Χριστούγεννα. Η αλήθεια ήταν ότι ο Μάνος, σχεδίαζε να περάσει διαφορετικά  τις γιορτές αυτές. Ήθελε να πάρει την Ελοντίν και να ταξιδέψουν στο Λονδίνο. Να περπατήσουν στην Carnaby Street, να ποιούν κόκκινο ζεστό κρασί στις υπαίθριες ξύλινες pub στο Hyde Park, να ακούσουν τους μουσικούς του δρόμου στο Covent Garden και να την δει ξανά να πετάει το μικροσκοπικό της φουστάνι από πάνω της, παίζοντας με το ξαναμμένο βλέμμα του. Χριστούγεννα μακριά από όλους και από όλα. Χωρίς υποχρεώσεις. Σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Ρεβεγιόν όπου τους έβγαζε η ώρα, η στιγμή, η διάθεση.

Έδεσε τη γραβάτα του, έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Φόρεσε το κασκόλ και το παλτό του και κατέβηκε με το ασανσέρ στο lobby του ξενοδοχείου, που έμενε λίγους μήνες πριν δεχτεί την απόσπαση  για τις Βρυξέλλες. Αμέσως μετά το διαζύγιό του.  Μα αλήθεια τώρα, πότε έγιναν όλα αυτά;  Ανασήκωσε πάλι τους ώμους και συνέχισε τον βηματισμό του.

Από την ρεσεψιόν, τον είχαν ειδοποιήσει ότι το ταξί τον περίμενε στην είσοδο. Ο θυρωρός με την λιβρέα του άνοιξε την πόρτα.
«Καλά Χριστούγεννα κύριε» είπε με χαμόγελο.
«Καλά Χριστούγεννα και σε εσάς» ευχήθηκε ο Μάνος και μπήκε στο ταξί. «Κηφισιά» είπε στον οδηγό, έδωσε την διεύθυνση και άφησε το μυαλό του να φέρει τα τελευταία γεγονότα στην επιφάνεια.

Μετά την εισβολή της Κλαιρ στο Hairy Canary δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε δώσει μια υπόσχεση στην Ελοντίν ότι θα της τηλεφωνούσε την επόμενη ημέρα. Μπορούσε όμως να εξαφανιστεί αν ήθελε. Ήθελε όμως;  Ήταν πολύ αρχή και δεν υπήρχε τίποτα που να τον δένει μαζί της. Αυτό θα διευκόλυνε και την Κλαιρ αλλά και τον «μεγάλο».  Θα έβγαζε από την δύσκολη θέση και τον ίδιο. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ήταν συναισθηματικά μπερδέματα και η ζωή της Ελοντίν, μόνο τα πάνω κάτω θα του έφερνε.

- Διαφήμιση -

Το σκέφτηκε και μπήκε στον πειρασμό να εξαφανιστεί,  κάτι μέσα του όμως τον έτρωγε. Σαν τον κλέφτη που θα το έβαζε στα πόδια ένοιωθε και αυτό δεν του ταίριαζε. Όχι σε αυτή την περίπτωση. Αυτό το κορίτσι ήταν η χαρά της ζωής. Όσες φιλοδοξίες κι αν είχε, όσο μακριά κι αν ήθελε να φτάσει, η περιουσία της Ελοντίν τον ενοχλούσε και όλα αυτά που κουβαλούσε η ιστορία της, όχι όμως η ίδια. Ένοιωθε, ότι αν συνέχιζε μαζί της, κάθε ημέρα θα έπρεπε να αποδεικνύει ότι δεν είναι καιροσκόπος και ότι δεν την χρησιμοποιούσε σαν εφαλτήριο. Ούτε αγάπη όμως ένοιωθε, μόνο έλξη γι’ αυτό το ελεύθερο πλάσμα με την κοριτσίστικη αφέλεια. Το μόνο που μπορούσε να πει με σιγουριά, ήταν ότι την ήθελε σαν τρελός και όλα αυτά τα περίπλοκα, ήταν για το δικό του μυαλό βαρετά.

Στην οδό Κασσαβέτη στην Κηφισιά, το αυτοκίνητο σταμάτησε. Ο Μάνος πλήρωσε, κατέβηκε από το ταξί και με αργό βηματισμό πέρασε στον κήπο του αρχοντικού. Μέτρησε ασυναίσθητα τα σκαλιά. Τέσσερα και στο πλατύσκαλο χτύπησε το κουδούνι.  Είχε ήδη μια περίεργη αίσθηση. Άκουσε τον Cardhu, το  γαλλικό μπουλντόγκ του Ιάσονα, με το όνομα από το ουίσκι, να γαυγίζει από το εσωτερικό του σπιτιού χαρούμενος. Τριγύριζε ελεύθερος, ανεξάρτητα από το πόσο κόσμο είχε καλεσμένους ο «μεγάλος».  Αυτό που έκανε εντύπωση στον Μάνο, ήταν πως δεν άκουγε κόσμο, ούτε μουσική και στο δρόμο δεν έβλεπε αυτοκίνητα περισσότερα από μια συνηθισμένη βραδιά. Κοίταξε το ρολόι του και η ώρα ήταν περασμένες εννέα. Κανονικά θα έπρεπε ήδη να είχαν φτάσει οι πρώτοι.  Έσμιξε τα φρύδια του.

Άκουσε τακούνια στο μάρμαρο και μια γνώριμη φωνή να λέει «ανοίγω», η πράσινη βαριά πόρτα άνοιξε διάπλατα και η Κλαιρ εμφανίστηκε μπροστά του, φορώντας μια μακριά μαύρη τουαλέτα.

«Πέρασε, ο Τζέϊσον σε περιμένει στο γραφείο του» είπε με την παγωμένη φωνή της.

Το τελευταίο πρόσωπο που περίμενε να δει στην Αθήνα ο Μάνος ήταν η Κλαιρ. Δεν είπε όμως τίποτα.

Έστριψε από την πόρτα αριστερά και ακολούθησε τον διάδρομο με το άσπρο και μαύρο μάρμαρο σε σχήμα σκακιέρας που οδηγούσε κατευθείαν στο γραφείο του Ιάσονα.

Τον βρήκε να στέκεται όρθιος δίπλα στο τζάκι και να αργοπίνει από το Cardhu του.

«Κάθισε Μάνο» είπε ο Ιάσονας και του έδειξε την δερμάτινη μπερζέρα.  Έκατσε ακριβώς απέναντί του και άρχισε να σκαλίζει την πίπα του. Αυτή η ιεροτελεστία καθώς και η μυρωδιά του καπνού, άρεσε πολύ στον Μάνο παρ’ όλο που ο ίδιος δεν κάπνιζε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο τον φωτισμένο κήπο. Το γαλλικό μπόξερ, ήρθε και κάθισε στα πόδια του αφεντικού του με τεντωμένα τα αυτιά σαν ραντάρ. Υπήρχε ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα.

«Ουίσκι;» ρώτησε ο Ιάσονας και ο Μάνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Με μια κίνηση του χεριού του ο Ιάσονας του έκανε νόημα να σερβίρει το ποτό μόνος του.  Ήταν πάντα πολύ καλός οικοδεσπότης. Αυτή η κίνηση, ήταν έξω από τα πλαίσια που ο «μεγάλος» συνήθιζε να κινείται. Με το άλλο χέρι χάιδευε το κεφάλι του σκύλου του.

Από την στιγμή που στις Βρυξέλλες είχε φτάσει στο mail, η πρόσκληση-διαταγή για την παραμονή των Χριστουγέννων από τον Ιάσονα, ο Μάνος ήξερες ότι έπρεπε να σώσει το τομάρι του. Η Ελοντίν, το Λονδίνο και κάθε άλλη σκέψη για μια δόση Χριστουγεννιάτικης τρέλας, έπρεπε να περιμένουν.

Οι δύο άντρες κοιταχτήκαν αμίλητοι στα μάτια σαν να ζύγιαζαν τις δυνάμεις τους.   Ο Μάνος βρήκε από περιττό έως και γελοίο να ρωτήσει που ήταν οι υπόλοιποι καλεσμένοι.

«Πόσα σου είπε η Κλαιρ;» ρώτησε ο Ιάσονας μέσα από τα δόντια του καθώς άναβε την πίπα του. Ο Μάνος ανασήκωσε τους ώμους λίγο ξαφνιασμένος.
«Για το ατύχημα, τους γονείς της Ελοντίν, την εταιρία και για την γερμανίδα φοιτήτρια» απάντησε, προσπαθώντας να κρατήσει την συζήτηση σε όσο το δυνατόν πιο ουδέτερο επίπεδο. Ο Ιάσονας κούνησε το κεφάλι και σκάλισε για λίγο την πίπα του.

«Ξέρεις, υπάρχει ένας κενό στην Νέα Υόρκη και θα πρέπει κάποιος δικός μας να το καλύψει, μιλήσαμε με το διοικητικό συμβούλιο και δεν έχουν αντίρρηση να πας εσύ. Θα λείψεις τουλάχιστον για έξι μήνες» είπε ο Ιάσονας κοιτάζοντας μέσα από τα στρογγυλά γυαλιά του τον Μάνο κατάματα.

Νέα Υόρκη. Όνειρο ζωής. Ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα η πρόταση αυτή, που ήταν ο απώτερος στόχος για κάθε στέλεχος, θα ερχόταν κουβαλώντας μαζί της μια υπόγεια απειλή.

Ο Μάνος σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Με τα χέρια στις τσέπες κατευθύνθηκε προς την τζαμαρία που έβλεπε στον κήπο.

«Όχι» απάντησε στον Ιάσονα. Υπήρξαν μερικά αμήχανα δευτερόλεπτα. Το παγωμένο βλέμμα του Ιάσονα και η ανατριχιαστική σιγή, δεν άγγιξαν τον Μάνο ο οποίος αποφασιστικά συνέχισε να μιλάει κρατώντας χαμηλά τον τόνο της φωνής του.

«Δεν θα παίξω το παιχνίδι σου, Ιάσονα. Αυτή τη φορά τα πράγματα θα γίνουν όπως ορίζω εγώ. Η Νέα Υόρκη είναι ο τελικός στόχος και ξέρουμε καλά και οι δύο μας ότι δεν είμαι έτοιμος. Μπορεί να μην είσαι ούτε καν εσύ ικανός γι’ αυτή την θέση ακόμα. Το θέμα σου είναι η Ελοντίν» είπε ο Μάνος χωρίς να περιμένει απάντηση, κουνώντας μόνο το κεφάλι του και κρατώντας τα μάτια του μισόκλειστα. Ήταν σαν να έβλεπε το σχέδιο να ξεδιπλώνεται μπροστά του.

Πήρε το παλτό και το κασκόλ του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα χωρίς καν να χαιρετίσει.  Ο Cardhu ανασηκώθηκε αμήχανος  και έκατσε ξανά στα πίσω του πόδια κοιτώντας με απορία τον Ιάσονα, σαν να περίμενε μια διαταγή που κανείς δεν του έδινε.

Η Κλαιρ, λαμπερή και προκλητική εμφανίστηκε μπροστά του διορθώνοντας την τιράντα από το φουστάνι της.

«Για πού το έβαλες εσύ; Το πάρτι αρχίζει σε λίγο» είπε βρέχοντας με την άκρη της γλώσσας της τα χείλη της και πλησιάζοντας το στόμα της στο στόμα του Μάνου.

«Άντε χάσου» της απάντησε ο Μάνος και με μια απότομη κίνηση την έσπρωξε μακριά του. Με δύο δρασκελιές άνοιξε την πόρτα και την κοπάνησε με δύναμη πίσω του. Οι πρώτοι καλεσμένοι είχαν ήδη αρχίσει να φτάνουν.

Έριχνε χιονόνερο και ταξί δεν έβρισκε πουθενά.  Άρχισε να περπατάει μέχρι που βγήκε στην Κηφισίας. Βρήκε ένα ταξί και μπήκε μέσα  δίνοντας τη διεύθυνση του ξενοδοχείου του. Πήρε αμέσως την Ελοντίν τηλέφωνο.

Η φωνή της ήταν ότι πιο χαρούμενο μπορούσε να ακούσει εκείνη την ώρα.

«Πως πάει το πάρτι;» τον ρώτησε ανάλαφρα. Η Ελοντίν δεν πρέπει να είχε ιδέα. Ούτε για το τι του είχε πει η Κλαιρ, ούτε για το τι είχε μεσολαβήσει με τον Ιάσονα. Όταν της είχε αναφέρει ότι θα ερχόταν για τις γιορτές στην Ελλάδα είχε στενοχωρηθεί αλλά η αξιοπρέπειά της δεν της επέτρεπε να πει τίποτα. «Πάνω απ’ όλα η δουλειά Μάνος» είχε απαντήσει με ευγένεια. Ούτε όταν κατάλαβε ότι η Κλαιρ θα ερχόταν κι αυτή στην Ελλάδα είπε κουβέντα, εκτός κι αν η Ελοντίν δεν είχε ιδέα ότι η Κλαιρ βρισκόταν στο σπίτι του Ιάσονα.

«Γυρνάω στο ξενοδοχείο και θα σε πάρω από εκεί, μέχρι να επικοινωνήσω μαζί σου μην σηκώσεις τηλέφωνο από κανέναν άλλον. Κατάλαβες;» της είπε ο Μάνος  και έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Η Ελοντίν έμεινε με την απορία ζωγραφισμένη στα μάτια αλλά ήταν αποφασισμένη να ακούσει την φωνή μέσα της και τον Μάνο.

Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, ο Μάνος, πέρασε από το μπαρ και πήρε ένα διπλό ουίσκι Oban για το δωμάτιό του.  «Να μην με ενοχλήσει κανείς» ζήτησε από τον υπεύθυνο της ρεσεψιόν και με το ποτό στο χέρι κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ.

Μπήκε στο δωμάτιο και πέταξε σακάκι και γραβάτα σε μια πολυθρόνα. Άνοιξε τον υπολογιστή του και κοίταξε τις πτήσεις για Λονδίνο. Δεν έβρισκε τίποτα, ούτε για Βρυξέλλες.  «Fuck» είπε και ήπιε μια γερή δόση από το ουίσκι του.

Πήρε την Ελοντίν τηλέφωνο.

«Θέλω να περάσουμε αυτές τις γιορτές μαζί» της είπε.

Η Ελοντίν, από την άλλη άκρη της γραμμής ήταν και ένοιωθε μπερδεμένη.
«Ο Τζέϊσον; η εταιρία; το πάρτι;» ρώτησε όχι γιατί πραγματικά ήθελε να μάθει εκείνη την στιγμή αλλά γιατί δεν ήθελε να δώσει συνέχεια σε αυτό το κουβάρι που καταλάβαινε ότι υπήρχε. Ο Μάνος της υποσχέθηκε ότι θα της εξηγήσει από κοντά, φτάνει να τον εμπιστευόταν και να έβρισκε ένα εισιτήριο για να φτάσει κοντά της.  Η Ελοντίν γέλασε «θα έρθω εγώ Μάνος» είπε με τη χαρούμενη φωνή της.

Ο Μάνος δεν την άφησε να έρθει στην Αθήνα. Μέσα του είχε μια ανεξήγητη ανησυχία. Μα που σκατά είχε μπλέξει; Το ένστικτό του κάτι του έλεγε για την Κλαιρ αλλά αυτά ήταν για τον Μάνο ανεξήγητα και αχαρτογράφητα. Ήξερε μόνο να μιλάει με δεδομένα.

«Θα σε ειδοποιήσω μόλις φτάσω» είπε στην Ελοντίν και συνέχισε να ψάχνει.

Την επόμενη ημέρα, στις 12:25 μμ και μέσω Ρώμης, ο Μάνος είχε προσγειωθεί στο αεροδρόμιο Ζάβεντεμ των Βρυξελλών. Αξύριστος και με τα μάτια μαύρα από την κούραση, το ξενύχτι και τις σκέψεις. Μια ανάγκη είχε μόνο να κοιμηθεί.

Πήγε στο σπίτι της Ελοντίν χωρίς δεύτερη σκέψη. Του άνοιξε την πόρτα και έπεσε κατευθείαν στην αγκαλιά του. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ο ένας με τον άλλον έγιναν τόσο διαχυτικοί.  Ο Μάνος έβαλε το χέρι του μέσα στα μαλλιά της και την έσφιξε επάνω του ρουφώντας το άρωμά της και αμέσως μετά, πέταξε την βαλίτσα του, άρπαξε την Ελοντίν και την οδήγησε στο κρεβάτι της.

Έμπαινε μέσα στο κορμί της διαρκώς και διαρκώς με λύσσα. Σαν πεινασμένο ζώο που κατασπάραζε το θήραμά του.  Οι μικρές κραυγές της Ελοντίν τον έκαναν να νοιώθει ακόμα πιο έντονη την επιθυμία του να την κατακτήσει ολοκληρωτικά.  Είχαν αφεθεί σε αυτό το θεότρελο πάθος που είχε κάνει το μυαλό τους να σταματήσει, μέχρι που η ίδια η ηδονή τους, τους κούρασε και τα ιδρωμένα τους κορμιά κούρνιασαν το ένα μέσα στο άλλο.

Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα, η Κλαιρ, με το γνωστό αγέρωχο ύφος της πέρναγε την κεντρική πόρτα του ξενοδοχείου που έμενε ο Μάνος.

Την σταμάτησε από την ρεσεψιόν ο υπεύθυνος βάρδιας.

«Η κυρία παρακαλώ;» ρώτησε με επαγγελματική ευγένεια.
«Δωμάτιο 307» είπε η Κλαιρ με επιδεικτική βαριεστιμάρα.
«Λυπάμαι, αλλά από το δωμάτιο 307 έχουμε εντολή να μην ενοχλήσουμε» είπε ο ρεσεψιονίστ.
«Καλέστε στο δωμάτιο» είπε η Κλαιρ φανερά ενοχλημένη.
«Λυπάμαι» έφτασε η απάντηση στα αυτιά της.

Η Κλαιρ έκανε μεταβολή, κάθισε στο σαλόνι του ξενοδοχείου,  άνοιξε την τσάντα της και πήρε το κινητό στα χέρια της. Τηλεφώνησε στον Μάνο στο ελληνικό κινητό. Καλούσε αλλά δεν το σήκωσε. Προσπάθησε δεύτερη φορά, τίποτα. Σήκωσε το φρύδι της και πάτησε την επανάκληση για τρίτη φορά.

Στις Βρυξέλλες, το τηλέφωνο του Μάνου χτυπούσε σαν δαιμονισμένο. Η Ελοντίν ξύπνησε από τον γλυκό της λήθαργο και μέσα στο σκοτάδι είδε το όνομα της Κλαιρ στην οθόνη του κινητού.  Έσπρωξε μαλακά τον Μάνο αλλά η ανάσα του ακουγόταν βαριά. Η Κλαιρ επέμενε και η Ελοντίν απάντησε ζαλισμένη χωρίς να το σκεφτεί.

«Τι θέλεις Κλαιρ;»

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here