Η επόμενη ημέρα με βρήκε μελαγχολική και νευρική. Ένα εικοσιτετράωρο ακόμα και το παραμύθι έφτανε στο τέλος του.

Είχα νευριάσει με τον εαυτό μου. Ο χρόνος, το κάθε ένα λεπτό που περνούσε, χανόταν στο παρελθόν. Συνειδητοποιούσα ότι με το φόβο της επόμενης ημέρας, έχανα αυτή που ζούσα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το αλλάξω.

Ο Αντώνης είχε φύγει νωρίς από το δωμάτιο

«πρέπει να τηλεφωνήσω στα παιδιά, αν θέλεις πρωινό θα σε συναντήσω στην τραπεζαρία» είπε και εξαφανίστηκε.

Έμεινα μόνη μου, με τις λέξεις του και το χαστούκι της πραγματικότητας που άθελά του μου είχε ρίξει. Σηκώθηκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Το χλωμό τέρας με τα κόκκινα μάτια. Άνοιξα τη βρύση και άφησα το παγωμένο νερό να τρέξει. Γέμισα το νιπτήρα και βούτηξα συνεχόμενα το κεφάλι μου στο παγωμένο νερό προσπαθώντας να συνέλθω. Ήμουν γεμάτη από αλκοόλ, εμπειρίες και το μυαλό είχε σκεπαστεί από ένα θολό πέπλο. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Αύριο στο αεροπλάνο θα σκεφτόμουν. Σήμερα θα προσπαθούσα να ζήσω.

Λίγη ώρα αργότερα τον συνάντησα στην τραπεζαρία. Είχε γεμίσει ένα πιάτο μπροστά του και έτρωγε σαν να μην υπήρχε αύριο, βάζοντας στην άκρη τους καλούς του τρόπους.

«Mετά από τόση κραιπάλη χρειάζομαι ένα καλό πρωινό» είπε.

Γέμισα το φλιτζάνι μου με καφέ και χάζευα έξω από το παράθυρο.

«Δεν θα φας;»
«Δεν μπορώ»
«Μα είσαι νηστική…»

Δεν απάντησα. Είχα κλειστεί μέσα στο καβούκι μου. Ούτε διάθεση για ανούσιες συζητήσεις είχα. Τον κοίταξα στα κλεφτά. Μου άρεσε αυτό που ζούσα. Το Παρίσι, ο Αντώνης, η τρέλα μας. Θα μπορούσα να απαριθμήσω ένα σορό πράγματα. Κοίταξα το χώρο γύρω μου προσπαθώντας να αποφύγω το βλέμμα του.

«Τι συμβαίνει;» με ρώτησε λίγο ανήσυχος.

Δεν ήθελα να του πω την αλήθεια. Ανασήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

«Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα» είπα.

Ερωτευόμουν και το συνειδητοποιούσα εκείνη τη στιγμή. Ήξερα ότι ζούσα μια ιστορία χωρίς αύριο. Μια ιστορία που θα έμπαινε στο σεντούκι των καλών στιγμών. Κοσμοπολίτικη όμως. Από αυτές που θα μπορούσα να διηγούμαι μυστικά στις φίλες μου. Θύμιζε λίγο σύγχρονο παραμύθι. Pretty woman σκέφτηκα και άρχισα να τραγουδάω προσπαθώντας να μιμηθώ τη φωνή του Roy Orbison. 

Pretty woman, walkin’ down the street
Pretty woman the kind I like to meet
Pretty woman I don’t believe you, you’re not the truth
No one could look as good as you, mercy

Πήγαμε με τα πόδια στο μετρό. Δύο βήματα από εμάς ήταν ο σταθμός Vanin. Κατεβήκαμε στο Saint-Germain-des-Prés. Εννοείται ότι στο  Café des Flore δίνεις ραντεβού με την ιστορία. Ο Picasso, o Sartre, o Camus και τα croissantes. Ξεχάστηκα και αναλογίστηκα όλους αυτούς τους ανθρώπους της τέχνης. Να μπορούσα να τους σφίξω το χέρι. Αυτό ήθελα. Περπατήσαμε στο Quartier Latin ούτε ξέρω για πόση ώρα και φτάσαμε από την άλλη πλευρά μέχρι τον πύργο του Άιφελ. Έκατσα να τον χαζεύω μερικά λεπτά. Ήταν σκεπασμένος από την ομίχλη και δεν μου φάνηκε τόσο εντυπωσιακός όσο περίμενα. Από μακριά και ειδικά τη νύχτα φαινόταν καλύτερος. Οι φωτογραφίες εξιδανικεύουν ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή.  Οι κήποι του Τροκαντερό, η βόλτα στο Σηκουάνα, η αψίδα του θριάμβου και η υπέροχη λεωφόρος του Champs-Elysées μας άνοιξαν την όρεξη. Παγωμένοι στρίψαμε στα στενά και βρεθήκαμε σε ένα όμορφο στέκι για burger. Μα στο Παρίσι για burger;

Καθίσαμε στη μπάρα και παραγγείλαμε και δύο μπύρες μαζί με το φαγητό. Ο Αντώνης λάτρευετα burger. Εγώ πάλι είχα λατρέψει το Παρίσι. Άρχισε να μου εξιστορεί με πάθος την ιστορία των μνημείων. Κούναγα το κεφάλι μου με ενδιαφέρον αλλά δεν άκουγα. Απλώς ρουφούσα την κάθε στιγμή. Αποτύπωνα εικόνες, μυρωδιές και γεύσεις. Η ιστορία εκείνη την στιγμή δεν με ενδιέφερε. Μπορούσα να την διαβάσω στα βιβλία. Η ατμόσφαιρα όμως και ο οργασμός των αισθήσεών μου ήταν κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να μου χαρίσει αργότερα.

Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο περασμένες έξι. Λανθασμένα φαντάστηκα ότι θα πέφταμε για ύπνο. Έφταιγαν ίσως τα πόδια μου που πονούσαν. Αν το καλοσκεφτείς, έξι ώρες περπάτημα δεν το λες και λίγο. Ο Αντώνης όμως άνοιξε το laptop και μου έδειχνε αμέτρητες φωτογραφίες από μέρη που είχε επισκεφθεί. Πρόσωπα τυχαία και άγνωστα. Άνθρωποι ρακένδυτοι, νύφες, δρόμοι έρημοι. Γάτες, τοπία άγρια, θάλασσες καλοκαιρινές αλλά και θάλασσες χειμωνιάτικες. Σπίτια πολύχρωμα, σπίτια ρημαγμένα. Φωτογραφίες πότε ασπρόμαυρες και πότε έγχρωμες. Γεμάτες με αντιθέσεις και συναισθήματα. Μοναξιά, θλίψη, χαμένες ιστορίες αλλά και το καινούργιο. Χαρά και αναγέννηση και τότε ήταν που κατάλαβα. Είχε κρυμμένο μέσα του ένα παιδί που φοβόταν να φανερωθεί. Ο μόνος τρόπος για να επικοινωνήσει ήταν το κλικ του κλείστρου. Έκανα να του μιλήσω αλλά τον είδα να κοιμάται. Έκλεισα την οθόνη και με μια αφηρημένη κίνηση έτριψα τις μουδιασμένες μου πατούσες. Τα μάτια μου έκαιγαν από την κούραση. Η ανασφάλεια και οι σκέψεις ήταν πιο δυνατοί αντίπαλοι και με κρατούσαν ξύπνια.

Όση ώρα ο Αντώνης κοιμόταν χάζευα έξω από το παράθυρο και θύμωνα για την χαμένη ώρα. Είναι χαμένη ώρα να κοιμάσαι όταν οι λεπτοδείκτες γυρνάνε και μετράνε το χρόνο αντίθετα. Ήθελα να του ανοίξω το κεφάλι και το μόνο που έκανα ήταν να περιμένω να ξυπνήσει. Κατά τις εννιά τον σκούντησα ελαφρά. Όταν συνειδητοποίησε τι ώρα είναι έβαλε τις φωνές.

«γιατί με άφησες να κοιμάμαι τόση ώρα,τι ώρα είναι, δεν προλαβαίνουμε, σήκω κάνε γρήγορα, τι ώρα είπες ότι είναι; εννιάαα; χάσαμε την κράτηση»

Εκείνος κοιμόταν σε εμένα φώναζε. Δεν μου φαινόταν καθόλου δίκαιο.

 «Δεν πάω πουθενά» είπα και σταύρωσα τα χέρια μπροστά από το στήθος.
 «Χάσαμε τη κράτηση» γκρίνιαξε ο Αντώνης.
«Σκασίλα μου, μας μένουν λίγες ώρες και σκοπεύω να τις περάσουμε καλά»
«Ήταν πολύ ωραίο εστιατόριο…»
«Νομίζω ότι δεν κατάλαβες. Μαζί σου θέλω να είμαι, χέστηκα για το εστιατόριο» είπα και πετάχτηκα επάνω.
«Θα κανονίσω κάτι άλλο» είπε ο Αντώνης αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του.

Ήταν το τελευταίο μου βράδυ στο Παρίσι. Το μόνο που με ένοιαζε, ήταν να γίνω όσο πιο λαμπερή μπορούσα. Να αφήσω για ανάμνηση αυτή την εικόνα πίσω μου.

Περιδιαβαίναμε τους δρόμους και τα τακούνια μου σκάλωναν κάθε τόσο στο πλακόστρωτο. Ευτυχώς αυτή την φορά δεν έπεσα. Ούτε κοίταγα τα φώτα, τα αξιοθέατα και τον κόσμο. Τον λαιμό μου προσπαθούσα να καθαρίσω από τον κόμπο. Είχα πάψει να νοιώθω ανάλαφρη κι εκείνη η αίσθηση του αποχωρισμού είχε εγκατασταθεί στην καρδιά μου. Θυμάμαι ότι πρώτη φορά κατάλαβα το πόσο κρύος ήταν ο αέρας στην ατμόσφαιρα, όταν η εσωτερική φωνή μέσα μου με ενημέρωνε ότι τέτοια ώρα αύριο θα πετάω.

Φτάνοντας στην πόρτα του εστιατορίου κοντοστάθηκα. Τον κοίταξα με ένα ερωτηματικό στη ματιά. Γέλασε δυνατά. «Όχι σήμερα»είπε με νόημα και του χαμογέλασα. Σήμερα δεν είχε μάσκα, ούτε εκπλήξεις.

Ήταν ένα όμορφο μοντέρνο εστιατόριο με μεγάλα παράθυρα και πολύ εντυπωσιακές σερβιτόρες. Νομίζω ότι δεν έχω ξαναδεί πουθενά τόσο εντυπωσιακές γυναίκες. Χάζευα από τα παράθυρα την υπέροχη θέα. Το Παρίσι απλωνόταν στα πόδια μας. Παραγγείλαμε. Φιλέτο σενιάν χωρίς πιπέρι ο Αντώνης και ψητό σολομό εγώ. Πίναμε το κρασί με την ησυχία μας. Δεν ήθελα να βιαστώ με τίποτα. Ήταν η ώρα που είχα ανάγκη για υποσχέσεις. Ότι αυτή η ιστορία δεν θα είχε τέλος. Ότι ήταν μόνο η αρχή. Όμως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ειπώθηκε. Χαμογελαστοί απολαμβάναμε το γεύμα μας. Χαμογελαστός ο σολομός έκανε τσουλήθρα στο πιάτο μου. Μπουκιά δεν κατέβαινε.

Τελειώσαμε το φαγητό και ανεβήκαμε την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο club στον πάνω όροφο.

Καθίσαμε στη μπάρα, όρθιοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Μου έδωσε το ποτό μου και τότε κατάλαβα ότι είχε μελαγχολήσει. Του κράτησα το χέρι. Είχε κατεβάσει τα μάτια και είχε ακουμπήσει τους αγκώνες του στη μπάρα. Μου θύμισε τον Άτλαντα, που κουβαλούσε τον ουράνιο θόλο στην πλάτη του.

«Τι συμβαίνει» τον ρώτησα.
«Γιατί να ζω όλα αυτά μαζί σου και να μην έχω καταφέρει να ζήσω ούτε μια τέτοια στιγμή στο γάμο μου;» είπε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει.

Μονολογούσε. Είχε πει δυνατά τις σκέψεις του. Δεν μπορεί να μην είχε περάσει καλά στο γάμο του. Ούτε μια στιγμή δεν το πίστεψα αυτό. Υπήρχε όμως κάτι που εκείνος ήξερε και για την ώρα δεν είχε μοιραστεί μαζί μου. Για την ακρίβεια, ήταν πολλά αυτά που δεν μου είχε πει και δεν είχα τολμήσει να ρωτήσω. Άρχισα να σκέφτομαι δειλά, ότι αυτή η ιστορία θα είχε συνέχεια. Αναθάρρησα. Ξαφνικά τίποτα δεν είχε σημασία παρά μόνο να περάσουμε καλά και αυτή τη νύχτα. Το παιχνίδι της γάτας άρχισα να το παίζω από την αρχή.

Τον είδα να χαμογελάει,

«Οι κοπέλες στη διπλανή παρέα, μιλάνε για το φουστάνι σου, τους αρέσει πολύ» είπε χαμηλόφωνα και με καμάρι. Μισόκλεισα τα μάτια φιλάρεσκα και ζάρωσα τη μύτη μου με νάζι. Ένοιωσα το κορμί μου να ψηλώνει. Δεν ήταν λίγο ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο να μιλάνε για το δικό μου φουστάνι · στο Παρίσι.

Τον πλησίασα χωρίς τυμπανοκρουσίες. Χωρίς τη γρήγορη στα όρθια συνουσία και τα κρυμμένα εσώρουχα στην τσέπη του σακακιού του. Ανθρώπινα άρχισα να ξεδιπλώνω τις κλωστές από αυτό το μυστηριώδες δυνατό συναίσθημα του έρωτα. Ήταν η γήινη σιωπηλή στιγμή δύο ανθρώπων που ερωτεύονται.

Φύγαμε από το club σχεδόν τελευταίοι. Η μουσική είχε σταματήσει, τα φώτα είχαν ανάψει και η απαγόρευση της ώρας μας έδειχνε την εξώπορτα. Περπατήσαμε στον παγωμένο δρόμο, χωρίς κίνδυνο αυτή τη φορά. Ανακατευθήκαμε με τον υπόλοιπο κόσμο και βρήκαμε ζεστασιά στη θαλπωρή του ξενοδοχείου. Μια νύχτα που δεν τελείωσε.  Μια νύχτα χωρίς να κοιμηθούμε. Μόνο σμίξαμε σε μια ερωτική διαδρομή που δεν είχε τέλος.

Η ώρα του αποχαιρετισμού είχε φτάσει και η φωνή του Ewan McGrecor μέσα στο κεφάλι μου τραγουδούσε

«Never knew I could feel like this
Like I’ve never seen the sky before
Want to vanish inside your kiss
Everyday I love you more and more»

 και αναρωτιόμουν αν ήταν ποτέ δυνατόν να πω αντίο και δεν είπα.

Ένα φιλί στα πεταχτά στη μέση του δρόμου και μία βιαστική υπόσχεση στα όρθια ότι δεν λέμε γεια. Τίποτα μελοδραματικό, παρά μόνο ο ήχος της πόρτας από το ταξί που έκλεισε μαλακά. Ξεκίνησα για το δρόμο της επιστροφής χωρίς να γυρίσω το κεφάλι για να δω τη φιγούρα του να εξαφανίζεται. Χωρίς να ξέρω αν θα τον ξαναδώ. Ένα κομμάτι της καρδιάς μου είχε μείνει εκεί, στο πεζοδρόμιο του Montparnasse και δεν θα έμπαινα στον κόπο να το πάρω πίσω ποτέ.

(συνεχίζεται)

https://youtu.be/-YsMvzgeSuI

2 ΣΧΟΛΙΑ

Γράψτε απάντηση στο Διόνη Ακύρωση απάντησης

Please enter your comment!
Please enter your name here