«Δεν βρίσκω σου λέω» γκρίνιαξε η Ανδριάνα.
«Τι πάει να πει δεν βρίσκεις;»
«Αυτό που σου είπα» απάντησε.
«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα», η Ρόζα είχε ήδη υψώσει τη φωνή.
«Και τι θέλεις να κάνω τώρα;»
«Να βρεις» της είπε ορθά κοφτά και της έκλεισε θυμωμένα το τηλέφωνο.

Η Ολυμπία με την Γαρυφαλλιά την παρακολουθούσαν παριστάνοντας ότι καθάριζαν τα ντουλάπια της κουζίνας.

«Μα ίχνος μυαλό δεν έχουν στο κεφάλι τους, δεν του κόβει καθόλου;» αναρωτήθηκε δυνατά χτυπώντας με το δάχτυλό της τον κρόταφο του κεφαλιού της.

«Κυρία Ρόζα μπορώ να σας βοηθήσω;» ρώτησε η Ολυμπία με το κεφάλι μέσα στο ντουλάπι.
«Μπορείς να μου βρεις φρουί γλασέ και σαβουαγιάρ;»
«Δεν γνωρίζω καν τι είναι αυτά» είπε και συνέχισε να τρίβει.
«Εσύ και μαζί με εσένα κι άλλοι πολλοί» είπε θυμωμένα.
«Ούτε κι εγώ ξέρω» ακούστηκε η ντροπαλή φωνή της Γαρυφαλλιάς.
«Εσύ αγάπη μου, που να ξέρεις;» απάντησε η Ρόζα και με την άκρη του χεριού της, τής χάιδεψε το μάγουλο.

Το τηλέφωνο χτύπησε.

«Νομίζω ότι θα πρέπει να φτάσω μέχρι την Κηφισιά» είπε η Ανδριάνα αναστενάζοντας.
«Βρήκες;»
«Έχει ο Βάρσος».
«Μα πως δεν το σκέφτηκα! Φυσικά» απάντησε χαρούμενη η Ρόζα «κι αν δεν σε πειράζει, πάμε μαζί για βόλτα, να πιούμε έναν καφέ και να διαλέξουμε τα καλύτερα».
«Ευχαριστημένη τώρα;»
«Μα ήταν δυνατόν να φτιάξουμε πουτίγκα χωρίς τα απαραίτητα υλικά;»
«Γιατί συγχύζεσαι δεν καταλαβαίνω και την πληρώνω εγώ τελικά, όχι τίποτα άλλο …»
«Μην παραπονιέσαι, για να γίνει ένα ωραίο γλυκό θέλει και καλύτερα υλικά» απάντησε η Ρόζα και συνέχισε, «ρώτησες αν έχουν περγαμόντο, αχλάδι και βερίκοκο;»
«Ναι»
«Κουκουνάρια, καρύδια και μαύρες σταφίδες να είναι Ελληνικά, κατάλαβες;»
«Μάλιστα» απάντησε η Ανδριάνα αναστενάζοντας.
«Άρα όλα είναι τακτοποιημένα» απάντησε, χαμογέλασε και συνέχισε, «τι θα έκανα εγώ χωρίς εσένα;»
«Θα έβαζες την Δήμητρα να τρέχει».

Η Ρόζα γέλασε δυνατά.

«Δεν σου πηγαίνει διόλου να γίνεσαι κακιά» της είπε.
«Δεν πειράζει, που και που χρειάζεται» απάντησε η Ανδριάνα, «θα με ψήσεις μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές, λες και το έχεις τάμα» μουρμούρισε.
«Να μην χαλάμε το έθιμο» της απάντησε η θεία της και συνέχισε «δεν έρχεσαι από εδώ να κανονίσουμε το μενού;»
«Δεν λες στον Αντώνη να έρθει να μαγειρέψει;»
«Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω, υπάρχει τίποτα ωραιότερο από το να μαγειρεύεις για αυτούς που αγαπάς;».
«Είναι κουραστικό όμως …»
«Να δώσεις χαρά στους αγαπημένους σου; Αυτό σε κουράζει;»
«Δεν εννοώ αυτό …»
«Αλλά τι Ανδριάνα;»
«Τελικά, αυτή που κουράζεται είναι η οικοδέσποινα και όλοι οι άλλοι περνάνε ζάχαρη».
«Επαναλαμβάνω, είναι κούραση να κάνεις τους δικούς σου ανθρώπους χαρούμενους; Μην απαντήσεις σε εμένα, με τον εαυτό σου μίλα και τράβα βρες τα, γιατί αν σε κουράζει αυτό, τότε δεν έχεις ιδέα τι πάει να πει αγάπη» είπε η Ρόζα φανερά προβληματισμένη και της έκλεισε το τηλέφωνο.

֎֎֎֎֎

Όταν ο Μανώλης μπήκε νωρίς το βράδυ στο σπίτι, βρήκε την Ανδριάνα να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε  Salzburg.

«Τι είναι αυτό;» την ρώτησε με περιέργεια.
«Επιθυμίες που δεν πραγματοποιήθηκαν» απάντησε και τέντωσε τον λαιμό της για να του δώσει ένα τρυφερό φιλί.

Ακούμπησε τον χαρτοφύλακά του πάνω στην πολυθρόνα κι έβγαλε με γρήγορες κινήσεις το παλτό του.

«Πεινάς;» τη ρώτησε. Η Ανδριάνα έκανε μια αδιάφορη κίνηση ανασηκώνοντας τους ώμους της καθώς χάζευε τις φωτογραφίες του βιβλίου και χαϊδεύοντας με τη ματιά της τις σελίδες. Με καθυστέρηση δευτερολέπτων, απάντησε «ναι, τώρα που το λες …».
«Νομίζω» είπε ο Μανώλης «ότι η νύχτα και το κορίτσι  μου θέλουν μια βόλτα». Έλυσε την γραβάτα του και συνέχισε «θα κάνω ένα γρήγορο ντους και θα πάμε στο κέντρο σε εκείνο το ωραίο Ιταλικό που είχαμε βρει.

Λίγη ώρα αργότερα, είχαν είδη μπει στο πρώτο ταξί που πέρασε από μπροστά τους.

«Θα περιμένω να μου τα πεις την ώρα του φαγητού» της είπε χαμηλόφωνα και κλείνοντας το μάτι.
«Τώρα κατάλαβα» είπε με νόημα στη φωνή της η Ανδριάνα, «εσύ θα τρως τη μακαρονάδα σου κι εγώ θα μιλάω και θα κλέβεις από το πιάτο μου».
«Την πίτσα να μην ξεχάσεις σε παρακαλώ».
«Πάει η δίαιτα …» μονολόγησε η Ανδριάνα κουνώντας το κεφάλι.

Άνοιξαν την πόρτα του μικρού εστιατορίου και κάθισαν στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο.

«Θα θέλαμε μια σαλάτα καπρέζε για αρχή, μια μερίδα σπαγγέτι ναπολιτέν, μια πέστο και πίτσα μαργαρίτα. Κρασί chianti έχετε;» ρώτησε ευγενικά τον σερβιτόρο ο Μανώλης καθώς έκλεινε το μενού, ολοκληρώνοντας την παραγγελία.

«Χριστούγεννα έρχονται» είπε η Ανδριάνα «πίτσα και μακαρόνια κι από την πόρτα δεν θα χωράμε να μπούμε» είπε εμφανώς ικανοποιημένη. «Μου αρέσει εδώ, μου θυμίζει Τοσκάνη» είπε κι άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό.

Το κρασί και η σαλάτα ήρθαν γρήγορα. Περίμεναν μέχρι ο σερβιτόρος να τους γεμίσει τα ποτήρια και πριν προλάβει η Ανδριάνα να καταπιεί την πρώτη της μπουκιά ο Μανώλης ρώτησε.

«Τι ήταν αυτό το βιβλίο που κρατούσες όταν μπήκα στο σπίτι;»
«Έχει μια μικρή ιστορία από πίσω του και μια πρόσκληση που τελικά έμεινε γραμμένη στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου και μια δικιά μου επιθυμία που δεν κατάφερα ποτέ να την ικανοποιήσω» είπε πίνοντας μια μικρή γουλιά από το κρασί της.
«Το κάνεις να ακούγεται ενδιαφέρον».
«Πρέπει να ήμουν δεκαπέντε χρονών. Καλοκαίρι και επιστρέφαμε από το νησί, από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς της Έρσης.

Στο πλοίο μέσα, καθίσαμε δίπλα σε έναν τουρίστα άγνωστης εθνικότητας. Τότε βλέπεις δεν κυκλοφορούσαν πολλοί και πάντα μου έκαναν εντύπωση».

«Τον θυμάσαι;»

«Ναι, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Ξανθός, με μούσια, κατσαρό μαλλί και γυαλιά μυωπικά. Φορούσε σανδάλια κι ένα κοντό παντελόνι».
«Αποκλείεται να θυμάσαι τέτοιες λεπτομέρειες!»
«Μην τα βάζεις με το μυαλό μου, θα χάσεις» απάντησε στον Μανώλη μισοκλείνοντας τα μάτια «εγώ κρατούσα τον γάτο μας τον Λούη αγκαλιά μέσα στο πάνινο σπιτάκι του και το παραπονιάρικο νιάου, τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του.

Ρώτησε ευγενικά τους γονείς μου αν μιλάνε αγγλικά. Η μητέρα μου που είχε έφεση στις γλώσσες, έπιασε την κουβέντα μαζί του.

Είχε χάσει το προηγούμενο δρομολόγιο και δεν θα προλάβαινε να φτάσει εγκαίρως στο αεροδρόμιο για την πτήση του.  Είχε ενημερώσει την γυναίκα του Ίνγκριντ η οποία τον περίμενε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο Ηρώδειο να αλλάξει τα εισιτήρια για την επόμενη ημέρα».

«Τι δουλειά είχε στο νησί μόνος του;»

«Δεν θυμάμαι καθόλου, μπορεί να μην τον ρώτησαν οι γονείς μου. Η μητέρα μου αποκλείεται να έκανε τέτοια ερώτηση, θα ντρεπόταν. Ο Έρικ, γιατί αυτό ήταν το όνομά του…»

«Θυμάσαι ακόμα και τα ονόματα;»

«Όχι αλλά είναι γραμμένα στην αφιέρωση» είπε και συνέχισε «ο Έρικ λοιπόν ήταν πολύ αγχωμένος. Ήθελε να φτάσει στην Αθήνα πετώντας αν ήταν δυνατόν. Όμως η Ολυμπιακή δεν είχε θέση στην πτήση εκείνης της ημέρας μα ούτε και της επόμενης, έτσι βρέθηκε μέσα στο πλοίο χωρίς εισιτήριο για το λεωφορείο της γραμμής.

Το οδικό ταξίδι θα κρατούσε περίπου έξι ώρες αν είχε προλάβει να βγάλει το εισιτήριο. Για καλή του τύχη όμως, βρέθηκε στο δρόμο του ο πατέρας μου που ευκαιρία έψαχνε να κάνει αγώνες δρόμου με τον ίδιο του τον εαυτό. Πρότεινε στον άνθρωπο να έρθει μαζί μας κι εκείνος δέχθηκε.

Μας ‘’τσουβάλιασε’’ στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου …»

«Τι σας έκανε;»

«Όπως ακριβώς στο είπα, μας τσουβάλιασε, τον Έρικ, εμένα και τον άτυχο μας γάτο και φτάσαμε στην Αθήνα σε λιγότερο από τέσσερεις ώρες χωρίς καμία στάση!»

«Ούτε για τουαλέτα;»

«Ούτε και η δικαιολογία για τον ξενόφερτο ήταν ‘’ότι έτρεχε για να φτάσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα’’. Ο Έρικ ένοιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη, ο γάτος μας ο Λούης κι εγώ νιώσαμε σαν σακί με πατάτες που κοπανιόταν πέρα-δώθε. Ζώνες τότε δεν υπήρχαν. Η τρομάρα του ζωντανού ήταν τόση που σε όλο το ταξίδι δεν έβγαλε τσιμουδιά, από τις τρύπες που είχε στο μπροστινό μέρος το πάνινο σπιτάκι του, έβαζα το δάχτυλό μου και τον χάιδευα. Το μόνο που έκανε ήταν ότι με κοιτούσε στα μάτια και στις στροφές τα έκλεινε. Το ίδιο ήθελα να κάνω κι εγώ αλλά η καρδιά μου είχε πάει στις πατούσες μου».

Ο Μανώλης γελούσε.

Όσο ο σερβιτόρος έβλεπε το πιάτο της Ανδριάνας να αδειάζει με αργούς ρυθμούς, τόσο καθυστερούσε την πίτσα.

«Τελικά;»
«Φτάσαμε στην Αθήνα έχοντας γίνει σαν χαλκομανίες» αποκρίθηκε η Ανδριάνα βάζοντας μια πιρουνιά στο στόμα της. «Πες του να φέρει την πίτσα, αφού το βλέπω δεν κρατιέσαι» παρότρυνε τον Μανώλη.

«Και τι σου ήρθε σήμερα και το ξεφύλλιζες έτσι μελαγχολικά;»

«Ξεκίνησε από την Ρόζα …» άρχισε να λέει και διηγήθηκε στον Μανώλη το πρωινό τους τηλεφώνημα αλλά και την τελευταία πρόταση της Ρόζας ‘’δεν έχεις ιδέα τι πάει να πει αγάπη’’.

«Σε στενοχώρησε, σε προβλημάτισε, γιατί κλείστηκες πάλι στο καβούκι σου;»

«Τα Χριστούγεννα, μέχρι κάποια ηλικία τα αγαπούσα πάρα πολύ. Τα περίμενα, τα λαχταρούσα όσο δεν φαντάζεσαι, τώρα πάλι όχι, έχουν φτάσει να με κουράζουν και να εύχομαι να ξημερώσει η επόμενη του Άι Γιαννιού» είπε και έσφιξε τα χείλη της.

«Μα είναι η ομορφότερη γιορτή του χρόνου» είπε ο Μανώλης.

«Ναι» αποκρίθηκε η Ανδριάνα «όταν την ζεις όπως εσύ θέλεις».

«Τι εννοείς;»

«Ότι τελικά, πέρα από την παιδική ηλικία, δεν τα έζησα ποτέ έτσι όπως πραγματικά ήθελα».

«Σε ακούω» είπε ο Μανώλης προσθέτοντας κρασί στα ποτήρια τους. «Πίτσα;» ρώτησε μα η Ανδριάνα αρνήθηκε.

«Την προπαραμονή των Χριστουγέννων, οι γονείς μου έφερναν στο σπίτι ένα τεράστιο έλατο. Θυμάμαι τη μητέρα μου ότι για να το στολίσει ανέβαινε στη ψηλή σκάλα. Τα στολίδια, ήταν το ένα πιο όμορφο από το άλλο και συνάμα τόσο λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα. Θυμάσαι, ήταν όλα γυάλινα.

Πριν προλάβει να το στολίσει ολόκληρο, με έβαζε για ύπνο. Όσο και να διαμαρτυρόμουν δεν με άκουγε …».

«Σκληρό».

«Μπα, είχε το λόγο της. Έφτιαχνε το δένδρο με τέτοια λεπτομέρεια που αργούσε πολύ να τελειώσει. Μην ξεχνάς ότι στο δικό μου σπίτι δούλευαν και οι δυο γονείς, άρα όλες οι δουλειές ξεκινούσαν το απόγευμα. Όταν το ετοίμαζε, μάζευε όλες τις κούτες και τα χαρτιά και τα έκρυβε στην αποθήκη. Καθάριζε το σαλόνι με την σκούπα κι αφού έμενε η ίδια ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, τότε άναβε τα φωτάκια του δένδρου και έκλεινε όλα τα υπόλοιπα φώτα του σπιτιού.

Έμπαινε στο δωμάτιό μου και με ξύπναγε  χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά και κρατώντας με στην αγκαλιά της, με σήκωνε από το κρεβάτι. Σταματούσαμε πάντα στο χολ, μπροστά από ένα πίνακα ζωγραφικής για να μου δείξει το αντιφέγγισμα του δέντρου στο τζάμι.

Ήταν σαν να κάναμε μαζί βουτιά, στο όνειρο της παιδικής μου μαγείας. Νομίζω ότι αυτή ήταν η ωραιότερη στιγμή των Χριστουγέννων. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα και περίμενα να με πάει στο έλατο. Μόλις τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα, χωρίς να με αφήσει από τα χέρια της μου έλεγε «κοίτα» και μέσα στο σκοτάδι του σαλονιού και της νύχτας, τα φωτάκια του δέντρου και τα λαμπερά του στολίδια, έμοιαζαν με παραμύθι.

Με άφηνε από την αγκαλιά της και με ακουμπούσε στο χαλί με ήρεμες κινήσεις».

Η Ανδριάνα χαμογέλασε χαμένη μέσα στις μνήμες της και κράτησε για λίγο ανάμεσα στα χέρια της το ποτήρι της με το κρασί πριν βάλει άλλη μια γουλιά στο στόμα της.

«Υπήρχε μια μπάλα που την αγαπούσα ιδιαίτερα πολύ. Ήταν ασημένια με κόκκινο σκούφο, γένια και ζωγραφισμένο το πρόσωπο του Άι Βασίλη. Ήθελα να την φιλάω κι από τα πολλά φιλιά την έσπασα! Καταλαβαίνεις το δράμα μου υποθέτω …

Μικρές περίτεχνες καμπάνες, μανιτάρια και δυο πουλιά με ουρές. Αυτά έβλεπα πρώτα γιατί ήταν στο ύψος μου και η φάτνη, με χαρτί που αγόραζε από το κέντρο των Αθηνών. Το έβρεχε, το τσαλάκωνε καλά-καλά και το έκανε να μοιάζει με πραγματικό βράχο. Μέσα στη φάτνη έστρωνε σανό και η αναπαράσταση της γέννησης με όλα αυτά τα όμορφα χρώματα που ήταν βαμμένα τα ομοιώματα, με έκανε να νοιώθω την υπέρτατη ευτυχία. Μεγάλη αδυναμία είχα στους τρεις μάγους και το αστέρι.

Αφού επεξεργαζόμουν κάθε κλαδί, τότε με σήκωνε ο πατέρας όσο πιο ψηλά μπορούσε και με την βοήθεια της μάνας, βάζαμε την κορυφή του δέντρου και μετά άναβαν  τα φώτα στο σπίτι και στο πικ-απ έπαιζε το Άγια Νύχτα.

Την επόμενη ημέρα πηγαίναμε στο Μινιόν …»

«Και να υποθέσω ότι περίμενες στην ουρά για να φωτογραφηθείς με τον Άγιο Βασίλη».

«Όχι, ποτέ και ξέρεις γιατί;»

«Γιατί;» ρώτησε με περιέργεια ο Μανώλης.

«Γιατί δεν κατάφερε κανείς να με κάνει να πιστέψω την ύπαρξή του, ο Σπύρος μόνο πίστευε κι εγώ τον κορόιδευα και κάπου μέσα μου νομίζω ότι ‘’πιστεύει’’ ακόμα».

«Τότε τι σου άρεσε στο Μινιόν;»

«Τα παιχνίδια και τα πράγματα για το σπίτι και ζούσα στιγμές τρέλας όταν φτάναμε στα ρούχα. Μα το καλύτερό μου ήταν να ανεβοκατεβαίνω τις κυλιόμενες σκάλες. Αυτό ήταν όλη η μαγεία και το κουτί του Μινιόν με τον φιόγκο που έμπαινε κουμπωτός και μετά η πορτοκαλί σακούλα!»

«Θα παραγγείλω καφέ και γλυκό κι ακόμα δεν έχω καταλάβει το Σάλτσμπουργκ, ο τουρίστας και το Μινιόν, η Ρόζα και η σημερινή σου μελαγχολία, τι σχέση έχουν μεταξύ τους» είπε ο Μανώλης κάνοντας νόημα στον σερβιτόρο. «Γλυκό;» ρώτησε την Ανδριάνα.

«Έναν καφέ μόνο» είπε και όταν έμειναν μόνοι τους συνέχισε. «Από τα δεκαέξι και μετά, ο πατέρας άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία και η μαγεία έδωσε τη θέση της στην ανησυχία και τον φόβο και δεν κατάφερα ποτέ να ζήσω τη χαρά αυτή όσο οι σκέψεις τριγυρνούσαν μέσα στο κεφάλι μου.

Αργότερα, όταν μεγαλώσαμε αρκετά κι άρχισαν τα παντρολογήματα και οι προσμίξεις των διαφορετικών οικογενειών, συνειδητοποίησα ότι ήθελα να ζω τα Χριστούγεννα διαφορετικά».

«Πως δηλαδή;»

«Ταξιδεύοντας και η ανάγκη αυτή γιγαντώθηκε όταν έφυγαν οι γονείς μου από τη ζωή. Όσο κι αν προσπάθησε η Ρόζα να μου κάνει τη ζωή όμορφη, δεν τα κατάφερε κι αυτό δεν ήταν δικό της λάθος».

«Τι εννοείς;»

«Υπάρχει ένας εορταστικός καταναγκασμός. Πρέπει να είμαστε όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι γιατί είναι Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά ή ακόμα και Πάσχα. Να αγαπάμε ο ένας τον άλλον και να συγχωρούμε τα ασυγχώρητα κι εμένα αυτό με πνίγει.

Δεν μπορώ να αγαπήσω με το ζόρι αυτούς που ανήκουν στην οικογένειά μου μόνο και μόνο γιατί έχουν τον τίτλο της ξαδέλφης, της ανιψιάς, της θείας ή του θείου. Έφτασα να βασανίζομαι όταν έπρεπε να πάρω δώρο στην Στέλλα και την Δήμητρα και να περνάω τις ημέρες μου μαζί τους μοιράζοντας αγκαλιές και φιλιά του Ιούδα. Κι αυτό για να μην στενοχωρήσω την Ρόζα, τον θείο Γιωργή, τον Γρηγόρη, τον Σπύρο και τις ανιψιές μου.  Για πολλοστή φορά έβαλα την Ανδριάνα στο περιθώριο.

Ψάχνοντας στις κούτες με τα βιβλία ανακάλυψα το βιβλίο με την ιστορία και τις φωτογραφίες του Σάλτσμπουργκ πριν πολλά-πολλά χρόνια και τότε, όταν διάβασα την αφιέρωση που έγραφε ο Έρικ στους γονείς μου, προσκαλώντας τους στην χώρα του για να τους φιλοξενήσει, μου καρφώθηκε η ιδέα που μέχρι και σήμερα δεν έχω εγκαταλείψει.

‘’Να περάσω όλες τις γιορτές μακριά απ’ όσους δεν αντέχω να βλέπω. Να σταματήσω να ζω αυτό το θέατρο του παραλόγου, της πλασματικής αγάπης και του ψέματος. Να φύγω μακριά και το μακριά έγινε στόχος που ακόμα δεν έχω καταφέρει να πραγματοποιήσω. Να πάω στο Σάλτσμπουργκ και να τριγυρνάω στους δρόμους και στα κάστρα και να πίνω εγκ-νογκ που δεν ξέρω καν αν μου αρέσει. Μπορεί να μην είναι τόσο όμορφα αλλά αυτό ονειρεύομαι».

«Δεν πειράζει, αν δεν σου αρέσει θα πίνουμε ζεστό κρασί με κανέλλα» της είπε χαμογελώντας. «Γκλουβάιν θα βρίσκουμε παντού και να σου πω» έσκυψε και της έπιασε το χέρι «επόμενος στόχος μας να πάμε στο Σάλτσμπουργκ μαζί, για Χριστούγεννα, τι λες;»

«Πετάω τη σκούφια μου» είπε γεμάτη χαρά η Ανδριάνα.

«Θα ήθελα να σου εξομολογηθώ κάτι» είπε ο Μανώλης παίζοντας νευρικά με τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι.

«Σε ακούω» μουρμούρισε η Ανδριάνα νοιώθοντας έναν κόμπο στο στομάχι της.

«Σήμερα το πρωί μίλησα με τον Αχιλλέα για την Πρωτοχρονιά».

Η Ανδριάνα ένοιωσε να μουδιάζει. Την φοβόταν αυτή την στιγμή ειδικά όταν έμαθε ότι ο Αχιλλέας με την Αμαλία έμεναν πλέον μαζί και σκόπευαν να παντρευτούν. Ξεροκατάπιε.

’Την Πρωτοχρονιά σε περιμένουμε με την Αμαλία στο σπίτι. Θα έχουμε μαγειρέψει και θα είναι και οι γονείς με τα αδέλφια της και τα ανίψια της’.’

‘’Τι εννοείς με περιμένετε;’’ τον ρώτησα.

‘’Εσένα και την μαμά βέβαια’’ συνέχισε ο γιός μου.

Η Ανδριάνα έπινε νευρικά πότε από το κρασί της και πότε από τον καφέ της.

«Άκου» είπε στο Μανώλη προσπαθώντας να ακούγεται η φωνή της φυσιολογική. «Είναι λογικό να σας θέλει κοντά του. Είσαστε οι γονείς του, απλώς θα ήθελα να το ξέρω εγκαίρως για να κανονίσω κι εγώ κάτι. Δεν θα ήθελα …». Την πρότασή της δεν πρόλαβε να την τελειώσει, ο Μανώλης της πήρε τον λόγο.

«Αρνήθηκα μωρό μου».
«Τι;»
«Αυτό που άκουσες».
«Πως είναι δυνατόν να αρνηθείς στο μοναχοπαίδι σου να περάσεις τις γιορτές μαζί του;»
«Λέγοντας ένα ξεκάθαρο ”όχι’‘».

Τα μάτια της Ανδριάνας είχαν ανοίξει και είχαν γίνει σαν δυο ολοστρόγγυλες μπάλες και δεν ήταν σίγουρη ότι πίστευε αυτά που άκουγε.

«Τον ρώτησα αν θα άφηνε την Αμαλία μόνη της μέσα στις γιορτές και μου απάντησε ‘’όχι φυσικά’’ και δικαίως.

Έτσι λοιπόν του εξήγησα ότι όπως εκείνος δεν αφήνει τον άνθρωπό του μόνο, το ίδιο ακριβώς κάνω κι εγώ. Ότι μου είναι αδύνατον να σε αφήσω και να σε πληγώσω για να περάσω την πρώτη ημέρα του χρόνου με την οικογένεια της Αμαλίας και την Πηνελόπη».

‘’Μα πατέρα τώρα το έχουμε κανονίσει’’.

‘’Χωρίς να με ρωτήσετε και χωρίς να σκεφθείτε ότι η ζωή μου είναι δίπλα στην Ανδριάνα και δεδομένου ότι δεν έχουμε φτάσει σε κοινωνικό επίπεδο τέτοιο, ώστε να είμαστε όλοι μαζί μια χαρούμενη οικογένεια, τότε η απάντησή μου είναι ξεκάθαρα όχι.

Πρωτοχρονιά οι άνθρωποι κάνουν σπίτι τους Αχιλλέα και το δικό μου σπίτι είναι μαζί με την Ανδριάνα. Αν θέλετε μέσα στις επόμενες ημέρες να βρεθούμε και να φάμε παρέα κανένα πρόβλημα και θα το χαρώ ιδιαίτερα πολύ, δεδομένου ότι ο πατέρας της Αμαλίας μου είναι συμπαθής αλλά μέχρι εκεί ’’.

«Μου κάνεις πλάκα;» ρώτησε η Ανδριάνα έχοντας χάσει τα λόγια της.

«Σε καμία περίπτωση. Έχεις ανεχθεί ήδη πολλά και δεν έχω σκοπό να σε υποβάλλω σε άλλες δοκιμασίες. Απόφασή μου είναι να είμαι μαζί σου κι αυτό θα πρέπει να το δεχθούν και να το σέβονται όλοι τους.

Τώρα πια δεν είμαι μόνος, εσύ κι εγώ είμαστε ζευγάρι. Όποιος με προσκαλεί αυτόματα και χωρίς εξηγήσεις καλεί κι εσένα. Αν δεν μπορούν να το καταλάβουν είναι δικό τους πρόβλημα» είπε κι έκανε νόημα με μια κίνηση του κεφαλιού του για να τους φέρουν τον λογαριασμό.

«Δεν είναι σκληρό αυτό για σένα;»

«Ποιό;»

«Να μην περάσεις τις γιορτές με το γιό σου;»

«Ο γιός μου είναι στο σπίτι του δίπλα στην γυναίκα που εκείνος επέλεξε και καλά κάνει. Το ίδιο όμως κάνω κι εγώ Ανδριάνα.

Νωρίτερα μου εξήγησες για ποιο λόγο έπαψες να αγαπάς τις γιορτές. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε εμένα, έκανα πολλά χρόνια υποχώρηση για χάρη του παιδιού μου. Τώρα ήρθε ο καιρός να κοιτάξω κι εγώ τον εαυτό μου και τις ανάγκες μου» είπε καθώς πλήρωνε τον λογαριασμό.

Η Ανδριάνα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ο Μανώλης χωρίς να το καταλάβει, μόλις την είχε αφήσει στις κυλιόμενες σκάλες του Μινιόν να ανεβοκατεβαίνει σε όλους τους ορόφους και οι εικόνες που ζωγράφιζε το μυαλό, ήταν γεμάτες από κουτιά με φιόγκους και πορτοκαλί σακούλες και το πιο όμορφο έλατο του κόσμου.

Ακολουθήστε την ομάδα μας στο Viber, πατώντας τον σύνδεσμο:
agnostoi.gr στο Viber

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here