Δεκαέξι χρόνια πριν – Μέρος πρώτο

Η Ελένη παρατηρούσε τον εαυτό της στον μεγάλο ολόσωμο καθρέφτη του τμήματος με τα γυναικεία ρούχα στο μεγάλο πολυκατάστημα στο κέντρο της Αθήνας.

«Δεν ξέρω», είπε στην πωλήτρια ισιώνοντας τις πιέτες από το φουστάνι που δοκίμαζε, «μου φαίνεται κάπως υπερβολικό».
«Το ίδιο έχει αγοράσει και η γνωστή ηθοποιός …» είπε και σταμάτησε σφίγγοντας τα δυο της χείλη «δεν επιτρέπεται να αποκαλύψω ποια είναι ξέρετε, η μόνη διαφορά όμως είναι, ότι εκείνη δεν …» είπε και κοίταξε χαμογελώντας την στρογγυλή κοιλιά  της που φούσκωνε μέσα από τα ρούχα της.

Η Ελένη ενοχλήθηκε. Μα γιατί επέμεναν όλοι να της θυμίζουν συνέχεια την εγκυμοσύνη της; Κοίταξε για άλλη μια φορά το είδωλό της στον καθρέφτη και ο εκνευρισμό της εξαφανίστηκε μπροστά στην αμφιβολία για την εμφάνισή της. Μακάρι να ήταν μαζί της ο Γεράσιμος, η γνώμη του θα την βοηθούσε το δίχως άλλο.

Χωρίς να αφήνει τα μάτια της από το είδωλό της στον καθρέφτη, βγάζοντας με μικρές χαριτωμένες κινήσεις το φουστάνι που δοκίμαζε, ένιωσε για άλλη μια φορά τυχερή και ευνοημένη. Θα τολμούσε να πει ‘’αδικαιολόγητα τυχερή’’ όταν ακόμα και σήμερα δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς της έβρισκε ο Γεράσιμος και ήταν μαζί της. Το μόνο που μπορούσε η ίδια να ξεχωρίσει επάνω της, ήταν τα δυο μεγάλα βιολετιά της μάτια. Ο ίδιος της έλεγε ότι το πρόσωπό της του θύμιζε ένα μονίμως έκπληκτο μικρό κορίτσι. Μορφή βγαλμένη από παραμύθι και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ένοιωθε ακριβώς έτσι, χαμένη σε παιδικά ονειρικά παιχνίδια.

Της άρεσε να ψωνίζει στου Δραγώνα. Ήταν ο δικός της παράδεισος μετά τη λήξη του πολέμου και μόνο εδώ μπορούσε να βρει αυτά που ήθελε να φορέσει. Τι κι αν ήταν έγκυος, το μόνο που είχε σημασία ήταν να νιώθει όμορφη και να διασκεδάσει στην συγκέντρωση που θα έκανε η οικογένεια  Μελισσινού στον μεγάλο κήπου του σπιτιού της. Μακάρι να κατάφερνε να μιλήσει στην Λουκία, θα της έλεγε …

Έβγαλε με προσοχή το φουστάνι που δοκίμαζε και το έδωσε στην πωλήτρια όταν ένιωσε ένα έντονο βάρος χαμηλά στο υπογάστριο. Πάγωσε. Δεν ήταν καθόλου η ιδέα της, το παιδί που είχε μέσα της έσπρωχνε για να βγει κι αυτός που ο πόνος ήταν ανυπόφορος. Από το πρωί οι ενοχλήσεις στη μέση της δεν έλεγαν να την αφήσουν σε ησυχία, τώρα όμως ήταν σαν αμέτρητες καρφίτσες να τρυπούσαν το κορμί της κι ένα ζεστό υγρό ποτάμι να τρέχει ανάμεσα στα πόδια της.

Η καρδιά στο στήθος της χτυπούσε με δύναμη. Δεν ήθελε να της συμβαίνει αυτό μα ούτε μπορούσε να το αποτρέψει. Είδε το λεκέ που είχε αφήσει ανάμεσα στα πόδια της και ντράπηκε. Τα μάγουλα της έγιναν κατακόκκινα, της είχαν σπάσει τα νερά. Κοιτούσε τον λεκέ με απόγνωση κι όσο κι αν είχε προσπαθήσει όλο αυτό τον καιρό να πείσει τον εαυτό της ότι το μωρό είναι του Γεράσιμου, γιατί έπρεπε να είναι δικό του, γιατί ήταν απαραίτητο, η ώρα της αλήθειας είχε φτάσει. Το ατσαλένιο σφίξιμο από το χέρι του φόβου της τσαλάκωνε την καρδιά. Το μωρό δεν ήξερε αν ήταν του Γεράσιμου, για την ακρίβεια είχε ακριβώς τις ίδιες πιθανότητες να είναι παιδί του Τζόζεφ. Όχι, δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Κοίταξε για άλλη μια φορά το είδωλό της στον καθρέφτη και η τρομαγμένη της μορφή δεν θύμιζε σε τίποτα το κορίτσι των παραμυθιών που έβλεπε όταν την κοίταζε ο Γεράσιμος.

«Είσαστε καλά;» τη ρώτησε ανήσυχη η πωλήτρια κοιτάζοντας το λεκέ ανάμεσα στα πόδια της.
«Το φουστάνι» ψέλλισε η Ελένη προσπαθώντας να πείσει τη νέα γυναίκα ότι όλα ήταν μια χαρά όταν ένιωσε ένα δυνατό πόνο σαν γροθιά στα σωθικά της και η ίδια χωρίς να το θέλει διπλώθηκε στα δυο. Μέσα στην παραζάλη της έβλεπε αμέτρητες μορφές να την κοιτάζουν περίεργα. Πιάστηκε από το μπράτσο της πωλήτριας και υποβασταζόμενη κάθισε στην πρώτη καρέκλα που της έφεραν. Τι δεν θα έδινε να ήταν εκείνη τη στιγμή ο Γεράσιμος μαζί της, θα ήταν ο μόνος που θα ήξερε ακριβώς τι θα έπρεπε να κάνει. Ένα βλεφάρισμα μαζί με το χαρακτηριστικό άνοιγμα των ρουθουνιών του, ήταν αρκετά για να σπεύσουν να τον εξυπηρετήσουν όλοι, δίχως να αναγκαστεί να μιλήσει.

Έπιασε το κεφάλι της και με τα δυο της χέρια προσπαθώντας να σταματήσει το υστερικό γέλιο ή κλάμα που της ερχόταν για να ξεσπάσει. Πως τόλμησε να το κάνει αυτό στον άνθρωπο που είχε περισσότερο ανάγκη από όλους στον κόσμο; Τώρα δεν είχε μάτια ούτε να τον κοιτάξει. Πως έγιναν όλα αυτά;

Ο Γεράσιμος ήταν ο πιο καλός άνθρωπος που είχε γνωρίσει μέχρι σήμερα και υποστηρικτικός μαζί της πάντα. Φρόντιζε να ικανοποιεί όλες τις ανάγκες της χωρίς η ίδια να χρειάζεται να του ζητήσει τίποτα. Ήταν λες και την καταλάβαινε με κάθε ίνα του μυαλού του κι εκείνη να πως του το είχε ανταποδώσει.

Θυμήθηκε τις ημέρες που με τον πενιχρό μισθό της μπορούσε να αγοράσει και να βράσει λίγα χόρτα μόνο. Μα γιατί έκανε τόσο κρύο ξαφνικά, είχαν πει ότι ο καιρός θα ήταν ζεστός σήμερα.

«Υπάρχει κανένας γιατρός εδώ;» φώναζε η πωλήτρια.

«Δεν χρειάζεται» είπε η Ελένη που συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε να πάει στο συντομότερο στο νοσοκομείο. Η μυρωδιά των αρωμάτων και των καλλυντικών μέσα στο χώρο της έφερνε αναγούλα. Μια κυρία με ένα μικρό στρογγυλό ψάθινο καπέλο την είπε χαμηλόφωνα. «Ο οδηγός μου θα σας πάει όπου του πείτε» είπε και μαζί με την πωλήτρια την οδήγησαν έξω από το κατάστημα. Η Ελένη το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να συμφωνήσει μαζί τους και να ψιθυρίσει ‘’σας ευχαριστώ’’.

Στο αυτοκίνητο μέσα ο πόνος στη μέση της όλο και δυνάμωνε και δάγκωνε τα χέρια της για να μην ουρλιάξει. Ήθελε να έχει τη μητέρα της κοντά της, ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία της που για μια στιγμή ένιωσε ότι ήταν εκεί, ότι θα την αγκάλιαζε και οι μνήμες του παρελθόντος γέμισαν το κεφάλι της. ‘’Μην κλαις αγάπη μου, εδώ είμαι εγώ, δεν θα σε αφήσω και όταν όλα περάσουν, θα πάμε μια μεγάλη βόλτα να δούμε τα όμορφα σπίτια που σου αρέσουν. Είναι αριστουργήματα ’’ συνήθιζε να της λέει κάθε φορά που την έβλεπε στενοχωρημένη. Τότε.

Οι ίδιες δεν είχαν τίποτα. Φτώχια και τα αποφόρια της θείας Μαρούλας , της αδελφής της μητέρας της που για καλή τους τύχη είχε παντρευτεί έναν έμπορο υφασμάτων. ‘’Έχουμε κάτι καλύτερο από τη θεία Μαρούλα’’ συνήθιζε να της λέει η μητέρα της ‘’την αγάπη της μιας για τη άλλη’’. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν ήταν αλήθεια γιατί η μητέρα της είχε πεθάνει ξαφνικά από την καρδιά της. ‘’Γιατί με άφησες μόνη μου;’’ είπε μέσα στα αναφιλητά της η Ελένη και η ανάμνηση του Τζόζεφ ξεπήδησε από την άκρη του μυαλού της και την πόνεσε σαν κοφτερό μαχαίρι.

Ψέματα έλεγε. Εδώ κι ένα χρόνο η σκέψη της ήταν κολλημένη επάνω του. Κάθε πρωί ξυπνούσε με την μυρωδιά του και τώρα όλη αυτή η αγωνία που ένιωθε, είχε ενισχυθεί με την σκέψη ότι το παιδί μπορεί να ήταν δικό του. Ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της. Ο πόνος είχε υποχωρήσει, πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν είχε μείνει έγκυος πριν γνωρίσει τον Τζόζεφ, θα ήταν σίγουρη τώρα και δεν θα περνούσε αυτό το μαρτύριο.

Η αλήθεια ήταν ότι από την αρχή του γάμου της προσπαθούσε να μείνει έγκυος αλλά δεν τα είχε καταφέρει κι όλο έτρεχε στους γιατρούς που την εξέταζαν με έναν τρόπο τόσο ενοχλητικό και προσβλητικό. Το ατσάλινο εργαλείο που έμπαινε μέσα της την πονούσε και κάθε φορά το πόρισμα ήταν το ίδιο. ‘’Είσαστε απολύτως υγιής κυρία Γαλάνη και θα έρθει η μέρα που θα αποκτήσετε το παιδί που ονειρεύεστε. Χρειάζεται μόνο να κάνετε λίγη υπομονή’’, μα το αίμα που έβλεπε κάθε μήνα να έρχεται ξανά και ξανά, γέμιζε την καρδιά της με πόνο και το βλέμμα του Γεράσιμου, που όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, ήταν γεμάτο με απογοήτευση.

Οι γιατροί όλη την αλήθεια δεν την ήξεραν. Η επαφή με τον Γεράσιμο την γέμιζε με απέχθεια και ήταν σίγουρη ότι αν μπορούσε να ξεπεράσει αυτό τη συναίσθημα, τότε ναι θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο το παιδί που λαχταρούσε. Γιατί ένιωθε έτσι; Ο Γεράσιμος της είχε αλλάξει τη ζωή, της είχε χαρίσει όλα όσα μπορούσε να ονειρευτεί και ποθούσε μια γυναίκα και ήταν ο πιο καλόκαρδος άνδρας του κόσμου.

Τον έβλεπε πάντα με τα υπέροχα καλοραμμένα κουστούμια του, τα γιλέκα και τις μεταξωτές γραβάτες και η αλήθεια ήταν ότι έδειχνε τόσο μεγαλοπρεπής. Όλα αυτά μέχρι το πρώτο βράδυ του γάμου τους που τον είδε γυμνό, με την στρογγυλή του κοιλιά να γυαλίζει στο ημίφως και το πλαδαρό σώμα. Τρόμαξε μπροστά σε αυτό το θέαμα και ξαφνικά της φάνηκε τόσο μεγάλος που δεν ήξερε ούτε τι να πει μα ούτε τι να κάνει. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι δεν ήθελε να κάνει και μέχρι σήμερα, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η Ελένη ένιωθε αηδία όταν το κορμί του ακουμπούσε το δικό της και πολύ περισσότερο όταν η ανδρική του φύση το απαιτούσε και προσπαθούσε κάθε φορά που την άγγιζε να θυμίσει στον εαυτό της το πόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί τον αγαπούσε τον Γεράσιμο. Το σώμα του όμως την πίεζε μέχρι ασφυξίας κι εκείνες οι κραυγές που έβγαζε κάθε που έμπαινε μέσα της, της έφερναν τρέλα και ανακατωσούρα και το στομάχι της δενόταν κόμπος όταν τον έβλεπε να βγάζει με νόημα τα ρούχα του και να τα διπλώνει με προσοχή πάνω στην καρέκλα του δωματίου, κοίταζοντάς την με την άκρη των ματιών του. Όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι που στη ζωή της εμφανίστηκε ο Τζόζεφ…

Το επόμενο κύμα πόνου ανάγκασε την Ελένη να διπλωθεί στα δυο. Αν ο Γεράσιμος μπορούσε να υπολογίσει σωστά το χρόνο θα ανακάλυπτε την αλήθεια και τότε όλα θα τέλειωναν και για την ίδια αλλά και για το μωρό που βιαζόταν να ανακαλύψει τον κόσμο. Η κραυγή που βγήκε από το στόμα της ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμόταν και αμέσως μετά φωνές, ασπρόμαυρες πλάκες και μετά σκοτάδι.

***

Ξύπνησε σε ένα λευκό σιδερένιο κρεβάτι με ρόδες. Μια σκούρα κουρτίνα που κανονικά σχημάτιζε Π γύρω από το κρεβάτι, ήταν μισάνοιχτη και από το παράθυρο έμπαινε λίγο φως. Η Ελένη προσπάθησε να σηκωθεί στηρίζοντας το βάρος της στα χέρια της αλλά ένιωσε ένα πόνο κι μια κραυγή βγήκε από τα χείλη της. Η κουρτίνα άνοιξε και η γυναίκα με την λευκή στολή της είπε ‘’στάθηκες τυχερή που δεν έπαθες τίποτα από την πτώση’’.

«Μου έρχεται αναγούλα» απάντησε η Ελένη.
«Μην ανησυχείς, η ιδέα σου είναι» της απάντησε καθώς έφερνε το δίσκο με τα εργαλεία. «Θέλω να δω τη διαστολή σου, το πρώτο σου παιδί είναι να υποθέσω;» τη ρώτησε καθώς έβαζε τα δυο της δάχτυλα στον κόλπο της Ελένης η οποία τινάχτηκε από τον πόνο.
«Έχεις ώρα ακόμα μέχρι να γεννήσεις, είναι μόνο λίγα εκατοστά» είπε και έφερε τα εργαλεία για να την ξυρίσει. «Σε λίγο θα έρθει και ο γιατρός να σε δει» πρόσθεσε, τράβηξε την σκούρα κουρτίνα κι έφυγε.

Οι ώρες που ακολούθησαν έμοιαζαν ατελείωτες και η αγωνία είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Η Ελένη δεν ήξερε ότι υπήρχε τέτοιος πόνος και οι μορφές των δυο ανδρών αλλά και ο φόβος για την επόμενη ημέρα ξεχάστηκαν. Το μόνο που ήθελε ήταν να τελειώνει με αυτό το μαρτύριο. Ούτε το μωρό την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή. Να σταματήσει ο πόνος ήθελε μόνο.

Γύρω από το κρεβάτι της, φιγούρες ντυμένες με λευκές στολές μιλούσαν μεταξύ τους και της έκαναν γρήγορες ερωτήσεις. Απαντούσε σαν αυτόματο κι όταν της ζητήθηκε να ανοίξει τα πόδια της, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που δεν ένιωσε καμία ντροπή. Πονούσε και ούρλιαζε και οι στάλες από τον ιδρώτα κυλούσαν στο πρόσωπό της. Άρχισε να ξεφυσάει ενστικτωδώς με δύναμη, το μωρό της ζητούσε να βγει έξω κι εκείνη δεν μπορούσε να σταματήσει τη διαδικασία αλλά και δεν ήθελε.

«Μην σπρώχνεις ακόμα» της είπε η γυναίκα που την είχε εξετάσει νωρίτερα.
«Δεν γίνεται» είπε ανάμεσα στις ωθήσεις τις παραμιλώντας.
«Πρέπει να περιμένεις να πάμε στην αίθουσα τοκετού» φώναξε η νοσοκόμα. Της Ελένης όμως αυτό της φαινόταν αδύνατο. Ένιωθε ανήμπορη, σαν να την στραγγάλιζαν και δεν αισθανόταν την πίεση αυτή μόνο στο λαιμό αλλά σε ολόκληρο το κορμί της.

Τη σήκωσαν από το κρεβάτι και την έβαλαν στο φορείο για να την οδηγήσουν στην αίθουσα τοκετού. Η Ελένη βόγκηξε για άλλη μια φορά και οι εικόνες γύρω της έγιναν θολές κι αυτό το άγνωστο συναίσθημα της προκαλούσα τρόμο. Δυο χέρια τοποθέτησαν τα πόδια της πάνω σε δυο μεταλλικά στηρίγματα.
«Χαλάρωσε Ελένη κι όλα θα πάνε καλά» της είπε ο γιατρός της με την ευγενική ματιά. Η ίδια άρχισε πάλι να σπρώχνει αλλά οι πόνοι ήταν το ίδιο αφόρητο με το να μην σπρώχνει κι εκεί ανάμεσα στα μουγκρητά και τα αναφιλητά της, κάποιος της πέρασε μια μαύρη μάσκα.

«Σου δίνω λίγο αιθέρα» είπε η νοσοκόμα που την είχε αναλάβει από την αρχή, «να το εισπνεύσεις για να χαλαρώσεις, θα σου κάνει καλό» και λίγο μετά, ένιωσε το σώμα της να ανοίγει διάπλατα και κάτι να γλιστράει ανάμεσα στα πόδια της και αμέσως μετά άκουσε το κλάμα του παιδιού της μέχρι που άρχισε να κλαίει και η ίδια.

«Κοριτσάκι» της είπε ο γιατρός καθώς της το ακουμπούσαν επάνω της.

Η Ελένη είδε για πρώτη φορά την κόρη της και το κλάμα παρέα με την απόγνωση, έδωσαν την θέση τους στην ανακούφιση και τη χαρά, μέχρι που διαπίστωσε ότι τα χρώματα του μωρού δεν είχαν καμία σχέση με τον Γεράσιμο ή την ίδια. Η κόρη της, με το κατάξανθο χνούδι στα μαλλιά και το ολόλευκο δέρμα, ήταν το παιδί του Τζόζεφ και γι’ αυτό δεν είχε πλέον την παραμικρή αμφιβολία. Οι θηλές της σκλήραιναν, γύρευαν να το θηλάσουν και η ίδια δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιθυμία να ταΐσει το μωρό της.

Έσπρωξε μαλακά το στήθος της προς την κόρη της κι αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε να την αγαπήσει πραγματικά. Δεν ήταν το παιδί του Γεράσιμου και το δικό της, ήταν του Τζόζεφ κι αν ο Γεράσιμος το ανακάλυπτε κάτι τέτοιο θα τον σκότωνε και η αγάπη του γι’ αυτήν θα γινόταν μίσος. Τα δάκρυα άρχισαν πάλι να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια της.

«Μην κάνεις έτσι» της είπε η αδελφή νοσοκόμα καθώς την πήγαιναν με το φορείο σε ένα άλλο δωμάτιο που μοιραζόταν μαζί με άλλες γυναίκες.

«Μπράβο, εσύ ησύχασες» της είπε. «Κοριτσάκι έτσι; Κι εγώ μόνο που γέννησα λίγο νωρίτερα, συνηθίζεται μετά την πρώτη γέννα ξέρεις, μόνο που ο άντρας μου λείπει και υποθέτω ότι θα στενοχωρηθεί. Ήθελε αγόρι αυτή τη φορά γιατί έχουμε ήδη ένα κοριτσάκι. Το όνομά μου είναι Ευγενία» είπε, «Ευγενία Νάκου».
«Ελένη Γαλάνη, χαίρω πολύ. Δεν το έχει μάθει ότι γέννησες;»
«Ταξιδεύει για δουλειές και υπολογίζαμε ότι θα γεννούσα την επόμενη εβδομάδα, θα μου πεις γιατί δεν ειδοποίησα τη μάνα του, είναι όμως τόσο ξινή και παράλογη, που δεν αντέχεται με τίποτα. ‘’Ήσουν υποχρεωμένη να περιμένεις να γυρίσει ο άντρας σου’’ θα μου έλεγε, είπε η Ευγενία μιμούμενη με τη φωνή της την πεθερά της. «Γι’ αυτό σου λέω είναι τόσο παράλογη που δεν βγάζεις άκρη. Εσένα είναι το πρώτο σου παιδί ή έχεις κι άλλα;»
«Όχι» απάντησε και δεν ρώτησε ποιος ήταν ο λόγος που μια γυναίκα θα ήθελε να περάσει κι άλλη φορά αυτό το μαρτύριο. Η φωνή όμως της Ευγενίας με κάποιο τρόπο την ηρεμούσε.
«Είναι δύσκολο την πρώτη φορά, το ξέρω αλλά μην ξεχνάς ότι είναι στη φύση μας και μετά όλο αυτό το μαρτύριο ξεχνιέται από μόνο του, σαν να έχεις να δεις κάποιον χρόνια» είπε η Ευγενία και συνέχισε «κοίτα είμαστε και οι δυο πολύ κουρασμένες, τι θα έλεγες να κοιμηθούμε λίγο;»
«Η αλήθεια είναι ότι νοιώθω εξαντλημένη» είπε κι έκλεισε τα μάτια αλλά στο νου της ήρθε η μορφή του Τζόζεφ και αποκοιμήθηκε με την σκέψη του εραστή της.

***

Είχε βάλει αγγελία στην εφημερίδα και ζητούσε άνθρωπο για τις τεχνικές δουλειές του σπιτιού. Όσοι της είχαν απαντήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν οι νέοι άντρες χωρίς πείρα ή συνταξιούχοι που το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα έπρεπε εκείνη να τους βοηθήσει και όχι το αντίθετο. Όταν η πόρτα του σπιτιού της χτύπησε και μπήκε μέσα για πρώτη φορά ο Τζόζεφ, η Ελένη αυτό που πρόσεξε ήταν το ύψος του. Οι πατημασιές που άφηνε με τα λασπωμένα παπούτσια του σε όλο το σπίτι και ειδικά στην κουζίνα που κάθισαν για να κουβεντιάσουν ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αποφύγει.

Ακολουθώντας τον, παρατήρησε ότι κρατούσε λίγο το αριστερό του πόδι και της γεννήθηκε η απορία αν είχε χτυπήσει ή αν γεννήθηκε έτσι. Τα μαλλιά του ήταν κατάξανθα και τα μάτια του γαλανά. Είχε μια έμφυτη ευγένεια και το δέρμα του ήταν λευκό με λεπτές ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Ο χαιρετισμός του δυνατός και το βλέμμα του διαπεραστικό. Η καλοφτιαγμένη ψηλή κορμοστασιά του, αριστοκρατική και εντυπωσιακή και ο δρασκελισμός του μεγάλος. Πόσο διαφορετικός από τον Γεράσιμο με τα παχουλά απαλά χέρια που σε τίποτα δεν θύμιζαν τον άντρα που ονειρευόταν όταν ήταν μικρή. Αυτός εδώ όμως …

«Τζόζεφ Πράϊς» συστήθηκε κάνοντας μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα και η προφορά του ήταν τόσο ακαταμάχητη όσο και το φλεγματικό του χαμόγελο. Η μητέρα του ήταν Ελληνίδα αλλά ο πατέρας του Ουαλός  ψαράς και ο ίδιος είχε προτιμήσει να επιστρέψει μετά τον πόλεμο στην πατρίδα της μητέρας του τουλάχιστον για λίγο. Ήταν από τους στρατιώτες που είχαν μείνει μετά τον πόλεμο και το πόδι του, ήταν το δικό του παράσημο από το πεδίο της μάχης αλλά με τον καιρό βελτιωνόταν.

Αυτό που η Ελένη δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν για ποιο λόγο της είχε κοπεί η ανάσα και τον κοιτούσε σαν υπνωτισμένη. «Φαντάζομαι ότι μπορείτε να εργαστείτε για εμάς» του είχε πει μετά τις πρώτες συστάσεις. Ο Τζόζεφ είχε σηκωθεί όρθιος, της είχε σφίξει δυνατά το χέρι και με μια ανεπαίσθητη υπόκλιση επισφράγισε τη συμφωνία τους λέγοντας «ευχαριστώ κυρία».

Στη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που δούλεψε κοντά τους ο Τζόζεφ, η Ελένη τον έβλεπε να κάνει δουλειές μέσα στο σπίτι ή στον κήπο. Όταν ο ήλιος τον έκαιγε έβγαζε το πουκάμισό του και φαινόταν το ηλιοκαμένο και μυώδες κορμί του με το γυμνασμένο στήθος και τις μικρές ξανθές τρίχες στο στέρνο του να λαμπυρίζουν. Τα στιβαρά του πόδια με την στενή μέση, έκαναν το κορμί της να καίει. Άρχισε για πρώτη φορά στη ζωή της να αναρωτιέται πως θα ήταν αν την φιλούσε, αν της άγγιζε, αν χάιδευε την κοιλιά της και την ίδια στιγμή οι ενοχές ερχόταν με φόρα και της χτυπούσαν την σφαλιστή πόρτα του μυαλού της.

Την ευκαιρία που της είχε χαρίσει ο Γεράσιμος, θα τη ζήλευε ακόμα και ο χειρότερος εχθρός της κι εκείνη, αντί να εκτιμήσει την καλή της τύχη, ονειρευόταν τον ερωτικό χορό των χεριών του Τζόζεφ πάνω στη σάρκα της. Όσο περνούσε ο καιρός όλα έδειχναν να χειροτερεύουν. Ξυπνούσε ιδρωμένη από τον πόθο, μόνο που δεν ήταν για τον Γεράσιμο αλλά για τον Ουαλό που σκάλιζε τον κήπο τους.

Μπορεί αυτό να ήταν αγάπη; Κι αν δεν το έλεγαν έτσι τότε τι ακριβώς της συνέβαινε; Δεν τον θαύμαζε, αυτό το συναίσθημα το είχε μόνο για τον Γεράσιμο και κάθε φορά που γυρνούσε από το γυναικολόγο, με τις επώδυνες και μάταιες εξετάσεις αλλά και απαντήσεις την αγκαλιά του Γεράσιμου αποζητούσε και κανενός άλλου. Όταν όμως ξάπλωναν με τον άντρα της στο κρεβάτι κι εκείνος δίπλωνε με νόημα τα ρούχα του, η Ελένη ονειρευόταν το μυώδες κορμί του Τζόζεφ και αναρωτιόταν τι γεύση να είχε το φιλί του και μόνο έτσι μπορούσε να προσποιηθεί στο άγγιγμα του Γεράσιμου και όσο ο καιρός περνούσε, αποκτούσε την πεποίθηση ότι και ο Τζόζεφ ένιωθε έτσι ή έστω κάπως έτσι. Ίσως ήταν οι ματιές που είχαν ανταλλάξει και το ύφος του που γινόταν σαν παγωμένη μάσκα κάθε που ο Γεράσιμος έκανε την εμφάνισή του.

Ήταν καλοκαίρι όταν η ίδια έξαψη που είχε νιώσει τόσες φορές, την έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι. Ήταν και η ζέστη αφόρητη και το ρυθμικό ροχαλητό του Γεράσιμου την έκανε να θέλει να βγει μια βόλτα στον κήπο για να νιώσει το δροσερό ρεύμα του αέρα κοντά στο παρτέρι με τις τριανταφυλλιές.

Τον είδε με την άκρη του ματιού της. Στην αρχή τρόμαξε μόλις της μίλησε όμως ηρέμησε και του χαμογέλασε.

«Δεν είχα ύπνο, έκανε τόση ζέστη που χρειαζόμουν λίγο φρέσκο αέρα» ξεκίνησε να λέει και συνειδητοποίησε ότι η διαφάνεια του νυχτικού της κάτω από το φως του φεγγαριού δεν της προσέφερε και μεγάλη προστασία. Μούδιασε κι άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα προσπαθώντας να διασκεδάσει την αμηχανία της. «Ξέρεις όταν ήμουν μικρή, ήθελα να κοιμάμαι έξω για να βλέπω τα αστέρια αλλά η μητέρα μου πάντα ανησυχούσε και δεν με άφηνε».
«Και τώρα που μεγάλωσες τι σου λέει;»
«Έχει πεθάνει» είπε και το γέλιο πάγωσε στα χείλη της κι έγινε γκριμάτσα. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από το κορμί της, κοίταξε τα αστέρια που έλαμπαν στον ουρανό και τις αγαπημένες τις τριανταφυλλιές. «Ας πηγαίνω τώρα, είναι αργά» είπε και πριν προλάβει να γυρίσει στην ασφάλεια του σπιτιού της ο Τζόζεφ τη σταμάτησε.
«Μισό λεπτό» της είπε κι έσκυψε προς το μέρος της.
«Όχι, σε παρακαλώ μη» είπε κι έκανε ένα μικρό βήμα προς τα πίσω.
«Σε πρόσβαλα;» ρώτησε με απορία και κρατώντας το φακό στα χέρια του. Το μόνο που ο ίδιος ήθελε ήταν να της φωτίσει το μονοπάτι. Όταν η Ελένη το κατάλαβε το μόνο που ήθελε ήταν να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ο Τζόζεφ όμως παρατηρούσε κάθε της κίνηση και σπασμό που έκανε το πρόσωπό της. Έκλεισε το φως του φακού, την αγκάλιασε και την φίλησε αργά και υγρά με το φιλί του να μυρίζει ουίσκι από το φλασκί που κουβαλούσε συνήθως στην πίσω τσέπη του παντελονιού του. Ήξερε ότι έπρεπε να φύγει, να το βάλει στα πόδια αλλά έκανε ακριβώς το αντίθετο, τον άφησε να βυθίσει τη γλώσσα του στο στόμα της και ήξερε ότι ποτέ πια κανείς δεν θα την φιλούσε με τον ίδιο τρόπο αλλά ούτε κι εκείνη θα μπορούσε να αισθανθεί με άλλον άντρα αυτό που εκείνη τη στιγμή ένιωθε.

Του είχαν παραχωρήσει το μικρό σπίτι στο πίσω μέρος του κήπου. Τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη, ξυπόλητη και σκοντάφτοντας στις τσιμεντένιες πλάκες. Την σήκωσε στα χέρια του και την οδήγησε στο δωμάτιό του. Η νύχτα το βράδυ εκείνο μύριζε καλοκαίρι και το ασημένιο φεγγάρι μόλις είχε κρυφτεί, συνωμοτώντας μαζί τους σε μια ιστορία που θα άλλαζε όλη τους τη ζωή.

Την ακούμπησε στο μονό κρεβάτι χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια λέξη. Ακούστηκε μόνο ο χαρακτηριστικός ήχος της πόρπης από την αγκράφα καθώς άνοιγε, ο ήχος του φερμουάρ και τα δάχτυλά του Τζόζεφ της τράβηξαν απαλά αλλά απαιτητικά τις τιράντες από το διαφανές νυχτικό της που στάθηκε σαν λευκός αφρός πέφτοντας στο πάτωμα. Γδύθηκε με αργές κινήσεις και χωρίς να διπλώσει σχολαστικά τα ρούχα του στην καρέκλα που βρισκόταν κοντά στο κρεβάτι.

Το ψηλό μυώδες κορμί του χωρίς ρούχα, με τα ατελείωτα πόδια της θύμιζαν την τελειότητα των αγαλμάτων και όπως το φεγγάρι για κλάσματα του δευτερολέπτου βγήκε από την κρυψώνα του πίσω από το σύννεφο που κρυβόταν και φώτισε τον Τζόζεφ, η Ελένη ένιωσε να της κόβονται τα πόδια και σωριάστηκε στο κρεβάτι.

Έγειρε από πάνω της στην αρχή τρυφερά και μπήκε μέσα της αργά για να κατακτήσει κάθε ίνα του κορμιού της.  Η Ελένη μέσα στην παραζάλη της και στις πρωτόγνωρες γι’ αυτήν αισθήσεις ένα πράγμα παρακαλούσε, να μην τελειώσει αυτή η στιγμή και η ώρα της κορύφωσης να αργήσει να έρθει κι ας ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε και καταλάβαινε την δύναμη του έρωτα.

Όταν όλα καταλάγιασαν και οι ανάσες βρήκαν το ρυθμό τους ο Τζόζεφ της είπε «τώρα θα καταφέρεις να κοιμηθείς» και φίλησε την άκρη της μύτης της.

~συνεχίζεται~

Για το επόμενο κεφάλαιο πατήστε εδώ

Για να μας ακολουθήσετε στο Viber,
πατήστε στο σύνδεσμο
agnostoi.gr

«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

 

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here