Στην Avenue d’ Auderghem, στο διαμέρισμά του, ο Μάνος είχε σταθεί στο μεγάλο παράθυρο ακουμπώντας το κεφάλι του στο τζάμι. Προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα σε διλήμματα, προκλήσεις, ευκαιρίες, συναισθήματα αλλά και στον άγραφο νόμο της δικιάς του ηθικής.

Η ευκαιρία που του πρόσφερε στο πιάτο η Ελοντίν ήταν εξαιρετική. Μια ζωή που ούτε στα πιο τρελά του όνειρά δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Του θύμιζε γλυκανάλατη ρομαντική κοριτσίστικη ιστορία. Το “ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” εδώ όμως δεν είχε καμία θέση. Αυτό που θα μπορούσε να επισφραγιστεί με έναν γάμο και με μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, τον Μάνο τον έπνιγε. Ένοιωθε σαν να είχε βγάλει τον εαυτό του στο παζάρι. Την Ελοντίν όμως έπρεπε να παραδεχτεί ότι την αγαπούσε.

Πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε μια κανάτα ζεστό καφέ. Τα μάτια του από την αϋπνία τον έτσουζαν, μόνο που τώρα δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Κάθε λεπτό που περνούσε ήταν πολύτιμο.

Γέμισε μια κούπα μέχρι επάνω, έκατσε στην πολυθρόνα του και προσπάθησε να ακολουθήσει την μέθοδο του ένα, δύο, τρία. Αυτή η απλοποιημένη μέθοδος που είχε εφεύρει από μικρός, τον είχε βγάλει πολλές φορές από διλήμματα.  Έγγραφε και απαριθμούσε τις σκέψεις του σε μια κόλλα χαρτί και τις διάβαζε τόσες φορές όσες χρειαζόταν για να πάρει τις σωστές αποφάσεις, διαγράφοντας κάθε φορά αυτή που έμοιαζε λιγότερο σημαντική για να φτάσει στη μια και μοναδική απάντηση.

Πήρε μια κόλλα χαρτί, στριφογύρισε για λίγο την πένα ανάμεσα στα δάχτυλά του και ρουφώντας μια γερή γουλιά του από τον καφέ του έγραψε ξεκινώντας από την πιο εύκολη σκέψη.

  1. Ελοντίν

Κι εκεί κοντοστάθηκε. Η καρδιά του σφίχτηκε, μέτρησε τις στιγμές και τις αγωνίες που είχαν περάσει παρέα και ένοιωσε ότι ήταν άδικο. Όλο αυτό που συνέβαινε αυτή την στιγμή, ήταν έξω από τον ίδιο και την Ελοντίν. Με κάποιο τρόπο, η ζωή είχε αποφασίσει να τους φέρει κοντά και τώρα ο ίδιος ήθελε να χωρίσει από αυτό το ξεχωριστό κορίτσι. Γιατί;

Συνέχισε να γράφει.

  1. Αντιπρόεδρος

Έγραψε την λέξη και την υπογράμμισε δύο φορές. Το μεγάλο του όνειρο. Βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν αγγίξει τον στόχο του. Είχε κάνει όλη αυτή τη διαδρομή και να τώρα που οι κόποι του είχαν αποδώσει. Είχε φτάσει η ώρα της ανταμοιβής. Η αίσθηση της επιτυχίας πλημμύρισε την ψυχή του. Το μυαλό του γύρισε πίσω, στον γάμο του, στην Ελπίδα και σε όλα αυτά που δεν είχε ζήσει. Στην διαφορετικότητα των σημαντικών στιγμών τους, στην λαχτάρα που είχε η Ελπίδα για τις μικρές χαρές της ζωής και στην λαχτάρα που είχε ο ίδιος για το μεγάλο όνειρο. Μόνο που το όνειρο είχε γίνει πια πραγματικότητα. Είχε;

  1. Στόχος

Το μυαλό του κόλλησε. Ποιος ήταν ο επόμενος στόχος του; Όταν θα κόπαζε η τρέλα της επιτυχίας τι θα ζήταγε αμέσως μετά; Η φιλοδοξία του προς τα πού τον οδηγούσε;

Χτύπησε την πένα του αρκετές φορές πάνω στο χαρτί και όπως έσταζε το μελάνι, γέμισε την κόλλα με μικρές τελίτσες. Κάθε τελεία και μια σκέψη. Κάθε σκέψη οδηγούσε και σε μια απόφαση που έπρεπε να παρθεί τώρα. Η εξίσωση αυτή τη φορά ήταν δύσκολη και όσο περνούσε η ώρα, ο χρόνος τελείωνε.

Κοίταξε την μέθοδο του ένα, δύο, τρία πολλές φορές. Η απάντηση βρισκόταν στο νούμερο τρία και αυτό το ήξερε από την αρχή κι ας μην ήθελε να το παραδεχθεί. Πήρε την πένα του και σχημάτισε ένα μεγάλο κύκλο γύρω από την λέξη «στόχος».

Σήκωσε τα μάτια του από το χαρτί και είδε το είδωλό του να αντικατοπτρίζεται στο τζάμι του παραθύρου. Πήρε μια βαθειά εισπνοή και σηκώθηκε όρθιος. Κοίταξε το ρολόι του και άρχισε να ετοιμάζεται για το γραφείο. Η ώρα είχε ήδη πάει επτά, σε λίγο θα συναντούσε τον Γιαν.

Όπως κατέβαινε τις σκάλες του σπιτιού του, χτύπησε το κινητό του. Ήταν η Μόνικα, η γραμματέας του.

«Η προγραμματισμένη σου συνάντηση με τον Γιαν θα γίνει το μεσημέρι» είπε.

Δεν είχε να ρωτήσει και πολλά. Ο Γιαν δεν θα του έδινε αναφορά. Περπάτησε με την ησυχία του μέχρι το γραφείο, πήρε το ασανσέρ και μόλις άνοιξε η πόρτα στον όροφο των γραφείων, με την άκρη του ματιού του είδε μια φιγούρα να στρίβει προς τον διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο του Γιαν. Ήταν σίγουρος ότι είδε την Ελοντίν.

«Τι στην ευχή;» αναρωτήθηκε και κοίταξε πάλι το ρολόι του. Εννιά η ώρα. Δεν καταλάβαινε, ο Γιαν είχε μεταθέσει την συνάντησή τους για να δει την Ελοντίν; Σήκωσε τους ώμους του. Η εταιρία βρισκόταν μπροστά σε εξελίξεις. Η Ελοντίν είχε κάθε δικαίωμα να ξέρει τι πρόκειται να συμβεί. Ίσως να την είχε καλέσει ο Γιαν. Τις αποφάσεις του θα έπρεπε να τις κοινοποιήσει στην Ελοντίν ο ίδιος. Ξανακοίταξε τον διάδρομο, έξυσε αμήχανα το πιγούνι του και πήρε την κατεύθυνση για το γραφείο του.

Η ημέρα κυλούσε αργά μέχρι να φτάσει η ώρα για την συνάντηση. Κάθε τόσο κοιτούσε το ρολόι του και οι δείκτες έμοιαζαν κολλημένοι. Δεν είχε μυαλό να δουλέψει. Η Μόνικα στάθηκε στην πόρτα του.

«Τι θα γίνει Μάνο, θα δουλέψουμε σήμερα;» τον ρώτησε και του άφησε ένα φάκελο γεμάτο με εγκυκλίους για να ελέγξει.

«Δεν μπορώ Μόνικα, θα τα δω μετά» της απάντησε και συνέχισε να χαζεύει στην οθόνη του υπολογιστή του.

«Τώρα» είπε η Μόνικα έχοντας σηκώσει το ένα της φρύδι. «Δεν θα περιμένουν εμάς Μάνο» είπε, έκανε μεταβολή και έφυγε.

Ο Μάνος κράτησε το φάκελο στα χέρια του όταν χτύπησε το εσωτερικό του τηλέφωνο.

«Έλα σε παρακαλώ στο γραφείο μου» είπε ο Γιαν από την άλλη άκρη της γραμμής. Ο Μάνος πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο. Είχε έρθει η ώρα. Ο «στόχος» ήταν πλέον πιο κοντά.

Άνοιξε την πόρτα του Γιάν. Το γραφείο του ήταν πολύ μεγάλο. Κοίταξε διακριτικά τον χώρο μήπως και βρει κάποιο ίχνος της Ελοντίν. Τίποτα.

«Κάθισε» είπε ο Γιάν και λίγο μετά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια από τις εκπαιδευόμενες γραμματείς για να σερβίρει δυο ζεστές κούπες καφέ. Ο Μάνος περίμενε υπομονετικά να κλείσει η πόρτα πίσω του.

«Λοιπόν οι εξελίξεις μας προλαβαίνουν» ξεκίνησε να λέει ο Γιάν. Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση. Πήγε να πάρει τον λόγο αλλά ο Γιάν τον διέκοψε.

«Ξέρεις, λίγο πριν είχα την Άννα στο γραφείο μου. Τελειώνει με κάτι έγγραφα που της ζήτησα να μου φέρει και θα έρθει κι εκείνη. Της έχω ζητήσει να συμμετέχει στην κουβέντα μας» είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος χαμογελώντας.

«Πως νοιώθεις που προορίζεσαι για την θέση του Αντιπροέδρου;» τον ρώτησε ο Γιάν. Ο Μάνος ένοιωθε λίγο μπερδεμένος. Τι δουλειά είχε η Άννα στην συζήτηση που θα είχαν με τον Γιάν;

«Δεν καταλαβαίνω Γιαν αλλά αυτό δεν έχει σημασία» είπε ο Μάνος.
«Θα καταλάβεις σε λίγο» απάντησε ο Γιάν χαμογελώντας.
«Ήρθα να υποβάλω την παραίτησή μου» είπε ο Μάνος και η σιωπή έπεσε βαριά μέσα στο γραφείο.

Από την κλειστή πόρτα ακούστηκε ένας μαλακός χτύπος και αμέσως μετά άνοιξε διάπλατα κάνοντας την εμφάνισή της η Άννα έχοντας για ακόλουθο την Ελοντίν. Τα μάτια του Μάνου άνοιξαν διάπλατα.

«Περάστε στην αίθουσα συμβουλίου, ο Μάνος κι εγώ θα έρθουμε σε λίγο» είπε ο Γιάν και γυρνώντας στον Μάνο, με ύφος αυστηρό είπε «αυτό να το ξεχάσεις» και έκανε να σηκωθεί από την θέση του.

«Μισό λεπτό Γιάν, είναι δική μου η απόφαση και θέλω να φύγω από τον όμιλο Μάες» είπε ο Μάνος αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος σε αυτή την παρωδία που ξεδιπλωνόταν μπροστά του.

Τα μάτια του Γιάν έγιναν δυο μικρές σχισμές. Έσκυψε μπροστά στο γραφείο του και με φωνή χαμηλή, είπε στον Μάνο.

«Ένας όμιλος δεν εκπαιδεύει υψηλόβαθμα στελέχη για να φεύγουν ότι ώρα θέλουν. Υπάρχει ρήτρα μέσα στο συμβόλαιό σου Μάνο η οποία σου επιτρέπει να εγκαταλείψεις τον όμιλο μόνο για σοβαρό θέμα υγείας. Μάλλον αυτό είναι ένα σημείο που σου διαφεύγει. Σωστά;».

«Δεν μπορείς να με κρατήσεις με το ζόρι» διαμαρτυρήθηκε ο Μάνος.

«Μπορώ, στο ορκίζομαι πως μπορώ αλλά κι αν ακόμα φύγεις, μην νομίσεις ότι θα βρεις δουλειά εύκολα Μάνο. Μπορώ να σε τσακίσω επαγγελματικά για όλο το υπόλοιπο της ζωής σου» είπε ο Γιάν και σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Το Διοικητικό Συμβούλιο θα επιλέξει αν σε θέλει για Αντιπρόεδρο ή όχι κι αν δεν ήταν η επιθυμία του Ιάσονα, στο ορκίζομαι ότι από εμένα δεν θα έπαιρνες ούτε μια ψήφο» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα του.

Ο Μάνος τον ακολούθησε. Έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί την παράγραφο με την ποινική ρήτρα που του είχε πει ο Γιαν μόνο που δεν τα κατάφερε. Μόνο η Μόνικα μπορούσε να τον βοηθήσει σε αυτό. Της έστειλε μήνυμα από το κινητό του να βρει το νέο συμβόλαιο που είχε υπογράψει με τον όμιλο λίγο πριν πεθάνει ο Ιάσονας. Μα που είχε το μυαλό του;

Στην αίθουσα συμβουλίου οι δύο γυναίκες ήταν σκυμμένες πάνω από κάτι έγγραφα. Η Ελοντίν άκουγε και η Άννα της εξηγούσε. Μόλις άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα οι δύο άντρες, έμειναν ακούνητες στις θέσεις τους.

«Ξεκινάμε» είπε ο Γιαν κοιτάζοντας τον Μάνο κατευθείαν στα μάτια. «Η Ελοντίν από εδώ και στο εξής θα είναι μαζί μας σε όλα τα διοικητικά συμβούλια. Οφείλουμε να την εκπαιδεύσουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να λαμβάνει με την ψήφο της αποφάσεις για τα θέματα που πρέπει να ψηφίζουμε. Εσύ Μάνο μαζί με την Άννα θα επιλέξετε τα άτομα που θα είναι υπεύθυνα για την σωστή εκπαίδευση της Ελοντίν. Μέσα σε έξι μήνες θα πρέπει να είναι απολύτως έτοιμη».

Ο Μάνος έμεινε σιωπηλός στη θέση του. Άκουσε τις οδηγίες που έδωσε ο Γιάν στις δύο γυναίκες και μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του είπε. «Άννα, μόλις τελειώσεις με την Ελοντίν σε περιμένω στο γραφείο μου» είπε και χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα έκανε μεταβολή και έφυγε.

«Θα συνηθίσεις» είπε η Άννα στην Ελοντίν σφίγγοντάς της τον ώμο.

Η Μόνικα περίμενε τον Μάνο στο γραφείο του έχοντας βρει το συμβόλαιο και την επίμαχη παράγραφο.

Του το έδωσε στα χέρια χωρίς να τον ρωτήσει τίποτα.

Κλείστηκε στο γραφείο του και διάβαζε ξανά και ξανά αυτά που οι δικηγόροι του ομίλου είχαν συντάξει κι εκείνος δεν είχε διαβάσει.

Αναρωτήθηκε αν είχε υπογράψει στα τυφλά. Ήταν σίγουρος ότι είχε διαβάσει το συμβόλαιο και ότι αυτή η παράγραφος δεν υπήρχε. Ή μήπως υπήρχε; Ή μήπως από την λαχτάρα του να οδηγηθεί μια ώρα νωρίτερα μακριά από την Ελλάδα, να βρίσκεται στο κέντρο των αποφάσεων και πιο κοντά στην επιτυχία, τον έκαναν να παραβλέψει αυτή τη λεπτομέρεια. Ποιος τρελός θα ήθελε να φύγει από μόνος του από τον όμιλο όταν στεκόταν ήδη στην λεωφόρο της επιτυχίας;

Ο «στόχος» να απελευθερωθεί από την μέγγενη που ένοιωθε να τον πνίγει, έδειχνε να απομακρύνεται. Η πολυπόθητη ελευθερία του και η δημιουργία μιας καινούργιας αρχής έμοιαζε να ναυαγεί. Η εύθραυστη φιγούρα της Ελοντίν έπαιρνε μια άλλη μορφή μέσα του και δεν ήξερε αν του άρεσε. Αυτή τη στιγμή το μόνο που ήθελε ήταν να τον αφήσουν όλοι στην ησυχία του.

Η Άννα στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του.

«Δεν έχεις δίοδο διαφυγής, είσαι εγκλωβισμένος Μάνο» είπε η γυναίκα με το σοβαρό της ύφος. «Ο Ιάσονας δεν ήθελε διόλου αυτή την σχέση που ανέπτυξες με την Ελοντίν. Το συμβόλαιο έχει παραποιηθεί. Εγώ το έκανα, με εντολή του Ιάσονα και φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να το παραδεχτώ. Ήταν σίγουρος πως θα ήθελες να φύγεις. Ίσως γιατί κάτι τέτοιο θα έκανε κι εκείνος. Πολλές φορές έλεγε ότι του έμοιαζες. Είχε πίστη σε εσένα Μάνο και στις δυνατότητές σου και ταυτοχρόνως ήθελε να προφυλάξει την Ελοντίν απ’ όλα αυτά που την περιμένουν.  Εκείνη είναι αποφασισμένη να δώσει τη μάχη της, με ή χωρίς εσένα στο πλευρό της και με οποιοδήποτε τίμημα. Εσύ;» τον ρώτησε και η ερώτηση της Άννας μαζί με την ξεδιάντροπη αλήθεια που όριζε τις τύχες τους, απλώθηκε ύπουλα στο χώρο ρουφώντας το οξυγόνο του Μάνου.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here