Αθήνα, Κολωνάκι 4:00 μμ ακριβώς.

Ο δικηγόρος του Ιάσονα, ο κύριος Νικολάου, ήταν ένας ψηλός, ευτραφής, συμπαθής με ροδοκόκκινα μάγουλα, χαμογελαστός άνθρωπος, ηπίων τόνων, με λευκά μαλλιά και λεπτοκαμωμένα γυαλιά που κάθε τόσο γλιστρούσαν στη μύτη του και τα έσπρωχνε στην θέση τους με τον αριστερό δείκτη του χεριού του, πάντα.

Τους περίμενε έχοντας τοποθετήσει στο γραφείου του τρεις  μικρές άνετες πολυθρόνες. Τα έπιπλα ήταν παλιά και βαριά, όπως άρμοζε σε έναν δικηγόρο της δικιά του τάξης και κύρους. Ο χώρος που ήταν γεμάτος από χοντρά δερματόδετα βιβλία, είχε εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του χαρτιού. Με την τεχνολογία δεν τα πήγαινε καλά και προτιμούσε να γίνονται όλα χειρόγραφα. Η γραμματέας του η Ελένη όμως, είχε άλλη άποψη και φρόντιζε για όλα αυτά τα «καινούργια» που εκείνος ούτε ήθελε, ούτε τον ενδιέφεραν αλλά ήταν αναγκαία.  Οι βοηθοί του, ήταν όλοι εξοπλισμένοι με τα απαραίτητα εργαλεία όπως άρμοζε στη σύγχρονη εποχή. Ευτυχώς, γιατί κάτι τέτοιες ημέρες σαν την σημερινή, δεν θα ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα με τις απαιτήσεις του πελάτη του. Γύρισε και κοίταξε τον δίσκο που είχε φτιάξει η Ελένη. Η κανάτα θερμός ήταν γεμάτη με φρέσκο αχνιστό καφέ, τα φλιτζάνια σωστά τοποθετημένα με τα κουταλάκια τους, ζάχαρη, γάλα και βουτήματα.

Έπιασε τον φάκελο που έγραφε με ωραία στρογγυλά γράμματα «Ιάσων».  Ο κύριος Νικολάου άφησε το μυαλό του να τρέξει στο παρελθόν.  Με τον Ιάσονα είχαν γνωριστεί την περίοδο που ήταν φοιτητές. Άλλες κατευθύνσεις, άλλοι κόσμοι, άλλες ρίζες, όμως υπήρχε κάτι κοινό. Είχαν και οι δύο μπέσα κι αυτό το κατάλαβαν με την πρώτη ματιά σε εκείνη την εκδρομή που έτυχε να γνωριστούν κάπου στην βόρεια Εύβοια.  Όταν έδωσαν τα χέρια, που ήταν πασαλειμμένα με άμμο, είχαν κοιταχτεί στα μάτια σαν να ζύγιζαν ο ένας τον χαρακτήρα του άλλου. Από τότε μέχρι σήμερα, ο κύριος Νικολάου δεν θυμόταν ούτε μια φορά που ο χαρακτήρας του Ιάσονα να τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση.

Με τα χρόνια έγιναν συνεργάτες και φίλοι καρδιάς. Δεν είχαν καθημερινή επαφή, οι συναντήσεις τους όμως, είτε στο Κολωνάκι, είτε στο σπίτι του Ιάσονα στην Κηφισιά κατέληγαν σε ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις. Διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικά ενδιαφέροντα αλλά ο λόγος του ενός συμβόλαιο για τον άλλον.

Κοίταξε τις αλλαγές που είχε κάνει η Ελένη στο γραφείο του μαζί με εκείνους τους δύο νεαρούς και ένοιωθε λίγο άβολα. «Τι τα ήθελε ο Ιάσονας όλα αυτά» αναλογίστηκε και έσπρωξε τα γυαλιά του με τον αριστερό δείκτη στη θέση τους.

Στις τέσσερεις ακριβώς, στο εσωτερικό τηλέφωνο τον κάλεσε η Ελένη.

«Έχουν έρθει και σας περιμένουν» είπε η γυναίκα από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Και οι τρεις;» ρώτησε ο κύριος Νικολάου.
«Μα φυσικά» απάντησε η Ελένη.
«Ελάτε όλοι μέσα» έδωσε εντολή ο δικηγόρος και η Ελένη σηκώθηκε από την θέση της και οδήγησε την Ελοντίν, τον Μάνο και την Κλαιρ προς το γραφείο του κυρίου Νικολάου.

Τα μάτια της είχαν δει πολλά όλα αυτά τα χρόνια που ήταν σε αυτή τη θέση. Κληρονόμους με αξιοπρέπεια αλλά και κληρονόμους που έχαναν την αξιοπρέπειά τους. Αυτή τη φορά, εντύπωση της έκανε η σιωπηλή ανείπωτη έχθρα που έπιανε στον αέρα ανάμεσα στις δύο γυναίκες.

Ο κύριος Νικολάου τους περίμενε όρθιος, στο μέσον του μεγάλου χαλιού που δέσποζε στον χώρο.

«Καλώς ήρθατε» είπε και έδωσε το χέρι του αρχικά στην Ελοντίν που την ήξερε από μικρό παιδί. «Κορίτσι μου» της είπε σφίγγοντας δυνατά το χέρι και συνέχισε τον χαιρετισμό  με μία κίνηση του κεφαλιού προς τον Μάνο αφήνοντας την Κλαιρ για το τέλος.

«Καθίστε από εδώ» είπε δείχνοντας τις θέσεις τους και πιάνοντας ανεπαίσθητα το μπράτσο της Κλαιρ. Αυτή η γυναίκα τον γέμιζε με αρνητική ενέργεια. Δεν του άρεσε καθόλου το βλέμμα της. Είχε κάτι που τον απωθούσε, όμως δεν τον ενδιέφερε να το ψάξει παραπάνω. Ήξερε ότι το ένστικτό του τον οδηγούσε τις περισσότερες φορές στα σωστά συμπεράσματα.

Η Ελένη φρόντισε να σερβίρει και τους τρεις τους με καφέ και να γεμίσει το φλιτζάνι του κυρίου Νικολάου με αρωματικό τσάϊ.

«Βλέπετε, μου τον έχουν απαγορεύσει πια τον καφέ, πειράζει στα νεύρα» είπε ο κύριος Νικολάου προσπαθώντας να δημιουργήσει μια λιγότερο ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Η Ελοντίν χαμογέλασε βεβιασμένα, το Μάνος έμεινε ανέκφραστος και η Κλαιρ ήταν εκείνη που πήρε την πρωτοβουλία και μίλησε.

«Να περάσουμε στο προκείμενο κύριε Νικολάου» είπε, σταυρώνοντας τα πόδια της και πίνοντας μια μικρή γουλιά από τον σκέτο καφέ της.

«Φυσικά» απάντησε ο δικηγόρος λίγο αμήχανα και κοιτάζοντας την Ελένη, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του κάνοντας κάποιο είδος σινιάλου.

«Κυρίες μου και κύριε, η επιθυμία του Ιάσονα ήταν …»
«Μισό λεπτό» είπε ο Μάνος διακόπτοντας τον δικηγόρο «δεν έχω καταλάβει για ποιο λόγο βρίσκομαι εγώ εδώ. Δεν είχα κάποια συγγένεια με τον Ιάσονα» είπε.
«Δεν είσαστε εδώ ως συγγενής» απάντησε ο κύριος Νικολάου.
«Αλλά;» συνέχισε ο Μάνος.
«Μην βιάζεστε σας παρακαλώ, κάθε τι στην ώρα του» απάντησε ο δικηγόρος.  «Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ, για να εκπληρώσουμε όλοι μας την τελευταία επιθυμία του Ιάσονα. Εγώ δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ο δικηγόρος του εκλιπόντα κι αυτός που οφείλω να διεκπεραιώσω αυτά που μου ζήτησε όσο ήταν εν ζωή. Όλα τα υπόλοιπα είναι καταγεγραμμένα σε αυτόν εδώ το φάκελο» είπε χτυπώντας ελαφρά με τα ακροδάχτυλά του τον χοντρό χάρτινο μπλε φάκελο και συνέχισε. «Ο Ιάσονας έχει αφήσει ένα γράμμα σε κάθε έναν από εσάς ξεχωριστά, μέσα στο οποίο εξηγεί αυτά που θα δείτε και στην οθόνη» είπε και έδειξε την μεγάλη οθόνη πίσω από την πλάτη του.
«Τι εννοείτε θα δούμε στην οθόνη;» ρώτησε έντρομη η Ελοντίν.
«Ο Ιάσονας, εδώ και καιρό έγγραψε σε video τις επιθυμίες του. Ξέρω είναι λίγο ασυνήθιστο» συνέχισε ο κύριος Νικολάου κουνώντας το κεφάλι του με κατανόηση.

Η Κλαιρ κάγχασε «τον μπαγάσα» μονολόγησε και συνέχισε «μόνο αυτός θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο» είπε και βολεύτηκε ακόμα καλύτερα στην πολυθρόνα για να δει αυτό που όλοι περίμεναν στην μεγάλη οθόνη.

«Κηφισιά», ήταν ο τίτλος του video που μόλις ξεκινούσε. Ο Μάνος κοιτούσε με περιέργεια την οθόνη, η Ελοντίν έμπηζε τα νύχια της μέσα στις παλάμες της και η Κλαιρ χαμογελούσε ενοχλητικά.

Στην μεγάλη οθόνη εμφανίστηκε ο Ιάσονας. Καθάριζε τα γυαλιά του όπως συνήθιζε να κάνει όταν είχε να πει κάτι σημαντικό. Καθόταν στο γραφείο του και πίσω του φαινόταν ο υπέροχος κήπος. Όλα ήταν περιποιημένα. Η γρήγορη ανάσα του Cardhu ακουγόταν μέσα στην απόλυτη ησυχία. Ο Ιάσονας φόρεσε τα γυαλιά του και ήπιε μια γουλιά από το αγαπημένο του ουίσκι.

Τα μάτια της Ελοντίν έτρεχαν ασταμάτητα. Η Κλαιρ ένοιωθε μια ανατριχίλα και ο Μάνος  κοιτούσε συνοφρυωμένος.

Στην οθόνη ο Ιάσονας μόλις είχε αφήσει το ποτήρι με το ουίσκι στην θέση του και ξεκίνησε να μιλάει.
«Καταλαβαίνετε ότι για να βλέπετε αυτό το video εγώ δεν είμαι πλέον μαζί σας. Θα ήθελα να ξεπεράσουμε γρήγορα το κομμάτι της φόρτισης και να πάμε στα πρακτικά θέματα τα οποία ο φίλος μου και δικηγόρος μου Νικολάου, θα φροντίσει να γίνουν όλα όπως τα έχω γράψει. Αντίγραφο της διαθήκης μου θα πάρετε και οι τρεις σας καθώς επίσης και αυτού του video.

Πριν ξεκινήσω τη μοιρασιά, θα ήθελα να σας πω το εξής. Είμαι άρρωστος εδώ και καιρό και ήταν δικιά μου συνειδητή απόφαση να μην χειρουργηθώ. Οι πιθανές επιπλοκές λόγω της θέσης του ανευρύσματος είναι τεράστιες. Ο κύριος Νικολάου έχει στη διάθεσή σας και όλες τις ιατρικές εκθέσεις και πορίσματα καθώς και αντίγραφα των εξετάσεων. Με απόλυτη συναίσθηση του τι ακριβώς κάνω, άφησα την ζωή μου να κυλήσει ομαλά και να την ζήσω με τον δικό μου τρόπο, γνωρίζοντας πως όταν έρθει ο θάνατος, θα είναι ακαριαίος και χωρίς ταλαιπωρία. Μπορείτε να πείτε ότι θέλετε, όμως αυτό που ξημερωνόταν μπροστά μου, αν ακολουθούσα τις εντολές της επιστήμης δεν ήταν συμβατό με τον χαρακτήρα μου. Έτσι λοιπόν πήρα την κατάσταση στα χέρια μου, αψήφησα τις συμβουλές των γιατρών, ζύγισα τα υπέρ και τα κατά και να τώρα που είμαστε όλοι μαζί για τελευταία φορά.

Μάνο θα ξεκινήσω από εσένα.

Όταν σου ζήτησα να πας στις Βρυξέλλες ήξερα ακριβώς την κατάστασή μου. Είδα επάνω σου τον εαυτό μου. Έτσι ήμουν κι εγώ, ή τουλάχιστον κάπως έτσι. Λαχταρούσα να εξελιχθώ. Δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Η ζωή μου ήταν η δουλειά μου και η μόνη πηγή χαράς. Λάθος. Τελικά ήταν ένα μεγάλο λάθος. Μην γελιέσαι, φυσικά και έζησα την ζωή με τους δικούς μου όρους. Απέκτησα ό,τι ονειρεύτηκα, μόνο που μέσα στην ματαιοδοξία μου, ξέχασα να μάθω ένα πράγμα. Την συντροφικότητα. Αυτό να το προσέξεις, γιατί εκεί προς το τέλος, όταν θα κάνεις τον απολογισμό σου όπως εγώ τώρα, θα είναι ένα σημείο που θα το υπογραμμίσεις με κόκκινο μελάνι και ξέρεις κάτι; Δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο πίσω για να ζήσεις από την αρχή τα λάθη σου και να τα διορθώσεις και τελικά τα λάθη θα μείνουν λάθη.

Όταν σου ζήτησα να πας στην Νέα Υόρκη δεν αναρωτήθηκες καν αν τελικά την άξιζες αυτή την θέση. Ναι Μάνο, ήταν ρίσκο, μεγάλο ρίσκο, ήμουν όμως σίγουρος ότι τελικά θα τα κατάφερνες για άλλη μια φορά στη ζωή σου και ξέρεις γιατί; Γιατί οι Βρυξέλλες ήταν η πρώτη στημένη παγίδα και τα κατάφερες πέρα από τις προσδοκίες όλων μας.

Υπέθεσες ότι θέλησα να σε βγάλω από την μέση. Όχι Μάνο, στο τιμόνι ήθελα να φτάσεις την εταιρίας Μάες. Μόνο που εκεί τα έμπλεξες λίγο και σε ρωτάω; Αυτό κατάλαβες τόσα χρόνια δίπλα μου; Από πότε τα προσωπικά μας γίνονται εμπόδιο στα επαγγελματικά μας;  Θέλεις δουλειά Μάνο για να γίνεις άλογο κούρσας και φρόντισε να γίνεις. Η θέση στη Νέα Υόρκη έχει κλείσει για σένα για την ώρα. Από εδώ και στο εξής είσαι μόνος σου. Το αντάλλαγμα που αρχικά φοβόσουν ότι θα ζήταγα από εσένα όταν σε έστελνα στις Βρυξέλλες ήταν ότι ήθελα έναν άξιο και έμπιστο συνεχιστή. Φρόντισε να γίνεις.  

Κλαιρ. Μπήκες στη ζωή μου ξαφνικά. Χωρίς προειδοποίηση απλώς ήρθες και διεκδίκησες την θέση που νόμιζες ότι σου άξιζε. Ξέρεις παιδί μου, ένας τίτλος δεν συνεπάγεται και όλα αυτά που είχες στο μυαλό σου. Περπατάς και πληγώνεις τον κόσμο γύρω σου, προσπάθησε να το αλλάξεις κι αν δεν μπορείς μόνη σου ζήτα βοήθεια. Για να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους. Το σπίτι στην Κηφισιά, το αυτοκίνητο καθώς και τους τραπεζικούς μου λογαριασμούς τα αφήνω σε εσένα. Θέλεις γιατί έτσι αισθάνομαι ως πατέρας, θέλεις γιατί έτσι λέει η λογική αυτά θα ανήκουν σε εσένα. Με μια όμως προϋπόθεση. Θα γυρίσεις στην Γερμανία και θα τελειοποιήσεις τις σπουδές σου. Όσο έζησες εις βάρος δικό μου ή της Ελοντίν έζησες. Αυτό μόλις τελείωσε. Ο κύριος Νικολάου θα φροντίσει για τα διαδικαστικά καθώς επίσης και για το μηνιαίο σου εισόδημα. Αν δεν δεχθείς, τα χάνεις όλα και περνάνε αυτομάτως στο ίδρυμα για τα παιδιά που υποστηρίζει η εταιρία Μάες. Δες το σαν μια ευκαιρία να γίνεις  χρήσιμη στην κοινωνία και στους ανθρώπους και επιτέλους ήρθε η ώρα να τα βρεις από την αρχή με την μητέρα σου.

Το σπίτι στο νησί θα το πάρει η Ελοντίν. Της ανήκει. Εκεί μεγάλωσε με την οικογένειά της. Εκεί πέρασε όλα τα καλοκαίρια της ζωής της. Τα πράγματά της καθώς και πράγματα της οικογένειάς της βρίσκονται εκεί καθώς και το σκάφος.

Ελοντίν. Η Άννα, μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού και του σκάφους, θα σου δώσει ένα φάκελο με τις μετοχές της εταιρίας που μου είχε δώσει ο πατέρας σου. Καταλαβαίνεις ότι το μερίδιό μου σου ανήκει. Ήταν μέρος από το μερίδιο του Καρλ Μάες και δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλον. Δεν μπορείς να κρατήσεις το τιμόνι της εταιρίας αυτής. Είσαι γεννημένη καλλιτέχνης, όπως ακριβώς και η μητέρα σου. Χρειάζεσαι κάποιον να σε καθοδηγεί. Το συμβούλιο της εταιρίας θα αποφασίσει για τον επόμενο πρόεδρο. Μην φανταστείς ότι μπορείς να είσαι εσύ. Όχι ακόμα. Σου έχω αφήσει μια λίστα με τα ονόματα των στελεχών που είναι άνθρωποι εμπιστοσύνης και μπορούν να σταθούν στο πλάι σου. Ένας από αυτούς είναι και ο Μάνος.

Ο καλός μου ο Cardhu θα πάει να μείνει με την Άννα. Το έχουμε ήδη κανονίσει. Η Άννα ήξερε από την πρώτη στιγμή τι ακριβώς συμβαίνει και δεν το έβαλε ποτέ στα πόδια. Ελοντίν, κράτησε την Άννα στο πλάι σου και θα δεις ότι θα έχεις μια πολύτιμη βοηθό αλλά και φίλη. Έχει ένα αρχείο με κάθε πληροφορία που μπορεί να χρειαστείς.

Σας αφήνω τώρα γιατί έχω δουλειά.»

Η οθόνη σκοτείνιασε. Η Ελοντίν έκλαιγε, η Κλαιρ δάγκωνε το κάτω της χείλος και ο Μάνος είχε μείνει σιωπηλός.

«Λοιπόν…» είπε ο κύριος Νικολάου.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here