Η Άννα ένοιωσε αμέσως την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Καθάρισε λίγο τον λαιμό της, ήπιε μια τελευταία γουλιά από το κρασί της και σηκώθηκε από τη θέση της πιάνοντας ασυναίσθητα μια χαριτωμένη τούφα από το σινιόν της που είχε ξεφύγει.

«Θα τα πούμε αύριο στο γραφείο» είπε στον Ιάσονα που δεν την έδωσε καμία σημασία και ξεκίνησε να πει «χάρηκα» στην Κλαιρ αλλά έκοψε τη λέξη στη μέση. Δεν είχε καμία σημασία τι θα έλεγε ή τι θα έκανε η Άννα. Πήρε την τσάντα της και εξαφανίστηκε.

Ο Ιάσονας κάθισε ακριβώς απέναντι από την Κλαιρ και με μια κίνηση του κεφαλιού του έκανε νόημα και του έφεραν το ποτό του.

Η Κλαιρ είχε χάσει την αυτοπεποίθησή της. Ένοιωθε ότι είχε γίνει μικρή, πολύ μικρή όπως τότε που έπαιζε στο πάρκο και ξάπλωνε στο χορτάρι. Το μόνο που είχε ανάγκη ήταν να την πάρει ο πατέρα της αγκαλιά. Ήθελε να νοιώσει μια αγκαλιά. Ότι την αγαπούν, ότι είναι επιθυμητή και ότι κανείς πια δεν θα την πέταγε από την ζωή του. Εκείνη την ώρα δεν το καταλάβαινε αλλά η Κλαιρ φοβόταν την εγκατάλειψη και την μοναξιά. Τι αστείο, αλήθεια να φοβάται τη μοναξιά, που ήταν το καλύτερο καταφύγιό της.

Ο Ιάσονας έμενε σιωπηλό. Έπινε με μικρές γουλιές το ουίσκι του και κοίταγε το υπέροχο πλάσμα που καθόταν απέναντί του. Αυτό που ένοιωθε ήταν πανικός. Ήθελε να το βάλει στα πόδια, ήξερε όμως ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

Έβγαλε για λίγο τα γυαλιά του και πίεσε με τα ακροδάχτυλα τα μάτια του.

«Τι ακριβώς θέλεις;» ρώτησε ψυχρά την Κλαιρ.

Πώς να του εξηγούσε ότι ήθελε μια αγκαλιά; Αυτός ο άνθρωπος ήταν πιο ψυχρός και από την μητέρα της. Έμεινε σιωπηλή. Είχε αρχίσει να ντρέπεται για τον παρορμητισμό της. Για την επιθυμία της να τον γνωρίσει.

«Είσαι ο πατέρας μου και θέλω να σε γνωρίσω» κατάφερε μόνο να πει κρατώντας τον τόνο της φωνής της σταθερό.

«Θα συνεχίσεις με κρασί ή θα πιείς κάτι άλλο;» τη ρώτησε ο Ιάσονας.
«Ένα Jameson σκέτο, παρακαλώ» είπε η Κλαιρ η οποία αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Ήταν μάταιο να περιμένει από τον Ιάσονα να της δώσει αυτό που ήθελε κι έπρεπε να παραδεχθεί ότι όλα ακόμα ήταν μπερδεμένα και ο ίδιος θα έπρεπε να ένοιωθε πιο μπερδεμένος από όλους.

«Εσύ να με φωνάζεις Κλαιρ κι εγώ εσένα Ιάσονα. Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο ασφαλές για την ώρα» του είπε χαμογελώντας.

Ο Ιάσονας μισόκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθειά αναπνοή. «Είμαι έτοιμος να ακούσω την ιστορία σου Κλαιρ, αν και καταλαβαίνεις ότι όλα θα τα ψάξουν σε βάθος οι δικηγόροι» είπε με το γνωστό του ύφος.

Η Κλαιρ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και πίνοντας μια γερή γουλιά από το ποτό της, άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Για το πώς το έμαθε στον Αγγλικό Κήπο ότι ο Κουρτ δεν ήταν ο πατέρας της. Για την ανύπαρκτη ουσιαστικά σχέση με την μητέρα της, για τα συναισθήματά της για τον Κουρτ και όσα συνειδητοποίησε μετά τον θάνατό του. Την απομάκρυνσή της από την οικογένεια, το θάνατο του πατριού της και την απίστευτη μοναξιά που ένοιωθε. Τον τρόπο με τον οποίο μπήκε στο σπίτι του Χανς, η παραδοχή της αλήθειες από πλευράς του και όλες οι πληροφορίες που μάζεψε. Η Κλαιρ μιλούσε και οι λέξεις της, την γέμιζαν πόνο. Δεν επέτρεψε ούτε μια φορά στον εαυτό της να σπάσει η φωνή της, να θολώσει η ματιά της ή να κάνει σπασμό το πρόσωπό της. Κάθε φορά που η Κλαιρ φοβόταν ήξερε να γίνεται σκληρή σαν την πέτρα.

Ο Ιάσονας την άκουσε με προσοχή χωρίς να την διακόψει ούτε για μια στιγμή.

Στριφογύρισε το ουίσκι στο ποτήρι του και σουφρώνοντας τα φρύδια είπε,

«Πρώτα, πρέπει να κάνουμε ένα τεστ DNA, για να είμαστε όλοι σίγουροι. Ξέρω ότι αυτό δεν ακούγεται καλά, ας είμαστε όμως ειλικρινείς, κανείς δεν γνωρίζει τι έγινε ακριβώς εκείνο το βράδυ κάτω από την σκάλα και ποιος μας λέει ότι ήταν μόνο η σκάλα;» είπε και είδε το παγωμένο βλέμμα της Κλαιρ.

«Ναι βεβαίως» απάντησε η κοπέλα κι ένοιωσε ξαφνικά να πνίγεται. Ο Ιάσονας το κατάλαβε και της έπιασε το χέρι.

«Κλαιρ, είναι και για εμένα εξίσου δύσκολο όλο αυτό. Εσύ τουλάχιστον γνώριζες την αλήθεια πριν πας σχολείο. Εμένα μου φόρεσαν ένα παιδί ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση.» είπε ο Ιάσονας και η Κλαιρ τράβηξε το χέρι της γρήγορα σαν να της το δάγκωσε φίδι.

«Σου φόρεσαν ένα παιδί;» είπε έχοντας ανέβει το αίμα στα μαγουλά της. «Ποιος σου είπε ότι αυτό θέλω;» συνέχισε και ένοιωσε να μάτια της να καίνε.

Ο Ιάσονας αναστέναξε. «Έλα για μια στιγμή στη θέση μου, μπες για λίγο μέσα στο μυαλό και τη ζωή μου και πάψε να κάνεις σαν μωρό, γιατί δεν είσαι μωρό πια» είπε με αυστηρό ύφος.

Η κοπέλα τον κοίταξε με σφιγμένα χείλη. «Έχεις δίκιο του απάντησε» και ανασήκωσε λίγο τους ώμους. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Για την ακρίβεια δεν την βόλευε και δεν της άρεσε ότι δεν βρήκε μια αγκαλιά ανοιχτή να την περιμένει αλλά δεν θα μπορούσε να συμβεί και κάτι διαφορετικό. Θα ήταν παράλογο.

«Και τώρα τι κάνουμε;» τον ρώτησε.
«Θα ακολουθήσουμε την νόμιμη διαδικασία αν δεν έχεις αντίρρηση» είπε ο Ιάσονας.
«Φυσικά και δεν έχω αντίρρηση» απάντησε η Κλαιρ αν και η μητέρα μου είναι σίγουρη. Ξέρεις δεν πήγε με κάποιον άλλον εκείνο το βράδυ» είπε νοιώθοντας την ανάγκη να την υπερασπιστεί. Δεν της άρεσε αυτό που πριν λίγο είχε πει ο Ιάσων, «και ποιος μας λέει ότι ήταν μόνο η σκάλα».

«Κλαιρ, την εποχή εκείνη το είχαμε ρίξει περισσότερο έξω απ’ ότι κάνετε εσείς τώρα. Η γενιά μας κουβαλάει μια επανάσταση, σεξουαλική αλλά και οι περιπέτειες με τις ουσίες, για όσους από εμάς ζήσαμε στο εξωτερικό, δεν είναι κάτι άγνωστο. Ένα φοιτητικό πάρτι στο οποίο όλοι μας είχαμε ξεφύγει από τους ρόλους μας, δεν κάνει την μητέρα σου λιγότερο ηθική από άλλες γυναίκες. Ούτε εμένα εθισμένο σε ουσίες. Ήταν ένα πάρτι κι εσύ είσαι το αποτέλεσμα αυτής της νεανικής τρέλας. Δεν θέλεις να το ακούς αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δεν γεννιούνται πάντα τα παιδιά με πρόγραμμα. Δεν πρέπει νομίζω. Ξέρεις τι κάνει τη διαφορά στο κεφάλι σου; Ότι δεν είσαι το παιδί δύο ερωτευμένων ανθρώπων. Θα μπορούσε στο ίδιο πάρτι να σε έχει συλλάβει η μητέρα σου από τον τότε φίλο της και μετέπειτα άντρα της. Δεν είχε  όμως, σύμφωνα με αυτά που λες εσύ και ο Χανς. Τότε θα σου φαινόταν αστείο. Αν πάλι η εγκυμοσύνη είχε προκύψει δίπλα στη θάλασσα ίσως έμοιαζε ρομαντικό. Είναι πολλές οι οπτικές που μπορείς Κλαιρ να δεις τα πράγματα και για εμένα αυτή τη στιγμή είσαι αχάριστη» είπε ο Ιάσονας και η Κλαιρ κόντεψε να χύσει το ποτό της.

«Αχάριστη; Τολμάς και με λες αχάριστη;» είπε έτοιμη να σηκωθεί να φύγει από το τραπέζι τους.

«Ναι Κλαιρ είσαι αχάριστη. Δεν σκέφτεσαι καν ότι η μητέρα σου για να σε κρατήσει απλώς σε ήθελε και το έκανε με αξιοπρέπεια. Δεν με ενόχλησε ποτέ. Ούτε το όνομά της δεν ήξερα, ούτε την εικόνα της δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου. Θα μπορούσε ξέρεις να κάνει μεγάλο θέμα. Τότε, τα πράγματα αυτά, δεν ήταν τόσο ελεύθερα όσο τα ζείτε εσείς σήμερα. Δεν έκανε ο κάθε ένας από εμάς ό,τι ακριβώς του ερχόταν στο κεφάλι. Τουλάχιστον εδώ, στην Ελλάδα. Στη συνέχεια βρέθηκε ένας άλλος άντρας με τον οποίο έφτιαξε μια κανονική οικογένεια. Αν δεν στο είχαν πει, θα εκτιμούσες περισσότερο τον Κουρτ. Αυτός σε μεγάλωσε Κλαιρ και χρωστάς πολλά σε αυτόν τον άνθρωπο. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ» είπε ο Ιάσονας και με μια κίνηση κατέβασε την τελευταία του γουλιά.

Η Κλαιρ είχε μείνει αμίλητη.

«Αν είχα παντρευτεί τότε την μητέρα σου, σίγουρα σήμερα θα ήσουν πολύ πιο δυστυχισμένη απ’ ότι είσαι τώρα.  Δεν υπήρξα ποτέ ο κατάλληλος σύντροφος, γιατί να υπάρξω ο κατάλληλος πατέρας;» είπε ο Ιάσονας και σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Θα σε πάω μέχρι το ασανσέρ και αύριο περίμενε τηλέφωνο από την Άννα για να κανονίσετε όλες τις λεπτομέρειες. Θα έχει μιλήσει με τον δικηγόρο μου» είπε και κράτησε την Κλαιρ από τον αγκώνα.

Αργότερα στο δωμάτιό της η κοπέλα ξέσπαγε σε λυγμούς. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε. Είχαν όλα μαζευτεί μέσα στο κεφάλι και την ψυχή της και ένοιωθε να την καίνε τα σωθικά της. Άνοιξε το παράθυρο και χάζεψε την φωταγωγημένη Αθήνα. Είχε ψύχρα. Μπήκε μέσα σήκωσε το τηλέφωνο και ζήτησε ένα ολόκληρο μπουκάλι Jameson.

Έκατσε στο μπαλκόνι του δωματίου της με τα πόδια της απλωμένα πάνω στο περίτεχνο κάγκελο. Βούρκωσε πάλι. Ένοιωθε ξένη κι εδώ. Αλήθεια δεν υπήρχε έστω ένα κομμάτι γης που να μπορέσει να νοιώσει τη θαλπωρή του σπιτιού; Εκείνη δεν δικαιούται μια οικογένεια; Μια αγκαλιά και κάποιον να την αγαπάει; Τι παιχνίδι της μοίρας ήταν αυτό; Γιατί η μητέρα της ήταν τόσο σκληρή; Γιατί δεν την έψαχνε; Γιατί την έστειλε εσωτερική; Πότε της είπε ότι την αγαπάει; Μήπως όλα αυτά ήταν δικό της λάθος;  Μήπως έφταιγε τελικά η ίδια;

Τα μάτια της έκλειναν και κρύωνε. Δεν ήταν ο αέρας παγωμένος, η καρδιά της ήταν σαν θρυμματισμένο κρύσταλλο και την πονούσε.

Μπήκε μέσα στο δωμάτιο, έκανε ένα καυτό μπάνιο, έλουσε τα μαλλιά της και περιποιήθηκε τον εαυτό της όσο περισσότερο μπορούσε.  Σαν να κρατούσε στα χέρια της ένα μωρό. Άνοιξε το ψυγείο, βρήκε πάγο και τον τύλιξε σε μια πετσέτα προσώπου. Ξάπλωσε στο τεράστιο κρεβάτι της σουίτας και ακουμπούσε τον πάγο στο πρόσωπό της.

«Αύριο θα πρέπει να είμαι λαμπερή» σκέφτηκε και αφέθηκε να κοιμηθεί, σε έναν ύπνο που τελικά ήταν γεμάτος με εφιάλτες.

Το επόμενο πρωί, την ξύπνησε το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει.

«Σε δύο ώρες θα έρθει ο οδηγός να σε πάρει, προλαβαίνεις;» την ρώτησε η Άννα με την μελωδική φωνή της από την άλλη άκρη της γραμμής.

Πετάχτηκε επάνω νοιώθοντας τα γόνατά της να τρέμουν.

«Ναι βέβαια» απάντησε Κλαιρ.

Το καινούργιοταξίδι της ζωής της μόλις ξεκινούσε.

 

 

(συνεχίζεται)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here