Η Κλαιρ ήθελε τον Μάνο. Φυσικά και ήθελε τον Μάνο και η Ελοντίν δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Μόνο που η Κλαιρ μέχρι να τον αποκτήσει θα χρησιμοποιούσε όλες τις προφάσεις και μια από αυτές ήταν η εταιρία.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι προβληματισμένη. Κοίταξε τρυφερά τον Μάνο και χαμογέλασε. Τον ήθελε αυτόν τον άντρα. Έκανε το σώμα της και το μυαλό της να καίγονται από επιθυμία. Είχε κάτι διαφορετικό επάνω του. Ίσως ήταν το καθάριο βλέμμα του. Η αόριστη αφηρημάδα του. Το μεγάλο χαμόγελο. Έκλεισε τα μάτια και τον έφερε στο μυαλό της χωρίς κοστούμι. Ο Μάνος της θύμιζε έναν μοναχικό και ελεύθερο ταξιδευτή. Αυτός ο άντρας δεν έπαιρνε από χαλινάρια, ήταν στην φύση του να τριγυρίζει τον κόσμο και να ρουφάει εμπειρίες.

Φόρεσε ένα πουκάμισο και έφυγε από το δωμάτιο περπατώντας στα ακροδάχτυλα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της μαλακά.

Έφτιαξε μια μεγάλη κανάτα με καφέ, πήγε στο σαλόνι και στάθηκε με την κούπα της μπροστά στο παράθυρο.

- Διαφήμιση -

Τι θα έκανε με την Κλαιρ; Μέχρι τώρα δεν είχε δώσει σημασία στις ζήλιες της. Ο Ιάσονας πολλές φορές της είχε πει να προσέχει αλλά η ίδια γέλαγε. Δικαιολογούσε την Κλαιρ και τις μικρές κακίες της. Δεν έδινε σημασία σε τίποτα απ’ όλα αυτά. Ίσως έφταιγε το γεγονός ότι μέχρι πριν λίγο καιρό έδινε τις δικές της μάχες για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της ξανά. Να βρει τα καινούργια της μονοπάτια.

Πόσο της έλειπε η μητέρα της. Τα μάτια της βούρκωσαν. Σαν παλιά ταινία γύριζαν στο μυαλό της οι εικόνες της προηγούμενης ζωής της. Το μόνο που της είχε μείνει από το παρελθόν ήταν η εταιρία. Στο πατρικό της σπίτι δεν μπόρεσε να επιστρέψει ποτέ. Ζήτησε και το πούλησαν. Ούτε στην υπογραφή των συμβολαίων είχε η ίδια εμφανιστεί. Όλα ο δικηγόρος και ο Ιάσονας. Ήξερε ότι σε κάποια αποθήκη είχαν κρύψει τα πράγματα της οικογένειάς της. Δεν μπορούσε ακόμα να το αντιμετωπίσει. Της έλεγαν πως όσο περισσότερο άφηνε τον χρόνο να περάσει, τόσο δεν θα μπορούσε να αντικρύσει τις εικόνες τους παρελθόντος της. Δεν ήθελε να ξεχάσει αλλά δεν άντεχε να ζει μέσα στα προσωπικά αντικείμενα της οικογένειάς της χωρίς τους γονείς της. Της έλειπαν. Κάθε ημέρα της έλειπαν. Ένα χαμόγελο που θύμιζε περισσότερο γκριμάτσα ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Πολλές φορές κατηγορούσε τον εαυτό της ότι ήταν αχάριστη. Πολλές φορές σκεφτόταν ότι θα χάριζε μέχρι και το τελευταίο της νόμισμα για να ξαναβρεθεί στην αγκαλιά της μητέρας και του πατέρα της. Η γκριμάτσα και τα βουβά δάκρυα έγιναν γρήγορα αναφιλητό. Δεν είχε προλάβει να χαρεί τη ζωή μαζί τους, δεν είχε προλάβει να γκρινιάξει. Να ταξιδέψει, να φύγει για να ανακαλύψει τον κόσμο και να γυρνάει πάντα πίσω για να κλάψει στην αγκαλιά της μητέρα της έναν χαμένο έρωτα ή να γυρίσει με καμάρι και να μοιραστεί τα τρόπαιά της με τον πατέρα της. Από την απόλυτη ευτυχία βρέθηκε μέσα στις κλινικές να μαζεύει τα κομμάτια της και να προσπαθεί να φτιάξει από την αρχή την ψυχή της. Αυτός ο πόνος που ένοιωθε, δεν ήξερε αν θα την εγκατέλειπε ποτέ, ούτε ήξερε κι αν ήθελε. Φοβόταν πως αν σταματούσε να πονάει θα ήταν σαν να τους πρόδιδε. Της έλεγαν πως τιμωρούσε τον εαυτό της για κάτι που δεν έφταιγε.

«Μαμά βοήθησέ με» ψιθύρισε η Ελοντίν.

Σκούπισε τα μάτια της με μια γρήγορη κίνηση. «Τώρα, έλα στο τώρα» μάλωσε τον εαυτό της. Συμπλήρωσε καφέ στην κούπα της και γύρισε στο παράθυρο. Χάζευε τον κόσμο και τα αυτοκίνητα που πέρναγαν, χωρίς όμως να τα βλέπει.

Το μυαλό της γύρισε στην Κλαιρ. «Μήπως ήρθε η ώρα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους;» αναρωτήθηκε και την απάντηση την ήξερε ήδη.

Η Κλαιρ. Η πανέμορφη, υπέροχη Κλαιρ. «Θύμα και αυτή» σκέφτηκε η Ελοντίν, ρουφώντας μια γουλιά από τον καφέ της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήθελε να μιλήσει. Να πει τις αλήθειες της. Να τα πει σε όλους, στο Ιάσονα, στην Κλαιρ και στον Μάνο. Ένοιωθε να πιέζεται από τον ίδιο της τον εαυτό. Μετά το ατύχημα και μέχρι τώρα, είχε αφήσει τη ζωή της στα χέρια του Ιάσονα και στην τύχη. Σαν πατέρας της στάθηκε, αυτό θα του το αναγνωρίζει για όσο ζει. Η Κλαιρ από πλευρά της, είχε στήσει τη νέα της ζωή πάνω στην αδυναμία που είχε η Ελοντίν στον Ιάσονα και στις τύψεις με τις οποίες καθημερινά τροφοδοτούσε τον βιολογικό της πατέρα. Όλοι ήξεραν το παιχνίδι της, εκτός από το Μάνο αλλά κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε μιλήσει ανοιχτά.

Η Ελοντίν προσπάθησε να κοιτάξει τα μέσα της. Ήταν σαν να βλέπει μια εφηβική ντουλάπα με ρούχα παραπεταμένα αλλά και στριμωγμένα μέσα στα συρτάρια. «Αν αυτή η ντουλάπα είναι η ψυχή μου, τότε θέλω πολύ δουλειά» σκέφτηκε.

Το τελευταίο πράγμα που της άρεσε, ήταν να πληγώνει τους ανθρώπους. «Η αλήθεια πληγώνει» έλεγε η μητέρα της «αλλά είναι λυτρωτική» συμπλήρωνε και ήξερε ότι έπρεπε να βάλει ανθρώπους και καταστάσεις στην σωστή τους θέση.
Από πού όμως θα ξεκινούσε;

Ο Μάνος, φορώντας μόνο το εσώρουχό του, δεν είχε συναίσθηση το πόσο θελκτικός ήταν, έτσι αναμαλλιασμένος και αξύριστος όπως στεκόταν στη μέση του σαλονιού.
«Μια κούπα καφέ για τις σκέψεις σου» είπε χαρίζοντας στην Ελοντίν ένα τεράστιο χαμόγελο.
Η Ελοντίν τρύπωσε στην αγκαλιά του. Τον φίλησε βαθειά και πιάνοντάς τον από το χέρι, τον οδήγησε μέχρι την κουζίνα.

«Έλεγα να πάμε βόλτα, να πιούμε τον καφέ μας στην Place Rouppe» είπε ο Μάνος.
«Μετά» είπε η Ελοντίν και τον άφησε να διαλέξει την κούπα του. Ο Μάνος αδιάφορα, έπιασε με τα χέρια του μια τυχαία.

Η Ελοντίν βάλθηκε να φτιάχνει το πρωινό τους. «Ομελέτα με τυριά και μανιτάρια» είπε και άρχισε να σκαλίζει το ψυγείο της. «Ότι βρω τώρα, μην περιμένεις και πολλά» είπε με κέφι.
Τον Μάνο τον έπιασε απελπισία και έτρεξε να κρυφτεί στην ασφάλεια που του προσέφερε το ζεστό νερό του ντους. Η αλήθεια ήταν, ότι πείναγε σαν λύκος αλλά πάντα προτιμούσε την βόλτα από το μαγείρεμα στο σπίτι. «Βόλτα μετά» είπε και άφησε τον εαυτό του να απολαύσει αυτό το διαφορετικό πρωινό.

Ξυπόλυτος, φορώντας ένα τζιν και ένα πουλόβερ, ακολούθησε τη μυρωδιά. Η Ελοντίν τον περίμενε στην κουζίνα έχοντας σερβίρει τις ομελέτες στα πιάτα τους και τον καφέ στις κούπες. Του έκανε νόημα με το χέρι της να καθίσει απέναντί της, στο πάσο της κουζίνας. Η ίδια ήταν κουλουριασμένη πάνω σε ένα ψηλό σκαμπό.

Ο Μάνος έτρωγε την ομελέτα του με όρεξη. Η Ελοντίν πάλι δεν την είχε αγγίξει ούτε με την άκρη του πιρουνιού της.

«Ξέρεις κάτι για την ομελέτα που δεν το ξέρω εγώ;» είπε ο Μάνος γελώντας και με την άκρη του πιρουνιού έδειξε το ανέγγιχτο πιάτο της. Η Ελοντίν τον κοίταξε σκεφτική.

«Θέλω να είμαστε μαζί Μάνο» είπε. Ο Μάνος την κοίταξε με απορία. «Θέλω να είμαστε μαζί και είναι ίσως η πρώτη φορά που νοιώθω έτσι» συνέχισε η Ελοντίν κάνοντας νόημα στον Μάνο να μην την διακόψει. «Έχουμε έρθει πιο κοντά, η αλήθεια είναι αυτή, υπάρχουν όμως κομμάτια της ζωής μου τα οποία δεν τα ξέρεις…» και η αφήγηση της Ελοντίν μόλις είχε ξεκινήσει. Ξεδίπλωσε από την αρχή στον Μάνο την ιστορία της οικογένειάς της, το ατύχημα, τη νοσηλεία της και το ρόλο του Ιάσονα στη ζωή της.

Του μίλησε για κάθε σκέψη της. Για τις ώρες τις μοναξιάς, τα ξέφρενα πάρτι, την αδιαφορία της για την περιουσία της, τα όνειρά της που ακόμα δεν είχε κυνηγήσει αλλά και για αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένοιωθε να ξυπνάει μέσα της.

«Σε ερωτεύομαι και θέλω να το ζήσω και θα ήθελα να νοιώθεις κι εσύ ακριβώς με τον ίδιο τρόπο» είπε η Ελοντίν χωρίς η ίδια να πιστεύει τι ακριβώς είχε ξεστομίσει.

Ο Μάνος χαμήλωσε το βλέμμα. Έρωτας. Δεν καταλάβαινε τι πάθαιναν οι γυναίκες και ήθελαν σε όλα να δώσουν ένα τίτλο. Να κρεμάσουν μια ταμπέλα. Έρωτας. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε νοιώσει κάτι πέρα από καύλα στη ζωή του. Κάθε τι πολύ δυνατό κρύβει μέσα του καύλα. Με την Ελπίδα είχε νοιώσει ξάφνισμα και είχε εντυπωσιαστεί, αλλά έρωτα; Τι είναι ο έρωτας; Η Ελοντίν πάλι είχε κάτι διαφορετικό και τον έκανε να παρατήσει τα πάντα για να τρέξει κοντά της. Τι σκατά τον ρώταγε τώρα;

«Σε θέλω, αυτό μπορώ μόνο να σου πω και δεν ξέρω αν σου φτάνει ή όχι αλλά σε θέλω» είπε ο Μάνος και σταμάτησε τη φράση του εκεί. Δεν ήταν έτοιμος να εξομολογηθεί στην Ελοντίν τι είχε συμβεί στην Ελλάδα. Ούτε καταλάβαινε όλα αυτά τα μπλεγμένα που ζούσε αυτή τη στιγμή. Μόλις είχε κλωτσήσει την ευκαιρία να πάει στην Νέα Υόρκη. Η γυναίκα αυτή κουβάλαγε μια ιστορία στην πλάτη της την οποία δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να την ζήσει. Και η Κλαιρ τι ρόλο έπαιζε; Υπήρχαν πολλά που δεν ήξερε αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε και να τα μάθει. Ή μήπως έπρεπε;

«Εντάξει» απάντησε ψύχραιμα η Ελοντίν, «ας αφήσουμε την ιστορία να κυλήσει μόνη της» είπε και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα λίγο αμήχανα. Ήταν πολύ νωρίς για να κάνει ξεκαθαρίσματα με τον Μάνο. Μα τι την έπιασε; Ας το ζούσε, για να το ζήσει όμως θα έπρεπε να βγάλει από την μέση την Κλαιρ και η αλήθεια ήταν, ότι δεν ήθελε να την έχει για αντίπαλο. Η γυναίκα αυτή ήταν πανούργα και μπορεί μέχρι τώρα να γέλαγε με τις μηχανορραφίες της Κλαιρ, αυτή τη φορά όμως έπρεπε να σταθεί γερά στα πόδια της και μόνη της. Ναι αλλά πως;

Για μια στιγμή σκέφτηκε να πάρει τη πρώτη πτήση για Ελλάδα. Πολύ παιδιάστικο και παρορμητικό της φάνηκε όλο αυτό. Θα έδινε έτσι πόντους και στην Κλαιρ. Να μιλούσε άραγε στον Ιάσονα; Και τι να του έλεγε δηλαδή; Ότι η Κλαιρ και η ίδια ήθελαν τον ίδιο άντρα; Μα αλήθεια τώρα τι δουλειά είχε ο Ιάσονας με όλα αυτά; Πόσο ήθελε μια γυναικεία συμβουλή. Πόσο ήθελε τη μητέρα της.

«Θα τα κανονίσω όλα όταν επιστρέψει η Κλαιρ» σκέφτηκε η Ελοντίν και βάζοντας το πιο λαμπερό της χαμόγελο τρίφτηκε πάνω στον Μάνο.

«Λίγο ακόμα;» τον ρώτησε και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου της.

Ο Μάνος την πήρε αγκαλιά στα χέρια του, την οδήγησε στο σαλόνι και την πέταξε πάνω στον καναπέ. Μισόγυμνη όπως ήταν η Ελοντίν της άνοιξε απλώς τα πόδια. Η φωνή της ακούστηκε δυνατή, σαν να περίμενε αυτή την στιγμή εδώ και καιρό. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας πάνω από τον άλλον. Είχαν αφεθεί να τους παρασύρει το πάθος . Έντονο, ζωώδες και πρωτόγνωρο. Λαχανιασμένους και αποκαμωμένους τους βρήκε το απόγευμα.

«Πεινάω» είπε η Ελοντίν και πετάχτηκε από το πάτωμα αναψοκοκκινισμένη και ευτυχισμένη. Η φωτεινή πλευρά του έρωτα ήταν ζωγραφισμένη σε όλο της το πρόσωπο και σε όλο το ανθισμένο της κορμί.

«Θα το κανονίσω εγώ» είπε ο Μάνος και έπιασε το κινητό του.
«Τι να φορέσω;» ρώτησε παιχνιδιάρικα η Ελοντίν
«Τα πιο ψηλά σου τακούνια, μόνο» είπε ο Μάνος και της έκλεισε το μάτι πονηρά.

Κοντά στην Place du Grand Sablon και στην σε έναν μικρό πεζόδρομο, είναι ένα στολίδι ξακουστό για την μαύρη τρούφα του. Στο Le Rabassier το τραπέζι που έκλεισε ο Μάνος τους περίμενε. Της άρεσε τόσο πολύ να την περιποιούνται που δεν έδωσε καμία σημασία στο μενού, ούτε στο κρασί. Πεινούσε πολύ και δοκίμασε και από τα πέντε πιάτα που πέρασαν από μπροστά της λαίμαργα. Ο Μάνος, φρόντιζε το ποτήρι της να είναι πάντα γεμάτο από κρασί και η Ελοντίν έπινε την κάθε της γουλιά και ένοιωθε να ζαλίζεται από ευτυχία.
Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένοιωσε στη ζωή της τόσο ευτυχισμένη. Οπωσδήποτε πριν από το ατύχημα. Σε μια άλλη ζωή. Το χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη της.

«Σε τι θέλεις να πιούμε;» ρώτησε ο Μάνος πιάνοντάς της το χέρι.
«Στις όμορφες ημέρες που έρχονται» είπε η Ελοντίν και του χάρισε το πιο όμορφό της χαμόγελο.
«Επιδόρπιο;» της πρότεινε.
«Εσένα» απάντησε η Ελοντίν και δάγκωσε ανεπαίσθητα το κάτω χείλος της.

 

 

(συνεχίζεται)

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here