Στην περιοχή Etterbeek των Βρυξελλών και στην πιτσερία Mamma Roma, ο Μάνος με την Ελοντίν είχαν διαλέξει διαφορετικά κομμάτια πίτσας και απολάμβαναν ένα χαλαρό γεύμα οι δύο τους, χωρίς πολυτέλειες. Ξέγνοιαστοι.

Πήγαινε καιρός που ο Μάνος ήθελε να ρωτήσει την Ελοντίν τι είχε συμβεί μεταξύ εκείνης και της Κλαιρ. Η σχέση των δυο γυναικών είχε γίνει πιο απόμακρη, αυτό ήταν ξεκάθαρο αλλά η Ελοντίν δεν του είχε πει κουβέντα κι εκείνος δεν είχε ρωτήσει.

Καταλάβαινε ότι είχαν μεσολαβήσει θέματα και ίσως η αφετηρία τους να βρισκόταν στο παρελθόν αλλά δεν μπορούσε να συνδέσει τα γεγονότα.

Ήταν σίγουρος ότι όλα αυτά που υπέθετε, είχαν σχέση και με τον Ιάσονα. Ήταν κι εκείνη η μετάθεση που του είχε προτείνει τα Χριστούγεννα για την Νέα Υόρκη που τον είχε αφήσει με πολλά ερωτηματικά. Ερωτηματικά που ποτέ δεν απαντήθηκαν γιατί κανείς δεν έθιξε το θέμα. Γεγονότα που για κάποιον λόγο δεν αγγίζονται. Όμως γιατί ο Ιάσονας ήθελε να τον απομακρύνει από την Ελοντίν; Φοβόταν κάτι; ή απλώς ήταν μια πρόταση; Το τελευταίο, ο Μάνος το είχε ήδη απορρίψει. Ήξερε ότι ακόμα δεν ήταν έτοιμος για αυτή τη θέση. Όσο κι αν προσπαθούσε, στην κορυφή της πυραμίδας δεν μπορούσε να φτάσει τόσο γρήγορα, χωρίς γνώσεις και πείρα. Αν πάλι, υπερεκτιμώντας τον εαυτό του, αποδεχόταν αυτή την θέση, θα ήταν σαν να πέφτει μόνος του στο κενό. Η καριέρα του θα τελείωνε τη στιγμή που θα έπρεπε να απογειωθεί. Όχι, ο Μάνος δεν ήταν φυγόπονος και αυτό το ήξερε. Ήταν λογικός και έχτιζε την καριέρα του με κόπο και σωστό σχεδιασμό. “Σαν στρατιώτης”, του είχε πει κάποτε ο Ιάσονας. Αυτός ο χαρακτηρισμός που του είχε δώσει τότε, δεν είχε καμία σχέση με την πρόταση που του έκανε στην συνέχεις. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορούσε να δώσει, ήταν ότι ο Ιάσονας ήθελε να τον βγάλει από το παιχνίδι. Ναι αλλά γιατί;

Η Ελοντίν είχε στρέψει το βλέμμα της προς τις ακτίνες του ήλιου που είχαν βρει ένα άνοιγμα, μικρό σαν παράθυρο, ανάμεσα από τα γκρίζα σύννεφα. Το πρόσωπό της, φρέσκο και ήρεμο αναδείκνυε την ομορφιά της και τη γλύκα της. Είχε βάλει τα χέρια της πίσω από το κεφάλι της και χαμογελούσε στον ήλιο.

Ο Μάνος τη χάζευε. Αυτό το πλάσμα, χωρίς να έχει επάνω του τίποτα το εντυπωσιακό, τον είχε κατακτήσει. Ένοιωθε ότι μπορούσε να την κοιτάει με τις ώρες. Οι γραμμές του προσώπου της είχαν μια δωρικότητα για να μπορέσουν να κάνουν χώρο σε αυτά τα καταπράσινα εντυπωσιακά μάτια.

“Πες μου τι έχει συμβεί με την Κλαιρ” τη ρώτησε, χωρίς εισαγωγή και προετοιμασία.

Η Ελοντίν για λίγο τα έχασε.

“Τι εννοείς;” ρώτησε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
“Ξέρεις” απάντησε ο Μάνος χωρίς να γνωρίζει κι ο ίδιος τι εννοούσε με αυτό που μόλις είχε πει.
Η Ελοντίν κούνησε το κεφάλι της λίγο αδιάφορα. “Παλιές ιστορίες, χωρίς νόημα” είπε δαγκώνοντας ένα κομμάτι από την πίτσα της.

Ο Μάνος έσκυψε μπροστά και της είπε με πολύ σοβαρό ύφος.
“Ίσως να μην το καταλαβαίνεις, αλλά αυτές οι ιστορίες μπορεί να είναι περισσότερο σοβαρές απ’ όσο φαίνονται”.
“Τι εννοείς;” τον ρώτησε η Ελοντίν καταπίνοντας τη μπουκιά της.
“Προσπαθώ να συνδέσω ένα παζλ συμπεριφερών και μου λείπουν κομμάτια” είπε ο Μάνος.
“Ξέρεις δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, είναι γυναικεία θέματα θα λέγαμε” είπε χαμογελόντας η Ελοντίν. Ο Μάνος όμως δεν συμφώνησε.

“Υπάρχει σε αυτόν εδώ τον πίνακα της σημερινής μας κατάστασης, ένα κομμάτι που έχει να κάνει με την δικιά μου ζωή Ελοντίν και την καριέρα μου. Μέχρι να γνωρίσω εσένα και την Κλαιρ, η σχέση μου με τον Ιάσονα ήταν άψογη. Από τα Χριστούγεννα και μετά αισθάνομαι ότι ζω μέσα σε ένα καζάνι που βράζει” είπε ο Μάνος κοιτάζοντας την Ελοντίν κατευθείαν στα μάτια.
“Θεωρείς ότι μπορεί να φταίω εγώ;” ρώτησε ξαφνιασμένη η κοπέλλα.
“Όχι, σε καμία περίπτωση” είπε ο Μάνος και της κράτησε το χέρι σφιχτά πάνω στο τραπέζι.

Της μίλησε για τα γεγονότα των Χριστουγέννων, την πρόταση που του έκανε ο Ιάσονας για την Νέα Υόρκη, τον δικό του θυμό και την ξαφνική ερωτική πίεση που δέχτηκε από την Κλαιρ.

“Δεν βγάζω άκρη Ελοντίν με όλα αυτά και πρέπει να ξέρω που βρίσκομαι και που πατάω, μπορεί να φταίει απλώς ότι είσαι η κληρονόμος” είπε ο Μάνος ανασηκώνοντας ελαφρώς τους ώμους.

Η Ελοντίν έβγαλε τα γυαλιά ηλίου που φορούσε και τα στήριξε στην κορυφή του κεφαλιού της. Ήπιε μια γουλιά από την μπύρα της και δάγκωσε λίγο το κάτω της χείλος σκεφτηκή.

“Ναι, είμαι η κληρονόμος” παραδέχτηκε “δεν είναι μόνο αυτό όμως” συμπλήρωσε και συνέχισε. “Μάνο, τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα και πολύ πιο απλά αλλά και ανθρώπινα απ’ ότι φαντάζεσαι” είπε.
“Δηλαδή;” ρώτησε ο Μάνος.
“Την Κλαιρ την γνώρισα όταν η ζωή μου είχε αρχίσει να μπαίνει σε μία τάξη μετά το ατύχημα των γονιών μου. Βρισκόμουν ήδη στο Παρίσι και ολοκλήρωνα τις σπουδές μου, όταν ο Ιάσονας μου ζήτησε να έρθω στις Βρυξέλλες για να μου ανακοινώση την ύπαρξη της Κλαιρ. Όσο παράξενο κι αν σου φανεί χάρηκα. Ο Ιάσονας μου έχει σταθεί σαν πατέρας κι εγώ είχα πάντα την ανάγκη από μια αδελφή ή έναν αδελφό. Από μια οικογένεια. Ένοιωσα, ότι με την παρουσία της Κλαιρ στη ζωή μας θα μπορούσαμε να γίνουμε οικογένεια. Έστω μια περίεργη οικογένεια. Αυτό που δεν μπόρεσα να υπολογίσω ήταν ο χαρακτήρας της Κλαιρ”.
“Τι εννοείς;” ρώτησε ο Μάνος και η Ελοντίν με μια κίνηση του χεριού της, του έκανε νόημα να μην διακόψει.
“Όταν το Πάσχα βρεθήκαμε στην Ελλάδα, η Κλαιρ μου μίλησε για τη ζωή της. Ένοιωσα να την καταλαβαίνω και να την συμπονώ. Το σημείο που αισθάνθηκα ότι μας ενώνει ήταν ότι καμία από τις δύο δεν είχε οικογένεια. Βέβαια, για να μην είμαι άδικη εγώ είχα πάντα τον Ιάσονα και δεν αντιλήφθηκα εγκαίρως το πόσο με ζήλευε γι’ αυτό. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσεις και να καταλάβεις ότι κανένας μας δεν έφταιγε. Ούτε ο Ιάσονας που αγνοούσε την ύπαρξη του παιδιού του, ούτε εγώ που ήταν ο αγαπημένος μου νονός αλλά ούτε και η Κλαιρ που γεννήθηκε ως προϊον, όπως η ίδια λέει, “ενός πηδήματος κάτω από μια σκάλα”.

Η Κλαιρ ζήλευε και ζηλεύει όλα αυτά που εγώ έχω μοιραστεί με τον Ιάσονα. Τις μνήμες μου ως παιδί μαζί του, τα καλοκαίρια, τα Χριστούγεννα και το γεγονός ότι η οικογένειά μου τον είχε ως ισότιμο, πολλές φορές μέλος της. Βλέπεις και οι δύο μου γονείς τον εκτιμούσαν βαθύτατα. Ο Ιάσονας, Μάνο, είναι ένας ευθύς, αξιόλογος, τίμιος και αξιοπρεπής άνθρωπος, ο οποίος έχει χάσει την γη κάτω από τα πόδια του με τα καμώματα και τη ζήλια της Κλαιρ. Προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο καταστάσεις και πολλές φορές τον σκέφτομαι και αναρωτιέμαι τι να νοιώθει.

Με ρώτησες τι συμβαίνει με την Κλαιρ και εμένα. Με δυο λόγια απλά, ζήλια και αγάπη. Η Κλαιρ ζηλεύει τόσο πολύ που αν μπορούσε θα με έπνιγε και την ίδια χρονική στιγμή με αγαπάει σαν πραγματική αδελφή της.

Όταν γύρισε μετά από το εκείνο το Πάσχα στην Γερμανία, δήλωσε στην μητέρα της ότι θέλει να σταματήσει τις σπουδές της για λίγο, να γυρίσει τον κόσμο, να γνωρίσει τον πατέρα της, εμένα και να βρει τον εαυτό της. Αν το σκεφτείς λογικά δεν είχε άδικο. Η Λίντα διαφωνούσε όπως επίσης διαφωνούσε και ο Ιάσονας.

Έγιναν μάχες λεκτικές όπου η μία ακολουθούσε την άλλη. Ψυχολογικοί εκβιασμοί, από την πλευρά της Κλαιρ πάντα προς τους δύο γονείς της κι ένα τεράστιο κατηγορώ απέναντι στην μητέρα της.

Δεν ξέρω ακριβώς που είχε δίκιο και που άδικο. Σίγουρα όμως η Κλαιρ σε πολλά σημεία είχε δίκιο και τελικά αν το σκεφθούμε ψύχραιμα, το δίκιο είναι πάντα στη μέση όταν μιλάμε για ενήλικες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικά τραυματισμένο παιδί που ψάχνει διαρκώς να αγαπηθεί. Το παιδί και όχι η ενήλικη Κλαιρ.

Μου ζήτησε, σε ένα τηλεφωνήμα που μου έκανε μετά από έναν μεγάλο καυγά με την μητέρα της, να έρθει να μείνει για λίγο μαζί μου κι εγώ δέχτηκα και βρήκα τον μπελά μου από τον Ιάσονα.

Μου πήρε καιρό να τον κάνω να καταλάβει ότι η φοιτητική χρονιά για την Κλαιρ είχε χαθεί. Ότι έπρεπε να βρει τον εαυτό της κι αν αυτό δεν συνέβαινε δεν θα κατάφερνε τίποτα με το να επιμένει να τελειώσει ένα Πανεπιστήμιο στο οποίο τελικά δεν πατούσε ούτε το πόδι της.

Πήρε λίγο καιρό μέχρι όλοι να συμφωνήσουν ότι αυτό, ίσως ήταν τελικά το καλύτερο. Να απομακρυνθούν όλοι μεταξύ τους για να γιατρέψουν τις πληγές τους.

Η Κλαιρ λοιπόν ήρθε κι έμεινε μαζί μου αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στις Βρυξέλλες”.

“Και πως ζούσε;” ρώτησε ο Μάνος.

“Φυσικά με τα χρήματα του Ιάσονα, ο οποίος δεν δέχτηκε ποτέ να βοηθήσω την Κλαιρ. Πάντα υπεράνω.

Όταν τελειώσα με τις σπουδές μου στο Παρίσι, έπρεπε να επιστρέψω στις Βρυξέλλες και να αποφασίσω τι θα κάνω. Το να ασχοληθώ με επενδύσεις και χρηματιστήρια Μάνο, ήταν και είναι κάτι αδιανόητο για εμένα. Δεν τα καταλαβαίνω και δεν μου αρέσουν. Είμαι άνθρωπος της τέχνης. Αυτό τρέφει την ψυχή μου και ναι έχω την πολυτέλεια να κάνω ό,τι κατέβει στο κεφάλι μου. Η Κλαιρ από την άλλη έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει. Ζήτησε να την προσλάβει ο Ιάσονας στην εταιρία χρησιμοποιόντας για άλλη μια φορά ψυχολογικό εκβιασμό, στον πατέρα της αλλά και σε εμένα, μόνο που η τακτική αυτή δεν έπιασε τόπο και αναγκάστηκε να συνεχίσει τις σπουδές της εδώ και να δουλεύει. Αυτό ήταν όρος απαράβατος για τον Ιάσονα. Η Κλαιρ ήταν υποχρεωμένη να σπουδάσει και τις σπουδές της θα τις πλήρωνε ο Ιάσονας και ταυτοχρόνως θα έπρεπε να δουλεύει για να ζει. “Εγώ κηφήνες δεν μεγαλώνω” της είχε πει και η Κλαιρ μην έχοντας άλλη επιλογή αναγκάστηκε να κάνει και τα δύο.

Την προσλάβαμε στην εταιρία. Ο Ιάσονας δηλαδή, όχι εγώ. Μόνο που η θέση που της έδωσε το τμήμα προσωπικού, έκανε την Κλαιρ να νοιώθει προσβεβλημένη. Βλέπεις, φανταζόταν τον εαυτό της ως μια ακριβοπληρωμένη γραμματέα. Μυαλό δεν είχε στο κεφάλι της. Με τι προσόντα αλήθεια; Οι γραμματείς αυτές είναι προσωπικοί βοηθοί, με γνώσεις και πτυχία. Η Κλαιρ λοιπόν ήταν στην υποδοχή της εταιρίας, στην παραλαβή της αλληλογραφίας και στο μοίρασμα των φακέλλων. Καθόλου δεν της άρεσε αυτό, επιλογές όμως δεν είχε. Από την άλλη μπορούσε να λέει ότι σπουδάζει και εργάζεται στην εταιρία Μάες. Καταλαβαίνεις, ότι το αναρριχηθεί για την Κλαιρ ήταν σημαντικό. Περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι. Και ξέρεις ποιό ήταν το χειρότερο; Ότι ήθελε να αναρριχηθεί με τις πλάτες του πατέρα της και το όνομα μιας εταιρίας, όχι με την αξία της. Λυπηρό.

Τότε είχα μια σχέση με έναν φωτογράφο. Τον είχα γνωρίσει σε ένα ντεφιλέ γνωστού οίκου που δούλευα ως βοηθός. Ερωτευθήκαμε κι εγώ είχα χάσει το μυαλό μου μαζί του. Ήταν μεγαλύτερος, ήταν έμπειρος, όμορφος με ένα εντυπωσιακό χαμόγελο και μια μηχανή Ducati που ακόμα θυμάμαι τον χαρακτηριστικό ήχο της μηχανής της”.

Ο Μάνος μισόκλεισε τα μάτια και έσφιξε τα χείλη του χωρίς να το καταλάβει.

“Μην κάνεις σαν μωρό” είπε η Ελοντίν και συνέχισε. “Ήταν η εποχή που ανακάλυπτα τον έρωτα και τα τερτίπια. Μαζί με τον Άλαν, την Ducati και τη μηχανή γυρνάγαμε στα πιο απίθανα μέρη. Είχαμε πάει και στην Ελλάδα. Καταλαβαίνεις ότι μετά από την μαύρη εποχή της ζωής μου, ξαφνικά είχε μπει το φως στη ζωή μου με το όνομα του Άλαν. Η Κλαιρ είχε γίνει έξαλλη. Πάσχιζε να το κρύψει αλλά δεν μπορούσε να το καταφέρει.

Μπροστά στον Άλαν αλλά κι ακόμα όταν βγαίναμε όλοι μαζί έξω γινόταν προσβλητική μαζί μου. Μικρότητες και μικροπρέπειες. Αν είχα κάνει κάτι λάθος έπρεπε να το μάθει όλος ο κόσμος. Να γελάνε όλοι μαζί μου και η Κλαιρ να με υπερασπίζεται για να φαίνεται τελικά η καλή, η γλυκειά, αφού όμως πρώτα είχε ρίξει τη λάσπη της.

Πίσω από την πλάτη μου γυρόφερνε τον Άλαν. Στην αρχή δεν το είχα προσέξει. Αυτό μου το ψιθύρισαν μέσα από την παρέα. Υπέθετα ότι παρ’ όλες τις αδυναμίες της, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Υποτίθεται ότι η Κλαιρ κι εγώ μεγαλώναμε σαν αδελφές. Θέλαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να κατακτήσουμε τον κόσμο όλο. Η Κλαιρ όμως αποφάσισε να ενώσει τις δυνάμεις του κορμιού της με αυτό του Άλαν και τα κατάφερε.

Κοίτα, είναι μια εντυπωσιακή γυναίκα με ένα υπέροχο κορμί. Την Κλαιρ θα την ζήλευε ακόμα κι ένα ακριβοπληρωμένο μοντέλο. Της το έλεγα συνέχεια και πάνω σε αυτό βασίστηκε και ζήτησε, επίμονα φυσικά, στον Άλαν να την φωτογραφίσει.

Στην αρχή της το αρνήθηκε, όμως ποιός άντρας μπορεί να αρνηθεί σε μια τόσο θελκτική γυναίκα το ερωτικό της κάλεσμα; Μην ξεχνάς ότι μέχρι τότε, ο Άλαν έκανε συλλογή από υπέροχες γυναίκες. Ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ερχόμουν αντιμέτωπη με μια τέτοια κατάσταση. Αυτή που ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ήταν ότι αυτό θα το ζούσα από την Κλαιρ. Στο σπίτι μου. Στο κρεββάτι μου”.

“Πως το κατάλαβες;” ρώτησε όχι και τόσο ξαφνιασμένος ο Μάνος.

“Δεν το κατάλαβα Μάνο, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου ένα μεσημέρι και τους βρήκα μαζί στο κρεβάτι μου”.

“Τι;” φώναξε έντονα ο Μάνος.

Η Ελοντίν φόρεσε τα γυαλιά της και χαμογέλασε.

 

 

(συνεχίζεται)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here