Ο Μανώλης είχε ενοχληθεί.

«Ο Πάνος» είπε με στόμφο, σαν να μην ήθελε να αποδεχθεί την απάντηση που μόλις του είχε δώσει η Ανδριάνα. Στο άκουσμα αυτού του ονόματος, ο ανδρικός του εγωισμός γινόταν λάβα που έκαιγε στο πέρασμά της.
«Ναι ο Πάνος».
«Και από πότε άρχισες να μιλάς πάλι μαζί του;

Η Ανδριάνα άφησε κάτω το ποτήρι με το ούζο της και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.

«Δεν σου έχω δώσει το παραμικρό δικαίωμα για να με αμφισβητείς».
«Δίκιο έχεις, ποτέ όμως δεν είναι αργά για να αρχίσει κάποιος και δεν μου απάντησες, από πότε αρχίσατε πάλι τις επικοινωνίες».
«Από αυτή τη στιγμή» είπε και πίνοντας μια αργή γουλιά από το ποτό της, ξάπλωσε την πλάτη της στην καρέκλα, χαμογέλασε στον Μανώλη που την κοιτούσε με το στόμα ανοιχτό και πάτησε το κουμπί για να επιστρέψει την αναπάντητη κλίση.

«Σε ενοχλώ;» ρώτησε με την ευγενική του φωνή ο Πάνος.
«Για την ακρίβεια βρίσκομαι στο Σούνιο και τρώμε με τον Μανώλη»
«Ωχ, να κλείσω καλύτερα»
«Όχι πες μου, θα ήθελα να σε ακούσω για δυο λεπτά»
«Γύρισα μόνιμα στην Ελλάδα και έλεγα να πιούμε έναν καφέ…» είπε αφήνοντας το ερωτικό υπονοούμενο να πλανάτε στον αέρα.
«Ήθελες πολύ να επιστρέψεις πίσω, μα δεν ξέρω αν διάλεξες την κατάλληλη εποχή, είναι όλα τόσο δύσκολα» απάντησε κοιτώντας προκλητικά τον Μανώλη «καλώς μας ήρθες λοιπόν και ελπίζω να μην έχεις έρθει μόνος» συμπλήρωσε.
«Όχι βέβαια» απάντησε ο Πάνος γελώντας.
«Ωραία, θα τα πούμε ίσως αύριο γιατί μόλις ήρθε το φαγητό μας» είπε και τον χαιρέτησε ευγενικά.

«Τι στην ευχή κάνεις;» ρώτησε ο Μανώλης χαμηλόφωνα και οι λέξεις είχαν γίνει βαριές σαν πέτρες στο στόμα του.
«Ωραίο το καλαμάρι» απάντησε αδιάφορα μα η αλήθεια δεν ήταν ακριβώς αυτή.  «Ο Πάνος είναι ένα κομμάτι από το παρελθόν μου, ένας κύκλος που έκλεισε και ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω. Θα μιλάμε και χαίρομαι να μαθαίνω ότι είναι καλά και προκόβει στη ζωή του. Επειδή δεν προχώρησε τότε η σχέση μας, αυτό δεν σημαίνει αγάπη μου ότι δεν θα μιλάω και μαζί του! Δεν μου έκανε ποτέ κάτι κακό…».

Ο Μανώλης είχε βγει σχεδόν έξω από τα ρούχα του.

«Με ενοχλεί δεν το καταλαβαίνεις;»
«Φυσικά αλλά προτιμώ να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Δεν έχω να κρύψω τίποτα».
«Αλήθεια θα πας να τον συναντήσεις;»
«Αν το φέρει η ώρα» απάντησε και κοίταξε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος προσπαθώντας να απολαύσει τη γαλήνη της στιγμής. «Κοίτα τι όμορφα που φαίνονται τα φώτα στα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών, όσο θα περνάει η ώρα, αν τα παρατηρήσεις, θα δεις ότι θα μοιάζουν με φωτεινά αστέρια» είπε, μα ο Μανώλης δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της.

Για λίγο στο τραπέζι επικράτησε η ένταση της ηλεκτρισμένης σιωπής. Η Ανδριάνα του χαμογέλασε και ζήτησε λίγα παγάκια ακόμα.

«Ο πατέρας μου έλεγε ‘’να φοβάσαι τις γυναίκες χωρίς παρελθόν γιατί έχουν με μέλλον’’, κατάλαβες;»
«Δίκιο είχε αλλά γίνε πιο συγκεκριμένη» είπε εκνευρισμένος.
«Κι εσύ κι εγώ είμαστε σε ηλικία που επιβάλλεται να έχουμε παρελθόν. Μανώλη δεν προσπάθησα ποτέ να παραστήσω κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είμαι».
«Ναι …»
«Ούτε εσύ θα μπορούσες να ζήσεις με μια γυναίκα που δεν θα είχε ζήσει τη ζωή της. Θα κρεμόταν επάνω σου και θα γινόταν βρόγχος στο λαιμό σου. Σωστά;»
«Που το πας;»
«Το να κάθομαι και να απολογούμαι για το παρελθόν μου αλλά και για το ποιος με πήρε τηλέφωνο, θα με συγχωρέσει η χάρη σου αλλά το θεωρώ τουλάχιστον αστείο.

Να μην ξεχνάμε ότι με την Πηνελόπη δεν έχεις τελειώσει, ότι η Marjory μπούκαρε στο σπίτι μας πριν λίγο καιρό και κάποιες από τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή σου, προσπάθησαν να τρυπώσουν ξανά στην αγκαλιά σου».

«Αυτά συνέβησαν στην αρχή της σχέσης μας».

«Ναι αλλά συνέβησαν και έχουν αφήσει τα αγκάθια τους. Βέβαια, κανείς από εμάς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον άλλο εκτός αν υπάρχουν απτές αποδείξεις. Εσύ έχεις κάτι που να μπορείς να μου καταλογίσεις;»
«Όχι»
«Τότε ας απολαύσουμε τη βραδιά μας κι ας αφήσουμε το παρελθόν στην ησυχία του γιατί εκεί ακριβώς ανήκει».
«Καταλαβαίνω τι λες και το σέβομαι αλλά δεν παύει να με ενοχλεί».
«Δεν πειράζει, με κολακεύει» απάντησε αυτάρεσκα. Δεν γέλασε, ούτε χαμογέλασε. Ένας καγχασμός βγήκε από μέσα της και η διάθεσή της είχε ήδη χαλάσει.

«Το πρόβλημά σου δεν είναι ο Πάνος, ούτε η επιστροφή του στην Ελλάδα, ούτε το παρελθόν μου. Και πριν και μετά τον Πάνο υπήρξαν κι άλλοι εραστές …»
«Σταμάτα δεν θέλω να ακούω».
«Θα ακούσεις μια και καλή για να ξεμπερδεύουμε. Αυτό που σε ενοχλεί είναι το παρελθόν της Πηνελόπης και ό,τι έζησες μαζί της».
«Δεν έφταιγε για όλα η Πηνελόπη …»
«Φυσικά και δεν έφταιγε, όμως η πραγματικότητα είναι ότι εσείς οι δυο, ζήσατε μια ιστορία που τελικά ισοπέδωσε το γάμο σας. Ξέρεις κάτι, βρες τα με τον εαυτό σου, εγώ δεν έχω λόγο να απολογούμαι κι αν θέλεις να ξέρεις, ναι θα πάω να τον συναντήσω και θα το κάνω με χαρά».
«Πες μου το λόγο».
«Θέλω να τον δω, αν είναι καλά, πως τα πάει με την καινούργια του σχέση, όχι και πολύ καινούργια υποθέτω, να τον πάρω μια αγκαλιά και να του δώσω ένα φιλί».
«Θα σου κόψω τα πόδια» είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του και σφίγγοντας τις παλάμες του σε μικρές γροθιές.

«Θα πάω Μανώλη κι εσύ θα το ξέρεις από πριν και λόγο να ζηλεύεις δεν έχεις» απάντησε η Ανδριάνα δείχνοντας ότι ήταν αποφασισμένη και κουβέντα άλλη δεν σήκωνε.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Καθώς κοιτούσε το γυμνό της κορμί στον καθρέφτη, ένοιωσε μια απογοήτευση. Είχε αρχίσει να μεγαλώνει και ο χρόνος άφηνε τα σημάδια του.

Τον Πάνο είχε να τον δει χρόνια και η αλήθεια ήταν ότι είχε μια κρυφή επιθυμία να εμφανιστεί μπροστά του και να λάμπει, όπως τότε.

Γύρισε προφίλ και η κοιλιά της είχε πια στρογγυλέψει. Τα μικροσκοπικά ρούχα που είχε κρεμασμένα στην ντουλάπα, δεν της έμπαιναν πια. Τι τα κρατούσε; ‘’Μόλις μπω στο τζιν που φορούσα θα τα δώσω όλα’’ έλεγε. Όλα; Όχι, γιατί ανάμεσα στα μικροκαμωμένα φουστάνια της, υπήρχαν κομμάτια μοναδικά και ήταν οι μνήμες που τα συνόδευαν και τα έκαναν να ξεχωρίζουν.

Αναστέναξε, Το γνωστό τρυκ για να κρύψει τις ατέλειές της, ήταν να τονίσει το πρόσωπό της και να φορέσει κάτι ανάλαφρο και αέρινο που γλύφει το κορμί και δεν κολλάει επάνω του.

Αυτό που σε κανέναν δεν είχε ομολογήσει, ήταν ότι η σχέση της με τον Πάνο ήταν η σεξουαλική μυστική ιστορία της ζωής της.

Οι χαρακτήρες τους δεν ταίριαζαν σε κανένα σημείο, το σεξ όμως μαζί του, της είχε απογειώσει τη ζωή και τη θηλυκότητα και την είχε ταξιδέψει σε άλλη διάσταση.

Έτυχε, έγινε όπως συνέβαινε πάντα στη ζωή που παίζει το παιχνίδι της με τα απρόοπτα. Τον είχε γνωρίσει ένα καλοκαίρι στην Πάρο, διακοπές μαζί με την παρέα της.

Στην παραλία της Σάντα Μαρία της άρεσε το πρωινό κολύμπι γιατί τα νερά ήταν παγωμένα. Συνήθιζε να βουτάει πριν όλοι οι υπόλοιποι ξυπνήσουν.

«Να σας ρωτήσω κάτι, πως βουτάτε με τέτοια ευκολία;» την είχε ρωτήσει ένας κύριος που πάλευε να πείσει τον εαυτό του να μπει στη θάλασσα κάνοντας λίγα παραπάνω βήματα και να σταματήσει να βρέχετε μόνο μέχρι τα γόνατα.
«Είμαι θαλασσινή» του είχε απαντήσει και κάνοντας ένα μακροβούτι εξαφανίστηκε από κοντά του. Όταν έβγαλε το κεφάλι της από το νερό, αυτό που ένοιωθε ήταν χιλιάδες τσιμπήματα από μικρές βελόνες. Το κρύο νερό και θαύμα του. Άρχισε να κολυμπάει με απλωτές κινήσεις προς τη δεξιά πλευρά, θέλοντας να περάσει στη διπλανή παραλία.

Κάτι της είχε τραβήξει την προσοχή και δεν ήταν άλλο από τους φίλους της που κουνούσαν τα χέρια τους για να τους δώσει σημασία.

Τους χαιρέτησε από μακριά μα εκείνοι συνέχιζαν. Γύρισε πίσω, δεν πειράζει, θα συνέχιζε το κολύμπι αργότερα.

«Φεύγουμε για την Χρυσή Ακτή, ένας φίλος είναι εκεί γιατί κάνει μονίμως καταδύσεις. Θα έρθεις;»

Τι είχε να χάσει;

«Φυσικά» είχε απαντήσει και χωρίς δεύτερη σκέψη, τυλίχτηκε με την πετσέτα της, καβάλησε το ξεσκέπαστο σκονισμένο λευκό τζιπ με τα ξεχαρβαλωμένα καθίσματα και έφυγαν όλοι μαζί.

Ήταν καλοκαίρι του 2008.

Είχαν μείνει όλη την ημέρα στην παραλία. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε ενθουσιαστεί ιδιαιτέρως από την παραλία. Ίσως γιατί δεν ήξερε να κάνει καταδύσεις, δεν την ενδιέφερε να ανέβει πάλι σε ιστιοσανίδα και το μόνο που λαχταρούσε ήταν να κολυμπήσει και να διαβάσει με την ησυχία της.

Ο δυνατός αέρας που φούσκωνε γρήγορα τα πανιά των σέρφερ, έκανε τα αγόρια χαρούμενα. Εκείνη πάλι αποζητούσε την ησυχία της.

Με τον Πάνο είχαν ανταλλάξει απλώς μια ‘’καλημέρα’’ και ένα τυπικό χαμόγελο.

«Θα έρθεις;» την είχε ρωτήσει, μα η Ανδριάνα είχε κουνήσει αρνητικά το κεφάλι.
«Θα σας δω μετά» απάντησε και είχε απομακρυνθεί από κοντά τους πάλι με ένα μακροβούτι.

Αυτό που είχε ευχαριστηθεί εκείνη την ημέρα ήταν ότι ο Πάνος δεν έβγαινε από το νερό και μαζί του, πιστοί του ακόλουθοι, το υπόλοιπο μπουλούκι της παρέας.

Είχε φτάσει η δύση όταν είπαν να γυρίσουν στα δωμάτιά τους.

«Σας αρέσει το ψάρι;» είχε ρωτήσει ο Πάνος και το επόμενο ραντεβού μόλις είχε κανονιστεί.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ήταν πολύ όμορφα εκεί που είχαν πάει για φαγητό. Το περιβάλλον, τα αρώματα της καλοκαιρινής νύχτας, τα αέρινα ρούχα, το λευκό παγωμένο κρασί και οι ανεπανάληπτες γεύσεις άφηναν το αποτύπωμά τους χωρίς να το ξέρουν.

Κουβέντες του αέρα, ευγενικές και αδιάφορες μιας παρέας ανθρώπων που μπερδευόταν μεταξύ τους.

Ο Πάνος γνώριζε πολύ κόσμο και ειδικότερα γυναίκες.

Η Ανδριάνα παρακολουθούσε όλο αυτό το ανακάτεμα του κόσμου, τα φιλιά στον αέρα και ναι, μόλις είχε νοιώσει ότι κάτι μέσα της σάλευε διαφορετικό.

«Θα συνεχίσουμε για ποτό αλλά στο σπίτι μου, τι λέτε;» είχε προτείνει ο Πάνος και κάπως έτσι ξεκίνησε μια ξέφρενη βραδιά που κανείς δεν θυμόταν πως και για ποιο λόγο άρχισαν να ερωτεύονται ο ένας τον άλλον.

Στην αυλή του σπιτιού του Πάνου, η Ανδριάνα είχε καθίσει πάνω σε ένα μουράγιο για να ατενίζει τα αστέρια και στο βάθος το αντιφέγγισμα της θάλασσας. Τα φώτα τα είχαν κλείσει, μόνο η μουσική έπαιζε μπλουζ και τα φαναράκια με τα κεριά που ήταν κρεμασμένα παντού , άφηναν τη νύχτα να απλώσει το καλοκαιρινό της μυστηριώδες πέπλο της.

«Μαργαρίτα;» ρώτησε ο Πάνος κουνώντας το σέικερ με τον τριμμένο πάγο.
«Σε χαμηλό ποτήρι χωρίς αλάτι» ζήτησε η Ανδριάνα.

Εκείνο το βράδυ έπιναν και χόρευαν σαν να μην υπήρχε αύριο. Στο ξαφνικό πάρτι του Πάνου είχε αρχίσει να έρχεται κόσμος, άγνωστος στην Ανδριάνα. Κοίταξε γύρω της και κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να ζαλίζεται. Ζήτησε νερό από την Ράνια.

«Νομίζω ότι έχω αρχίσει να παραπατάω» είπε και την έπιασε λόξυγκας.
«Κάνε ό,τι θελήσεις. Εδώ σε αυτό τον κήπο, συμβαίνουν πάντα τα πιο παράξενα πράγματα» της είχε απαντήσει η φίλη της καθώς της έδινε ένα ποτήρι νερό.
«Δεν θέλω να φύγουμε ακόμα».
«Από το σπίτι του Πάνου κανείς δεν φεύγει πριν χαράξει» της είχε απαντήσει η φίλη της.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Καθώς πάλευε ανάμεσα στα ρούχα της για να βρει τι θα φορέσει θυμήθηκε ότι το βράδυ εκείνο του 2008, στην Πάρο, στην αυλή του Πάνου, κάτω από τα αστέρια, με το κεφάλι της ζαλισμένο από τις γεμάτες με μαργαρίτα κανάτες που άδειαζαν μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, ακούστηκε η φωνή του Christophe να τραγουδάει

‘’Oh! mon amour écoute-moi
Déjà la vie t’attends là-bas
Non n’ai pas peur il faut me croire
La vie est belle même sans mémoire
Tu sais je te raconterai
Avec le temps tu comprendras’’

και ο Πάνος να βρίσκεται με ένα χαριτωμένο χοροπηδητό δίπλα της και να την τραβάει από το χέρι. «Ας χορέψουμε» είχε πει.

Δεν είχε φέρει την παραμικρή αντίσταση, ούτε όταν η γλώσσα του Πάνου έψαχνε μέσα στο στόμα της την δικιά της. Αυτό που σήμερα ήξερε να πει, ήταν ότι λαχταρούσε να μην τελειώσει ποτέ εκείνη η νύχτα.

Χόρευαν και τα χέρια του χάιδευαν κάθε σπιθαμή από τα σημεία του γυμνού της κορμιού. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και κάθε πόρος του δέρματός της έπαιρνε ανάσα από το άγγιγμά του.

Την τράβηξε με αγωνία επάνω του και την έσυρε σχεδόν μέχρι το δωμάτιό του. Έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε.

Κοίταξαν ο ένας τον άλλον σαν αγρίμια και με τον πόθο να έχει αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, όρμησαν ο ένας πάνω στον άλλο τραβώντας άτσαλα τα ρούχα τους.

Πρώτα μπήκε μέσα της και σαν καταλάγιασε η πρώτη λύσσα λες, μετά άρχισε να εξερευνά το σώμα της με τα χέρια και τη γλώσσα του. Πόση ώρα κράτησε αυτός ο ‘’άγριος χορός’’ του πάθους; Χρόνια κι ας έμοιαζαν τα χρόνια να έχουν κυλήσει με την ταχύτητα ενός τραγουδιού, του Christophe.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Γιατί χώρισαν;

Γιατί η ζωή είχε άλλα σχέδια, δεν είχε έρθει η ώρα να μείνουν μαζί. Ίσως πάλι, ήταν η τελειότερη μορφή έρωτα που μπορούσαν να ζήσουν κι όπως κάθε τι, κάνει τον κύκλο του, μαραίνεται και πέφτει. Σαν λουλούδι, σαν καρπός φρούτου.

Όχι, καλύτερα για όλους να έλεγε την αλήθεια.

Τον Πάνο τον ερωτεύθηκε πολύ και κάθε κύτταρο του κορμιού της ήθελε να είναι μαζί του. Το κορμί της, γιατί το μυαλό τους λειτουργούσε σε διαφορετικές συχνότητες.

Η κοινή τους πορεία τελείωσε όταν ο ίδιος αποφάσισε να φύγει στο εξωτερικό. Η Ανδριάνα ήξερε τη συνέχεια από την αρχή αυτής της σχέσης κι ας μην ήθελε να το παραδεχθεί..

Τον Πάνο δεν τον είχε συστήσει σε κανέναν από τους δικούς της. Η Ρόζα ήξερε κάποια πράγματα αλλά μέχρι εκεί. Ήταν αδύνατον να εξηγήσει και να βάλει σε λέξεις αυτά που ένοιωθε. Η σιωπή βοηθάει για να μην εκχυδαϊστούν τα συναισθήματα και οι πράξεις.

Ήθελε δεν ήθελε όφειλε να παραδεχθεί ότι τη ζωή του Πάνου δεν ονειρευόταν να την ακολουθήσει. Δεν την ενοχλούσε η ζωή του στο Διπλωματικό Σώμα αλλά η ανάγκη του για ανελέητο σεξ, όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν. Με όποια …

Ο Πάνος δεν είχε και δεν ήθελε αποκλειστικότητες, αγαπούσε την ελευθερία του, την επιτυχία, το σεξ, τα τσιγάρα και τα καλά ποτά. Τις ανάγκες της η Ανδριάνα δεν τις εξομολογήθηκε ποτέ. Δεν υπήρχε λόγος να έρθουν σε ρήξη. Δεν είχαν ανταλλάξει όρκους αιώνιας πίστης αλλά ακόμα κι αν το είχαν κάνει ούτε η ίδια δεν θα τους πίστευε. Ήξερε μέσα της ότι την πίστη δεν την ορκίζεσαι, την κατακτάς κι εκείνη δεν μπορούσε να κατακτήσει κάτι που ο Πάνος δεν είχε ανάγκη.

Όταν ήρθε η μετάθεσή του για το Λονδίνο, ήξερε ότι απώτερος σκοπός του ήταν η Νέα Υόρκη. Σε κάθε ταξίδι που έκανε, γνώριζε χωρίς κανείς να της το πει, ότι με την πρώτη ευκαιρία έβρισκε την επόμενη παρτενέρ του για να μοιραστούν μαζί νύχτες ξάγρυπνης τρέλας.

«Θα έρθεις μαζί μου στο Λονδίνο;» την είχε ρωτήσει.
«Όχι» του είχε απαντήσει μονολεκτικά αν και στη συνέχεια πολλές φορές το είχε μετανιώσει. Η φαντασία της και οι επιθυμίες της, τα μοναχικά βράδια την έκαναν να θέλει να τρέξει κοντά του.

Ο Πάνος πάντα την περίμενε και πάντα είχε χώρο για την Ανδριάνα στη ζωή του μα με τους δικούς του όρους και να σήμερα, που θα τον έβλεπε μετά από πόσα χρόνια! Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και χάιδεψε τις ρυτίδες που της είχαν φερθεί με ευγένεια.

Ίσιωσε τα μαλλιά της και άρχισε να βάφει διακριτικά το πρόσωπό της με τις αποχρώσεις του ήλιου κι άφησε όλη την φρεσκάδα του μαυρισμένου δέρματος να έρθει σε αντίθεση με το πράσινο των ματιών της.

Ένα πολύχρωμο μαντήλι δεμένο στα μαλλιά, ένα μακρύ φουστάνι στο χρώμα του χαλκού με λεπτές τιράντες, κοκάλινα βραχιόλια στα χέρια και τα ψιλά πέδιλα και ήταν εντάξει. Άνοιξε το συρτάρι με τα vintage γυαλιά ηλίου που πλέον είχαν φτάσει να γίνουν ολόκληρη συλλογή, διάλεξε ένα με μεγάλο σκελετό σε καφέ χρώμα, πρόσθεσε λίγο διαφανές λιπγκλός στα σαρκώδη χείλη της. Τελευταία πινελιά, ψέκασε τα μαλλιά της με κολόνια.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτό που έβλεπε της άρεσε πολύ κι αυτό που ήθελε ήταν να εντυπωσιάσει τον Πάνο για άλλη μια φορά. Γιατί όμως; Ο κύκλος δεν είχε κλείσει;

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Ο Πάνος την περίμενε στο σπίτι του στην Φιλοθέη.

Όταν έφτασε και πάρκαρε το αυτοκίνητό της, αναρωτήθηκε για ένα κλάσμα του δευτερόλεπτου ‘’τι ακριβώς έκανε’’. Η ερώτηση πέρασε από το μυαλό της σαν σαΐτα κι αμέσως μετά εξαφανίστηκε.

Κατέβηκε, περνώντας τη μεγάλη τσάντα από τον ώμο της και κοίταξε το κτίσμα. Πόσες νύχτες είχε ζήσει εδώ; Πόσα μουσκεμένα σεντόνια είχαν …

Χτύπησε το κουδούνι, πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στο δεύτερο όροφο.

Ο Πάνος την περίμενε στην εξώπορτα.

Η αμηχανία ήρθε και κουκούλωσε την στιγμή και τα συναισθήματα, κουβάρι μπλεγμένο με τις μνήμες και τις ενοχές του σήμερα, όλα ήταν ανάκατα.

Τη φίλησε ανάλαφρα στο στόμα. Ίσα που τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της. Όχι αυτό δεν ήταν φιλί!

«Θα πιείς καφέ;» τη ρώτησε και η Ανδριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Τον ίδιο, όπως πάντα;»
«Ναι σε παρακαλώ, μόνο μην βάλεις ζάχαρη».
«Επιτέλους! Έμαθες να πίνεις καφέ» είπε και της προσέφερε την κούπα με τον ζεστό καφέ.

Η Ανδριάνα κοίταξε το χώρο.

«Έχεις κάνει κάποιες αλλαγές ή μου φαίνεται;»
«Μα ναι, έχω φέρει πράγματα από την Αγγλία και έχω αντικαταστήσει ολόκληρο το σαλόνι».
«Ναι αυτό το βλέπω»
«Σήκω να σου δείξω, θα σου αρέσουν πολλά πράγματα» είπε και την έπιασε το χέρι.

Γύρισαν μέσα στο σπίτι και της έδειχνε γωνιές παλιές και αγαπημένες που είχαν αλλάξει. Τελευταίο άφησε το υπνοδωμάτιο.

«Το κρεβάτι …» ξεκίνησε να της λέει «είναι φτιαγμένο από …» μα η Ανδριάνα μόλις είχε σταματήσει να τον ακούει. Τα μάτια της έπεσαν στη φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας με τα πόδια τυλιγμένα μπροστά της και τα μαλλιά χυτά στους ώμους.
«Ωραία φωτογραφία» του είπε και τον κοίταξε στα μάτια.
«Είναι η Λίνα, ναι και σε εμένα αρέσει» είπε και χαμογέλασε.
«Είσαι ερωτευμένος Πάνο;»
«Λεπτομέρειες» της απάντησε και κρατώντας την πάντα από το χέρι, συνέχισε την ξενάγηση. «Εδώ είναι η ντουλάπα» είπε δείχνοντάς της ολόκληρο βεστιάριο.

Τα ρούχα της Λίνας δέσποζαν στο χώρο. Μικροκαμωμένες φούστες, υπέροχα φουστάνια και γόβες η μια δίπλα στην άλλη.

«Μένετε μαζί; ιδέα δεν είχα!» είπε κι ένα τσίμπημα ζήλιας το ένιωσε βαθειά στην καρδιά της.
«Ναι και περνάμε υπέροχα. Βλέπεις έχουμε τις ίδιες ανάγκες, συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον» είπε.
«Τι εννοείς ακριβώς;»
«Έλα Ανδριάνα μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις!» διαμαρτυρήθηκε.
«Τι να καταλάβω κι εγώ μένω μαζί με τον Μανώλη αλλά …»
«Δηλαδή έχεις μια βαρετή σχέση» είπε.
«Από πού το βγάζεις αυτό το συμπέρασμα;»
«Υποθέτω»
«Τι υποθέτεις Πάνο;»
«Ότι είσαστε μονογαμικοί»
«Δηλαδή τι θα έπρεπε να κάνουμε;»
«Η Λίνα κι εγώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Εμείς οι δυο είμαστε ζευγάρι αλλά αν θελήσουμε να δοκιμάσουμε και κάτι άλλο παράλληλα, δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε.
«Το τελευταίο πράγμα που θα περίμενα από εσένα είναι να μάθω ότι συζείς».
«Γιατί; Αν γίνεται κάτω από τις συνθήκες που θέλω».
«Σωστά» μονολόγησε η Ανδριάνα μην έχοντας κάτι παραπάνω να πει.
«Και ξέρεις» είπε με ύφος πονηρό σαν να μοιράζεται μαζί της ένα μεγάλο μυστικό «η Λίνα θα ήθελε πολύ να σε γνωρίσει».
«Εμένα; Γιατί;»
«Έχει ακούσει την ιστορία μας και θα ήθελε πολύ να σε ‘’φιλοξενήσουμε’’ εδώ ένα βράδυ» είπε και το στομάχι της Ανδριάνας μόλις σφίχτηκε και την ψυχή της, την πλάκωσε ένα βαρίδι.

Κάθισαν στον καναπέ και μιλούσαν για θέματα μάλλον αδιάφορα. Η Ανδριάνα δεν άκουγε, μόνο κοιτούσε κάθε τόσο το ρολόι της.

«Βιάζεσαι να φύγεις;»
«Έχω σύσκεψη σε μια ώρα ακριβώς» είπε κι άφησε το φλιτζάνι με τον καφέ της στο τραπέζι, «σήμερα ήταν μια πρώτη επαφή, να σε δω ήθελα μετά από τόσα χρόνια. Σε είχα επιθυμήσει».
«Δεν πιστεύω να εξαφανιστείς πάλι;»
«Πως σου ήρθε τώρα αυτό;» απάντησε καθώς μάζευε τα πράγματά της. «Έλα να σε φιλήσω» είπε και αυτή τη φορά το φιλί ήταν ξεκάθαρο. Στο μάγουλο.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

Γυρνώντας στο σπίτι, επικοινώνησε αμέσως με την Βέρα.

«Τι θέλει η αλεπού στο παζάρι μου λες;» τη ρώτησε μόλις βρήκε λίγο χρόνο ανάμεσα στα ραντεβού της.
«Δεν καταλαβαίνω τίποτα» είπε η Ανδριάνα «και το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι μου κατάστρεψε την πιο όμορφη ερωτική ιστορία της ζωής μου».
«Με πολύ απλά λόγια θα σου πω ότι οι άνθρωποι αυτοί, δεν μπορούν να αγαπήσουν και να ερωτευθούν κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό τους. Είναι νάρκισσοι και αν κάτσω να σου εξηγήσω και τις σεξουαλικές επεκτάσεις αυτής της συμπεριφοράς μάλλον θα εκπλαγείς και κάτι τέτοιο δεν θα το έκανα ποτέ από το τηλέφωνο.

Κοίτα, ο Πάνος και η Λίνα είναι αυτό που λέμε ‘’κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι’’. Εσύ δεν έχεις τίποτα κοινό με αυτόν τον άνθρωπο. Αν θέλεις να είσαι το σεξουαλικό τους υποχείριο, είναι δικό σου θέμα» είπε και συμπλήρωσε «αν και ξέρω πολύ καλά τι θα επιλέξεις».

«Έριξε μαύρο μελάνι σε μια όμορφη ιστορία».
«Τίποτα δεν έριξε, έτσι ήταν ο Πάνος πάντα, εσύ δεν ήθελες να το δεις. Ανδριάνα, ό,τι έζησες ανήκει στο παρελθόν και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει. Ήταν μια όμορφη ιστορία γιατί όμορφα την έζησες και προστάτευσες τον εαυτό σου γιατί κατά βάθος ήξερες. Τράβα μπροστά και μην αφήνεις κανέναν να σου χαλάει τις ισορροπίες σου. Κατάλαβες;»
«Βέβαια και κατάλαβα, το να λες όμως ότι δεν μπορούν να αγαπήσουν, είναι μεγάλη κουβέντα, έτσι Βέρα;»
«Επειδή δεν έχω χρόνο, διάβασε την ιστορία του Νάρκισσου άλλη μια φορά για να την θυμηθείς και θα ανακαλύψεις πολλά κοινά με τον Πάνο. Δικιά σου δουλειά είναι να φροντίζεις να καλύπτεις τις ανάγκες σου και να αγαπάς τον εαυτό σου. Τα σκουπίδια της ζωής σου, πέταξέ τα μακριά, αρκετά μάζεψες μέχρι τώρα» είπε κι έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο.

♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥ ♥

«Σε ψάχνω όλη την ημέρα κι έχω ανησυχήσει» φώναξε ο Μανώλης μόλις η Ανδριάνα σήκωσε το σταθερό τηλέφωνο στο σπίτι τους.
«Είχα ένα σωρό δουλειές και είχα πατήσει αφηρημένη μάλλον,  τον ήχο του κινητού στο αθόρυβο» είπε και ήταν το πρώτο ψέμα που έλεγε στον Μανώλη.

Η δικαιολογία που βρήκε για τον εαυτό της, ήταν πως δεν ήθελε να πληγώσει τον άνδρα που μοιραζόταν την ζωή της. Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν αυτή. Αν ήταν έτσι απλά τα πράγματα θα του έλεγε αυτό που χθες το βράδυ ισχυριζόταν. «Θα πάω να τον συναντήσω και θα το ξέρεις», μα δεν το έκανε.

Χρειαζόταν χρόνο για να συνειδητοποιήσει αυτά που της είπε η Βέρα, αυτά που άκουσε με τα αυτιά της από το στόμα του Πάνου. Κορόϊδευε τον εαυτό της τόσα χρόνια; Η απάντηση ήταν όχι. Είχε ζήσει μια σεξουαλική ιστορία, τα υπόλοιπα ήταν αποκύημα δικών της επιθυμιών μιας άλλης εποχής. Ας ήταν ειλικρινής, αν δεν είχε πραγματικά καταλάβει ποιος ήταν ο Πάνος, τότε θα τον είχε ακολουθήσει στο Λονδίνο όταν απλόχερα της είχε δώσει την ευκαιρία μα ήξερε ότι εκείνη θα έκανε το μεγάλο άλμα για να καταλήξει τελικά μόνη μόλις στον Πάνο εξαφανιζόταν η ερωτική κάψα.

Γδύθηκε, πέταξε τα ρούχα της στο πλυντήριο και μπήκε να κάνει ένα καυτό μπάνιο. Ήθελε να καθαρίσει τα μέσα αλλά και τα έξω της. «Τι θα γινόταν αν την πέταγε για άλλη μια φορά στο κρεββάτι;» ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε κι ένα ερώτημα ξεπετάχτηκε σαν μανιτάρι μέσα στο μυαλό της. «Αγαπούσε πραγματικά και ειλικρινά τον Μανώλη όσο ήθελε να πιστεύει;»

«Μυστικά και ψέματα» αναλογίστηκε. «Πόσοι δεν κρύβουμε την αλήθεια, όχι από τους άλλους μα από τον εαυτό μας;»

 

 

 

~συνεχίζεται~

 

Image by TRƯƠNG QUÂN from Pixabay

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here