Στον τρίτο όροφο της Avenue d’ Auderghem και στον αριθμό 214, στην περιοχή Etterbeek των Βρυξελλών, η πόρτα έκλεισε με θόρυβο.

Ο Μάνος, ιδρωμένος, μόλις είχε ανεβάσει και την τελευταία κούτα. Τρία πατώματα, με μια στενή σχεδόν ανήλιαγη σκάλα και  χωρίς ασανσέρ.
«Μαλάκα μου, σκέψου να έχεις ανέβει εδώ πάνω και να συνειδητοποιήσεις αφού γδυθείς, ότι τα τσιγάρα τα έχεις ξεχάσει στο αμάξι. Η κόλαση του καπνιστή είναι» σκέφτηκε.

Ξεφύσησε δυνατά και με την ανάποδη του χεριού του, σκούπισε τις σταγόνες του ιδρώτα που έσταζαν στα μάτια του.

Παράτησε την κούτα στο πάτωμα, τεντώθηκε και κοίταξε το διαμέρισμα, που θα γινόταν σπίτι του για τα επόμενα δύο χρόνια και δεν το πίστευε.

Αν τον ρωτούσε κάποιος πως ένοιωθε, ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε να πει. Ίσως αυτό που ταίριαζε στην περίπτωση ήταν το «ανέλπιστο δώρο».

Ένα λοξό χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στα χείλη του. Το μόνο που είχε φέρει από την Ελλάδα ήταν τα ρούχα του. Ούτε προσωπικά αντικείμενα, ούτε φωτογραφίες που τον συνέδεαν με το παρελθόν. Ποιο παρελθόν δηλαδή; Μόνο ρούχα και την κολόνια του. Eau Sauvage και δεν την φορούσε μόνο, έτσι ένοιωθε · σαν το άγριο νερό.

Πέταξε τη μπλούζα του στο πάτωμα και περιεργάστηκε το χώρο. Το μεγάλο παράθυρο, σε μέγεθος μπαλκονόπορτας στο σαλόνι γέμιζε με φως όλο σχεδόν το σπίτι. Με όσο φως μπορούσαν να έχουν οι Βρυξέλλες δηλαδή. Στα δύο υπνοδωμάτια, αντί για παράθυρα είχε φεγγίτες. Ένα μπάνιο και η κουζίνα, ενιαία με το σαλόνι. Το χρώμα στους τοίχους δεν ήξερε να το περιγράψει ακριβώς. Ανοιχτό θα έλεγε και θα σταμάταγε εκεί. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να έλεγε και ένα «άσπρο μάλλον».

Άκουσε τον ήχο του κινητού του να χτυπάει, κάπου ανάμεσα στις κούτες. Αυτό τον αριθμό τον είχαν μόνο δύο άνθρωποι για την ώρα. Ο Στεφάν και ο Πάμι, κατά κόσμον Παμίνος, που είχε υποστεί το κουτσούρεμα του ονόματός του μην έχοντας άλλη επιλογή.

«Δώσε διεύθυνση, έρχομαι με ενισχύσεις» είπε ο Πάμι.  Μετά από λίγο, το σπίτι είχε γεμίσει από τέσσερεις άντρες  που συναρμολογούσαν έπιπλα, κάπνιζαν, έπιναν μπύρες και άφηναν αυτή την χαρακτηριστική μυρωδιά του ιδρώτα. Τα ρούχα θα τα τακτοποιούσε ο ίδιος.  Η σύντροφος του Πάμι, η Συλβί, θα του έστελνε τη γυναίκα που την βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού για να τον «καταρίσει» όπως είχε πει με τα άθλια ελληνικά της. Η αλήθεια ήταν πως τέτοια υποδοχή, δεν την είχε φανταστεί ούτε στα όνειρά του.

Η ζωή του, που έμοιαζε με ακατάστατο δωμάτιο νευριασμένου έφηβου, έδειχνε να μπαίνει σε τάξη. Δεν το ορκιζόταν βέβαια αλλά τα πράγματα έτσι έδειχναν. Καινούργια χώρα, σπίτι, συνάδελφοι και τώρα καινούργιοι φίλοι. Ποιος το φανταζόταν όλο αυτό, όταν του είχε γίνει η πρόταση, δύο μήνες πριν, να πάει βόλτα στον Αργοσαρωνικό με το σκάφος του Ιάσονα.

«Για ψάρεμα» του είχε πει ο Ιάσονας σφίγγοντας τα φρύδια του πίσω από τα στρογγυλά γυαλιά του.

Ήταν ακριβώς μετά το διαζύγιό του.  Με την Ελπίδα είχαν παντρευτεί χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τι κάνουν και περισσότερο γιατί το κάνουν. Όταν τον ρωτούσαν να περιγράψει τον γάμο του σήκωνε τους ώμους του αδιάφορα. Για τον Μάνο αυτό ήταν απάντηση. Ίσως και για τους υπόλοιπους άνδρες, σίγουρα όμως όχι για τις γυναίκες.

Η Ελπίδα ήταν μια όμορφη, ψηλή, εντυπωσιακή γυναίκα. Την πρώτη φορά που τη γνώρισε, είχε ξαφνιαστεί. Αυτό θυμάται. Μια γυναίκα ίσως να έλεγε, «τον ερωτεύθηκα με την πρώτη ματιά» ο Μάνος όμως ένοιωσε ένα ξάφνιασμα, τίποτα άλλο. Ήταν διασκεδαστική και όμορφη. Αυτό του έφτανε. Είχε βαρεθεί  με τις πολλά υποσχόμενες για μια νύχτα υπάρξεις. Τούτη εδώ είχε κάτι διαφορετικό. Ήταν χαλαρή και δεν είχε καμία επιτήδευση επάνω της. Χαλαρές ήταν και οι κινήσεις της και δεν έκανε προσπάθεια για να τον εντυπωσιάσει. Ίσως να ήταν αυτό ακριβώς το σημείο που του κίνησε το ενδιαφέρον.

Η συνάντηση είχε γίνει στο σπίτι φίλων. Βράδυ για φαγητό. Γενέθλια αν θυμόταν καλά.  Στο τέλος της βραδιάς προθυμοποιήθηκε να την γυρίσει σπίτι της.
«Μα έχω το δικό μου αυτοκίνητο» του είχε απαντήσει η Ελπίδα μάλλον αδιάφορα.
«Τότε τι θα έλεγες να πιούμε ένα καφέ αύριο το απόγευμα;» είπε και έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί το τηλέφωνό του. Το έκοψε και της το έδωσε. «Το δικό σου;» τη ρώτησε και το ύφος του ήταν τέτοιο που αντιρρήσεις δεν σήκωνε. Η Ελπίδα το έδωσε και ο Μάνος το σημείωσε.
«Θα σου τηλεφωνήσω αύριο κατά της έξι» της είπε. Ήταν συγκεκριμένος. Αυτό τον βόλευε για να αποφεύγει τις υποθέσεις και την πολυσημία των λέξεων που δημιουργούσαν πάντα παρεξηγήσεις.

Στην αρχή της γνωριμίας τους αυτό που τον τράβαγε σαν μαγνήτης πάνω στην Ελπίδα, ήταν το ίδιο που τελικά τον απομάκρυνε.  Το αδιάφορο ύφος της. Η χαλαρή της στάση απέναντι στη ζωή, στα όνειρα, στις φιλοδοξία αλλά και στο σεξ. Ναι αλλά γιατί την παντρεύτηκε τότε;

«Φαινόταν να είναι το σωστό» είχε πει ο Μάνος σε μια εξομολόγησή του στον Πάμι.
“Το σωστό για ποιόν όμως;” τον είχε ρωτήσει ο Παμίνος και ο Μάνος είχε αφήσει τις λέξεις και τις εικόνες να ξεχυθούν.

Σωστό και για τους δύο μας. Η Ελπίδα είχε το πακέτο. Ήταν όμορφη, εντυπωσιακή, ήρεμη, έπαιρνε την κάθε της ημέρα όπως ερχόταν, χωρίς εξάρσεις και μελοδραματισμούς. Είχε μια καλή δουλειά σε φαρμακευτική, ήταν ανεξάρτητη και είχε το σωστό υπόβαθρο. Δεν ψαχνόταν για περαιτέρω πράγματα και μου άρεσε η οικογένειά της, ίσως περισσότερο και από την ίδια.   Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω από μια μόνιμη σχέση; Άσε που είχα χορτάσεις από τα πηδήματα της μιας βραδιάς και από γυναίκες βιαστικές να παντρευτούν, που προκειμένου να φτάσουν στο στόχο τους δεν δίσταζαν να κάνουν ό,τι τους ζητούσες.  Η Ελπίδα έμοιαζε να μην νοιάζεται για τίποτα απ’ όλα αυτά. Το σεξ δεν ήταν τίποτα το καταπληκτικό αλλά πώς να το κάνουμε, δεν μπορείς να τα έχεις όλα.

Από την πλευρά μου, πάλι, τώρα που τα βλέπω όλα από μακριά, πρέπει να ήμουν λουκούμι. Ακόμα κι αν δεν ήμουν λουκούμι για την ίδια, ήμουν σίγουρα για την οικογένειά της. Είχα κι εγώ το πακέτο και στο ορκίζομαι ότι ήταν καλό, πολύ καλό.  Ήμουν το «Golden Boy»  της ζωής της, όπως συνήθιζε να λέει, μάλλον κοροϊδευτικά. Βλέπεις, η Ελπίδα την φιλοδοξία μου να φτάσω όσο πιο ψηλά μπορούσα δεν την καταλάβαινε. Βολευόταν και με τα λίγα κι αν όχι με τα λίγα, σίγουρα με τα λιγότερα απ’ ότι είχα ανάγκη. Στοχοπροσηλωμένο με έλεγε και είχε δίκιο. Ήθελα να πετύχω. Ίσως έφταιγε ότι η ζωή, δεν μου τα είχε φέρει απλόχερα. Για κάθε τι που πετύχαινα, πρώτα είχα ιδρώσει.

Αργούσα να γυρίσω σπίτι. Πότε γιατί έμενα μέχρι αργά στο γραφείο και πότε γιατί ταξίδευα. Ταξίδευα πολύ, το απαιτούσε η θέση. Μόνος ή με «παρέα».  Έμενε πολλές ώρες μόνη της και το κακό ήταν ότι δεν είχε και τα ανάλογα ενδιαφέροντα. Η απόσταση δεν άργησε να έρθει. Δεν το κατάλαβα, ίσως πάλι να μην με ενδιέφερε. Τα Σαββατοκύριακα ήθελα να δουλεύω και στις διακοπές επίσης. Ούτε φανταζόμουν ότι μπορεί κάποιος άνθρωπος να θέλει να κάνει διακοπές για ένα μήνα. Μα ένα μήνα διακοπές; Να κάνεις τι; Τίποτα δηλαδή! Η Ελπίδα πάλι κάθε Αύγουστο ήθελε να τον περνάει σε κάποιο νησί. Να λιάζεται ολημερίς στη θάλασσα με τόμους βιβλία δίπλα της. Μπούρδες δηλαδή και πόσο πια να κολυμπήσεις; Ούτε μπακαλιάρος να ήμουν.  Καταλαβαίνεις ότι δεν συναντηθήκαμε πουθενά. Σιγά-σιγά με άφηνε στην ησυχία μου κι εγώ στην δικιά της. Δεν πήρα χαμπάρι πότε ακριβώς έγινε. Εκείνη άρχισε να βγαίνει με τους φίλους της κι εγώ ήμουν ανενόχλητος να κυνηγάω τους στόχους μου. «Ανεμόμυλους» έλεγε η Ελπίδα κάθε τόσο. Μετά το δεύτερο καλοκαίρι των χωριστών διακοπών μας ήρθε και το οριστικό τέλος. Νομίζω ότι αν ρωτήσεις και την ίδια θα σου πει ότι μάλλον βαριόταν να βάλει τον εαυτό της στη διαδικασία της δεύτερης προσπάθειας. Ανώφελο. Εμένα πάλι δεν με ένοιαζε. Ξέρω ακούγεται σκληρό, έτσι μου έχουν πει αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δεν με ένοιαζε, γιατί πολύ απλά δεν αισθάνθηκα ποτέ την θαλπωρή της σχέσης. Θα μου πεις «δεν έδωσες ρε φίλε» και θα σου απαντήσω «δεν έδωσα και δεν πήρα, δεν είχα ερέθισμα» να μην το ξεχνάμε και αυτό.

Το καλό ήταν ότι από αυτό τον γάμο, έτσι χαλαρά όπως γνωριστήκαμε, έτσι χαλαρά χωρίσαμε. Βλέπεις δεν είχαμε αποκτήσει και παιδί. Όχι, δεν το προσπαθήσαμε. Μα αλήθεια τώρα, τι να προσπαθήσεις; Να κοιμηθείς με τη γυναίκα σου; Να κάνετε σεξ; Να ξεσκίσετε τα σεντόνια; Να είμαστε και λίγο σοβαροί.

Ίσως έχω υπάρξει ο πιο νερόβραστος παντρεμένος στον πιο νερόβραστο γάμο. Από το σπίτι έφυγα εγώ, δικό της ήταν. Ούτε έκατσα να μετρήσω πόσα χρήματα είχα ρίξει. Πολλά, τι να λέμε τώρα. Ερείπιο το πήρα στα χέρια μου, χρέπι. Ήταν το σπίτι της γιαγιάς της. Από αυτά τα ψηλοτάβανα με τους σπασμένους σοβάδες. Το έφτιαξα όλο από την αρχή. Με δάνειο. Δεν με ενδιέφερε, λεφτά έβγαιναν. Οι λογαριασμοί παχουλοί. Αυτό που με ένοιαζε ήταν να γυρίζω σε ένα μοντέρνο, σύγχρονο σπίτι. Να φωνάζουμε κόσμο και να έχω όλες τις ανέσεις. Να μην ντρέπομαι. Ξέρεις, δύο πράγματα σιχαίνομαι τη μιζέρια και τη γκρίνια.

Όταν έφυγα, ένοιωσα απλώς ότι άλλαξα σελίδα. Πήγα και έμεινα σε ένα ξενοδοχείο πολλών αστέρων στο κέντρο των Αθηνών. Μου άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Σκεφτόμουν να το καθιερώσω. Είχα κατά νου να κάνω μια συζήτηση με τον διευθυντή του ξενοδοχείου. Αν έμενα εκεί μόνιμα, πόσο θα κόστιζε τον μήνα; Μήπως άξιζε τον κόπο; Που να στήνω σπίτι από την αρχή. Σκέψεις διάφορες που τριγύριζαν στο κεφάλι μου αλλά η μπίλια δεν είχε κάτσει ακόμα στο σωστό σημείο.

Σε εκείνη ακριβώς την φάση της ζωής μου έσκασε και η πρόταση για την βόλτα στον Αργοσαρωνικό”.

Ο Πάμι τον άκουγε προσεκτικά κουνώντας το κεφάλι. Η εξομολόγηση είχε σταματήσει, τα γεγονότα όμως είχαν ήδη τρέξει.

«Θέλω να σου γνωρίσω κάποιον» του είχε πει ο Ιάσονας όταν του είχε προτείνει “βαρκάδα”, όπως συνήθιζε να λέει τις μυστικές συναντήσεις πάνω στο σκάφος του.

Ήταν το μεγάλο κεφάλι της πολυεθνικής που εργαζόταν. Είχε την εντύπωση, ότι όσο μπορούσες να ξεριζώσεις την Ακρόπολη από τη θέση της, άλλο τόσο μπορούσες να μετακινήσεις και τον Ιάσονα. Το όνομά του και μόνο άνοιγε ή έκλεινε πόρτες κατάμουτρα. Δεν είχε φανταστεί ποιόν θα του γνώριζε και γιατί. Μια βόλτα με το σκάφος ισοδυναμούσε με μυστικές συναντήσεις, υπογραφές και όχι μόνο, «κάτω από το τραπέζι».

Η έδρα στις Βρυξέλλες ζητούσε ένα στέλεχος ακριβώς με τα προσόντα του Μάνου. Συγκεκριμένες σπουδές, γλώσσες, γνώσεις και προϋπηρεσία. Εάν περνούσε την διαδικασία της συνέντευξης θα έφευγε τουλάχιστον για τα δύο επόμενα χρόνια. Αυτό σήμαινε ότι ο Ιάσονας θα του είχε ανοίξει την πιο μεγάλη πόρτα της καριέρας του αλλά κι εκείνος θα του χρώσταγε χάρη για το υπόλοιπο της ζωής του. Το πώς θα του ζητούσε να το «ξεπληρώσει» αυτό, ένας Θεός ήξερε.

«Ξέρω τι σκέφτεσαι» του είχε πει μέσα από τα στρογγυλά γυαλιά του ο Ιάσονας, «φοβάσαι την ώρα της αποπληρωμής, σωστά;»

Ο Μάνος δεν είχε απαντήσει. Ζύγιζε με το βλέμμα του κάθε κίνηση του «μεγάλου».

«Για την ώρα, αυτό που θέλω είναι να έχω το δεξί μου χέρι στην έδρα» του είπε ο Ιάσονας και τον οδήγησε στο εσωτερικό του σκάφους για να γίνει η πρώτη προσέγγιση με τον αρμόδιο στις Βρυξέλλες μέσω τηλεδιάσκεψης.  Αυτή ήταν και η γνωριμία που του έκανε ο “μεγάλος”.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα είχαν πάρει ήδη το δρόμο τους. Ταξίδια αστραπή στις Βρυξέλλες, συναντήσεις, τηλεδιασκέψεις και να’ σου τώρα, να στήνει το σπίτι του στην Avenue d’ Auderghem στον αριθμό 214.

Ο Παμίνος τον πλησίασε.
«Ρε συ πάμε να φάμε; Έχουμε πεθάνει στην πείνα» είπε και έτριψε με νόημα την κοιλιά του.
«Κερνάω» απάντησε ο Μάνος και πετάχτηκε επάνω αφήνοντας κατά μέρους το κατσαβίδι. «Που πάμε;» ρώτησε
«Στο νέο σου στέκι» απάντησε ο Πάμι.

Το Le Jardin De Nicolas έγινε πράγματι το καινούργιο του στέκι.  Ο Μάνος, ξεκίνησε τη βόλτα του στη νέα του ζωή με ένα φιλέτο ταλιάτα και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Η Ελοντί θα εμφανιζόταν λίγο αργότερα στη ζωή του.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here