Η ένταση που ένοιωθε ο Μάνος, φαινόταν στην φλέβα του λαιμού του που είχε πεταχτεί. Είχε κλείσει την πόρτα του διαμερίσματος της Ελοντίν νοιώθοντας εγκλωβισμένος. Ήταν σαν να είχαν σφαλίσει από κάπου την στρόφιγγα του οξυγόνου.

Κατέβηκε τις σκάλες σαν κυνηγημένος. Ήταν αδύνατον να βγάλουν άκρη αυτή την στιγμή και η Ελοντίν δεν μπορούσε να καταλάβει αυτά που ο ίδιος είχε ανάγκη.

Στον καθαρό αέρα κοντοστάθηκε στην άκρη του τετραγώνου. Πήρε μια βαθειά ανάσα και συνέχισε τον δρόμο του με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια στις τσέπες. Δεν του ήταν εύκολο όλο αυτό ούτε του ίδιου. Όμως ο Μάνος είχε μάθει να ζει ελεύθερος. Αυτά που του ζητούσε η Ελοντίν ήταν έξω από την δική του λογική.

Το μόνο που είχε ανάγκη, ήταν να κρυφτεί στην βουή του Hairy Canary. Να μιλήσει με όλα αυτά τα ετερόκλητα μεταξύ τους άτομα. Να καθίσει στην άκρη της μπάρας και να πιεί με την ησυχία του το ποτό του χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτήσει σε κανέναν. Ήταν πολλά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και οι απαιτήσεις από τους γύρω του έμοιαζαν να γιγαντώνονται. Έχανε τον έλεγχο από τα χέρια του και αυτό δεν θα το επέτρεπε. Ο Μάνος είχε πάρει ήδη την απόφαση χρόνια πριν.

Τι είχε συμβεί; Πως έπρεπε τώρα να βαδίσει; Τι έπρεπε να θυσιάσει για να πετύχει τους στόχους του; Κάτι μέσα του τον έτρωγε και η απάντηση που φαινόταν να ξεπροβάλει δειλά-δειλά καθόλου δεν του άρεσε. Ήταν σίγουρος ότι ήθελε να θυσιάσει ένα κομμάτι της ζωής του; Και αυτή η λέξη “θυσία” καθόλου δεν του άρεσε. Όχι ο Μάνος δεν θυσίαζε τίποτα. Αποφάσεις έπαιρνε. Μόνο αποφάσεις και αυτό ορισμένες φορές τον έκανε να μοιάζει σκληρός.

“Πανάθεμά σε Ιάσονα με τις επιστολές σου και τις οδηγίες σου” σκέφτηκε και ήπιε το ποτό του με μια γουλιά κάνοντας νόημα στον μπάρμαν για ένα δεύτερο.

Η Ελοντίν δεν ήθελε να χωρίσουν. Φώναξε, πέταξε το ποτήρι της στον τοίχο και όταν το είδε να γίνεται θρύψαλα ξέσπασε σε λυγμούς. Ήταν δέσμια ενός ονόματος, μιας εταιρίας και μιας κληρονομιάς. Το στόμα του Μάνου στράβωσε σε ένα λοξό χαμόγελο. Πόσοι θα ήθελαν να βρίσκονται στην θέση της και πόσοι θα ήταν αυτοί που θα χλεύαζαν το πρόβλημα της Ελοντίν. Ούτε ο δικός του νους χώραγε μέχρι πρότινος το πόση μοναξιά μπορεί να ένοιωθε ένας άνθρωπος με τέτοια επιφάνεια. Η Ελοντίν …

Σκέφτηκε την Ελπίδα. Δεν ήξερε τον λόγο, ούτε κάθισε να τον ψάξει. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Η Ελπίδα, ο γάμος τους, το διαζύγιο. Πριν πόσους αιώνες είχαν συμβεί όλα αυτά; Τι είχε σκεφτεί κάποτε για τον εαυτό του; “Ο πιο νερόβραστος άντρας μέσα στον πιο νερόβραστο γάμο” ή κάπως έτσι. Χαμογέλασε.

Έπιασε το τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με την Ελπίδα. Το σκέφτηκε δεύτερη φορά και το άφησε κάτω. Δεν ήταν αυτό η λύση σίγουρα. Για να γλυτώσει από την Ελοντίν και να κρατήσει την θέση του δεν έπρεπε να βρει την επόμενη αγκαλιά, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η προηγούμενη. “Αυτά είναι για τους αδύναμους” σκέφτηκε αμέσως και έβαλε το κινητό στην τσέπη του.

Ήθελε να πιεί. Ήθελε να πιεί τόσο πολύ ώστε να μην σκέφτεται. Ούτε αυτό ήταν λύση. Πλήρωσε και βγήκε στον δρόμο. Πήρε την ευθεία για το σπίτι του. Το περπάτημα πάντα του έκανε καλό. Καθάριζε το κεφάλι του από τις σκέψεις.

Ανέβηκε τις σκάλες του σπιτιού του και μπήκε κατευθείαν στο μπάνιο. Το κρύο νερό που έτρεχε επάνω του, έπεφτε σαν βελόνες, όμως τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από τις σκέψεις. Όχι ψέματα έλεγε. Τον Μάνο δεν τον ενοχλούσαν οι σκέψεις. Τα συναισθήματα τον ενοχλούσαν. Τον έβγαζαν από την διαδρομή του. Τον έκαναν να θέλει να λοξοδρομήσει και να πάει που;

Τυλίχθηκε με την πετσέτα και κάθισε στον καναπέ. Τρίτο ποτήρι ουίσκι. “Πρόσεχε” είπε στον εαυτό του και το άφησε στο πλάι βρέχοντας με μια μικρή γουλιά το στόμα του.

Τι ήθελε από την ζωή του;

Έκλεισε τα μάτια και άφησε τα μέσα του να του μιλήσουν.

Ήθελε να πετύχει, να φτάσει ψηλά. Το έκανε εικόνα και έβλεπε τον εαυτό του έτσι όπως τον ονειρευόταν χρόνια τώρα. Να διοικεί έναν κολοσσό. Αυτό ήθελε. Γι’ αυτό σπούδασε, γι’ αυτό κυνήγαγε το όνειρό του, γι’ αυτό καμία πατρίδα δεν τον κράταγε πίσω, ούτε ο γάμος του με την Ελπίδα μπόρεσε να επιβιώσει μέσα στην δικιά του δίνη της φιλοδοξίας. Και τώρα; Τι είχε αλλάξει;

Τα πράσινα μάτια της Ελοντίν, οι χαριτωμένες της κινήσεις, ο τρόπος που η τιράντα έπεφτε στον ώμο της …

Αυτό είχε αλλάξει. Η Ελοντίν είχε μπει στη ζωή του και με τον δικό της ήρεμο και ξεκάθαρο τρόπο αλλά και με το πάθος της πάνω στο κρεβάτι του είχε δώσει πνοή ζωής.

“Σκατά” αναφώνησε ο Μάνος. “Σιγά μην γίνω και ποιητής τώρα” σκέφτηκε και συνοφρυώθηκε.

Τον πίεζε ο εαυτός του, η Ελοντίν, και τα όσα είχε γράψει ο Ιάσονας. Υπήρχε πάντα η λύση να μην δεχθεί τίποτα απ’ όλα αυτά. Να χωρίσει από την Ελοντίν, να δώσει εξετάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εφ’ όσον γινόταν δεκτός, να παραιτηθεί και από τον όμιλο Μάες. Εδώ που τα λέμε και χωρίς την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο με το βιογραφικό που είχε και με το όνομα Μάες να τον συνοδεύει ως προίκα, ποιός θα ήταν αυτός που δεν θα τον ήθελε στην εταιρία του; Αν έριχνε ένα φάσκελο σε όλους τους και μεθόδευε σωστά την μετάβασή του σε άλλο όμιλο θα σταμάταγε να νοιώθει αυτή την πίεση. Η αλήθεια ήταν ότι αυτή η λύση, τον έκανε να νοιώθει ξαλαφρωμένος. Ήθελε όμως;

Μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, του έλεγε ότι “αυτό δεν ήταν λύση, δειλία ήταν”.

Ωραία, τώρα τον κορόϊδευε και ο ίδιος του ο εαυτός!

Η Ελοντίν ήταν ξεκάθαρη. Ήθελε να είναι με τον Μάνο, τα υπόλοιπα δεν την ενδιέφεραν και πολύ. Για την ακρίβεια δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά. Ο Ιάσονας την είχε βάλει στην θέση της με δύο τρεις απλές λέξεις. Δεν είχε ούτε την εκπαίδευση, ούτε την ικανότητα να βρεθεί στο τιμόνι της εταιρίας. Είχε δίκιο. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν σκέτη καταστροφή.

Ανέτρεξε στην συζήτηση μαζί της.

“Τι εννοούσες όταν ζήτησες από την Άννα να σταθεί στο πλευρό σου;” την είχε ρωτήσει και το κορίτσι κούνησε το κεφάλι σαν να βρισκόταν σε απόγνωση.
“Δεν ξέρω Μάνο, έχω σχεδόν όλο το πακέτο των μετοχών της εταιρίας. Δεν ξέρω ούτε τι να τις κάνω, ούτε τι πρέπει να κάνω” του είχε απαντήσει.

Ο Μάνος της είχε πιάσει το χέρι. “Ελοντίν, θα είσαι πάντα η μεγαλύτερη μέτοχος της εταιρίας. Όμως δεν έχεις ασχοληθεί ποτέ με όλο αυτό το μεγαθήριο. Τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να γίνει;” την είχε ρωτήσει.
“Ξέρω μόνο ένα πράγμα, ότι είμαι διατεθειμένη να φτάσω μέχρι τα πέρατα του κόσμου για να σώσω την εταιρία” είχε απαντήσει η Ελοντίν.
“Να την σώσεις από τι; Δεν κινδυνεύει από κάτι ο όμιλος” είπε προσπαθώντας να την ηρεμήσει. “Ποιός σου είπε ότι κινδυνεύει από κάποιον ή από κάτι;” συνέχισε γνωρίζοντας ότι οι ανησυχίες της Ελοντίν ήταν εντελώς παιδιάστικές. Ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στα χείλη του Μάνου.

“Με κοροϊδεύεις;” τον είχε ρωτήσει η κοπέλα.

Ο Μάνος δεν μπήκε καν στον κόπο να της εξηγήσει. Δεν ήταν η ώρα κατάλληλη.

“Άκουσέ με. Ο Ιάσονας γνώριζε ότι θα πεθάνει. Αυτός ήταν στη θέση του πατέρα σου όλα αυτά τα χρόνια. Όταν έμαθε τι του συμβαίνει, προετοίμασε το έδαφος για τη μετάβαση της εταιρίας, της προεδρίας και για ό,τι άλλο ήταν υποχρεωμένος να κάνει. Σε ενημέρωσε για τους ανθρώπους που πρέπει να εμπιστευτείς, τις κινήσεις που πρέπει να κάνεις, ως προ τι λοιπόν όλος αυτός ο πανικός; Ο Γιαν είναι ο ιδανικός και ο άνθρωπος που χαίρει του σεβασμού όλων μας”.
“Εσύ;” είχε ρωτήσει τον Μάνο στρέφοντας το βουρκωμένο της βλέμμα προς εκείνον.
“Εγώ τι Ελοντίν;”
“Τι θα κάνεις Μάνο; Θα μείνεις στην εταιρία; Θα μείνεις μαζί μου;” τον είχε ρωτήσει και η φωνή της είχε σπάσει.

“Ποτέ ξανά” είχε φωνάξει η Ελοντίν όταν συνειδητοποιούσε ότι η πιθανότητα να χάσει τον Μάνο ήταν μεγαλύτερη από το να τον κρατήσει.

“Δεν αντέχω να χάσω κι άλλους ανθρώπους Μάνο, για καμία εταιρία. Υπάρχω κι εγώ και έχω μια ψυχή που βασανίζεται” είχε φωνάξει.

Η Ελοντίν είχε δίκιο. Από την δικιά της την πλευρά και σύμφωνα με όλα αυτά που είχε ζήσει δεν θα μπορούσε να σκεφτεί διαφορετικά. Ήταν ένα συναισθηματικό πλάσμα. “Οι όμιλοι όμως δεν πήγανε ποτέ μπροστά με συναίσθημα” της είχε πει ο Μάνος.

Η μεγάλη προστριβή ήρθε την ώρα που ο Μάνος δήλωσε ότι χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο. Η Ελοντίν δήλωνε ξεκάθαρα τα αισθήματά της για τον Μάνο, η θέση του αντιπροέδρου σχεδόν τον περίμενε, αλήθεια τώρα, τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει;

Ο Μάνος σηκώθηκε από τον καναπέ και έσφιξε την πετσέτα στο κορμί του που είχε χαλαρώσει. Έκανε μερικά αμήχανα βήματα μέσα στο σπίτι και έκατσε πάλι στην θέση του. Κοίταξε την ώρα. Σε λίγο θα ξημέρωνε.

Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του.

“Ελοντίν, πρέπει να βγεις από την σφαίρα του παραμυθιού” της είχε πει. “Δεν είμαστε πρωταγωνιστές σε ταινία με ευτυχισμένο τέλος. Η πραγματικότητα είναι σκληρή”.

Η κοπέλα είχε απαντήσει μόνο ένα ξερό “δεν με ενδιαφέρει” και υπέμεινε όλες τις ερωτήσεις του Μάνου κουνώντας κάθε τόσο το κεφάλι λέγοντας “δεν με καταλαβαίνεις” και δεν την καταλάβαινε, η αλήθεια ήταν αυτή.

“Δεν γίνεται να είμαστε μαζί και να έχω την θέση του αντιπροέδρου” προσπαθούσε να της εξηγήσει ο Μάνος. “Πως θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα με όλο αυτό το σούσουρο που θα γίνει στα κανάλια και στις εφημερίδες Ελοντίν;” ρώταγε επίμονα ο Μάνος.
“Δεν με ενδιαφέρει” απαντούσε η κοπέλα.
“Ενδιαφέρει όμως εμένα. Καταλαβαίνεις ότι η δικιά μας σχέση δημιουργεί πρόβλημα στην προσωπική μου εξέλιξη;” την είχε ρωτήσει.
“Μα γιατί Μάνο;”
“Γιατί δεν μπορώ να είμαι ο εραστής της κυρίας Μάες” είχε απαντήσει ο Μάνος και η Ελοντίν είχε πεταχτεί επάνω χαμογελώντας.
“Ναι αλλά μπορείς να είσαι ο άντρας της” του είχε απαντήσει ακουμπώντας το κορμί της πάνω στο δικό του.

Ο Μάνος είχε παγώσει. Έμεινε στη θέση του και κοίταζε την Ελοντίν χωρίς να πιστεύει στα αυτιά του.

“Αυτό δεν γίνεται” της είχε πει.
“Μάνο δεν θέλω να σε χάσω” είχε στριγγλίσει σχεδόν η Ελοντίν.
“Κι εγώ δεν θέλω να χάσω την αξιοπρέπειά μου” είχε απαντήσει ο Μάνος και έφυγε κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

Πως είχαν εξελιχθεί έτσι τα πράγματα; Τι έπρεπε να αποφασίσει; Ποιά διαδρομή να διάλεγε; Δεν μπορούσε να παντρευτεί την Ελοντίν μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει το μέλλον του. Να την αφήσει δεν ήθελε αλλά την θέση του αντιπροέδρου την ήθελε πάση θυσία.

Ανάθεμά σε Ιάσονα, σε λάθος ώρα βρήκες να πεθάνεις σκέφτηκε και κοιτάζοντας την ώρα ξανά, ήξερε πως για εκείνον την συγκεκριμένη χρονική στιγμή υπήρχε μόνο μια διαδρομή. Αυτή που θα τον οδηγούσε στο γραφείο του Γιάν. Ίσως μετά θα ήταν σε θέση να βγάλει μια άκρη. Μόνο μια απόφαση είχε πάρει για την ώρα. Η Ελοντίν κι εκείνος έπρεπε να απομακρυνθούν. Τουλάχιστον για την ώρα.

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here