Τα αποτελέσματα του DNA είχαν βγει. Επισήμως πια, ο Ιάσονας ήταν ο βιολογικός πατέρας της Κλαιρ. Η αλήθεια ήταν ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του. Ούτε χαρά ένοιωθε, ούτε λύπη. Δεν ήθελε να το παραδεχθεί, το πραγματικό συναίσθημα όμως που ένοιωθε ήταν φόβος.

Για πρώτη φορά στη ζωή του ήταν αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορούσε να χειριστεί. Ήταν πατέρας. Ξαφνικά και χωρίς επιλογή. Ήταν πατέρας μιας κόρης που έψαχνε απεγνωσμένα να αγαπηθεί.  Αυτό που καταλάβαινε ήταν ότι η Κλαιρ ήταν ένα πλάσμα που είχε χαθεί μέσα στα συναισθήματά της. Σε συναισθήματα που της δημιουργούσαν πόνο.

Ο Ιάσονας είχε ξεκαθαρίσει με τον εαυτό του ότι για ό,τι είχε συμβεί στο παρελθόν της Κλαιρ εκείνος δεν είχε καμία ευθύνη. Ούτε τύψεις ένοιωθε, ούτε ενοχές. Τώρα όμως; Πως έπρεπε να φερθεί; Τι έπρεπε να νοιώσει; Και με την Ελοντίν τι θα γινόταν; Πως θα έλεγε στην Ελοντίν ότι είχε μια κόρη; Έστω μια άγνωστη μέχρι τώρα κόρη. Τι θα ένοιωθε κι αυτό το κορίτσι; Πως θα την έφερνε αντιμέτωπη με άλλη μια αλλαγή στη ζωή της; Και πως μπορούσε να εξηγήσει στην Κλαιρ, όλα αυτά που ένοιωθε για την Ελοντίν;

Πνιγόταν μέσα σε ένα κυκεώνα σκέψεων. Αυτό που καταλάβαινε ήταν ότι ήθελε να δραπετεύσει μέσα από αυτή την κατάσταση. Υπήρχε και η Λίντα στη μέση η μητέρα της Κλαιρ που ζητούσε να επιστρέψει η κόρη της στην Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δίκιο είχε. Όλοι είχαν δίκιο και ήταν ίσως η πρώτη φορά που ένοιωθε ότι άνθρωποι που τον περιτριγύριζαν,  αυτοί που θεωρητικά θα έπρεπε να νοιώθει ότι είναι οι δικοί του άνθρωποι, ήταν αυτοί που τον είχαν φέρει σε αυτό το σημείο. Ένοιωθε γυμνός και αδύναμος και κάθε ένας από αυτούς, χρησιμοποιώντας την αγάπη ως άλλοθι, του έκοβε ένα κομμάτι από τα σωθικά του. Έτσι το βίωνε.

- Διαφήμιση -

«Και τώρα τι κάνουμε;» αναρωτήθηκε πολλές φορές. Η απάντηση ήταν μια. Έπρεπε να κλείσει όλα τα μέτωπα. Να τελειώνει με αυτές τις υποθέσεις.

Ξεκίνησε με την Κλαιρ και της είπε ακριβώς τι ένοιωθε.

«Μπορεί να ακούγονται σκληρά αυτά που σου λέω Κλαιρ αλλά πρέπει να τα δεχθείς. Είναι η δικιά μου πραγματικότητα». Είχε πει στην κόρη του.

Η Κλαιρ από την μεριά της μπερδεμένη και χαμένη, είχε απέναντί της τον πατέρα της, ο οποίος της έλεγε τι; Ότι την έβλεπε να του τρώει τις σάρκες; Αυτό της έλεγε ο πατέρας της;

«Κατάλαβέ με», είχε υψώσει την φωνή του ο Ιάσονας, «δεν μπορώ να παριστάνω τον χαρούμενο πατέρα ξαφνικά. Χρειάζομαι χρόνο Κλαιρ, όλοι χρειαζόμαστε χρόνο» και χωρίς να δώσει την πρέπουσα σημασία, της είπε για την Ελοντίν, για τα συναισθήματά του και για τον αγώνα που έκανε για να την κρατήσει στη ζωή. Μόλις που είχε καταφέρει να βγει από το καβούκι της, να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο. Η Ελοντίν που συνέχιζε τις σπουδές της στο Παρίσι μετά τον άνισο αγώνα που έδωσε και που είχε βγει νικήτρια.

Η Κλαιρ ένοιωσε προδομένη και μπερδεμένη. Υπήρχε μια άλλη κοπέλα, που δεν ήταν κόρη του πατέρα της αλλά εκείνος είχε αφοσιωθεί σε αυτή; Αυτό της έλεγε; Την Ελοντίν. Ένοιωσε να την τσουρουφλίζει η ζήλια κι όλα αυτά που άκουγε δεν τα άντεχε.

Ο Ιάσονας ζήτησε από την Κλαιρ να επιστρέψει στην Χαϊδελβέργη.

«Δεν θέλω να επιστρέψω εκεί» ούρλιαξε η Κλαιρ
«Θα είναι για λίγο, μέχρι να βρω την Ελοντίν, να της εξηγήσω και μετά θα έρθω να ‘γνωρίσω’ τη μητέρα σου. Να μιλήσουμε, να δούμε τι θα κάνουμε» είχε πει ο Ιάσονας με το ύφος εκείνο που δεν χωρούσε δεύτερη κουβέντα.
«Δηλαδή μου λες ευγενικά ότι οι δρόμοι μας χωρίζουν;» ρώτησε η κοπέλα, σφίγγοντας τα χείλη της σε δύο λεπτές γραμμές.
«Όχι Κλαιρ, σου λέω ότι είναι καιρός να γυρίσεις στη μητέρα σου, στις σπουδές σου και να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή» απάντησε ο Ιάσονας χάνοντας την υπομονή του.
«Πως πατέρα;» ρώτησε
«Μην με λες πατέρα, δεν νοιώθω ακόμα πατέρας» την έκοψε απότομα ο Ιάσονας. Η Κλαιρ πάγωσε αλλά ο Ιάσονας συνέχισε. «Θα πρέπει να γνωριστείτε με την Ελοντίν» είπε και έξυσε ελαφρά το κεφάλι του.
«Δεν ξέρω αν θέλω να την γνωρίσω» απάντησε πεισματωμένη η Κλαιρ.
«Θέλω όμως εγώ και αυτό θα γίνει» την αποστόμωσε ο Ιάσονας. «Έρχεται Πάσχα και θα κανονίσω να πάμε οι τρεις μας στο νησί» είπε.
«Αυτή η Ελοντίν, κάνει πάντα ό,τι της λες» ρώτησε ειρωνικά η Κλαιρ.
«Ναι» απάντησε ξερά ο Ιάσονας «και δεν είναι ‘αυτή η Ελοντίν’ είναι η Ελοντίν και να μάθεις να σέβεσαι, ειδικά αυτούς που δεν σου φταίνε τίποτα» είπε αυστηρά και η κουβέντα έκλεισε εκεί.
«Και με την μητέρα μου πως θα γνωριστείτε;» ρώτησε η κοπέλα.
«Θα το κανονίσω εγώ» απάντησε ο Ιάσονας και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο καταπιάστηκε να τακτοποιεί τις διαδικασίες.

Η γραμματέας του η Άννα έκλεισε εισιτήρια για τις Βρυξέλλες και χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία θέματα της εταιρίας,  ειδοποίησε την Ελοντίν ότι ήταν ανάγκη να πάει να τον συναντήσει. Φρόντισε και την αναχώρηση της Κλαιρ, η οποία καθησυχάστηκε όταν διαπίστωσε ότι είχε ήδη πληρωθεί και το εισιτήριο για το Πάσχα.

«Που είναι αυτό το νησί;» ρώτησε.
«Στο Ιόνιο» της απάντησε η Άννα και της έπιασε το χέρι. «Δεν είναι δικιά μου δουλειά Κλαιρ αλλά μην ανησυχείς και μην βιάζεσαι. Ο πατέρας σου, μπορεί να είναι αυστηρός και δύσκολος αλλά είναι τίμιος. Ό,τι σου υποσχέθηκε θα το κάνει» της είπε και της χαμογέλασε τρυφερά.

Η Κλαιρ είχε βουρκώσει. «Δεν θέλει να τον αποκαλώ πατέρα, μόνο Ιάσονα και ξέρεις κάτι Άννα, δεν έχει θέση για εμένα στη ζωή του, την Ελοντίν αγαπάει, όχι εμένα» είπε με κατεβασμένο το κεφάλι.

«Δώσε χρόνο και χώρο Κλαιρ στον πατέρα σου, στην Ελοντίν, στην μητέρα σου και στη ζωή σου. Η αγάπη δεν είναι ποτέ αυτονόητη, χρειάζεται να δοκιμαστεί πολλές φορές» απάντησε η Άννα και συνέχισε «και να θυμάσαι, η Ελοντίν δεν είναι εχθρός σου, ούτε αντίζηλός σου. Εχθρός σου Κλαιρ είναι μόνο ο εαυτός σου» είπε η Άννα και βγήκε έξω από το γραφείο της για να αφήσει την Κλαιρ μόνη της.

Λίγες ημέρες μετά, η Κλαιρ έφτασε στο αεροδρόμιο με τον οδηγό της εταιρίας. Η μοναξιά που ένοιωθε της κάλυπτε το νου. Τα λόγια της Άννας γύρναγαν στο κεφάλι της. «Εχθρός σου είναι μόνο ο εαυτός σου» και «η αγάπη δεν είναι δεδομένη». Τι εννοούσε; Δεν είναι δεδομένο τελικά ότι οι γονείς αγαπούν τα παιδιά; Δεν είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση; Υπήρχε κάτι που δεν καταλάβαινε ή μάλλον πολλά που δεν καταλάβαινε. Ποιος θα της τα εξηγούσε;

Η πτήση της Lufthansa αναχώρησε στην ώρα της. Η Κλαιρ δεν ήθελε να γυρίσει στην Γερμανία, ούτε να βρεθεί με την μητέρα της. Η Κλαιρ δεν ήθελε να συνεχίσει ούτε τις σπουδές της. Δεν την ενδιέφερε η Φιλοσοφική. Ουσιαστικά δεν την ενδιέφερε τίποτα. Έκλεισε την πόρπη της ζώνης της, ακούμπησε το κεφάλι της στο παράθυρο του αεροπλάνου και άφησε τις σκέψεις και τα ερωτηματικά να την παρασύρουν.

Την ίδια χρονική στιγμή ο Ιάσονας πέρναγε την είσοδο του ξενοδοχείου που έμενε κάθε φορά που επισκεπτόταν τις Βρυξέλλες. Αυτή η πολυτέλεια που έβρισκε στο Warwick, τον έκανε να αισθάνεται ότι του άξιζε. Αυτή τη φορά όμως, είχε κλείσει δύο σουίτες. Μια για την Ελοντίν και την άλλη για τον εαυτό του. Στην Ελοντίν δεν της άρεσαν τα σπίτια. Μετά το ατύχημα, ήθελε να μένει σε ξενοδοχεία. Την έκαναν να μην έχει αναμνήσεις, όπως συνήθιζε να λέει. Το Warwick, ήταν μια εξαιρετική επιλογή, στο κέντρο της πόλης, κοντά στην εταιρία έτσι ώστε να μπορούν και οι δύο να συνδυάσουν τα ενδιαφέροντά τους.

Η Ελοντίν θα έφτανε το απόγευμα. Είχε κανονίσει να δειπνίσουν στο Chutney’s Restaurant εντός του ξενοδοχείου. Το ήξερε ότι θα τον κορόιδευε λίγο, όπως πάντα άλλωστε, γι’ αυτή την εμμονή του με την Βικτωριανή διακόσμηση, τα αχνιστά μύδια, τις πατάτες τηγανιτές και την Βέλγικη μπύρα. Εκείνη προτιμούσε τα ζυμαρικά, τις σαλάτες  το κρασί και αντί για σουίτα διάλεγε ένα δωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι. Στον Ιάσονα άρεσε πολύ να βλέπει αυτό το κορίτσι να ανθίζει και η παρέα του, ήταν πάντα ευχάριστη, ακόμα και με τόσα δύσκολα γεγονότα στη ζωή της. «Την αγαπάς πολύ» του επεσήμανε η Άννα όποτε το έφερνε η κουβέντα. Να λοιπόν που είχε καταφέρει να αγαπήσει ένα κορίτσι, την νεραΐδα του όπως την έλεγε, με τα πράσινα μάτια.

Ετοιμάστηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε όταν η Ελοντίν τον ενημέρωσε ότι είχε φτάσει στο ξενοδοχείο. Βιαζόταν να την συναντήσει. Να την σφίξει στην αγκαλιά του. Αυτή τη φορά όμως, κατάλαβε ότι ο φόβος είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Ήξερε ότι έπρεπε να της μιλήσει για την Κλαιρ. Πως μπορούσε να της πει όμως για εκείνο το πάρτι; Ντρεπόταν κι ο ίδιος να της εξηγήσει τι είχε γίνει κάτω από μια σκάλα στο Μόναχο πριν από είκοσι χρόνια. Δεν είναι εύκολες κουβέντες για να τις πεις σε ένα παιδί αυτές. Πως θα τον έκρινε η Ελοντίν; Θα ένοιωθε τα ίδια συναισθήματα γι’ αυτόν μετά ή θα άλλαζε; Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Αυτά τα παιχνίδια της ζωής, δεν ήταν για άντρες. Μια γυναίκα μάλλον θα τα χειριζόταν καλύτερα, γι’ αυτό είχε ζητήσει και τη γνώμη της Άννας.  Τον είχε προειδοποιήσει ότι η Κλαιρ ζήλευε και καλύτερο θα ήταν να τα πει όλα μόνος του. Να μην ανακαλύψει κάτι αργότερα η Ελοντίν. Θα έπεφτε στα μάτια της. «Οι άνθρωποι σε αυτές τις ηλικίες είναι αυστηροί και απόλυτοι» του είχε πει. Μάλλον είχε δίκιο.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη περισσότερο από μια φορά. Δίνοντας μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι συνήθως στον κόμπο της γραβάτας του και χτενίζοντας τα μαλλιά του αρκετές φορές. Έβγαλε τα γυαλιά του και τα καθάρισε κοιτώντας το είδωλό του. «Πάμε» μουρμούρισε και παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή κατευθύνθηκε για το εστιατόριο.

Ο σερβιτόρος του έδειξε το τραπέζι τους και ο Ιάσονας ζήτησε αμέσως ένα Cardhu. Δυστυχώς δεν μπορούσε να καπνίσει.

Η Ελοντίν έφτασε μετά από λίγο, φορώντας μια μεταξωτή παντελόνα και ένα μεταξωτό αμάνικο πουκάμισο και δυο κομψά λεπτεπίλεπτα πέδιλα. Ο Ιάσονας εγκρίνοντας την εικόνα της, σήκωσε ελαφρώς το ένα του φρύδι και η κοπέλα γέλασε. «Ήθελα να σε δω τόσο να το κάνεις αυτό» του είπε και έσκυψε να τον φιλήσει, όπως τότε που ήταν κοριτσάκι.

«Να ανησυχήσω;» τον ρώτησε χωρίς περιστροφές.
«Όχι» απάντησε μονολεκτικά ο Ιάσονας.
«Τζέϊσον, λέγε σε παρακαλώ γιατί κάτι με τρομάζει εδώ» είπε η Ελοντίν.

Τους διέκοψε ο σερβιτόρος με τα λευκά γάντια. «Ένα ποτήρι λευκό κρασί» ζήτησε η Ελοντίν και άφησε την παραγγελία να την δώσει ο Ιάσονας αργότερα. «Δεν με ενδιαφέρει το φαγητό, θέλω να μου πεις» του είπε και τα πράσινα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα.

«Μα τι έπαθες και κάνεις έτσι;» την ρώτησε ο Ιάσονας προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
«Δεν ξέρω, αυτό το τηλεφώνημα της Άννας με ανησύχησε και η γραβάτα σου επίσης» είπε.
«Η γραβάτα μου;» ρώτησε ο Ιάσονας ξαφνιασμένος και αγγίζοντας τον κόμπο της γραβάτας του.
«Ναι, έχεις κάτι υπερβολικό σήμερα» είπε η Ελοντίν κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Ο σερβιτόρος έφερε το κρασί. Ο Ιάσονας έδωσε την παραγγελιά και ζήτησε άλλο ένα ποτήρι από το ουίσκι του.

«Ελοντίν, έχω μια κόρη. Σχεδόν στην ηλικία σου, δεν το ήξερα, το έμαθα μόλις λίγο καιρό πριν» είπε και αισθάνθηκε ότι ήταν έτοιμος να καταρρεύσει.

Η Ελοντίν δεν απάντησε. Κατάπιε το σάλιο της, κρατώντας στον αέρα το ποτήρι με το κρασί στο χέρι της. Ήταν τόσο λεπτεπίλεπτη που το ποτήρι έμοιαζε να αιωρείται. Ο Ιάσονας, δεν ήταν σίγουρος αλλά του φαινόταν ότι κρατούσε την ανάσα του.

«Μα αυτό είναι καταπληκτικό!» είπε η Ελοντίν και ο αέρας που κρατούσε στα πνευμόνια του βγήκε με δύναμη στο πρόσωπο της κοπέλας. «Γιατί κάνεις έτσι; Δεν χάρηκες; Πως την λένε; Είναι εδώ; Την έφερες;» ρώταγε η Ελοντίν και κοίταγε το χώρο με περιέργεια μήπως και ανακάλυπτε την Κλαιρ. «Και τι μου είναι η κόρη σου; Εσύ είσαι ο νονός μου, η κόρη σου όμως τι μου είναι; Κάτι σαν αδελφή ίσως; Ξαδέλφη;»

«Ελοντίν σταμάτα» είπε ο Ιάσονας και άρχισε να της διηγείται χωρίς να κρύψει τίποτα την ιστορία όπως ξεκίνησε είκοσι χρόνια πριν σε ένα ξέφρενο πάρτι στο Μόναχο.

Η Ελοντίν δεν τον διέκοψε όπως της ζήτησε. Κουνούσε κάθε τόσο το κεφάλι ή γούρλωνε τα μάτια της. Τα πιάτα τους δεν τα είχαν αγγίξει. Η διήγηση τελείωσε και ο Ιάσονας ήθελε να την ρωτήσει πως νοιώθει. Δεν τόλμησε όμως να το κάνει, το μόνο που είπε ήταν «ελπίζω αυτό να μην επηρεάσει τη δικιά μας σχέση» σαν να μιλούσε σε συνεργάτη του.

Η κοπέλα γέλασε. «Είσαι αστείος και να σου πω κάτι Τζέϊσον, δεν θα το έβαζα ποτέ με το νου μου ότι ήσουν τόσο άτακτος» είπε και άφησε το γάργαρο γέλιο της να πλημμυρίσει τα αυτιά του Ιάσονα.

«Άτακτε» είπε και σήκωσε το ποτήρι για να πιεί στην υγειά του.

Ο Ιάσονας νοιώθοντας την αμηχανία να τον κυριεύει πήρε το πιρούνι του και τσίμπησε δύο παγωμένες, πλέον, πατάτες αλλά δεν γκρίνιαξε.

«Πότε θα γνωρίσω την Κλαιρ;» τον ρώτησε.
«Το Πάσχα, θα πάμε όλοι μαζί στο νησί» είπε ο Ιάσονας χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το πιάτο.
«Τέλεια. Νομίζω ότι αυτό με γεμίζει χαρά» είπε η Ελοντίν.
«Να προσέχεις Ελοντίν, νομίζω ότι η Κλαιρ ζηλεύει» είπε ο Ιάσονας.
«Βλακείες» απάντησε το κορίτσι και συνέχισε «στην υγειά της Κλαιρ και στο πιο περίεργο Πάσχα της ζωής μας» είπε και ήπιε μια γουλιά κρασί.

 

 

(συνεχίζεται)

 

Διακοπές στην Ζάκυνθο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here