Ο Μάνος ανασηκώθηκε, η Κλαιρ κοπανήσει ξωπίσω της την πόρτα με θυμό και η Ελοντίν κάθισε νωχελικά στα σκαλιά φτιάχνοντας τις μπούκλες της.

«Δεν κατάλαβα τι έπαθε» μονολόγησε ξαφνιασμένος ο Μάνος προσπαθώντας να δέσει τη ζώνη του.
«Ω! μην της δίνεις σημασία σε παρακαλώ, έτσι είναι η Κλαιρ» απάντησε η Ελοντίν και τεντώθηκε χαριτωμένα. «Μου δίνεις το φουστάνι μου» είπε, απλώνοντας το χέρι της με φυσικότητα. Ο Μάνος έσκυψε και της το έδωσε. Την παρακολουθούσε που ντυνόταν με χάρη κουνώντας τους γοφούς της λίγο δεξιά και λίγο αριστερά»
«Έλα μην κάθεσαι, το πάρτι συνεχίζεται» είπε η Ελοντίν και άρχισε να κατεβαίνει την σκάλα.
«Έλα…» επέμεινε βλέποντας τον Μάνο να κοντοστέκεται.

Η αλήθεια ήταν ότι τώρα που το καλοσκεφτόταν κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Λέω να μην έρθω» απάντησε νοιώθοντας λίγο άβολα, η Ελοντίν όμως δεν σήκωνε κουβέντα.
«Το πάρτι είναι δικό μου και δεν θα αφήσω την Κλαιρ να μου χαλάσει τη βραδιά, κατάλαβες;» είπε χωρίς να σηκώνει αντιρρήσεις. Ο Μάνος την ακολούθησε. Εδώ που τα λέμε το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να περάσει καλά. Η Κλαιρ ήταν ένα ενοχλητικό πλάσμα  τίποτα άλλο. Έτσι τουλάχιστον του φάνηκε.

Μπήκαν μέσα και η Ελοντίν άρχισε να τον γνωρίζει στους φίλους της. Σε μια χώρα που οι λαοί της Ευρώπης είναι ανακατεμένοι, ένας έλληνας συνέχιζε να κάνει εντύπωση.  Καλόκαρδα τον πλησίασαν οι περισσότεροι έχοντας να πουν κάτι, για την Ελλάδα και τα νησιά. Εκείνο το βράδυ η Σαντορίνη είχε την τιμητική της, το φαγητό, η μουσική και το όπα. Γουλιά και όπα. Τώρα πως ένα ποτήρι ουίσκι Oban τα κατάφερε να ταιριάξει μαζί με το όπα, ο Μάνος δεν έκατσε να το εξηγήσει.

Βαρέθηκε γρήγορα. Δεν υπήρχε τίποτα από αυτό που είχε στο μυαλό του ως διασκέδαση. Ούτε καν φλερτ με την Ελοντίν, που μόλις πριν λίγο το πάθος τους έκανε να κουτρουβαλιάζονται στην σκάλα. Κυλούσαν όλα τόσο ήρεμα, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκτός από την ματιά της Κλαιρ. Τον κοίταζε μέσα από τις πυκνές μαύρες βλεφαρίδες με ύφος απροσδιόριστο.  Κοίταξε το ρολόϊ του. Η ώρα είχε φτάσει μεσάνυχτα, καληνύχτισε ευγενικά τον κόσμο, έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο της Ελοντίν και της υποσχέθηκε ότι αύριο θα της τηλεφωνούσε. Δεν ήξερε καν αν θα το έκανε. Η Κλαιρ, σαν ζώο έτοιμο να του ορμήσει,  δεν έκανε καμία κίνηση για να τον πλησιάσει, ήταν όμως λες και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Στάθηκε όσο πιο μακριά μπορούσε με το ανέκφραστο σαν μάσκα πρόσωπό της.  Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν σαν να πετάνε στιλέτα ο ένας στον άλλον.

Φεύγοντας από την Ελοντίν πέρασε από το Hairy Canary για ένα αντρικό ποτό. Καθόταν στην μπάρα και χάζευε το ποτήρι του όταν ένοιωσε μια παρουσία δίπλα του. Γύρισε ασυναίσθητα και είδε την Κλαιρ να τον κοιτάζει.

Ο Μάνος δεν έκανε καμία φιλότιμη προσπάθεια να φερθεί ευγενικά. Απλώς την κοίταξε από πάνω προς τα κάτω, σήκωσε το ποτήρι και ήπιε την τελευταία του γουλιά μονορούφι. Η Κλαιρ έκανε νόημα στον σερβιτόρο να φέρει άλλα δύο ποτά και χωρίς να τον ρωτήσει κάθισε στο σκαμπό δίπλα του.

«Με στέλνει ο “μεγάλος”» είπε με τη σταθερή φωνή της μιλώντας άψογα ελληνικά με σπαστή προφορά. Ο Μάνος έμεινε να την κοιτάζει χωρίς να πιστεύει αυτό που μόλις είχε ακούσει.
«……»
«Ο Ιάσων είναι ο νονός της Ελοντίν και η Ελοντίν είναι η βασική μέτοχος στην εταιρία» είπε η Κλαιρ κοιτάζοντας τον Μάνο στα μάτια. «Τώρα θα ακούσεις τη συνέχεια ή θα πας από εκεί που ήρθες;» τον ρώτησε με παγωμένη ευγένεια που έκρυβε διαταγή. Ο Μάνος, έγνεψε καταφατικά.

«Πόσα χρόνια είσαι στην εταιρία;» ρώτησε η Κλαιρ.
«Πέντε» απάντησε ο Μάνος ανέκφραστος.
Η Κλαιρ κούνησε σκεφτική το κεφάλι της. «Ξέρεις πιο είναι το επώνυμο της Ελοντίν;» ρώτησε και ο Μάνος απάντησε με ένα ξερό «όχι». Η Κλαιρ ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι της και συνέχισε. Η Ελοντίν, είναι η μέτοχος Μάες» είπε και ο Μάνος έμεινε σιωπηλός.

«Είχε γίνει μεγάλος ντόρος τότε. Έγραφαν όλες οι εφημερίδες του κόσμου. Ήταν πρωτοσέλιδο για πολύ καιρό. Οι γονείς της Ελοντίν, την είχαν στείλει στον «μεγάλο» στην Ελλάδα για τις καλοκαιρινές της διακοπές. Θα έκανε παρέα με τον Ιάσονα και την τότε μνηστή του,  μια μεγάλη κρουαζιέρα στα νησιά του Αιγαίου. Σε κάποιο από αυτά, αργότερα,  θα τους συναντούσαν και θα συνέχιζαν όλοι μαζί, μόνο που δεν πρόλαβαν. Η οικογένεια Μάες ταξίδευε πάντα προς την Ελλάδα με το αεροπλάνο. Εκείνη τη χρονιά όμως, ο Καρλ και η Σαντάλ για να γιορτάσουν την επέτειό τους, είχαν αποφασίσει το ταξίδι αυτό να το κάνουν οι δυο τους, χωρίς την Ελοντίν,  με το αυτοκίνητο, για να περάσουν λίγες ημέρες στην πόλη της Ιταλίας που είχαν πρωτογνωριστεί. Στην Φλωρεντία και συγκεκριμένα στην Piazza della Signoria πίνοντας espresso. Δύο Φλαμανδοί Βέλγοι έπρεπε να φτάσουν στην Φλωρεντία για να ερωτευθούν. Οι γλώσσες λένε ότι οι γονείς του Καρλ Μάες καθόλου δεν ήθελαν την μητέρα της Ελοντίν. Ήταν πλούσιοι, αριστοκράτες με χρηματιστηριακές εταιρίες σε όλο τον κόσμο. Η Σαντάλ, η μητέρα της Ελοντίν ήταν ανερχόμενο μοντέλο. Όμορφη, χαριτωμένη, ευγενική, έξυπνη αλλά μοντέλο. Καταλαβαίνεις ότι για την εποχή, αυτό ήταν σκάνδαλο. Ο Κάρλ Μάες όμως δεν έδωσε καμία σημασία στις απειλές της οικογένειάς του.  Πατούσε στα πόδια του πολύ γερά. Είχε μόρφωση και ήξερε πώς να χειρίζεται το lobby των χρηματιστών. Ήταν πολίτης του κόσμου και όχι της οικογένειάς, όπως συνήθιζε να λέει. Περισσότερο όμως, είχε αυτοεκτίμηση και πείσμα, ήθος και ήταν αγαπητός. Πήρε την Σαντάλ, έφυγαν για την Φλωρεντία, παντρευτήκαν και επέστρεψαν στο Βέλγιο για να δηλώσει ο ίδιος την παραίτησή του από την οικογενειακή επιχείρηση. Είχαν όνειρο να φτιάξουν μαζί με την γυναίκα του έναν οίκο μόδας.  Η Σαντάλ θα ήταν ευτυχισμένη μέσα στον κόσμο των υφασμάτων και των χρωμάτων που τόσο αγαπούσε και ο Καρλ θα έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα απ’ όλους. Τα οικονομικά. Η γιαγιά της Ελοντίν, η Αδελαΐδα Μάες  ήταν αυτή που απαίτησε ο εγγονός της να παραμείνει στην θέση του, ειδικά όταν έμαθε ότι η Σαντάλ ήταν έγκυος. Λένε, ότι η Ελοντίν είναι καρπός του έρωτά τους κάτω από μια καμάρα, στα όρθια, κοντά στο σπίτι του Δάντη στην Φλωρεντία.  Ο Καρλ και η γιαγιά του η Αδελαΐδα είχαν μεγάλο σύνδεσμο και φυσικά έγινε ότι είπε εκείνη. Ποιος θα τολμούσε να τα βάλει με την αγέρωχη Αδελαΐδα όταν στην κατοχή της είχε το μεγαλύτερο πακέτο μετοχών;

Ο Μάνος έκανε νόημα να τους φέρουν άλλη μια βόλτα από το ουίσκι που έπιναν.  Η Κλαιρ συνέχισε την διήγησή της.

Ερχόμενοι λοιπόν στην Ελλάδα και με αρχική κατεύθυνση την Φλωρεντία, κανείς δεν ξέρει πως βρέθηκαν στο Στέλβιο της Ιταλίας. Ξέρεις το Στέλβιο; Ρώτησε τον Μάνο.
«Όχι» αποκρίθηκε σοβαρά.
«Το Στέλβιο να το φοβάσαι. Είναι από τις πιο επικίνδυνες περιοχές στον κόσμο εξαιτίας των πολλών στροφών. Σε μια από αυτές  έπεσε το αυτοκίνητό τους. Τα κορμιά τους βρεθήκαν παραπέρα. Ο θάνατος υπολογίζεται ότι ήταν ακαριαίος. Η Ελοντίν τότε, ήταν δεν ήταν ακόμα είκοσι χρονών. Σπούδαζε στο Μιλάνο Ιστορία της Τέχνης.  Αμέσως μετά τα παράτησε όλα και στην Ιταλία δεν δέχτηκε να πάει ποτέ. Αν μπορούσε θα την έσβηνε και από τον χάρτη.

Τα νέα έφτασαν στο σκάφος του «μεγάλου» και έσκασαν σαν βόμβα. Πήρε τη μικρή και γύρισαν αεροπορικώς στο Βέλγιο. Η γιαγιά της Ελοντίν και μητέρα του Καρλ, η Βερονίκ, μια ψυχρή και αδιάφορη γυναίκα έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Κατέρρευσε. Είχε χάσει τους πάντες, ακόμα κι αυτούς που δεν συμπαθούσε. Η γιαγιά Αδελαΐδα είχε φύγει υπέργηρη, ο πατέρας του Καρλ, ο Φιλίπ, είχε ακολουθήσει λίγο καιρό μετά νικημένος από το αλκοόλ και τώρα έχανε το γιό της. Η Βερονίκ δεν άντεξε για πολύ. Λίγο καιρό μετά, βρέθηκε έγκλειστη με χαμένα τα μυαλά να φωνάζει διαρκώς το γιό της, μέχρι που δεν άντεξε και έσβησε κι αυτή.

Ο «μεγάλος» έχοντας βαφτίσει την Ελοντίν ζήτησε μετάθεση για το Βέλγιο, μέχρι η μικρή να καταφέρει και να σταθεί στα πόδια της. Παράτησε την Ελλάδα, την ζωή του εδώ και την μνηστή του. Φρόντισε την κόρη του συμφοιτητή του σαν να ήταν δικό του παιδί και ήταν, το πνευματικό του παιδί. Η Ελοντίν, Μάνο,  μιλάει ελληνικά όπως κι εγώ. Προσπαθεί να μην το δείχνει όμως. Θέλει να περνάει απαρατήρητη. Όταν ο Ιάσονας εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο, η θέση που πήρε ήταν υποδεέστερη από αυτή που είχε στην Ελλάδα. Γενικός Διευθυντής ήταν από τότε ο Τζέϊσον. Μόνος του αποφάσισε τον υποβιβασμό του.  Έγινε βοηθός επιθεωρητή. Είναι η θέση που έδωσαν σε εσένα.

«Όταν λες Τζέϊσον εννοείς τον Ιάσονα;» ρώτησε ο Μάνος και η Κλαιρ κούνησε καταφατικά και γρήγορα το κεφάλι της.

Έγινε η σκιά της Ελοντίν, συνέχισε τη διήγησή της. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδελφός που δεν είχε ποτέ της. Σε ένα πράγμα όμως δεν έκανε πίσω. Η Ελοντίν θα τελείωνε τις σπουδές της ό,τι κι αν γινόταν. Την πήρε από το χέρι και την πήγε στους καλύτερους ψυχολόγους. Τότε και για ένα μικρό χρονικό διάστημα, η Ελοντίν είχε σταματήσει να μιλάει. Είχε σταματήσει να νοιώθει, να κλαίει, να γελάει, να κοιμάται. Δεν έτρωγε. Είχε γίνει μια μαύρη σκιά που σερνόταν άπλυτη. Ο «μεγάλος» την βούτηξε από το μαλλί, την έσυρε στην μπανιέρα, την έπλυνε όπως πλένουν τα μωρά και την πήγε στην καλύτερη κλινική. Αν η παρέμβασή του δεν ήταν άμεση, σήμερα η Ελοντίν δεν θα ήταν αυτή που είδες.

Χρειάστηκε γύρω στα τρία χρόνια για να αρχίσει να βρίσκει τον εαυτό της.  Με τον Τζέϊσον και τους ψυχολόγους από πάνω της η Ελοντίν έδειξε κάποια ημέρα ότι αρχίζει να επιστρέφει ανάμεσά μας. Γύρισε από την εταιρία και την βρήκε ανάμεσα σε κόλλες χαρτιά να ζωγραφίζει, όπως είχε πει ο ίδιος. Όμως η Ελοντίν δεν «ζωγράφιζε». Φιγουρίνια έφτιαχνε όπως η μητέρα της.  Η Ελοντίν ξεδίπλωνε ένα ταλέντο που ούτε η ίδια δεν ήξερε ότι έχει. Η πλευρά της αυτή, εκτός από άγνωστη ήταν και δυσνόητη για τον Τζέϊσον.  Τα μάζεψε όλα και τα πήγε στον γιατρό που την παρακολουθούσε. Ήταν γυναίκα και ευτυχώς κατάλαβε αμέσως. Δεν χρειάστηκε και πολύ σκέψη. Οι δύο τους έφτιαξαν την ομάδα ενίσχυσης της Ελοντίν. Το μόνο που ήξεραν καλά ήταν ότι η ίδια δεν θα επέστρεφε στην Ιταλία. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Ένωσαν τις δυνάμεις τους και έσπρωξαν την Ελοντίν στο Παρίσι. Το επώνυμο Μάες, μαζί με μια τεράστια χρηματοδότηση άνοιγε πόρτες, αυτές που η Ελοντίν χρειαζόταν για να επιστρέψει ολοκληρωτικά στο δικό μας κόσμο.

«Πότε έγινε το ατύχημα;» ρώτησε ο Μάνος
«Πριν δέκα χρόνια» απάντησε η Κλαιρ
«Άλλα δύο ποτά» ζήτησε από τον σερβιτόρο ο Μάνος και έμειναν και οι δύο σιωπηλοί.

Ο Μάνος δεν μπορούσε να πιστέψει όλα αυτά που άκουσε.

«Είπες ότι σε έστειλε ο «μεγάλος» σωστά; Τι ξέρει ο Τζέϊσον και πότε πρόλαβε να μάθει;» ρώτησε
«Τον ενημέρωσα εγώ, μετά το πάρτι της εταιρίας. Κατάλαβα αμέσως ότι η Ελοντίν ενθουσιάστηκε. Μπορεί και να σε έχει ερωτευτεί ήδη» απάντησε με την ψυχρή φωνή της η Κλαιρ.

Ο Μάνος και η Κλαιρ, καθισμένοι στο μπαρ Hairy Canary, στην οδό Archimedesstraat 12, στο κέντρο των Βρυξελλών, ένοιωθαν την αλήθεια να τους βαραίνει τους ώμους και η ατμόσφαιρα να γίνεται πνιγηρή.

Γύρισε και κοίταξε την Κλαιρ με νόημα.
«Που το πας;» τη ρώτησε.
Η Κλαιρ γέλασε, «που το πας εσύ, θέλει να μάθει ο μεγάλος» είπε τονίζοντας με νόημα μια μια τις λέξεις.

Ο Μάνος σήκωσε τους ώμους μην ξέροντας τι να απαντήσει. Ούτε με την Ελοντίν δεν είχαν κάνει τέτοια συζήτηση. Το μόνο που ήξερε και αποζητούσε ήταν να περάσει καλά. Πως βρέθηκε μπλεγμένος έτσι δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Άκου Μάνο, ο Τζέϊσον ξέρει πολύ καλά τι έκανε για να βρει η Ελοντίν το δρόμο της και δεν έχει σκοπό να σου χαρίσει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά της. Την έχει καλύτερα από κόρη του και ξέρω καλά τι σου λέω. Αν θες την άποψή μου απομακρύνσου. Στο Βέλγιο ήρθες μόνο για δυο χρόνια. Μετά θα κάνεις τι; Άσε, θα αναλάβω εγώ την Ελοντίν. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα δεν ήξερες, αν όμως συνεχίσεις, θα έχεις να κάνεις με τον “μεγάλο” και στην θέση σου δεν θα ήθελα να είμαι σε καμία περίπτωση» είπε η Κλαιρ με νόημα.

Ο Μάνος κράτησε την ψυχραιμία του. «Τη συνέχεια αυτής της ιστορίας θα την αποφασίζουμε η Ελοντίν κι εγώ, σας αρέσει δεν σας αρέσει» είπε με σφιγμένα τα δόντια.

«Η ευθύνη δικιά σου» απάντησε η Κλαιρ και ετοιμάστηκε να φύγει. Εκείνη την ώρα χτύπησε το κινητό της, στην οθόνη με μεγάλα γράμματα έγραφε Dad. Το σήκωσε,
«Τζέϊσον» είπε και ο Μάνος πάγωσε. Περίμενε να τελειώσει τη συνομιλία της με τον «μεγάλο» και έμπηξε τα δάχτυλά του στον ώμο της. Ήταν σαν δίνει αναφορά στον ανώτερό της. Ο Μάνος δεν καταλάβαινε τίποτα.

«Ποια είσαι;» την ρώτησε και τα ρουθούνια του είχαν ανοίξει διάπλατα.
«Είμαι η εξώγαμη κόρη του Τζέϊσον με μια γερμανίδα φοιτήτρια της αρχαιολογίας . Σε ένα πάρτι στο Μόναχο, έχοντας πιεί τα κέρατά τους και έχοντας καπνίσει ότι βρήκαν μπροστά τους. Εγώ Μάνο, δεν είμαι παιδί κανενός έρωτα, είμαι ένα κατά λάθος πήδημα. Κατάλαβες;»

Όχι δεν είχε καταλάβει και η αλήθεια ήταν ότι όλα αυτά ήταν πολύ μπερδεμένα για την δικιά του φυσιολογική και τετραγωνισμένη ζωή και ήρθε ένα πήδημα και μια γνωριμία του λεπτού για να του φέρουν τα πάνω κάτω. Ήξερε ότι η θέση του και ό,τι μέχρι σήμερα είχε χτίσει με κόπο, κινδύνευαν.

Γύρισε να απαντήσει στην Κλαιρ και την είδε στην πόρτα να τον κοιτάζει αυστηρά. Έφερε το δάχτυλο στα χείλη της και του έκανε σινιάλο να σωπάσει.

«à bientôt» είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Ο Μάνος έψαξε τον σερβιτόρο. «Ένα διπλό ουίσκι» είπε ατενίζοντας το άπειρο.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here