Όταν η Ελένη ξύπνησε στο δωμάτιο του μαιευτηρίου, κοίταξε το δωμάτιο με τα λευκά σιδερένια κρεβάτια, τις σκούρες κουρτίνες και η ματιά της στάθηκε στις υπόλοιπες γυναίκες νιώθοντας στην καρδιά της το τσίμπημα της ζήλιας αλλά και της ενοχής. Η κάθε μια από αυτές, σε λίγες μόνο ημέρες θα επέστρεφε στην δικιά της ζωή, αγκαλιά με το μωρό της έχοντας ένα μόνο συναίσθημα. Xαρά. Για τον εαυτό της δεν μπορούσε να σκεφτεί το ίδιο, αλήθεια που θα βρισκόταν όταν θα έφευγε από εδώ;

Ανατρίχιασε με τις υποθετικές σκέψεις που έκανε. Τον Γεράσιμο τον είχε δει μόνο μια φορά στη ζωή της θυμωμένο και η θύμηση της συγκεκριμένης στιγμής, την έκαναν να κλείσει στιγμιαία τα μάτια της προσπαθώντας να αποφύγει τις σκέψεις της. Μάταιος κόπος.

Επιστρέφοντας από το σπιτάκι που έμενε ο Τζόζεφ στο πίσω μέρος του κήπου, είδε τον Γεράσιμο να την παρατηρεί πίσω από την μπαλκονόπορτα του σαλονιού με το βλοσυρό του ύφος και για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου η ανάσα της είχε κοπεί. Μετά τη στιγμιαία σαστιμάρα και φόβο, χωρίς ποτέ να μπορεί να εξηγήσει που βρήκε το θάρρος, έτρεξε προς το μέρος του χαμογελαστή και με τα χέρια της ανοιχτά θέλοντας τάχα να τον αγκαλιάσει.

«Πως γύρισε τόσο νωρίς;» τον ρώτησε και συνέχισε πριν προλάβει ο Γεράσιμος να την ρωτήσει «είχα πάει ένα παυσίπονο στον Τζόζεφ» δεν τον είδα καθόλου σήμερα και η αλήθεια ήταν ότι ανησύχησα».
«Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν έχεις καμία δουλειά να ασχολείσαι με το βοηθητικό προσωπικό του σπιτιού. Αυτό ανήκει στις αρμοδιότητες της Γιαννούλας» είπε κι έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος που συνήθως στεκόταν η κοπέλας που εκτελούσε χρέη οικιακής βοηθού.
«Καλά τα λες, μόνο που σήμερα της έχουμε δώσει άδεια. Φαίνεται ότι το έχεις ξεχάσει υποθέτω» απάντησε η Ελένη σηκώνοντας ελαφρώς αδιάφορα τους ώμους της.
«Επιμένω ότι δεν θέλω πολλά πάρε-δώσε μαζί τους» είπε ο Γεράσιμος και κάνοντας μεταβολή με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, διέσχισε το μεγάλο σαλόνι και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου κοντοστάθηκε από την ερώτηση που του έκανε η Ελένη.
«Γιατί δεν με ενημέρωσες ότι θα έρθεις νωρίτερα, το φαγητό δεν είναι ακόμα έτοιμο» είπε σχεδόν απολογητικά. «Σουτζουκάκια σμυρναίικα φτιάχνω όπως ακριβώς σου αρέσουν».
«Χρειαζόμουν κάτι έγγραφα» απάντησε απότομα και αυτό που Ελένη αναρωτήθηκε ήταν αν υπήρχε έστω και μια υποψία στο μυαλό του άντρα της. ‘’Αλλοίμονό της, θα τα έχανε όλα’’ σκέφτηκε και άρχισε να απαριθμεί όλα αυτά που της άρεσαν στη ζωή με τον Γεράσιμο.

Την υπέροχη βίλα με τα όμορφα φωτιστικά του Emile Gallé με τις πορτοκαλί αποχρώσεις και τα περσικά χαλιά. Τον κήπο με τις τριανταφυλλιές τις γαρδένιες και τις πέργκολες με τα αναρριχώμενα φυτά, τη ζωή που τώρα ζούσε δίπλα στον Γεράσιμο και τα δείπνα με την οικογένεια Μελισσινού αλλά και τα πολυτελή γεύματα με τους σερβιτόρους που ούτε στα καλύτερα όνειρά της δεν μπορούσε να φανταστεί. Ανέβηκε με αργά βήματα τη μεγάλη σκάλα ντυμένη από λευκό μάρμαρο Πεντέλης για να κρυφτεί για λίγη ώρα στο υπνοδωμάτιό τους με τα ζεστά χρώματα και τα μεγάλα παράθυρα που έβλεπε στον κήπο. Ήθελε να ρίξει λίγο νερό επάνω της, η μυρωδιά του Τζόζεφ είχε ποτίσει το κορμί της. Ο Γεράσιμος όμως στεκόταν ακριβώς από πίσω της και τον κατάλαβε την ώρα που ξεκούμπωνε το φερμουάρ του φουστανιού της.

«Θα σε βοηθήσω εγώ» της είπε και το αίμα πάγωσε στις φλέβες της. Είχε ντυθεί άτσαλα φεύγοντας από το σπιτάκι του κήπου και δεν ήταν σίγουρη αν μέσα στη βιασύνη της είχε κουμπώσει σωστά το σουτιέν της. Το ακριβό εσώρουχο της, είχε αποτυπώσει το πάθος της με τον Τζόζεφ κι αν ο άντρας της πρόσεχε το σημάδι από το σκίσιμο στο πλάι, θα καταλάβαινε ότι η ίδια ποτέ δεν θα το φορούσε παρά μόνο αν… Όχι, ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Με βιαστικές κινήσεις φόρεσε τη μεταξωτή ρόμπα της γρήγορα και άρχισε να διπλώνει με αργές κινήσεις τα ρούχα της, σαν να μην είχε λόγο να βιάζεται. «Θέλω να κάνω ένα γρήγορο ντους, η μυρωδιά του σκόρδου με ενοχλεί» είπε παλεύοντας να μην κινήσει τις υποψίες.

«Αποφάσισα ότι δεν χρειαζόμαστε άλλο τις υπηρεσίες του Τζόζεφ» είπε ο Γεράσιμος πίσω από την πλάτη της. Η Ελένη έμεινε ακίνητη στη θέση της και ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν ο ακανόνιστος χτύπος της καρδιάς της. «Γιατί;» ρώτησε δειλά χωρίς να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Θυμάσαι την ταμπακιέρα που είχα χάσει και έψαχνα να βρω με τόση μανία;»
«Ναι, βέβαια».
«Η Γιαννούλα την βρήκε ανάμεσα στα πράγματα του Τζόζεφ όταν είχε πάει να καθαρίσει το σπίτι του. Σπίτι, ένα αχούρι δηλαδή έτσι όπως το έχει κάνει. Το να κλέψει την ταμπακιέρα μου ήταν τουλάχιστον κουτό εκ μέρους του, γιατί δεν άξιζε δα και τίποτα» είπε. «Έπρεπε να ακούσω το ένστικτό μου από την πρώτη φορά που τον έβαλες στο σπίτι μας. Κάτι δεν μου άρεσε πάνω σε αυτόν τον άντρα αλλά δεν φταις εσύ, δικό μου το λάθος που επέτρεψα να συμβεί κάτι τέτοιο. Θα κανονίσω να φύγει άμεσα και όσο για συστατική επιστολή δεν θέλω να ακούσω κουβέντα» είπε.

Η Ελένη ήξερε ότι ο άντρας της έλεγε ψέματα. Η Γιαννούλα δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του Τζόζεφ, δεν ήταν μέσα στις υποχρεώσεις της. Ο ίδιος φρόντιζε για την καθαριότητα του χώρου του και η Ελένη το ήξερε αυτό από πρώτο χέρι ότι το σπιτάκι του κήπου που μέχρι πρότινος το χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη, ο Τζόζεφ το είχε περιποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο. Ο Γεράσιμος ήθελε να τον ξεφορτωθεί κι εκείνη δεν μπορούσε ούτε να υπερασπιστεί την τιμή του Τζόζεφ αλλά ούτε και να εναντιωθεί στον άντρα της. Θα την έδιωχνε κι εκείνη ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αν ανακάλυπτε την αλήθεια και το τι συνέβαινε στο σπίτι του όταν εκείνος έλειπε για δουλειά. Στο δρόμο θα βρισκόταν η Ελένη, χωρίς να υπάρχει μέρος για να κρύψει τις πομπές της. Πόσο τις έλειπε η μητέρα της.

Ένας ήχος την έφερε ξανά στην πραγματικότητα που ζούσε μέσα στο δωμάτιο με τα λευκά σιδερένια κρεβάτια και τις σκούρες κουρτίνες. Κοίταξε την Ευγενία που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι και η βαριά της ανάσα έφτασε στα αυτιά της Ελένης. Την κοίταξε και μέσα της ζήλεψε την ηρεμία του ύπνου της κι αναρωτήθηκε τι θα έκανε η ίδια από εδώ και στο εξής. Αν ο Γεράσιμος καταλάβαινε την αλήθεια, θα βρισκόταν με ένα μωρό στην αγκαλιά και θα έπρεπε να το φροντίσει, χωρίς οικογένεια και δίχως χρήματα. Θα την πέταγε έξω από το σπίτι χωρίς δεύτερη σκέψη και αυτή και το μωρό της και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα ήταν αυτό που θα της άξιζε. Μόνο που τώρα ήταν αργά και ανώφελο για να κάνει τέτοιου είδους σκέψεις.

‘’Μακάρι να μπορούσα να αλλάξω τη ζωή μου με αυτή της Ευγενίας’’ αναλογίστηκε κι έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η ανασφάλεια που ένιωθε δεν την άφηνε να κοιμηθεί παρά την ανάγκη που είχε το κορμί της για ξεκούραση.

Θυμήθηκε την ημέρα του γάμου της. Στεκόταν δίπλα στον Γεράσιμο στην εκκλησία που είχαν τελεστεί όλα τα μυστήρια της οικογένειάς του, ευχάριστα και δυσάρεστα. Χρόνια πριν το δικό τους γάμο, ακριβώς στην ίδια θέση που βρισκόταν τώρα εκείνη, ντυμένη με το νυφικό της φουστάνι στεκόταν η Αγλαΐα, η πρώτη σύζυγος του Γεράσιμου. Την Ελένη δεν την ενδιέφερε καθόλου ο πρώτος γάμος του άντρα της και ειδικά η Αγλαΐα. Ο Γεράσιμος δεν είχε αγαπήσει καμία άλλη γυναίκα όπως την ίδια κι αυτό της έφτανε και της περίσσευε και ήξερε ότι ήταν το διαβατήριό της για μια ζωή χωρίς σκοτούρες. Ακριβώς όπως την είχε ονειρευτεί.

Μέσα στο κομψό του κουστούμι, έδειχνε πιο ψηλός και γεροδεμένος αλλά αυτό που η ίδια μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν το πρόσωπό του που την κοιτούσε με λατρεία. Το μυστήριο είχε αρχίσει και …

***

Η ανάσα της δεν έβγαινε. Ένιωσε ότι ασφυκτιούσε και σε ολόκληρο το σώμα της ένιωθε μια απερίγραπτη ζέστη. Το σιδερένιο κρεβάτι έμοιαζε να αχνίζει. Άρχισε να βήχει και ο αέρας μύριζε καπνό ανακατεμένο με κάτι άλλο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Ανασηκώθηκε από το μεταλλικό της κρεβάτι και έτρεξε προς το παράθυρο φωνάζοντας την Ευγενία να ξυπνήσει. Φωτιά φώναξε με όση δύναμη είχε κρατώντας μπροστά στο πρόσωπό της το μαξιλάρι της και κλωτσώντας σχεδόν τη γυναίκα δίπλα της που κοιμόταν χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα. Φωτιά ούρλιαξε ξανά και ξανά προσπαθώντας να ξυπνήσει και τις υπόλοιπες λεχώνες που μόλις κατάλαβαν τι συνέβαινε, άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητες στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Όλες εκτός από την Ευγενία.

«Ξύπνα» ούρλιαζε η Ελένη αλλά η γυναίκα μούγκριζε και δεν σάλευε από τη θέση της. Προσπάθησε να την σηκώσει φωνάζοντας «βοήθεια, σας παρακαλώ» μα το κορμί της Ευγενίας ήταν βαρύ κι ασήκωτο σαν βράχος. Της έριξε ένα δυνατό χαστούκι και η έννοια της για το μωρό της, την έκανε να βγει παραζαλισμένη και τρικλίζοντας στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Γυναίκες, φορεία και νοσοκόμες έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν την ενδιέφερε πλέον τίποτα, μόνο να βρει το νεογέννητο παιδί της και να φύγει από εκεί πριν προλάβει να γίνει το κακό. Η σειρήνα της πυροσβεστικής ακούστηκε να πλησιάζει ολοένα.

Χωρίς να υπολογίζει τους πόνους στο κορμί της και ειδικά στην περιοχή ανάμεσα στα πόδια της, έτρεξε ανάμεσα στους καπνούς με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της. Όχι από τον καπνό αλλά από την αγωνία για να βρει το παιδί της. Έφθασε στην αίθουσα νεογνών χωρίς να ξέρει πως τα είχε καταφέρει. Μέσα στους καπνούς, τα δάκρυα και την θολή ατμόσφαιρά διαπίστωσε έντρομή ότι η αίθουσα με τα μωρά ήταν κενή. Μια αδελφή νοσοκόμα κρατούσε ένα τελευταίο στην αγκαλιά της και το τύλιγε με βρεγμένο σεντόνι. «Το παιδί μου» ούρλιαζε και κοιτούσε τα ονόματα μπροστά από τις κούνιες των μωρών και από το στόμα της έβγαιναν ανεξέλεγκτες κραυγές καθώς διάβαζε τα ονόματα.

Νάκου και δίπλα Γαλάνη. Νάκου έλεγαν την Ευγενία αν δεν έκανε λάθος. Άρπαξε τη νοσοκόμα και την τράνταξε. «Που είναι το παιδί μου;» ούρλιαξε «τη λένε Γαλάνη» και η φωνή της ξέσκισε τον αέρα.

«Ησυχάστε, όλα τα μωρά είναι σε ασφαλές μέρος έξω από το κτίριο. Ακολουθήστε με» της είπε και πρόσθεσε «Αυτό είναι το μωρό της κυρίας Νάκου, τα τυλίγω με βρεγμένα πανιά για να αποφύγουμε τον κίνδυνο και σας παρακαλώ βοηθήστε με να κόψω το βραχιολάκι, το υλικό είναι φτιαγμένο έτσι που απορροφά τη θερμότητα και υπάρχει κίνδυνος να σημαδέψει το παιδί. Ησυχάστε αυτό είναι το τελευταίο μωρό» είπε και της το έδωσε να το κρατήσει στα χέρια.
«Η Ευγενία, η κυρία Νάκου προσπάθησα να την ξυπνήσω αλλά δεν τα κατάφερα, είναι στο δωμάτιο μάλλον» είπε η Ελένη και παρατήρησε ότι το πάτωμα ήταν γεμάτο από τα μικροσκοπικά βραχιόλια των παιδιών και πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, πήρε το μωρό στην αγκαλιά της και το κράτησε στο στήθος της τρέχοντας με αγωνία ανάμεσα στους καπνούς προσπαθώντας να βρει τη σκάλα που οδηγούσε στο ισόγειο. Ακολούθησε το σήμα που έγραφε Έξοδος μα την ώρα που έκανε να ανοίξει την πόρτα, διαπίστωσε ότι οι τεράστιες φλόγες της φωτιάς, ερχόταν προς το μέρος της. «Που να πάω;» ούρλιαξε χωρίς να συνειδητοποιήσει την ένταση της φωνής της. Άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη πλευρά του κτιρίου. Βρέθηκε στην έξοδο κινδύνου με την απότομη και στενή σιδερένια σκάλα. Κάποιος πρέπει να είχε βγει πριν από την ίδια γιατί η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ξυπόλητη και με το παιδί στην αγκαλιά άρχισε να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά που έκαιγαν τις γυμνές πατούσες της και άφηναν το αποτύπωμά τους. Η νύχτα είχε γίνει μέρα και η ίδια πάλευε να μην αγγίξει με το κορμί της την μεταλλική κουπαστή που ζεματούσε. Φωνές άκουγε από παντού και ουρλιαχτά αλλά εκείνη το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να περάσει από αυτή την κόλαση και να σώσει το μωρό. Της ήταν αδύνατον να θυμηθεί,  είχε ειδοποιήσει για την Ευγενία που κοιμόταν δίπλα της, είχε καταφέρει η γυναίκα να σωθεί και που της είχαν πει ότι βρισκόταν τα μωρά; Η κόρη της που ήταν;

Άκουσε μια δυνατή έκρηξη και βροχή από σπασμένα τζάμια έπεσαν πάνω της. Κουλουριάστηκε μαζί με το μωρό πάνω στην σκάλα που ζεμάταγε. Κάτι καρφώθηκε στον ώμο της και ένιωσε ότι δεν είχε τη δύναμη να κουνηθεί μέχρι που ένιωσε το μωρό να σαλεύει στον κόρφο της. ‘’Κουνήσου’’ διέταξε το μυαλό το ταλαιπωρημένο κορμί της και συνέχισε να περπατάει μέχρι οι γυμνές τις πατούσες να πατήσουν τη γη που έκαιγε.

Τραυματιοφορείς, νοσοκόμοι, πυροσβέστες όλοι φώναζαν και η ίδια δεν ήταν πλέον σε θέση να ξεχωρίσει τα λόγια. Η έννοια της ήταν μόνο μια, να βρει το παιδί της και την Ευγενία και να την ειδοποιήσει ότι τα μωρά τους ήταν καλά. Το νυχτικό της ήταν ξεσκισμένο, βρώμικο και καψαλισμένο αλλά δεν την ενδιέφερε. Μέσα στον κόσμο που πηγαινοερχόταν είδε την προϊσταμένη αδελφή νοσοκόμα που την είχε βοηθήσει όταν έφθασε στο μαιευτήριο και ήταν υπεύθυνη για όλες τις γυναίκες στο θάλαμό της.

«Αδελφή, σταθείτε σας παρακαλώ. Τα μωρά;»
«Όλα έχουν σωθεί, δεν χάσαμε ούτε ένα» είπε και πήγε να φύγει βιαστικά.
«Σας παρακαλώ, ξέρετε που είναι η κυρία Νάκου; Μήπως την έχετε δει; Ήταν η κυρία στο διπλανό από μένα κρεβάτι».

Υπήρξε μια εκκωφαντική σιωπή δευτερολέπτων.

«Δυστυχώς κυρία Γαλάνη» είπε.
«Τι πάει να πει δυστυχώς, δεν καταλαβαίνω» είπε η Ελένη και η φλέβα στον λαιμό της χτυπούσε ακατάπαυστα.
«Η κυρία Νάκου δεν τα κατάφερε».
«Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν, αυτό είναι άδικο. Ήθελε μόνο να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί. Τι πάει να πει δεν τα κατάφερε;»
«Τη χάσαμε μαζί με την αδελφή που είχε πάει να την συνεφέρει και να την βοηθήσει να κατέβει από τον όροφο αλλά τις πρόλαβε και τις δύο η έκρηξη».

Η Ελένη άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Η προϊσταμένη την πήρε στην αγκαλιά της και προσπάθησε να την βοηθήσει. «Ησυχάστε» της είπε «το μωρό σας κι εσείς είσαστε μια χαρά. Προσπαθήστε να ηρεμήσετε, κάνετε κακό στο παιδί χωρίς να το θέλετε» της είπε και η Ελένη ένιωσε για άλλη μια φορά το μωρό να σαλεύει στην αγκαλιά της. Η αδελφή τράβηξε ελαφρά το βρώμικο από την κάπνα σεντόνι και ξεπρόβαλε ένα καστανό με χειλάκια λουλουδένια μωρό. Η νοσοκόμα είχε θεωρήσει ότι το μωρό της Ευγενίας βρισκόταν μαζί με τα υπόλοιπα κι αυτό δεν ήταν άλλο από το παιδί της Ελένης.

«Έχετε καταλάβει ότι το χέρι του Θεού σας βοήθησε. Κοιτάξτε το μωρό σας τι όμορφο είναι. Είναι θαύμα που σωθήκατε και οι δύο, τα πόδια σας μόνο πρέπει να φροντίσουμε» είπε και την τράβηξε πιο κει για να τις δώσεις τις πρώτες βοήθειες.

Η Ελένη έμεινε αποσβολωμένη όσο συνειδητοποιούσε ότι από το μυαλό της αδελφής νοσοκόμας δεν πέρασε ούτε μια στιγμή ότι το μωρό δεν ήταν το δικό της. Από την άλλη όμως, μόνο μια μάνα θα έκανε ότι εκείνη κι αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, παρά μόνο πως θα φτάσει μια ώρα νωρίτερα στο παιδί της.

Η εικόνα του Τζόζεφ με το αγαλματένιο κορμί, τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια ξεπρόβαλε μέσα στο κεφάλι της για να της θυμίσει ότι ίσα που πρόλαβε να κρατήσει την κόρη τους αγκαλιά μόλις τη γέννησε και να δει πόσο πολύ του έμοιαζε και τότε, άστραψε κάτι μέσα στο μυαλό της και όλα έγιναν καθαρά και μπήκαν στη θέση τους, όπως έπρεπε να έχει συμβεί από την αρχή.  Αν κρατούσε αυτό το μωρό, με τα καστανά μαλλιά και τα λουλουδένια χείλια κανείς δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια. Η Ευγενία είχε χαθεί μέσα στη φωτιά και μαζί της είχε πάρει και την νοσοκόμα που ήταν παρούσα στη γέννα της Ελένης. Έτσι κι αλλιώς και οι δυο γυναίκες είχαν φέρει στον κόσμο κοριτσάκια και η προϊσταμένη που μιλούσε και τη βοηθούσε αυτή τη στιγμή τα είχε χαμένα με όλα αυτά που είχαν συνέβαιναν. Ποιος θα μπορούσε να θυμηθεί τη διαφορά ανάμεσα στα δυο κορίτσια; Ποιος θα θυμόταν ότι το ένα γεννήθηκε κατάξανθο και το άλλο καστανό; Έτσι κι αλλιώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η γυναίκα που τώρα της φρόντιζε τις πληγές στα καμένα της πόδια, είχε πιστέψει ότι το παιδί ήταν δικό της.

Ήταν αδύνατον η αλήθεια να έρθει στο φως. Στα πιστοποιητικά γεννήσεως δεν έγραφαν ποτέ χρώμα μαλλιών, μόνο το φύλλο του παιδιού και δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν μέσα στη φωτιά είχαν σωθεί ή καεί όλα αυτά τα χαρτιά. Δεν είχε ιδέα από κάθε τι γραφειοκρατικό. Αυτά τα φρόντιζε πάντα ο Γεράσιμος.

Κοίταξε το μωρό της Ευγενίας που κρατούσε στην αγκαλιά και ήξερε ότι αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει ήταν τερατώδες όμως θα το έκανε. Θα έδινε το παιδί του Τζόζεφ  στην οικογένεια της Ευγενίας κι αφού είχαν ήδη άλλο ένα κοριτσάκι και ο άνδρας της δύστυχης γυναίκας έλειπε ταξίδι, δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά αφού δεν είχε προλάβει να γνωρίσει την καινούργια του κόρη. Θα ήταν δύσκολο να μην κρατάει στην αγκαλιά της τον καρπό του έρωτά της αλλά η αλήθεια ήταν ότι έτσι και ο Γεράσιμος καταλάβαινε την αλήθεια, θα βρισκόταν και οι δυο στο δρόμο το δίχως άλλο. Τότε, όταν θα συνέβαινε αυτό, πως θα μεγάλωνε το παιδί της; Ένα κορίτσι που κανείς δεν θα το ήθελε, ένα παιδί που θα είχε γεννηθεί μέσα από την αμαρτία και την ντροπή, ένα πλάσμα που χωρίς να φταίει θα γινόταν ο περίγελος της κοινωνίας και γι’ αυτό θα έφταιγε η ίδια και κανείς άλλος.

Η Ελένη ήξερε ότι με αυτή την κίνηση που ετοιμαζόταν να κάνει, η όμορφη κόρη της θα μεγάλωνε σε ένα σπίτι με αγάπη. Κανείς δεν θα ζητούσε από το δύστυχο αυτό πλάσμα να απολογηθεί γιατί γεννήθηκε. Ήταν τρελή η απόφασή της, ξεπερνούσε κάθε όριο όμως έτσι το παιδί της θα ζούσε σε μια οικογένεια που θα το θεωρούσε δικό της και ίσως τελικά να το αγαπούσαν άνευ όρων. Ήταν η μόνη λογική απόφαση που είχε πάρει μέχρι τώρα και όσο κι αν η καρδιά της κλωτσούσε μέσα στο στήθος της, έπρεπε να ακούσει τη φωνή της λογικής και σιγά-σιγά, με τον καιρό, ακόμα και η ίδια θα μάθαινε να αγαπάει το παιδί της Ευγενίας σαν να είναι δικό της.

Η Ελένη κοίταξε άλλη μια φορά το μικρό πλασματάκι που είχε κρυμμένο στο στήθος της. Αυτό όπως και η κόρη της δεν είχαν διαλέξει τη μοίρα που τους επιφύλαξε η ζωή με το που ήρθαν στον κόσμο.

«Νομίζω πως τώρα τα πόδια σας θα είναι καλύτερα, δεν προλάβατε να πάθετε μεγάλη ζημιά» είπε η αδελφή νοσοκόμα. «Είναι δώρο Θεού που είσαστε και οι δυο σας καλά» είπε κοιτάζοντας την ασθενή της στα μάτια.

Η Ελένη ήξερε ότι την απόφαση έπρεπε να την πάρει τώρα, χωρίς αναβολές κι άλλο φόβο.

«Ναι, είναι θαύμα που ζούμε» είπε και έσφιξε το μικρό καστανό κορίτσι με τα λουλουδένια χείλη πάνω της κι ακούμπησε τα χείλη της στην κορυφή του βρεφικού κεφαλιού. «Σώπα αγάπη μου» είπε «η μαμά είναι εδώ».

~συνεχίζεται~
Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

 

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

 

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και είναι βασισμένο στο βιβλίο ”Το Ψέμα” της Αϊλίν Γκούτζ. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here