Την τελευταία φορά που ο Μάνος βρέθηκε στο σπίτι του Ιάσονα στην Κηφισιά, ήταν μόλις τα περασμένα Χριστούγεννα.

Γύρισε και κοίταξε τον κόσμο που είχε έρθει για να τον τιμήσει στο τελευταίο αντίο. Μετά τη σεμνή τελετή, ακολούθησε η πρόσκληση στο σπίτι του Ιάσονα και ήταν όλοι εκεί. Η γραμματέας του η Άννα, είχε φροντίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τα χρόνια αυτά που ήταν δίπλα του, είχε μάθει τις πιο μικρές και πιο ασήμαντες λεπτομέρειες για τον Ιάσονα. Με τον δικό της ευγενικό τρόπο, παραμέρισε τόσο την Κλαιρ όσο και την Ελοντίν. “Θα μου επιτρέψετε να είναι το τελευταίο μου δώρο στον Ιάσονα” τους είχε πει, σαν να μάλωνε τρυφερά τις δύο κοπέλες. Καμία τους δεν μπόρεσε να υψώσει το ανάστημά της μπροστά στην Άννα και καμία τους δεν τόλμησε να φέρει την παραμικρή αντίρρηση.

Πήρε το διάδρομο με τις ασπρόμαυρες μαρμάρινες πλάκες που έμοιαζε σαν σκακιέρα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Ιάσονα. Το γαλλικό μπόξερ, ο Cardhu, ήταν χωμένος στο κρεβάτι του, δίπλα στην μπερζέρα του Ιάσονα και μόλις είδε τον Μάνο άρχισε να κλαψουρίζει με παράπονο. Ο Μάνος έσκυψε και τον πήρε αγκαλιά.

“Τι θα κάνουμε με εσένα;” αναρωτήθηκε και χάϊδεψε τον σκύλο με όση τρυφερότητα είχε μέσα του. Με το χέρι του ακουμπισμένο πάνω στον Cardhu, έκατσε στην πολυθρόνα για τους φιλοξενούμενους. Κοίταγε πάλι έξω από το μεγάλο παράθυρο τον ονειρεμένο κήπο του Ιάσονα. Κάνοντας μια γκριμάτσα έσφιξε τα χείλη του.

Ήταν αλήθεια ότι η τελευταία τους συνάντηση δεν ήταν όπως θα έπρεπε. Τον Ιάσονα τον είχε εκτιμήσει για λόγους πολλούς. Όμως ήταν σίγουρος ότι κάτι του έκρυβε. Υπήρχε λόγος που ήθελε να τον απομακρύνει από τις Βρυξέλλες και από την Ελοντίν. Όμως δεν είχε βρει την άκρη σε αυτό το γεμάτους κόμπους κουβάρι.

Υπήρχε κάτι που είχε αλλάξει στην συμπεριφορά του. Να είχε παίξει ρόλο η Κλαιρ; Η αλήθεια ήταν ότι όλα αυτά έμοιαζαν πολύ λίγα για το μυαλό και την ψυχή του “μεγάλου”. Γιατί όμως ήθελε να τον στείλει στην Νέα Υόρκη; Τι θα κέρδιζε με το να καταστρέψει ο Μάνος την καριέρα του; Εδώ υπήρχε μια απάντηση που για να την βρει έπρεπε πρώτα να μάθει το θέμα.

Σηκώθηκε από την θέση του χαϊδεύοντας πάντα τον Cardhu και σαν να μιλούσε σε άνθρωπο, έσκυψε και του είπε.

“Εσύ περίμενέ με εδώ, πάω για ένα ποτό, εντάξει;” τον ρώτησε λες και ο Cardhu μπορούσε να του απαντήσει.

Μπήκε με βήμα βαρύ στο μεγάλο σαλόνι, με το κεφάλι σκυφτό και το χέρι στην τσέπη. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος σε πηγαδάκια. Οι περισσότεροι ήταν συνεργάτες. Τουλάχιστον αυτούς τους ήξερε. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι που μιλούσαν με την Κλαιρ που δεν τους είχε συναντήσει ποτέ. Ίσως ήταν συγγενείς του Ιάσονα. Έψαξε με τα μάτια του να βρει την Ελοντίν. Την εντόπισε στην άκρη του κήπου, να κάθετε μόνη της πάνω σε ένα πεζούλι και να μαδάει ασυναίσθητα ένα λουλούδι.

Κατευθύνθηκε στο μπαρ και ζήτησε από τον σερβιτόρο να γεμίσει δύο ποτήρια με κρασί και να στείλει ένα πιάτο με διάφορα καναπεδάκια στο σημείο που καθόταν η Ελοντίν.

“Τι κάνεις εδώ μόνη σου;” ρώτησε όταν έφτασε κοντά της.
“Δεν έχω καμία δουλειά εδώ Μάνο” απάντησε το κορίτσι χωρίς να πάρει τα μάτια της από το μαδημένο λουλούδι.
“Τι εννοείς;”
“Κοίτα την Κλαιρ, είναι η βασίλισσα του πύργου” είπε με μια πίκρα στη φωνή της.

Ο Μάνος έστρεψε τη ματιά του προς τη γυναίκα και για πρώτη φορά την παρατήρησε πραγματικά εκείνη την ημέρα. Είχε τα μαλλιά της μαζεμένα σε ένα σεμνό κότσο, το φυσικό της μακιγιάζ την έκανε να λάμπει και να δείχνει εντυπωσιακή. Το κατάμαυρο φουστάνι της αναδείκνυε το τέλειο κορμί της και οι γόβες της, έδειχναν καινούργιες και πανάκριβες. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν είχε σημασία παρά μόνο το βλέμμα και το αγέρωχο ψυχρό της ύφος. Κοίταξε και την Ελοντίν, με το σεμνό της φουστάνι και τα ίσια παπούτσια, με τα μαλλιά της χτενισμένα και τραβηγμένα πίσω από τα αυτιά, που τα στόλιζαν δυο μαργαριταρένια μικρά σκουλαρίκια. Στο δεξί της χέρι φορούσε ένα πολύχρωμο, παιδικό θα έλεγες, αταίριαστο για την περίσταση βραχιόλι που κάθε τόσο το χάϊδευε. Τα μάτια της ήταν μονίμως βουρκωμένα και η μύτη της κατακόκκινη. Ήταν ολοφάνερο για εκείνον ποιά ήταν η γυναίκα που πονούσε περισσότερο.

“Τι είναι αυτό;” ρώτησε ο Μάνος δείχνοντας το βραχιόλι. “Δεν σε έχω δει να το φοράς άλλη φορά” της είπε.
Η Ελοντίν χαμογέλασε. “Ένα εφηβικό βραχιόλι που μου είχε χαρίσει ο Ιάσονας ένα καλοκαίρι από το μαγαζί με τα χειροποίητα κοντά στο σπίτι του, στο νησί. Για κάποιο λόγο, θεωρούσα ότι είναι το τυχερό μου βραχιόλι, ότι όποτε το φορούσα η δύναμη του Ιάσονα θα με προστάτευε” είπε και τα δάκρυα κύλησαν στα μάτια της.
“Και τώρα από ποιόν θέλεις να σε προστατεύσει;” ρώτησε ο Μάνος.

Η Ελοντίν σήκωσε τα μάτια της και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί στον κήπο. Ο Μάνος δεν χρειάστηκε να καταλάβει προς τα που κοιτούσε όταν του είπε, “θα έχουμε εξελίξεις και πολύ φοβάμαι ότι θα είναι δυσάρεστες”.
“Τι εννοείς;” την ρώτησε ανήσυχος.
“Υποθέτω ότι η Κλαιρ θα περιμένει την ώρα που θα ανοιχτεί η διαθήκη του πατέρα της και τότε…” η Ελοντίν δεν τελείωσε την πρότασή της. “Άστο Μάνο, δεν είναι της παρούσης, υπάρχουν πράγματα που ούτε κι εσύ ο ίδιος δεν γνωρίζεις” είπε και του χάϊδεψε το χέρι. “Κοίτα την” είπε και κούνησε το κεφάλι της.

Ο Μάνος αισθάνθηκε ότι για πρώτη φορά από την ημέρα που γνώρισε την Ελοντίν, έβλεπε μπροστά του μια πραγματική γυναίκα. Μια ώριμη γυναίκα. Γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος, με αυτό που συνειδητοποίησε και με αυτό που ένοιωσε. Η Ελοντίν δεν ήταν πια αυτό που είχε στο μυαλό του. Κουβαλούσε στην πλάτη της, μια ζωή και μια ιστορία που θα την οδηγούσαν σε άλλες διαδρομές. Μπορεί και μακριά του και αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε σκεφτεί ποτέ και δεν ήξερε ούτε αν ήταν έτοιμος, ούτε αν ήθελε.

Τότε του καρφώθηκε μια σκέψη στο μυαλό. Είχε να κάνει με την Ελοντίν και την Νέα Υόρκη. Ένοιωσε μια ρίγη στιγμιαία και αναρωτήθηκε σμίγοντας τα φρύδια του. “Λες;” αλλά απάντηση δεν είχε.

Η Ελοντίν σηκώθηκε και πήγε να συναντήσει την Άννα που έδινε οδηγίες για να μαζευτούν τα πιάτα του φαγητού και να έρθουν τα φρούτα και τα γλυκά.

“Τι κάνεις Άννα;” την ρώτησε τρυφερά.
“Φροντίζω να μην στενοχωρηθεί για τίποτα από εκεί που πήγε” είπε ελαφρώς θυμωμένη. Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν, τα δάκρυα έγιναν βρύσες και έτρεξαν ελεύθερα από τα μάτια τους. Αγκαλιάστηκαν σε μια θερμή και σιωπηλή αγκαλιά.
“Άσε με να σε βοηθήσω” είπε η Ελοντίν με έντονη την επιθυμία στην φωνή της και η Άννα έγνεψε καταφατικά.

Η Κλαιρ εμφανίστηκε αμέσως μετά.

“Τι νομίζετε ότι κάνετε εσείς οι δύο;” ρώτησε και τα μάτια της είχαν γίνει δύο σχισμές.
“Αποδίδουμε φόρο τιμής στον πατέρα σου Κλαιρ” είπε η Άννα και με μια κίνηση του χεριού της σχεδόν την έσπρωξε.
“Μην τολμήσεις” της είπε κουνώντας το δάχτυλο της προς την πλευρά της Άννας.

Η Ελοντίν μπήκε στη μέση.

“Δεν είναι ώρα τώρα Κλαιρ” είπε.
“Αυτό θα το κρίνω εγώ, γιατί εδώ είναι το σπίτι μου” απάντησε σφίγγοντας τα δόντια και ανοίγοντας τα ρουθούνια της.

Η Άννα τις κοίταγε με το στόμα σχεδόν ανοιχτό.

“Κορίτσια” ψιθύρισε.
“Σκάσε Άννα” απάντησε η Κλαιρ και ο Μάνος, κάνοντας έναν μεγάλο δρασκελισμό,  ίσα που πρόλαβε να συγκρατήσει το χέρι της Ελοντίν.

Η Άννα, ψύχραιμη αλλά σαφώς πληγωμένη έκανε μεταβολή και έφυγε. Ο Μάνος σχεδόν έσυρε τις δύο γυναίκες στο γραφείο του Ιάσονα.

“Μα δεν ντρέπεστε;” τις ρώτησε φωνάζοντας και τότε κατάλαβε ότι η Κλαιρ ήταν σχεδόν μεθυσμένη.

Η Ελοντίν του έκανε νόημα σηκώνοντας το ένα της φρύδι ελαφρά.

“Σκατά” αναφώνησε ο Μάνος και έκανε μεταβολή να φύγει. “Να μην κουνήσει καμία σας από την θέση της μέχρι να έρθω” είπε και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει μαζί με την Άννα καφέ για την Κλαιρ.

“Είναι τύφλα” της είπε και η Άννα κούνησε αδιάφορα το κεφάλι.
“Ειλικρινά Μάνο, το τελευταίο πλάσμα στον κόσμο που με ενδιαφέρει είναι η Κλαιρ” είπε η Άννα και άφησε τον Μάνο να φτιάξει τον καφέ μόνος του.

Στο γραφείο του Ιάσονα, ο Cardhu χωρίς τη θέλησή του έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Βλέποντας την Ελοντίν πήγε κοντά της κουνώντας την ουρά του και γυρεύοντας τα χάδια της.
“Για τα σκυλιά είσαι” της είπε και την πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα.

Η Ελοντίν την σκέπασε με μια κουβέρτα, έκανε νόημα στον Cardhu να καθίσει στο κρεβάτι του και έκλεισε μαλακά την πόρτα πίσω της.

Συναντήθηκαν με τον Μάνο στο διάδρομο. Του έκανε νόημα να την ακολουθήσει και του ζήτησε να βρει την Άννα και να την φέρει κοντά της. Ο Μάνος υπάκουσε έχοντας ζωγραφισμένη την απορία στο βλέμμα του.

“Την Άννα” του είπε σχεδόν διατάζοντάς τον και κράτησε την ζεστή κούπα με τον καφέ για λογαριασμό της.

Σε πολύ λίγο η Άννα μαζί με τον Μάνο και την Ελοντίν καθόταν στο μαρμάρινο τραπέζι της κουζίνας.

“Άννα μου” είπε τρυφερά στη γυναίκα “θέλω να ξέρεις ότι όπως ήσουν αφοσιωμένη στον Ιάσονα όλα αυτά τα χρόνια, έτσι θα ήθελα να είσαι αφοσιωμένη και σε εμένα”.
“Μα αυτό είναι κάτι που το ξέρεις” απάντησε η Άννα σαν να μην καταλάβαινε ακριβώς τι γινόταν.
“Όχι Άννα, δεν εννοώ να είσαι σε εμένα αφοσιωμένη ως άνθρωπος, αυτό το ξέρω αλλά ως συνεργάτης” είπε η Ελοντίν και άφησε στην Άννα και τον Μάνο δευτερόλεπτα του χρόνου για να συνειδητοποιήσουν αυτό που μόλις είχαν ακούσει.
“Τι εννοείς;” την ρώτησαν με μια φωνή και οι δύο.
“Από εδώ και στο εξής, την εταιρία την αναλαμβάνω εγώ” είπε και η Άννα έκλεισε τα μάτια ξεφυσώντας με ανακούφιση. “Άννα θα είσαι το δεξί μου χέρι στην εταιρία και περιμένω τώρα την απάντησή σου” είπε χωρίς ίχνος συναισθηματισμού.
Η Άννα χωρίς καν να το σκεφθεί, κούνησε καταφατικά το κεφάλι της λέγοντας δυνατά “εννοείται”.
“Εσύ Μάνο θα με ακολουθήσεις στις Βρυξέλλες κι εκεί θα κάνουμε μια μεγάλη συζήτηση οι δυο μας” είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι κάνοντας νόημα στον άντρα. “Φεύγουμε” του είπε.
“Για που;” ρώτησε ο Μάνος.
“Μα για το ξενοδοχείο, εδώ δεν υπάρχει χώρος για εμάς πια” απάντησε κι γυρνώντας στην Άννα συνέχισε “και για να μην το ξεχάσω, τον Cardhu και τα μάτια σου κι αυτό είναι διαταγή” είπε κι έκλεισε το μάτι στην Άννα.

Στο αυτοκίνητο, η Ελοντίν έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και σχημάτισε έναν αριθμό.

“Ελοντίν Μάες” είπε και η νέα εποχή για τη ζωή όλων τους μόλις είχε ξεκινήσει.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here