπάει. Αυτό δεν άντεχε, ότι ο Ιάσονας σε αγαπούσε. Ότι αγαπούσε ένα παιδί. Κοίτα, την καταλαβαίνω, δεν μου αρέσει που το λέω αλλά την καταλαβαίνω. Κάπως έτσι ένοιωθα κι εγώ στην αρχή μαζί σου. Ότι τα είχες όλα”.

Η Ελοντίν είχε θυμώσει και τα μάτια της είχαν βουρκώσει καθώς οι μνήμες γύριζαν στο μυαλό της.

“Όταν χάνεις τους δικούς σου ανθρώπους δεν έχεις τίποτα. Γυμνή ψυχή μέσα στο σκοτάδι, αυτό είσαι Κλαιρ, αλλά ούτε εσύ μπόρεσες να το καταλάβεις” είπε και με την ανάστροφη της παλάμης της σκούπισε τα υγρά της μάτια. “Συνέχισε” σχεδόν διέταξε την κοπέλα.

“Η Άννα μέσα στο στρεβλό της το μυαλό, φαντάστηκε πως αν έκανε τον Ιάσονα να με αγαπήσει και να με δει μέσα από τα δικά της μάτια, ταυτοχρόνως θα αγαπούσε κι εκείνη. Ελοντίν, η Άννα είχε το πρόβλημά της και δυστυχώς μπροστά σε αυτό δεν μπορούμε να πούμε τίποτα”.

“Σοβαρά; και όλοι αυτοί που καθαρίζουν εν ψυχρώ τον κόσμο, πρόβλημα έχουν Κλαιρ, τι πάει να πει δεν μπορούμε να πούμε τίποτα. Και ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί παραποίησε το συμβόλαιο του Μάνου. Που εμπλέκεται ο Μάνος σε όλο αυτό;” ρώτησε έντονα.

“Ήταν η ώρα της τελευταίας της εκδίκησης. Ο Ιάσονας δεν υπήρχε περίπτωση να παραποιήσει κανέναν συμβόλαιο, αυτό το ξέραμε όλοι. Η απάντηση είναι τόσο απλοϊκή και συνάμα άρρωστη που δεν γίνεται πιστευτή” είπε η Κλαιρ.

“Δηλαδή;” ρώτησε η Ελοντίν.

“Όταν πέθανε ο Ιάσονας και βλέποντας εσένα και τον Μάνο να έρχεστε κάθε ημέρα και πιό κοντά, ζούσε στην σκιά σας την ιστορία που εκείνη δεν κατάφερε να ζήσει με τον Ιάσονα κι εκεί το μίσος της για εσένα θέριεψε. Η Άννα ήξερε για την διαθήκη, για την επιθυμία του Ιάσονα να γίνει ο Μάνος αντιπρόεδρος και οι δυο τους, μαζί με τον δικηγόρο είχαν συντάξει όλα τα κείμενα. Η Άννα, η αλήθεια είναι, ότι στον Ιάσονα στάθηκε όσο κανένας άλλος άνθρωπος στον κόσμο”.

“Ναι αλλά ο Ιάσονας πέθανε, καταλαβαίνω όλο τον πόνο που αφήνει η απώλεια του αγαπημένου σου ανθρώπου, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι τι της έφταιγε ο Μάνος” είπε χτυπώντας με το δάχτυλο το τραπέζι.

Η Κλαιρ έκανε νόημα να τους σερβίρουν φρέσκο καφέ. Η ατμόσφαιρα ανάμεσα στις δύο γυναίκες ήταν εμφανώς ηλεκτρισμένη και ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

“Ο Ιάσονας ήθελε τον Μάνο για αντιπρόεδρο αλλά αυτό που δεν υπολόγισε ήταν η ανδρική αξιοπρέπεια του Μάνου”.

“Δηλαδή;” ρώτησε η Ελοντίν.

“Ότι ο Μάνος δεν θα δεχόταν ποτέ να είναι ο εραστής της κυρίας Μάες και ταυτοχρόνως αντιπρόεδρος της εταιρίας. Άρα ή θα έφευγε από εσένα, ή θα έφευγε από την εταιρία και τότε η Άννα συνέλαβε το καταπληκτικό της σχέδιο, να παραποιήσει το συμβόλαιο. Ήταν σίγουρη ότι με αυτό τον τρόπο και μην έχοντας ο Μάνος άλλη επιλογή από το να μείνει στην εταιρία, θα χώριζε μαζί σου κι έτσι, ούτε κι εσύ θα ζούσες τον μεγάλο έρωτα” είπε η Κλαιρ κοιτώντας την Ελοντίν στα μάτια.

“Δεν σοβαρολογείς” απάντησε η κοπέλα “αυτό είναι πέρα ως πέρα άρρωστο” φώναξε.

“Η υπέροχη πιστή μας Άννα, μας ξεπέρασε όλους με τις δολοπλοκίες της” είπε η Κλαιρ και συνέχισε “Ελοντίν, για κάθε τι που σου λέω έχω στοιχεία. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν μπορώ να στηρίξω και όλα είναι στην διάθεσή σου αλλά και στην διάθεση της εταιρίας”.

“Πως έφτασες να έχεις όλα αυτά τα στοιχεία στα χέρια σου ακόμα δεν έχω καταλάβει” ρώτησε καχύποπτα η Ελοντίν.

“Μέχρι το θάνατο του Ιάσονα, η Άννα ήταν για εμένα ο μεγάλος μου προστάτης. Έτρεχα πάντα σε εκείνη για να μπορέσω να δημιουργήσω την πολυπόθητη γέφυρα με τον πατέρα μου. Αυτό την έφερε τόσο κοντά μου που πλέον νόμιζε ότι μπορούσε να μου λέει τα πάντα χωρίς να έχει επιπτώσεις. Όμως από ένα σημείο και μετά, όλη αυτή η ιστορία έπαψε να είναι ένα αστείο, ή μια παιδαριώδης εκδίκηση. Καταλάβαινα ότι το μυαλό της την οδηγούσε σε μονοπάτια επικίνδυνα και εκεί πήρα την κατάσταση στα χέρια μου”.

“Τι εννοείς;” ρώτησε η Ελοντίν.

“Ο Ιάσονας ακόμα και μετά το θάνατό του συνέχισε με κάποιο τρόπο να καθορίζει τις μοίρες μας. Μπορεί αυτός να ήταν ο σκοπός του, μπορεί και όχι. Εμένα όμως όλη αυτή η ιστορία μόνο καλό μου έκανε. Μετά το θάνατό του, δεν μπορούσα να διεκδικώ από τον νεκρό την αγάπη του, ήταν τόσο μάταιο. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να το καταλάβω αλλά τα κατάφερα. Με βοήθησε πολύ και η αναγκαστική επιστροφή μου στη Γερμανία. Για να κρατήσω το σπίτι στην Κηφισιά και τον τραπεζικό λογαριασμό έπρεπε να τελειώσω τις σπουδές μου. Θυμάσαι; Ο Ιάσονας ήξερε από την αρχή τι έπρεπε να κάνει. Να με απομακρύνει από εσένα, για να σε γλυτώσει αλλά και για να γλυτώσει εμένα από τον ίδιο μου τον εαυτό και στο ορκίζομαι ότι τα κατάφερε. Ο Μάνος, ήταν για εμένα το παιχνίδι που αν σου το έπαιρνα θα ήμουν απλώς η νικήτρια σε μια ανόητη παρτίδα. Σαν την Άννα κι εγώ σε ζήλευα και δεν ήθελα να σε βλέπω ευτυχισμένη. Είχες όλη την αγάπη του πατέρα μου, τον Μάνο και μια αυτοκρατορία χρήματος, που είμαι σίγουρη ακόμα και σήμερα ότι δεν έχεις συνειδητοποιήσει το μέγεθός τους”.

“Σωστά σκέφτεσαι και δεν ξέρω κι αν θέλω να συνειδητοποιήσω όλα αυτά που μου λες Κλαιρ κι επίσης δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω γιατί μου τα αποκαλύπτεις”, είπε η Ελοντίν.

“Είναι η συγγνώμη μου προς εσένα και προς τον Ιάσονα” είπε η Κλαιρ.

“Η συγγνώμη σου; και νομίζεις ότι με μια συγγνώμη μπορείς να ξεμπερδέψεις έτσι;” είπε η Ελοντίν.

Η Κλαιρ, όσο η Ελοντίν άφηνε τον θυμό της να ξεχυλείζει, έμενε ακούνητη στη θέση της. Όταν η Ελοντίν έπαψε να μιλάει, έσκυψε προς το μέρος της και της απάντησε.

“Έκανα μια μεγάλη διαδρομή ακολουθώντας τα χνάρια σου. Ζήτησα βοήθεια και την πήρα. Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα και ναι πήγα σε ψυχολόγο, για να καταλάβω τελικά ότι ο Ιάσονας είχε δυο κόρες. Η μία ήταν η κόρη της καρδιάς του και το κορίτσι αυτό ήσουν πάντα εσύ και η άλλη ήταν απλώς η βιολογική του κόρη και το παιδί αυτό ήμουν εγώ. Καμιά μας δεν έφταιγε Ελοντίν. Ούτε εσύ που αγαπήθηκες από τον Ιάσονα, ούτε εγώ που ήμουν το αποτέλεσμα μιας ξέφρενης νύχτας και σκαλίζοντας τη ζωή και το παρελθόν μου κατάλαβα ότι τελικά είχα έναν υπέροχο πατέρα, τον Κουρτ, ο οποίος με μεγάλωσε και μου στάθηκε σαν πραγματικός πατέρας. Η συγγνώμη μου Ελοντίν δεν είναι τόσο σε εσένα, αν και ομολογουμένως σου είχα κάνει τη ζωή πατίνι, η ανάγκη μου για συγγνώμη είναι απέναντι στον πατέρα της δικιάς μου καρδιάς, τον Κουρτ. Αν σε κάποιον θα έπρεπε να ρίξω την ευθύνη, θα ήταν ίσως στην μητέρα μου αλλά και πάλι θα πω πως έκανε ό,τι θεωρούσε καλύτερο” είπε και χαμογέλασε στην έκπληκτη Ελοντίν.

“Δεν ξέρω τι να πω Κλαιρ, τα έχω ακόμα χαμένα”.

“Δεν θέλω να πεις απολύτως τίποτα. Σε λίγο φεύγει το αεροπλάνο μου και θα πρέπει να γυρίσω σπίτι μου”.

“Σε ποιό απ’ όλα;” ρώτησε γελώντας η Ελοντίν σε μια προσπάθεια να αποσυμφορήσει την κατάσταση.

“Στο σπίτι της ζωής μου. Στις σπουδές μου, στα όνειρά μου και σε έναν άντρα που έχει ανεχτεί όλες τις ανασφάλειές μου και ήταν δίπλα μου στην δύσκολη βουτιά που έκανα στον εσωτερικό μου κόσμο. Φεύγω για την Γερμανία και κρατάω το σπίτι στην Ελλάδα ως τελευταία επιθυμία του Ιάσονα” είπε και μάζεψε τα πράγματά της. “Να δώσεις στον Μάνο τα χαιρετίσματά μου και μην τον αφήσεις να σου φύγει μέσα από τα χέρια σου Ελοντίν, άσε να οδηγήσει εκείνος το καράβι της ζωής του στο δικό σου λιμάνι” είπε και σκύβοντας της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.

“Κλαιρ θα σε ξαναδώ;” την ρώτησε.

“Δεν ξέρω, η ζωή είναι απρόβλεπτη. Άσε να γιατρέψει τις πληγές του παρελθόντος και θα μας οδηγήσει εκείνη” είπε και εξαφανίστηκε πίσω από την μεγάλη κολώνα αφήνοντας την Ελοντίν μόνη, παρέα με τις σκέψεις της.

Η κοπέλα άνοιξε την τσάντα της και πήρε το κινητό στα χέρια της. Σχημάτισε τον αριθμό και περίμενε μέχρι να ακούσει την φωνή του.

“Μάνο, ας μην αφήσουμε την ζωή να φύγει μέσα από τα χέρια μας. Είναι σαν το άγριο νερό που τρέχει και χάνεται γρήγορα” είπε και χωρίς να περιμένει την απάντησή του, έδωσε στον οδηγό ταξί της διεύθυνσή του.

“Avenue d’ Auderghem και στον αριθμό 214 παρακαλώ” είπε χαμογελώντας.

 

ΤΕΛΟΣ

 

(φωτογραφία κειμένου: https://gr.pinterest.com/pin/371828512969747794/)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here