«Πρώτα βουτυρώνεις, μετά ρίχνεις την τριμμένη φρυγανιά και στη συνέχεια βάζεις μια στρώση από το ξερό ψωμί μαζί με τα σαβαγιάρ και τα μπισκότα. Τα υπόλοιπα υλικά, ανακάτεψέ τα όλα μαζί …» έλεγε η Ρόζα η οποία μάθαινε στην Ανδριάνα πώς να φτιάχνει την πουτίγκα της γιαγιάς της.

Κοιτούσε το πρόσωπο της ανιψιάς της πάνω από τα πρεσβυωπικά γυαλιά της και χαμογελούσε πονηρά.

«Ξέρεις, η φόρμα είναι της γιαγιάς σου» της είπε και παρατήρησε ότι η Ανδριάνα την χάιδεψε με την άκρη των δακτύλων της αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό. «Σου λείπουν ακόμα, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε και αντί για απάντηση, η Ανδριάνα κούνησε μόνο το κεφάλι καταπίνοντας τον κόμπο του σάλιου που της έκλεινε τον λαιμό.

«Τι σου λείπει περισσότερο;» ρώτησε με την ήρεμη φωνή της η θεία της.
«Η οικογένειά μου Ρόζα, χάθηκαν όλοι ένας-ένας αλλά και η ζωή στο νησί, τα καλοκαίρια και η μυρωδιά της άνοιξης το Πάσχα …» είπε και βούρκωσε.
«Ειλικρινά, στην σάλτσα λεμονιού το αλάτι δεν πηγαίνει» συνέχισε η μεγάλη γυναίκα «παράτα τα» είπε «και πάμε στο σαλόνι. Δεν πιστεύω να έχεις βάλει το γάλα στη φωτιά».
«Όχι» απάντησε η Ανδριάνα και με την ανάστροφη του χεριού της σκούπισε τα βουρκωμένα μάτια της.
«Ολυμπία συνέχισε εσύ να γεμίζεις τη φόρμα και μετά θα αναλάβουμε πάλι εμείς» είπε και πιάνοντας την Ανδριάνα από το χέρι την οδήγησε στο σαλόνι. Κάθισαν αντικριστά στις πολυθρόνες μπροστά από το τζάκι και η Ρόζα της ζήτησε να πιάσει ένα βαρύ παλιό κουτί φτιαγμένο από σίδερο και ξύλο.
«Μα τι στην ευχή, αυτό ήταν του παππού μου» είπε έκπληκτη η Ανδριάνα και κοίταξε με απορία τη θεία της.
«Και τώρα είναι δικό σου» της απάντησε η Ρόζα χαμογελώντας.
«Που το βρήκες;» τη ρώτησε.
«Στα πράγματα της μητέρας σου μάλλον, δεν θυμάμαι κι εγώ, μην νομίσεις, σε κάποιο ξεκαθάρισμα ίσως αλλά το κράτησα γιατί είναι γεμάτο από όμορφες στιγμές» είπε και καθώς άνοιξε το καπάκι, το πρώτο που είδε η Ανδριάνα ήταν φωτογραφίες της από την ηλικία των τριών ετών να σβήνει τα κεράκια της τούρτας της, καλοκαίρι στο νησί, με τους κόκκινους ιβίσκους να έχουν ανθίσει στη γλάστρα..

Κράτησε το βαρύ κουτί στα χέρια της και χαμένη μέσα στο αναπάντεχο ταξίδι του μυαλού, μνήμες ζωντάνεψαν μονομιάς καθώς σκάλιζε τις φωτογραφίες και κοιτώντας κάθε τόσο τη θεία της.

«Επίτηδες το έκανες αυτό σήμερα;» ρώτησε τη Ρόζα.
«Ναι» της απάντησε και η χωρίς δικαιολογίες ειλικρίνειά της, μαζί με το άτακτο βλέμμα της, έκαναν την Ανδριάνα να αφήσει κάτω τις φωτογραφίες και το ταξίδι του νου και της καρδιάς σταμάτησαν μονομιάς. «Γιατί;» ρώτησε την Ρόζα.

Η απάντηση ήρθε μετά από λίγα δευτερόλεπτα.

«Ήμουν πάντα πολύ απασχολημένη με τη ζωή μου Ανδριάνα και με όλα όσα συνέβαιναν, όμορφα, άσχημα, δύσκολα ή εύκολα και ποτέ δεν σε ρώτησα ‘’εσύ πως νοιώθεις;’’. Σε είχα δεδομένη, ήσουν και είσαι η αγαπημένη μου και νόμιζα ότι μόνο αυτό φτάνει. Ανακάλυψα πρόσφατα, δεν θα σου το κρύψω, ότι είμαι μια γριά εγωίστρια. Η ηλικία βλέπεις».

«Βαριά κουβέντα ξεστόμισες».

«Δεν παύει όμως να είναι αυτή η αλήθεια. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, νομίζουμε ότι τα παιδιά μας πάντα εμείς θα τα ορμηνεύουμε, λες κι εσείς δεν μεγαλώνετε, δεν σχηματίζετε την δικιά σας ζωή, δεν κάνετε τις δικές σας οικογένειες.

Προσπαθώντας να καταλάβω τα λάθη που έκανα με τα αγόρια μου, κατάλαβα ότι ναι μεν δεν σε ξεχώρισα ποτέ αλλά σου φέρθηκα ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Ήσουν δική μου και ποτέ δεν σε ρώτησα για τα βασικά και τα ανθρώπινα» απάντησε η Ρόζα σφίγγοντας τα χείλη της.

Η Ανδριάνα χαμογέλασε.

«Και τι θες να μάθεις δηλαδή που δεν το ξέρεις;»
«Όχι τα γεγονότα, αυτά λίγο ως πολύ τα γνωρίζω, τα παραμέσα σου θέλω να μάθω. Αυτά για τα οποία δεν μίλησες ποτέ, γι’ αυτά που κάποτε σε κοιτάγαμε με τον θείο σου και κουνούσαμε το κεφάλι μας και ρωτούσαμε ο ένας στον άλλον ‘’μωρέ θα βάλει μυαλό ποτέ τούτο το θηλυκό;’’ Κι όποτε σε ρωτούσαμε εσύ γελούσες, μόνο γελούσες και απαντούσες ‘’γιατί; Μια χαρά δεν είναι έτσι;’’  ή ‘’και που θα βρω περισσότερη αγάπη;’’. Καλοκαίρι ήταν, στην αυλή του σπιτιού της μητέρας σου στο νησί.

«Καλοκαίρι ήταν πάντα μέσα μου» είπε η Ανδριάνα και κράτησε για ώρα πολύ την φωτογραφία των γενεθλίων της στο χέρι «και καλοκαίρι πασχίζω να μείνει».

֎֎֎֎֎

«Θυμάμαι πάντα …» είπε η Ανδριάνα και η διήγησή της, μόλις είχε ξεκινήσει, «τον εαυτό μου κρεμασμένο στην κουπαστή του πλοίου. Το ταξίδι για το νησί ήταν πάντα ένας μεγάλος πονοκέφαλος μα η ευτυχία μεγάλη.

Ο πατέρας ήθελε να ταξιδεύουμε νύχτα για να προλάβουμε το πρώτο πλοίο της γραμμής. Τότε, είχαμε μόνο την παλαιά εθνική οδό. Θυμάμαι να με σηκώνουν από το κρεβάτι και να με ντύνουν μέσα στη νύχτα για να φύγουμε λες στα κλεφτά, σαν να είμαστε η οικογένεια Φον Τραπ στη Μελωδία της Ευτυχίας.

Μέσα σε ένα αυτοκίνητο ο πατέρας, η μητέρα, ο παππούς η γιαγιά και στη μέση εγώ, τόσο μικρή όσο ένα γατί.

Ο αδελφός σου Ρόζα έτρεχε, για την ακρίβεια έκανε αγώνα δρόμου με τον εαυτό του. Πότε θα φτάναμε στον προορισμό μας μια ώρα νωρίτερα και κάθε φορά έπρεπε να ξεπεράσει τον προηγούμενο χρόνο του …»

«Λες να μην το ξέρω; Γιατί νομίζεις ότι δεν ήθελα να έρχομαι μαζί σας. Σαν σακί με πατάτες ένοιωθα στο πίσω κάθισμα και κουβέντα δεν άκουγε ο άτιμος».

Η Ανδριάνα γέλασε «ακριβώς! Τέλος πάντων, αν δεν είχαν γίνει κατολισθήσεις κι αν ο δρόμος ήταν ανοιχτός φτάναμε κάποια στιγμή στο λιμάνι.

Η γιαγιά φρόντιζε να έχει πάντα μαζί της λίγο ψωμί με κασέρι ‘’για το στομάχι’’ έλεγε και πάλευε να με μπουκώσει αλλά αν θυμάσαι μπουκιά δεν έβαζα στο στόμα μου. Το έτρωγε όμως η ίδια. Τώρα ήταν η λιχουδιά της ή ο φόβος της δεν ξέρω να σου πω».

«Τότε, γιατί γύρω στα δεκαεπτά έφαγες όλες τις μπουκιές σου μαζεμένες» είπε η θεία της κουνώντας το κεφάλι.

«Τότε» σιγοψιθύρισε η Ανδριάνα.  Σαν φτάναμε στο λιμάνι, κατεβαίναμε αναμαλλιασμένοι από το αυτοκίνητο μα δεν με ένοιαζε, μπροστά μου ήταν το καράβι και ο πατέρας ήταν ευχαριστημένος όταν δεν είχε προλάβει ακόμα να δέσει το πλοίο, γιατί είχε φτάσει νωρίτερα από αυτό.

Νομίζω Ρόζα, ότι ο πατέρας μου ήταν πιο παιδί κι από μένα …»

«Να είσαι σίγουρη» φώναξε η θεία της.

«Το ταξίδι και το μαρτύριο μόλις είχε τελειώσει. Θα μπαίναμε στο καράβι και σε δυο ώρες θα έβλεπα την κορυφή του νησιού και τότε όλα θα είχαν γίνει πάλι καλοκαίρι και σημασία για εμένα δεν είχε η εποχή του χρόνου, μόνο το λιμάνι του νησιού που όσο κοντοζύγωνε το πλοίο η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα.

Γεννήθηκα στην Αθήνα, μέσα στο λίβα του καλοκαιριού. Μεγάλωσα όμως ανάμεσα στις ηλιαχτίδες κι έτσι φαντάστηκα ότι θα είναι όλη μου η ζωή, γεμάτη από εκτυφλωτικό φως και τη μυρωδιά του θαλασσινού αέρα κι εγώ, σαν γνήσιο παιδί του ήλιου, έστρεφα το κεφάλι μου σαν το ηλιοτρόπιο, να τραφώ και να μεγαλώσω από το φως του.

Η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο κεφάλι είναι στο νησί να μας περιμένει η θεία Ρωξάνη με μια τεράστια αγκαλιά ανοιχτή και μοσχάρι ραγού με χοντρό μακαρόνι. Πάντα, κάθε άφιξη συνοδευόταν από μια μεγάλη πιατέλα με μπόλικο τυρί. Η αλήθεια είναι, ότι αυτό το ραγού δεν το πέτυχε καμία σας μαγείρισσα, όλα κι όλα.

Ρόζα …»

«Ναι κορίτσι μου»

«Σκέφτομαι συχνά-πυκνά, ‘’πόσο μεγάλο σόι είχε η μητέρα μου’’ και που πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Που χαθήκαν όλες αυτές οι όμορφες στιγμές;»

«Αν πιάσουμε από τη μεριά του παππού σου, η προγιαγιά σου γέννησε δώδεκα παιδιά, επέζησαν τα οκτώ και κάθε ένα από αυτά έκανε δυο με τρία κουτσούβελα που κι αυτά με τη σειρά τους αράδιασαν άλλα τόσα. Για κάνε τον πολλαπλασιασμό …».

«Ρητορική ήταν η ερώτηση. Τέλος πάντων, φτάναμε στο νησί και στο παλιό σπίτι της θείας Ρωξάνης βρίσκαμε απάγκιο. Η ίδια, μαζί με τον θείο Παναγή και τον νεογέννητο τότε Αλέξη, έφευγαν και πήγαιναν στο εξοχικό τους. Το σπίτι στο παραθαλάσσιο χωριό. Ο ξάδελφός μου τότε μόλις είχε γεννηθεί κι αν θέλεις το πιστεύεις ότι τον θυμάμαι στην κούνια του.

Το χειμερινό σπίτι κοντά στην πόλη, της Ρωξάνης και του θείου Παναγή ήταν μέσα στα λιοστάσια. Αργότερα, ο Αλέξης κι εγώ σκαρφαλώναμε στα λιόδεντρα κάναμε όσες αταξία μπορούσες να σκεφτείς και νομίζω ότι ακόμα και σήμερα τα ίδια θα κάναμε …

Έφευγαν για το σπίτι στην παραλία και μέναμε εμείς στο δικό τους. Ο θείος ο Παναγής, πρωτανήψι του παππού μου, τον είχε σαν πατέρα του και ήταν κι ο μόνος που κράτησε και πέρασε στον ξάδελφό μου την αγάπη του για την οικογένεια.

Μα να ξεβολεύεσαι γιατί έρχεται στο νησί ο μεγάλος αδελφός του πατέρα σου;» είπε φωναχτά η Ανδριάνα.

«Μην ξεχνάς όμως, ότι ο παππούς σου ο Νικόλας και η γιαγιά σου η Φερενίκη τους μεγάλωσαν όλους σαν δικά τους παιδιά. Σωστά έκανε ο θείος σου και η Ρωξάνη κυρία, στο ύψος των περιστάσεων στάθηκε πάντα, έδειξε το πρέποντα σεβασμό σε ανθρώπους που άνοιξαν την αγκαλιά τους και την καλοδέχτηκαν».

Η Ανδριάνα δεν άκουγε ταξίδευε μόνο …

«Μόλις τακτοποιούσαμε τα πράγματα ο παππούς κατέβαινε με τον πατέρα στην πόλη και αγόραζαν σκοινί χοντρό. Είχαν μια τάβλα, που ποτέ δεν έμαθα, μα και δεν ρώτησα που την έβρισκαν και με αυτή ο παππούς έφτιαχνε την αυτοσχέδια κούνια. Την κρεμούσαν στο πιο χοντρό και ψηλό κλαδί της ελιάς που ήταν πιο κοντά στην πίσω αυλή.

Το σπίτι ήταν μικρό και στενόμακρο μα είχε κάτι που περίσσευε και το έκανε να είναι το ομορφότερο του κόσμου όλου. Αγάπη μπόλικη. Θυμάσαι αλήθεια πόσα υπνοδωμάτια είχε; Εκεί μαζευόμασταν όλοι, τα παιδιά σου εγώ, οι παππούδες, γονείς. Πόσοι από εμάς κοιμόμαστε στρωματσάδα δεν θυμάμαι …

Η ωραιότερη ώρα ήταν όταν πηγαίναμε στη θάλασσα. Οι γονείς μου έφευγαν σχεδόν αμέσως, δούλευαν και οι δυο και έμενα με τους παππούδες στο νησί. Ερχόταν κάθε μέρα το ίδιο ταξί και μας έπαιρνε για να πάμε στη θάλασσα. Ο κύριος Παναγιώτης και το αυτοκίνητο είχε τις ταχύτητες στο χέρι και τα καθίσματα ήταν μονοκόμματα. Ένα πίσω, ένα μπρος από κόκκινο πλαστικό. Κολλούσαν τα πόδια μου σαν βεντούζες, μα δεν με ένοιαζε, εγώ πήγαινα στην θάλασσα!

Φτάναμε στην παραλία και αρχίζαμε τις βουτιές παρέα με τον παππού. Πόσοι αστερίες ήταν μαζεμένοι μέχρι έξω. Λες και η θάλασσα ήταν το δικό τους λιβάδι. Μα τι αναρωτιέμαι, τότε κόσμος δεν υπήρχε, ούτε τουρίστες. Ο παφλασμός της θάλασσας, το αλμυρό νερό, η αίσθηση της άμμου στα πόδια μου, ρηχά, βαθιά και δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να έβγαινε από το νερό, παρά μόνο όταν με φώναζε ο παππούς. Είχε παραγγείλει το ούζο του και για εμάς τα παιδιά πατάτες τηγανιτές, με χοντρό αλάτι και αντί για πιρούνι οδοντογλυφίδες. Δεν προλάβαινα να φάω σχεδόν ούτε μια όταν στο νησί ήταν ο Γρηγόρης και ο Σπύρος μα δεν με ένοιαζε. Έπαιρνα με το δάχτυλο το αλάτι και το έβαζα στο στόμα μου και μετά δωσ’ του πάλι να μπαινοβγαίνουμε στο νερό, μέχρι που η κόρνα του κυρίου Παναγιώτη σήμαινε τη λήξη του παιχνιδιού. Τόση στενοχώρια στη καρδιά μου δεν κατάλαβα ποτέ πως χώρεσε!

Επιστροφή στο σπίτι και το γλέντι το πιάναμε από την αρχή. Ο κουβάς με το νερό έπεφτε μέσα στο πηγάδι, ακόμα θυμάμαι το τρίξιμο του μαγκανιού αλλά και το πρόσωπό μου να αντιφεγγίζει πάνω στο επιφάνεια του σκοτεινού νερού. Όταν ανέβαινε ο κουβάς η ανάσα κοβόταν. Η πρώτη ψυχρολουσία ήταν μαρτύριο και συνοδευόταν πάντα από στριγκλιές. Μετά όμως ξεκινούσε το παιχνίδι μέχρι που η γιαγιά Φερενίκη έβγαινε και μας μάζευε.

Μην νομίσεις κι όταν έλειπαν τα αγόρια σου, μπουγέλα έπαιζα με τον παππού κι αργότερα με τον Αλέξη, στο πηγάδι με τις ανθισμένες λαντάνες.

Η ώρα του φαγητού ένα σκέτο μαρτύριο. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να τρώμε το μεσημέρι και γιατί μετά ο μεσημεριανός ύπνος ήταν υποχρεωτικός. Με θυμάμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι να περιμένω να περάσει η ώρα του μεσημεριού μέχρι που μεγάλωσα λίγο και άρχισα να το σκάω από τα παράθυρα. Έβαζα την καρέκλα μπροστά από το παράθυρο και τσουπ με ένα πήδο βρισκόμουν στην αυλή.

Αυτό το καλοκαίρι οι γονείς μου είχαν έρθει για τα γενέθλιά μου και μου έφεραν δώρο αυτή την ξύλινη μικροσκοπική κιθάρα που βλέπεις. Τη γρατζουνούσα και ο ήχος που έβγαινε πρέπει να σούβλιζε τα αυτιά. Θυμάμαι ότι την είχα ζητήσει αλλά μάλλον έπαιξα τόσο ώστε να βγει αυτή η φωτογραφία που βλέπεις».

«Ήσουν το πιο γλυκό παιδί που είχα γνωρίσει. Όχι μόνο από τη δική μας οικογένεια αλλά και από τις υπόλοιπες και δεν ξέρω αν τελικά αυτό ήταν το καλύτερο για σένα» είπε η Ρόζα σκεφτική.

Η Ανδριάνα άφησε για λίγο κάτω τις φωτογραφίες και κοίταξε τη θεία της στα μάτια.

«Γεννήθηκα ευτυχισμένη Ρόζα κι αποφάσισα ότι έτσι θα περάσω τη ζωή μου. Θυμάμαι πολλές αποφάσεις που πήρα μικρή και τελικά σε μια γρήγορη αναδρομή έχω να σου απαντήσω ότι τις τήρησα όλες».

«Τι εννοείς;»

«Θυμάσαι την Μαρία, την ξαδέλφη μου;»

«Εννοείται» απάντησε η Ρόζα σηκώνοντας το φρύδι. «Αλήθεια τι κάνει;»

«Ούτε ξέρω και ούτε με νοιάζει» απάντησε η Ανδριάνα. «Άργησα να το καταλάβω κι αν οι φίλοι από το νησί δεν μου το έδειχναν με το δάχτυλο τεντωμένο, χαμπάρι δεν θα έπαιρνα για την ζήλια της».

«Δεν έφταιγε …»

«Καμιά μας δεν έφταιγε, τουλάχιστον όσο είχαμε το ακαταλόγιστο της ηλικίας. Μην νομίσεις ότι έχω ζήσει κάτι λιγότερο από αυτά που έζησε η Έρση με την Φαίδρα, πάνω-κάτω τα ίδια και το χειρότερο δεν ήταν η αντιζηλία με τα αγόρια, ήταν ότι ποτέ της δεν πάτησε γερά στα πόδια της και πάντα έπρεπε να τις φταίνε οι άλλοι. Την ξαπόστειλα νωρίς γιατί αυτή τη συμπεριφορά επέλεξε να έχει. Όποτε με χρειαζόταν τότε θυμόταν την παρουσία μου και μετά έκανε σαν να μην με ξέρει. Τα ίδια έκανε και η μάνα της στον πατέρα μου, όταν μεγάλωσα τους το έλεγα, ‘’σταθείτε μακριά, βαστάζουν θέλουν’’, μα η μητέρα μου έκανε πάντα πίσω, ‘’για την οικογένεια’’ έλεγε.  Της Μαρίας της στάθηκα σε όλες τις στιγμές της μα δεν άξιζε τον κόπο στο ορκίζομαι.

Θυμάμαι, έχοντας πλέον μεγαλώσει και οι δυο, κάπου εκεί στην εφηβεία μας, γυρνάγαμε με τα ποδήλατα στο σπίτι από έναν δρόμο που είχα διαλέξει εγώ. Η Μαρία φοβόταν να αφήσει το τιμόνι, εγώ πάλι σκαρφάλωνα πάνω στη σέλα, οδηγούσα χωρίς χέρια κι έκανα όλα όσα δεν θέλεις να κάνει ένα παιδί, μα ο μοναδικός μας κίνδυνος τότε, ήταν να τρακάρουμε με ένα διερχόμενο γάιδαρο ή να πέσουμε σε κανένα χαντάκι.

Εκείνη την ημέρα τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη, μια μέλισσα τσίμπησε την Μαρία στο φρύδι, καθώς κατεβαίναμε την κατηφόρα για το σπίτι και περνώντας κάτω από μια συκιά. Οι στριγκλιές της ακούστηκαν στο πέρα νησί και φυσικά, για την μέλισσα που βρέθηκε στο δρόμο μας και δει στο φρύδι της Μαρίας, έφταιγε εγώ και κανένας άλλος. Μέχρι να ξεπρηστεί το μάτι της με κατσάδιαζε από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί».

«Να υποθέσω ότι δεν έφταιγε η μέλισσα που τα σπάσατε».

«Όχι βέβαια, ένα παράδειγμα χαζό σου έφερα από τα χιλιάδες παρόμοια που έχω. Κουράστηκα να φταίω και την έκανα πέρα».

«Είναι εύκολο να σου φταίνε πάντα οι άλλοι» μονολόγησε η Ρόζα κουνώντας τα κεφάλι της με κατανόηση. «Αντιπαθητικό κορίτσι πάντως» είπε «προσπαθούσε πάντα να κάνει τη χαριτωμένη αλλά δεν κατάφερε να γίνει συμπαθής ποτέ της».

«Η Μαρία δεν μας ενδιαφέρει, απλώς κατάλαβα μεγαλώνοντας ότι οι άνθρωποι έχουμε δυο πρόσωπα. Το αληθινό το κρύβουμε πάντα πίσω από μια χαμογελαστή μάσκα.

Με έχεις επικρίνει πολλές φορές ότι έχω απομακρυνθεί από τον κόσμο».

«Ναι αλήθεια είναι αυτό» αποκρίθηκε η Ρόζα.

«Δεν είναι έτσι, έμαθα να ξεδιαλέγω αυτούς που αξίζουν τον κόπο» είπε η Ανδριάνα και έπιασε πάλι τις φωτογραφίες στα χέρια της. «Αυτό το καλοκαίρι» είπε δείχνοντας τη φωτογραφία με την τούρτα της «εσύ και ο θείος Γιωργής μου είχατε φέρει για δώρο το ποδήλατο του Σπύρου, που πια δεν χρησιμοποιούσε. Το θυμάσαι; Λευκό με βοηθητικές ρόδες.

Εκείνο το μεσημέρι που φτάσατε στο νησί και περάσατε από το σπίτι με τα λιόδεντρα για να μου αφήσετε το δώρο μου, ο θείος Γιωργής μου είχε πει ‘’μην το καβαλήσεις μικρή γιατί δεν έχει φρένα, αύριο θα πάμε να το φτιάξουμε’’, εγώ έδωσα το λόγο μου και είχα στήσει καρτέρι περιμένοντας πότε θα φύγετε. Σας χαιρέτησα, ο παππούς με την γιαγιά έπεσαν για ύπνο στο μεγάλο δωμάτιο με το σιδερένιο διπλό κρεβάτι και μόλις άκουσα το γνωστό ροχαλητό, ξεγλίστρησα από την πίσω πόρτα.

Καβάλησα το ποδήλατο κι άρχισα να τρέχω γύρω-γύρω στην μεγάλη αυλή. Κάποια στιγμή έβαλα στο μάτι ένα τούβλο. Ο θείος  Παναγής ήθελε να σηκώσει μάντρα στο πίσω μέρος μα το έργο του δεν είχε ολοκληρωθεί. Μια σειρά από τούβλα και από κάτω τους δυο μέτρα ύψος για να πατήσει το πόδι στο λιοστάσι.

Πατάω τα πετάλια του ποδηλάτου με μανία και την ώρα που φτάνω κοντά στο τούβλο, αντιλαμβάνομαι ότι ο θείος Γιωργής δεν μου έλεγε ψέματα. Τα φρένα δεν λειτουργούσαν κι έτσι βρέθηκα να στροβιλίζομαι στον αέρα μαζί με το λευκό ποδήλατο μέχρι που σωριάστηκα στο χώμα με ανοιγμένο το κεφάλι».

«Τι πάει να πει ότι ο Γιωργής δεν σου έλεγε ψέματα;»

«Νόμιζα ότι μου το είχατε πει αυτό για να πάω να κοιμηθώ με το ζόρι».

«Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Δίκιο έχει ο Αλέξης που σε φωνάζει ακόμα και σήμερα ‘’μουρλοπούπουλο’’» γκρίνιαξε η Ρόζα. «Δεν είχαμε προλάβει να ξαποστάσουμε στο ξενοδοχείο και τα μαντάτα είχαν φτάσει. Τρέξαμε σαν τους παλαβούς στο νοσοκομείο να σας βρούμε. Ο παππούς σου κόντευε να σκάσει που δεν σου είχε κλειδώσει το ποδήλατο στην αποθήκη. Όλοι ξέραμε τι ζιζάνιο ήσουν».

«Ακόμα και με ανοιγμένο κεφάλι, ένα πράγμα έχω να σου πω, ήταν πολλά τα ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου και ποτέ δεν φαντάστηκα ότι τα πόδια μου θα βάραιναν τόσο και δεν θα πήγαινα στο νησί…».

«Ανδριάνα, μην κάνεις το λάθος και θεωρήσεις τίποτα δεδομένο» είπε η Ρόζα.

«Δεδομένο;» είπε η Ανδριάνα καγχάζοντας.

«Τότε γιατί δεν γυρνάς στις ρίζες σου;»

Στο σαλόνι η σιωπή της Ανδριάνας απλώθηκε σαν σύννεφο πάγου.

«Δεν μπορώ» αποκρίθηκε.
«Ναι αλλά γιατί;»
«Γιατί δεν έμεινε τίποτα ίδιο» απάντησε κλείνοντας το κουτί με τις φωτογραφίες.

Η Ρόζα σηκώθηκε από την μπερζέρα της και ζήτησε από την Ολυμπία να τους φτιάξει δυο κούπες από ελληνικό καφέ. Στην επιστροφή κοντοστάθηκε λίγο κι άνοιξε ένα συρτάρι. Κάτι έβγαλε και γύρισε στο σαλόνι.

«Σε αυτή τη φωτογραφία» είπε «είμαστε η μητέρα σου κι εγώ στη θάλασσα».

«Στην παραλία μπροστά από το σπίτι μας …»

«Πόσο καιρό ακόμα θα κρατάς μέσα σου το πένθος;» τη ρώτησε η θεία της. «Τι νόμισες Ανδριάνα, ότι με το να κρύβεσαι από τον πόνο αυτός θα περάσει; Λάθος, γίγαντας γίνεται και σε τρώει, να έτσι, χαπ κάνει και σε εξαφανίζει με μια χαψιά».

«Τι θέλεις να κάνω;»

«Να γυρίσεις πίσω, να πας στις ρίζες σου, στους ανθρώπους σου, στο σπίτι σου κι αν τίποτα δεν είναι όπως πριν, φτιάξε τις δικές σου καινούργιες όμορφες εικόνες» είπε η Ρόζα έντονα. «Ο παππούς σου ο Νικόλας έφυγε από το νησί στα δεκαοχτώ του χρόνια, ήρθε στην Αθήνα σπούδασε κι έγινε ένας σπουδαίος καθηγητής μαθηματικών.

Γνώρισε τη γιαγιά σου, παντρεύτηκαν κι έμειναν εδώ. Στον πόλεμο έφυγαν, γύρισαν στο νησί για να σώσουν τη μητέρα σου αλλά και να σωθούν οι ίδιοι από την μαύρη πείνα. Τα κατάφεραν και μεγάλωσαν την Αγγελική με τον καλύτερο τρόπο.

Πριν λήξει ο πόλεμος γύρισε πρώτος ο παππούς σου, η γιαγιά σου και η μητέρα σου ήρθαν αργότερα. Αυτή τη διαδρομή που εσύ κάνεις σε τέσσερεις ώρες, τότε αναγκάστηκαν να την κάνουν σε έναν μήνα. Να κρύβονται σε σπίτια και σε βάτα, χωρίς πανωφόρια και δεύτερη αλλαξιά.

Η γιαγιά σου ήταν από μεγάλη οικογένεια της Πάτρας. Είχε μεγαλώσει μέσα σε ένα μικρό παλάτι. Έβγαζε τα ρούχα της και ξοπίσω της έτρεχαν οι καμαριέρες και τα μάζευαν από το πάτωμα. Η κυρία Φερενίκη που λόγο κακό για άνθρωπο δεν είχε, από κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που γυρνούσε στα φιλολογικά σαλόνια και στους χορούς της εποχής, κρατώντας τα ονόματα των καβαλιέρων στο φιλντισένιο της καρνέ, μέσα σε μια νύχτα έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Ήταν τότε που το σπίτι τους κάηκε στην πυρκαγιά και η ίδια, σώζοντας τη μητέρα της, τη γιαγιά της κι ένα σακούλι με κοσμήματα, από ξέγνοιαστη νεαρή μεταμορφώθηκε μέσα στα αποκαΐδια του σπιτιού της, σε μια δυνατή γυναίκα.

Τα κοσμήματά της τα πούλησε όλα στον πόλεμο, ένας ήταν ο νταλκάς της, να βλέπει την κόρη της να μεγαλώνει και τον παππού σου να μην καρδιοχτυπάει για το μεροδούλι. Όταν φοβόταν, έκανε μια ερώτηση κοιτάζοντας προς τον ουρανό, ‘’που είμαστε και που πάμε;’’ μα απάντηση δεν ξέρω αν πήρε ποτέ.

Ο πόλεμος τελείωσε και ο παππούς σου ξεκίνησε να δουλεύει και πάλι στην Αθήνα κι εκεί που όλα έμοιαζαν να έχουν πάρει το δρόμο τους, έρχεται το κράτος και του παίρνει το μερτικό του από την περιουσία του στο νησί. Απαλλοτρίωση του είπαν και του έδωσαν πέντε παλιοδεκάρες.

Ο κύριος Νικολάκης τα έβαλε στην άκρη μα ο πόνος μέσα του ήταν μεγάλος. Ξεριζωμένος ένοιωθε από τον τόπο του κι ας είχε τόσο κόσμο που τον αγαπούσε, τόσα ανίψια που τον φίλεψαν και του έδωσαν το σπίτι τους. Κάτω όμως δεν το έβαλε και τα λεφτά τότε Ανδριάνα από τον τοίχο δεν τα βγάζαμε. Δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ και είχε στόματα να θρέψει κι όχι μόνο το παιδί του και τη γυναίκα του, μα και ένα τσούρμο αδέλφια και να προικίζει αδελφές και να σπουδάζει και τα ανίψια του.

Πριν κλείσει τα μάτια του, κατάφερε με κόπο να αγοράσει ένα κομμάτι γης από τη γη των προγόνων του κι όλη αυτή την αγάπη του κατάφερε και την πέρασε σε εσένα. Εσύ ακούς τη λέξη νησί και τα μάτια σου βουρκώνουν κι αντί να πιάσεις τη πέτρα και να την κάνεις χίλια κομμάτια, δεν γυρνάς πίσω γιατί ‘’όλοι έχουν φύγει;’’. Είσαι τρελή κορίτσι μου;»

«Έζησα μέσα στην ευτυχία Ρόζα και δεν το κατάλαβα».
«Και ποιος από εμάς φαντάζεσαι ότι είναι σε θέση να το καταλάβει, ειδικά όταν είναι παιδί, τώρα όμως τι δικαιολογία έχεις;»

Η Ανδριάνα σιώπησε.

«Πάρε το κουτί με τις φωτογραφίες, κλάψε, φώναξε, κοπάνα το κεφάλι σου στον τοίχο μα σταμάτα να πενθείς. Τίποτα και κανείς δεν γυρίζει πίσω, ο χρόνος όμως τρέχει ανάμεσα στα δάχτυλά μας σαν την άμμο, γλιστράει και χάνετε, δεν κάθετε να περιμένει εσένα να κλαψουρίζεις ‘’έζησα ευτυχισμένα’’ λες κι έπαθες καμία συμφορά. Ακριβώς επειδή σου έλαχε να ζήσεις όπως έζησες, έχεις και την υποχρέωση να τιμήσεις αυτή την ‘’προίκα ζωής’’ που σου άφησαν κληρονομιά.

Δεν είναι τα αντικείμενα Ανδριάνα. Η γιαγιά σου η Φερενίκη τα έχασε όλα και μαζί με τους καμένους τοίχους και τα διαμαντικά της, έχασε και τον αδελφό της, το στήριγμά της, το καμάρι της, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού. Πόσο πόνο κράτησε μέσα της κανείς δεν την ρώτησε, μα η ίδια απλόχερα έδωσε σε όλους μας ένα μάθημα ζωής, μαζί με πιάνο της και τις απαγγελίες της στα Γαλλικά.

Γύρνα λοιπόν εκεί που σε πάει η καρδιά σου και χάραξε πλώρη για μια διαδρομή που την ευτυχία θα την δημιουργήσεις εσύ και πάψε να κυνηγάς τα φαντάσματα του παρελθόντος. Τίποτα δεν μένει στη θέση του και τίποτα δεν είναι δεδομένο» είπε και χτύπησε δυνατά τα χέρια της. «Ξύπνα, πάμε να αποτελειώσουμε την πουτίγκα τώρα και να μου βρεις τη συνταγή για το ραγού της Ρωξάνης, που θα μου πεις εσύ κουβέντα για τη μαγειρική μου. Ανεπρόκοπη».

 

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here